20/11/08

Ένα καράβι, ένα λιμάνι και μια Θάλασσα.


(1) απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο.
Η νύχτα ζύγωνε γοργά και αυτός πάντα ακίνητος παρακολουθούσε την μεταμόρφωση του ορίζοντα με θαυμασμό ακουμπώντας τους αγκώνες του στην κουπαστή του πλοίου. Είκοσι χρόνια τώρα τα περισσότερα βράδια που βρισκόταν στα πλοία, τα σπαταλούσε έτσι, να βλέπει την νύχτα να έρχεται και τα αστέρια να καρφώνονται στον ορίζοντα σαν μια πανάρχαια τελετουργία που επαναλαμβανόταν τακτικά κάθε σούρουπο.

Σκάλιζε την πίπα του και τα μαύρα γένια του έκρυβαν διακριτικά το χαμόγελο της στιγμής αυτής. Άνθρωπος σκληρός τα πρωινά αλλά η μυρουδιά της νύχτας του μαλάκωνε τα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου και μπορούσες να δεις ένα παιδικό και αγνό βλέμμα μέσα από δύο μάτια που λαμπύριζαν.

Από πατέρα ψαρά και από παππού ναυτικό οι ρίζες του προς τα πίσω κρατούσαν. Ήταν παιδαρέλι ακόμα όταν τον άμοιρο παππού μια νύχτα η θάλασσα τον νίκησε σε μια παρτίδα επιμονής και θάρρους κάνοντας τον θαλασσινό της όγκο να τον τραβήξει βαθιά μέσα στα θολά νερά της. Έτσι μεγάλωσε ο καπετάν Μιχάλης κοντά στην θάλασσα και μέσα στην θάλασσα ακούγοντας με προσοχή ιστορίες για ξένες χώρες, πλανεύτρες θάλασσες, και απέραντους ωκεανούς και το μυαλό του αρμένιζε ευχάριστα ανάμεσα τους. Από μικρός βοήθαγε τον πατέρα στην καθημερινή ψαριά μα σαν ήρθε η ώρα να επιλέξει και αυτός το μονοπάτι του, έπιασε τον πατέρα του και του περιέγραψε την αγάπη του για την θάλασσα.

Δεν του μίλησε με λόγια όμορφα και ανθηρά αλλά με λόγια αντρίκεια και σταράτα που τον χτύπησαν σαν την σφύρα που βαράει το σίδερο. Η θύμηση του χαμένου παππού έσκιαξε τον γέρο-πατέρα και ένας βράχος αντίδρασης παρουσιάστηκε μπροστά στα νεανικά μάτια του Μιχάλη. Αυτός όμως τα νίκησε όλα τα εμπόδια και το όνειρο του το έκανε πραγματικότητα.

Δεν μπόρεσε ο γέρος πατέρας να αντισταθεί στα αποφασιστικά του μάτια και σαν ο άνθρωπος το πιο αδάμαστο της πλάσης είναι, μαλάκωσε και την ευχή του ‘δωσε και μια συμβουλή για να θυμάται.

Η θάλασσα έχει μυαλό και ψυχή, να την διαβάζεις την θάλασσα και να μην την αψηφάς, και τότε μονό αυτή θα σε σεβαστεί… και κάτι ακόμα .. να έχεις την καρδιά σου στην θάλασσα και τα πόδια σου στην στεριά.. μην το ξεχνάς αυτό! Η μοναξιά είναι πολύ κακό πράγμα.

Με αυτήν την συμβουλή, φυλαγμένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, πήγε στην σχολή εμποροπλοιάρχων, πρώτευσε και βγήκε στην θάλασσα στην αρχή δειλά μα μετά με περίσσιο θάρρος. Όλοι οι ναυτικοί που μπαρκάρανε έχοντας αυτόν καπετάνιο ήταν σίγουροι ότι θα γυρίσουν σπίτι τους σώοι. Οι πλοιοκτήτες του δείχνανε σεβασμό, γιατί πάντα έφερνε το καράβι στην ώρα του και τα εμπορεύματα απείραχτα. Δεν ήταν και λίγο πράγμα αυτό.

Εκείνη την νύχτα όμως δεν συλλογιζόταν αυτά. Εκείνη η νύχτα, ήταν σαν την κάθε νύχτα που μαγεμένος έφτανε στην πλώρη να δει τα αστέρια και να ακούσει τον παφλασμό της θάλασσας να χαϊδεύει με δύναμη το σιδερένιο πλοίο. Κάθε κυματάκι και μια μικρή βουτιά στον μητρικό κόρφο της μάνας θάλασσας...

(απόσπασμα)

(2) εξηγεί στον γιο του για την μητέρα του (απόσπασμα)

«Ήμουνα σαν και σένα, λίγο μεγαλύτερος νομίζω, ένα καλοκαίρι. Μέχρι τότε βοηθούσα τον πατέρα μου στο ψάρεμα. Νωρίς το πρωί, πριν φέξει βγαίναμε στην θάλασσα απλώνοντας τα δίχτυα μας και γύρω στο μεσημέρι γυρνάγαμε φίσκα στα ψάρια. Τα πούλαγε ο φουκαράς στο λιμάνι του νησιού, όσο πιάσουνε. Μετά καθόμασταν να ξεμπλέξουμε τα δίχτυα, να είναι έτοιμα για την επόμενη.

Από εκεί πέρασε η μάνα σου μπροστά μου ένα πρωινό και αμέσως ένιωσα μια ανάσα να με κόβει και να με κάνει να βαρυγκωμήσω δυνατά. Σαν να περιείχε αυτή η γυναίκα το σκοπό της ζωής μου τυλιγμένο μέσα στα σωθικά της, μου φάνηκε, και μια λάμψη σαν τον πιο όμορφο φάρο που μπορούσα να δω λάμπανε τα μάτια της. Το άρωμα της, τα φινετσάτα παπούτσια της, τα κοσμοπολίτικα ρούχα της. Όλα πάνω της ήταν ωραία και φανταχτερά. Θαρρώ πως μπορούσα να μείνω έτσι μια ζωή να την κοιτάζω, εγώ καθιστός με τα δίχτυα μπλεγμένα στα χέρια μου και αυτή να περνάει από μπροστά μου. Ένιωσα πολύ χαμερπής μπροστά της γιέ μου, ήταν μια κυρία και εγώ ένα απλός γιός ψαρά. Και θα συνέχιζα να είμαι αν δεν την γνώριζα, αν δεν πήγαινα το βράδυ στην μοναδική ταβέρνα του χωριού να την συναντήσω.

Ντύθηκα όσο καλά μπορούσα και έβαλα πάνω μου αρκετή δόση κολόνιας να μην μυρίζω.
Στην αρχή την κέρασα ένα ποτήρι κρασί, μετά σιγά σιγά την πλησίασα. Ήταν μαζί με μια φίλη της, που είχε τότε, τώρα έχει παντρευτεί και εξαφανιστεί από την ζωή μας, την Ευδοκία.

Στο νησί έμεινε ένα μήνα σχεδόν και κάθε μέρα ξέκλεβα χρόνο να την συναντώ στην ταβέρνα. Ο κυρ-Αγγελος ο ταβερνιάρης με είχε πάρει χαμπάρι αλλά δεν έλεγε τίποτα στον πατέρα μου, που θα με σκότωνε αν μάθαινε κάτι. Να μην στα πολυλογώ όταν ήρθε η ώρα να φύγει, βρήκα δικαιολογία στον πατέρα μου ότι τάχα θα πήγαινα σε ένα συγγενή στον Πειραιά και την ακολούθησα. Πέρασα ακόμα ένα μήνα μαζί της, βλέποντας την τακτικά κάθε απόγευμα, κλεφτά από τον πατέρα της. Την ερωτεύτηκα γιέ μου και ο μόνος τρόπος για να σταθώ δίπλα της αντρίκια ήταν να ξεπεράσω το επάγγελμα του ψαρά και την βρώμα που είχε αυτή η δουλειά. Από πατέρα έμπορο αυτή, πώς να πήγαινα να την ζητήσω; Μια που ήμουνα στον Πειραιά, πήγα και ρώτησα τι χρειάζεται για να γίνει κανείς καπετάνιος. Σχολή εμποροπλοιάρχων, διάβασμα και εξετάσεις μπόλικες που είπαν.

Το πώς το είπα στον πατέρα, δεν θα σου πω γιατί θα φουσκώσουν τα μυαλά σου, πάντως μια μέρα μπήκα στην σχολή μετά από πολύ διάβασμα και ξενύχτι πάνω από τα βιβλία. Έξι μήνες μετά, αφού πλέον ήμουνα σε καλή θέση στην σχολή, πήγα και την ζήτησα από τον πατέρα της. Στην αρχή αντέδρασε αλλά δεν μπόρεσε να πει και πολλά. Είδε ότι αγαπιόμαστε και έκανε πίσω, ειδικά όταν του μήνυσα ότι την κόρη της θα την πάρω είτε με την ευχή του, είτε με το δίκαννο. Δεν είμαι ακόμα σίγουρος αν τελικά πήρα την ευχή του πάντως μόλις έκανα το πρώτο ταξίδι και γύρισα με τα λίγα λεφτά που κέρδισα, παντρευτήκαμε. Ο πατέρας της ποτέ δεν έβαλε το χέρι στην τσέπη να μας βοηθήσει, όλα από τον μισθό μου βγήκανε και σε βεβαιώ ότι τίποτα δεν της έλειψε. Με τον πατέρα της τσακώθηκε και έπαψαν να μιλιούνται. Χρόνια μετά μάθαμε ότι πέθανε μόνος και αβοήθητος μέσα σε ένα πανάκριβο σπίτι και τα υπάρχοντα του τα χάρισε σε μια αλλοδαπή υπηρέτρια που τον εξυπηρετούσε μέχρι την ύστατη ώρα. Την μητέρα της βλέπεις, ποτέ δεν την γνώρισε και αυτό συνεχίζει να είναι μυστήριο μέχρι τώρα.»

5 σχόλια:

Φαιδρα Φις είπε...

μου αρέσουν πολύ αυτά τα αποσπάσματα που παρέθεσες

είναι από αυτά που γράφεις
και που δεν έχουν τελειώσει ακόμα?

καλημέρα
φιλιά

nkarakasis είπε...

Εχει τελειώσει το συγκεκριμένο. Απλά το χαιδεύω ανα στιγμές, μην κοιμηθεί στον σκληρό .. και κάνει και ένα ροχαλητό... παναγία μου!

nkarakasis είπε...

Σε ευχαριστώ, πάντα καλά λόγια μου λες, μπας και μου χαϊδεύεις τα αυτιά..;

Όπως και να είναι
thks και καλημέρες άπειρες !

Φαιδρα Φις είπε...

Nίκο μην το ξαναπείς αυτό,
όπως δεν μου αρέσει να μου χαϊδεύουν τ'αυτιά
δεν τα χαϊδεύω κι εγώ
ούτε χάπια χρυσώνω.

απλώς,για τους φίλους μας μπορεί και να μιλάμε με υπερβολές
κι εσύ το έχεις κάνει για μένα αυτό
και πολλοί άλλοι φίλοι μου
δεν είναι κακό

για το συγκεκριμένο πάντως,δεν ισχύει κάτι τέτοιο

μου άρεσε πολύ.-

nkarakasis είπε...

Δεν ξαναμιλάω, δεν ξαναμιλάω!

το mom (από κάτω) δες το video, η γυναίκα είναι απίστευτη (εμένα πάντως μια ταχυπαλμία, την έπαθα.:)