8/4/16

Μπούμπα


Υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε να γελάμε. «Ο ώμος μου, σταμάτα» φώναζε κι ακόμη αν έκανα τουμπεκί, εμείς ακόμη γελούσαμε. Ήμασταν σχεδόν συνομήλικοι, εκείνη κάπως πιο ώριμη από εμένα (γύρω στα ογδόντα) και μαυροντυμένη με έναν ώμο που έπεφτε σαν τσάντα ένα πράγμα (έτσι έλεγε). Διαφωνούσαμε σε πολλά, άλλος κόσμος (νέος για μένα ίσως) αλλά τόσο οικείος και αγαπητός. Ποτέ της δεν δοκίμασε να με πείσει, να μου πει κάτι που ένιωθε ότι θα διαφωνούσα. Σαν να μην ήθελε να χαλάσει εκείνη η άτυπη συμφωνία μεταξύ μας. Θα περνάμε καλά, έτσι; Τόσο με αγάπησε και τόσο την αγάπησα σαν άνθρωπο, σαν ήρωα, και σαν προσωπικότητα. Κάποιες φορές σκέφτομαι γιατί τόσο λίγο ήμασταν μαζί, κι αν όχι απαντώ· πόσο θα ήθελες; Και πάλι δεν μπορώ να λογαριάσω. 
--
Όταν αρρώστησε δεν μπόρεσα ούτε εγώ να χαλάσω την συμφωνία. Αν την συναντούσα στα τελευταία της θα έπρεπε να την κάνω να γελάσει όπως τότε, κι αυτό με έφερνε σε αμηχανία. Εκείνη - είμαι σίγουρος- θα έκανε κέφι μαζί μου ακόμη κι αν πόναγε. Εγώ δεν ήμουν τόσο δυνατός όσο αυτή. Δείλιασα να πάω να την δω, κρατώντας το λεύκωμα της φωνής της μέσα μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: