19/4/08

Η Ζωή και ο Μύθος..



«Θεέ μου θέλω να την παντρευτώ τι να κάνω ;» ρωτούσε τον ουρανό κοιτάζοντας τα σύννεφα που με σοβαρότητα τον κοίταζαν πάνω από το κεφάλι του.

«Δεν αντέχω άλλο να είμαι φτωχός!» είπε στα στάχυα που λύγιζαν σε κάθε ψίθυρο του ανέμου.

«Πώς να της το πω; Αυτή είναι πλούσια και εγώ είμαι φτωχός!» τον άκουσαν να ρωτάει οι δρυοκολάπτες και σταμάτησαν το τραγούδι.

Ένα μικρό τριαντάφυλλο γύρισε το κεφαλάκι του προς το μέρος του και του ψιθύρισε κάτι.. που αυτός δεν μπορούσε να το ακούσει γιατί η φωνή του ήταν σιγανή και ίσα που ακουγόταν. Το τριαντάφυλλο φώναξε τις μέλισσες που πάντα ήταν φίλοι και αυτές του έδωσαν μια τσιμπιά στο χέρι για να γυρίσει να κοιτάξει το τριαντάφυλλο.

«Τι μέλισσες έβαλες να με τσιμπήσουν; Τι σου έκανα; Ούτε σε πάτησα ούτε σε ενόχλησα;» είπε ο νεαρός θυμωμένα και έσκυψε πιο κοντά να δει το τριαντάφυλλο.

Μια μικρή φωνούλα έφτασε στα αυτιά του. «Κόψε με!» Ο νέος δεν πίστευε στα αυτιά του.

«Γιατί να σε κόψω; Δεν με πείραξες; Δεν με ενόχλησες!»

«Κόψε με και πρόσφερε με στην καλή σου!» ακούστηκε να λέει.

«Μα τι λες τώρα! Δεν μπορώ να το κάνω αυτό! Αν σε κόψω, η ζωή σου θα σταματήσει και ποτέ δεν θα ξαναμιλήσεις με τι μέλισσες τις φίλες σου!»

«Κόψε με σου λέω, ότι είχα να πω με τις μέλισσες το είπα. Δεν έχουμε άλλες κουβέντες να πούμε.»

«Δεν μπορώ μην επιμένεις. Αν επιθυμείς να σταματήσεις την ζωή σου κάντο με άλλο τρόπο εγώ δεν μπορώ να σου πάρω την ζωή σου»

«Πρέπει δεν καταλαβαίνεις; Αυτή είναι η μοίρα μας και των δύο»

Ο νέος σκέφτηκε από μέσα του ότι ένα τριαντάφυλλο λιγότερο δεν θα κάνει την διαφορά. Εξάλλου ήταν ένας τρόπος να πει στην αγαπημένη του ότι την αγαπάει. Έδωσε μία και έκοψε το τριαντάφυλλο με το χέρι. Ένα από τα φύλα του έπεσε στο χώμα και από την ψυχή του τριαντάφυλλου μέσα ακούστηκε ένας θόρυβος σαν κάτι να έσπασε. Οι μέλισσες που ήταν τριγύρω πλησίασαν το φύλο που ήταν πεσμένο στην γη, το μάζεψαν όλες μαζί και πήγαν πάνω στον λόφο να το θάψουν.

Ο νέος εξομολογήθηκε τον έρωτα του στην καλή του και της πρόσφερε ένα τριαντάφυλλο πορφυρό σαν την φωτιά και δροσερό σαν τα νιάτα του. Η καλή του τον παντρεύτηκε και ζήσανε χρόνια πολλά και μονιασμένα. Αυτός έγινε έμπορος και λεφτά μάζεψε αρκετά ώστε να αγοράσει ένα σπίτι, ένα εξοχικό και τέσσερεις άμαξες με δέκα πανέμορφα άλογα.

Όλοι είχαν να λένε για το πλούτο του νεαρού που ροκανίζοντας τον χρόνο απέγινε άντρας, πατέρας και παππούς.

Σαν πλησίαζε η ώρα να φύγει και αυτός από αυτόν τον κόσμο, πήγε κουτσοπερπατώντας στο χωράφι που είχε πάει στα νιάτα του και κάθισε πάλι χάμω στο χώμα όπως τότε.

«Τα έκανα όλα στην ζωή μου» τον άκουσε να λέει το πυκνό χορτάρι. Δίπλα του βρισκόταν μια τεράστια βελανιδιά που το ύψος της έφτανε στον ουρανό και οι ρίζες της απλωνόντουσαν πέρα μέχρι την πόλη.

«Και τα χρωστάω όλα σε ένα μικρό τριαντάφυλλο που μου χαρίστηκε για να ικανοποιήσω όσα ήθελα να κάνω! Παράξενο δεν είναι ; να χρωστάω ευγνωμοσύνη σε ένα ταπεινό τριαντάφυλλο!» είπε και από τα μάτια του έτρεξαν δάκρυα που με βάρος πλαντάξανε πάνω στο καφέ της γης το χώμα.

«Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι το τριαντάφυλλο σου έδωσε την ζωή που έζησες;» ακούστηκε να λέει η βελανιδιά και τα κλαριά της κουνηθήκανε απαλά με την δύναμη του ανέμου.

Ο γέρος γύρισε το κεφάλι του και προσπάθησε να δει την κορφή της βελανιδιάς αλλά δεν μπορούσε γιατί ο ήλιος του τύφλωνε τα μάτια.

«Αν δεν ήταν το τριαντάφυλλο τι ήταν τότε; Από τότε που παντρεύτηκα με την προίκα που απέκτησα άνοιξα ένα μικρό μαγαζάκι και αυτό το μαγαζάκι σιγά αλλά σταθερά το έκανα επιχείρηση, πλούτισα έκανα παιδιά, ζήσανε όλοι πλουσιοπάροχα και έχουνε μείνει τόσα λεφτά ώστε να ζήσουν και τα παιδιά των παιδιών τους ακόμα! Δεν χρωστάω χάρη στο τριαντάφυλλο; Μέχρι εκείνη την στιγμή η ζωή μου ήταν μαύρη και η πείνα είχε θερίσει την οικογένεια μου. Η μάνα μου κάθε μέρα έκλαιγε και την ποδιά του κάθε αφέντη φίλαγε για να φέρει λίγο ψωμί μέσα στην αχυρένια μας καλύβα» είπε ο γέρος και η φωνή του σαν τα έλεγε αυτά ούτε κόμπιαζε ούτε κουραζόταν. Αλλά σαν την ριπή του ανέμου ακούστηκαν τα λόγια του και η βελανιδιά αντέδρασε κουνώντας τα κλαδιά της τόσο δυνατά που όλα τα πουλιά που ήταν πάνω φοβισμένα πέταξαν μακριά για να κρυφτούνε.

«Πήγαινε πάνω στον λόφο» είπε με βροντερή φωνή η βελανιδιά «εκεί θα δεις ένα ψηλό δέντρο με μια μεγάλη πέτρα στον ίσκιο του. Θα δεις λουλούδια και χαμηλά χόρτα. Θα δεις γρασίδι στο χώμα και το χώμα θα είναι τόσο αφράτο που σαν το πιάσεις από τα δάχτυλά σου μέσα θα γλιστράει. Θα δεις από εκεί πάνω να απλώνεται η πόλη στα πόδια σου σαν γκρίζο χαλί που ασφυκτικά πιέζει την γη κόβοντας την αναπνοή της. Οι άνθρωποι μέσα εκεί σαν τα ποντίκια έχουν εγκλωβιστεί και δεν θυμόνται από πού μπήκανε. Ο αέρας είναι δύσοσμος και αποπνιχτικός. Οι μυρουδιές, το χαμόγελο και η περηφάνια έχουν ξεφτίσει σαν να ήταν παιχνίδι παιδικό.

Σαν κοιτάξεις όμως δυτικά, στην άλλη μεριά του λόφου, θα δεις την απέραντη κοιλάδα που ακόμα άνθρωπος δεν έχει πατήσει ακόμα, όπου η ομορφιά υφάνθηκε με τα καλύτερα χρώματα και ποτίστηκε με το καλύτερο άρωμα που έχεις ποτέ μυρίσει και τότε σίγουρα η αναπνοή σου θα κοπεί και η καρδιά σου θα λυγίσει. Θα δεις με το μάτι σου την χάρη του θεού και με την καρδιά σου θα αγκαλιάσεις την αγάπη και την αγνότητα.

Εκεί σε αυτόν το τόπο είναι τώρα θαμμένη η τριανταφυλλιά που έκοψες και αγναντεύει μια την ματαιοδοξία των ανθρώπων και μια την γαλήνη του Θεού. Αυτό ήθελε να κάνει από τότε που γεννήθηκε αλλά ο θεός της έδωσε ρίζες για να μην μπορεί να το κάνει. Αλλά αυτή αγνάντευε τον λόφο και η καρδιά της σπάραζε που οι ρίζες δεν την αφήνανε να πραγματοποιήσει το όνειρο της. Και τότε ήρθες εσύ. Σε έπεισε ότι θυσιάζεται για σένα αλλά στην πραγματικότητα ο καθένας εξυπηρετούσε τον σκοπό του. Κανείς δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν.»

«Χαζό δέντρο» είπε ο γέρος και γύρισε στην πόλη του και στα παιδιά του.

Ο Θεός του έδωσε άλλα λίγα χρόνια για να δει τα παιδιά του να τσακώνονται και τα εγγόνια να σφάζονται για λίγη παραπάνω γη και λίγα παραπάνω άλογα. Στεναχώρια μεγάλη τον έπιασε και η λύπη του έσφιξε τόσο την καρδιά ώσπου σταμάτησε να χτυπάει.

Μια μέλισσα σαν ξεψύχαγε στην μύτη του πάνω έκατσε και κοίταζε με περιέργεια τα μισόκλειστα μάτια του. Μια κουβέντα μπόρεσε να πει πριν το ταξίδι του αρχίσει.

«Σε παρακαλώ μέλισσα πες μου.. η τριανταφυλλιά είναι ευτυχισμένη εκεί που είναι τώρα;»

Και η μέλισσα κουνώντας τα φτερά απάντησε:

«Όχι γέρο δεν είναι. Ο Θεός την έκανε τριαντάφυλλο και ένα τριαντάφυλλο έχει μίσχο, φύλα και κλωνάρι. Εμείς οι φίλες της θάψαμε μόνο το φύλλο. Το φύλλο δεν έχει δύναμη να γίνει τριαντάφυλλο και το χώμα είναι πιο βαρύ και δυνατό από την θέληση της. Εκεί είναι ακόμα και κλαίει που δεν κατάφερε στην ζωή της να δει τίποτα από αυτά που ονειρευόταν…»

«Παράξενο πράγμα η ζωή!» είπε ο γέρος και γέλασε τόσο δυνατά που η μέλισσα φοβήθηκε και πέταξε μακριά. Τα μάτια έκλεισε και αφέθηκε στα έμπειρα χέρια των αγγέλων.

6 σχόλια:

fog είπε...

Παράξενο πράμα η ζωή...

Πρέπει να κόψω το διάβασμα των κειμένων σου το πρωί. Ξεκινάει η μέρα παράξενα. Με "τσιμπήματα" και τραβήγματα "κουρτίνων" που ταιριάζουν καλύτερα σε βραδινές αναζητήσεις. Αλλά πάλι, τι καλύτερα από το να ξεκινάει η μέρα με ανατριχίλες.

Καλημέρα

nkarakasis είπε...

Καλημέρα

Ανώνυμος είπε...

Μέρααααααα....

nkarakasis είπε...

νύχτα...

Ανώνυμος είπε...

Tender is the night...
Scott Fitzgerald

Ανώνυμος είπε...

τοπίο στην ομίχλη...ο γέρος
Οσκαρ Ουάιλντ