25/1/09

Ταξιδεύοντας..



Πλαντάζει η φύση και απορεί, ποιανής αγάπης κτήμα είμαι;

Το παραθύρι με δύναμη πλαταίνω, γροικώ τον κόσμο που σφικταγκαλιαστά την μια με την μέγγενη του σύνθλιψη μου δίνει και άλλοτε με την λιγδιάρα γλώσσα του σκύβει και με γλύφει. Ορέγομαι τις διαθέσεις του και την κακομοιριά του, σαν να ήταν δράκοντας με δόντια δεκατρία, φαντάζομαι το λερωμένο στόμα του, την άπλυτη ματιά του.

Σαράντα χρόνια δίποδο, οσμή, εικόνα δεν κατέχω από το σχεδιαστή, ενορχηστρωτή της θάλασσας του κόσμου. Σαν αμοιβάδα κόλλησα στην λογικής τον βράχο. Τι να ‘ναι αυτό που βαριανασαίνει σαν τον σοφό διαλογιστή, πίσω από τον κόσμο αυτόν που τα έκπληκτα μάτια μου γεμίζει; Τι να είναι αυτό που κυμβαλίζει της ακοής το βλέμμα;

Άγνωστο. Μηδέν, τα πάντα.

Μα κάποιο ψυχανέμισμα με κάνει να ορκίζομαι, σαράντα ακόμα χρόνια και άλλα τόσα δεν αρκούν τον θαυμασμό να λύσω, για τούτο μένει το αγκάλιασμα και η πίστη να με τρέφει.

Μια σπίθα, ένα κουδούνισμα του νου, αυτό θαρρώ είναι όλα. Ζεύομαι τις ελπίδες μου, τη διάθεση στην ζώνη, ανασκουμπώνομαι ορθά, βαραίνω με δύναμη του σώματος το πρώτο σκαλοπάτι. Η δράση είναι η δύναμη, τα άλλα είναι ο ύπνος, δυο αντιθέσεις σταθερές, αν και στην όψη αντίθετες, σαν δίδυμα στην ζώνη μου κρεμάω.

Και όταν στο κεφαλόσκαλο στερνή ματιά, την γκρεμίλα του σταυρού, σκύψω και αντικρίσω, μια προσευχή έχω στο νου, να δω αυτά που ελπίζω. Έναν απολογισμό, προσωπικό, εξομολογητικό θα κάνω και αν παρ’ ελπίδα, ζαβός, μίζερος, ελαφρόμυαλος κριθώ, την άβυσσο θα ερωτευτώ, τον θίασο στο νου μου θα στεριώσω,

αυτόν που με χαροποιούσε ψεύτικα τις θλιβερές τις ώρες..

2 σχόλια:

Beky είπε...

Ολα καλά και ωραία μέχρι την τελευταία παράγραφο που ωφειλω να πως οτι δεν καταλαβα.
Το προηγούμενο ειναι καλό, σχεδόν έμμετρο. Μ'αρέσει!

nkarakasis είπε...

Η τελευταία παράγραφος είναι .. η τελευταία παράγραφος της ζωής. Το τέλος του ταξιδιού... και οι ελπίδες μου να μην αποδειχθεί η ύπαρξη του θιάσου..