8/4/15

Έπειτα έπρεπε να μεγαλώσουμε



       Μέσα στην απλότητα της, καμία υψιπετής κατάσταση δεν είχε πιθανότητα να συμβεί ανάμεσα στο κρασί, τις μπίρες, το ούζο και τους καφέδες. Κάπου το ’90 πιθανόν με τον Γιάννη, τον Σωτήρη, τον Βάκη, τον ψηλό, τις κοπέλες μας αλλά και πολλούς άλλους ελπίζαμε να βρούμε μιαν άκρη αυτής της ζωής βουτώντας στην επιφάνεια της.
    Μια καφετέρια με το όνομα «κιβωτός» είχε περισώσει το τελευταίο παρεΐστικο πάρτι που συνέβαινε κάθε μέρα, από βέβαιη εξαφάνιση. Τώρα που σκέφτομαι το όνομα της καφετέριας γελάω με την ειρωνεία του ονόματος και εξηγούμαι: Ώρα επτά, ελεύθεροι από διάβασμα και τα λοιπά συναντιόμασταν στις ίδιες πλαστικές καρέκλες και κάναμε υπολογίσιμο λογαριασμό. Απέναντι από το πρώτο νεκροταφείο και πλάι στο Νέο κόσμο. Δεν χρειαζόταν καν να ανταλλάξουμε τηλέφωνα, όλοι, είτε από μακριά, είτε από κοντά βγαίναμε από τα σπίτια μας σαν σαλιγκάρια σε μεγάλα κέφια και συναντιόμασταν εκεί. Κάπως σαν την επιβίβαση των ζώων ανά ζευγάρι στην Κιβωτό. Εδώ είναι ο σαρκασμός.
     Φυσικά ήταν κι άλλοι που χάνω τον λογαριασμό κάποιες φορές: Ο Χρήστος, ο «παππούς» της παρέας που μας μύησε στην οινοποσία και στα μπαράκια εκτός περιοχής (φαντάζομαι θα φταίει ότι αυτός ήταν ο μοναδικός που όχι μόνο οδηγούσε, αλλά είχε και αμάξι). Έπειτα στην Kibubu γνωρίσαμε τον beerman στις εσωτερικές του αναζητήσεις πέρα από τα όρια της αντοχής στο αλκοόλ, τον «δάσκαλο», όπως τον ονομάζαμε, που κάποια βράδια ξενυχτήσαμε παρέα καπνίζοντας και συζητώντας ώσπου μια νύχτα μου έμαθε πως είναι να βλέπεις το ξημέρωμα καθισμένος σε παγκάκι, έχοντας πρώτα καταλαγιάσει τους δαίμονες μέσα σου. Εγώ μόλις έβγαινα από το αβγό μου και εκείνος είχε ήδη μάθει να φτιάχνει την πρώτη του ομελέτα, κι αυτό όπως φαντάζεται κανείς, αποτελούσε για μένα μια πρώτη ενηλικίωση. Μα ήταν κι ο Γιώργος (αγαπημένος μου) που σύχναζε στα ρεμπετάδικα - τα αγαπούσε - και σηκωνόταν να χορέψει με το «μάγισσες φέρτε βότανα» και τις «βεργούλες» και έπειτα αγάπησε και αγαπήθηκε από ένα κορίτσι της γειτονιάς που σαν έφυγε για φαντάρος μου ζήτησε να την προσέχω σαν τα μάτια μου· και εγώ το έκανα με τέτοιο ζήλο που ούτε ο ίδιος δεν το πίστευε, οπότε μια μέρα με ξαπόστειλε γιατί του φύτρωσαν μέσα του τα διαόλια. Στο ενδιάμεσο όμως διατηρούσαμε συχνή αλληλογραφία και κάπως έτσι ενημερώθηκα ότι πέθανε ο Στράτος Διονυσίου που καθόλου δεν εκτιμούσα. Μια μέρα μου έγραψε ότι στο στρατόπεδο στην Κω, κατέβασαν την σημαία μεσίστια και οι φαντάροι όλη μέρα τα πίνανε για να τον τιμήσουν.
     Ο ψηλός ήταν αλλιώς, ήξερε να κρατά τις ισορροπίες με όλους και τον θαύμαζα για αυτό. Μια μέρα, είπε, πετάγομαι Αμερική και δεν ξανάρθε ποτέ του πίσω. Ο Γιάννης, είχε το χάρισμα να μιλάει απλά και σιγανά σαν να είχε μέσα του τεράστια ψυχική υπομονή, αντίθετα από τον Νεκτάριο, ένα ψηλό ογκώδες παιδί με καρδιά που ήμουν σίγουρος ότι θα έμενε πάντα μικρού παιδιού. Εκείνος ήταν νευρικός, έπιανε τα μαλλιά του, φώναζε και κάπου-κάπου έδερνε όποιον τον εκνεύριζε, αλλά ποτέ εμάς. Εμείς απλώς τον φυτιλιάζαμε, και εκείνος γινόταν μπαρούτι.
 Οι ατελείωτες συναντήσεις σε σπίτια· αρκεί να έφευγαν οι γονείς κάποιου για να πραγματοποιήσουμε κάθε καταπιεσμένη ελευθερία μας. Από το να μαγειρέψουμε, μέχρι να ξενυχτήσουμε με αλκοόλ και μουσική, μέχρι να παίξουμε χαρτιά και να σκαρώσουμε φάρσες. Σε αυτό το τελευταίο κάποιες φορές ξεπερνούσαμε την πρέπουσα συμπεριφορά.Αλλά διάολε, ήμασταν νέοι.
      Ζήσαμε κάποια χρόνια έντονα. Μοιάζαμε με μυρμήγκια που βγαίνουν από την τρύπα στο έδαφος για να ανακαλύψουν την περιοχή τους. Μια μέρα έπεσε εκείνη η πέτρα του τρελού αγοριού και πήρε ο καθένας τον δρόμο του με τρόμο. Άλλος εδώ, άλλος εκεί κι αν κάποια φορά συναντηθήκαμε ενήλικοι πλέον, φουντώσαμε ακόμη μία ώρα την παλιά μας τρέλα και έπειτα επιστρέψαμε στην καθημερινότητα μας. Εκεί που πρέπει να βγάλεις λεφτά και να βρεις τον δρόμο σου. Στην λογική και την ευταξία. Στην υπευθυνότητα και στον δικό μας προσωπικό χαντάκι που σκάψαμε με επιμονή. Είναι κατάδικο μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: