Σελίδες

27/7/08

Billy Elliot The Cosmic Dancer





Η γιαγιά καθόταν τις τελευταίες μέρες αμίλητη στο μεγάλο περβάζι του παραθύρου που έβλεπε στον δρόμο. Σε κάθε ήχο από άνθρωπο που πλησίαζε, έγερνε το κορμί της μπροστά και κοίταζε καλά να διακρίνει με την λιγοστή της όραση εάν η φιγούρα έμοιαζε με τον ταχυδρόμο.

Δεύτερα πρωί και ο ταχυδρόμος με το χαρακτηριστικό καπελάκι χαμογελώντας, προφανώς για δικούς του λόγους, πλησίασε την πόρτα της οικογένειας Έλιοτ. Κοίταξε το κουδούνι να βεβαιωθεί ότι δεν έκανε λάθος στην διεύθυνση και πριν προλάβει να ακουμπήσει με το δάχτυλο του το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε απότομα και μια ηλικιωμένη κυρία τυλιγμένη με μια ρόμπα κόκκινη και τα μαλλιά ανακατωμένα εμφανίστηκε μέσα από το σκοτάδι του σπιτιού.

Αυτό πρέπει να είναι για εμάς, του είπε χαμογελώντας και με μια γρήγορη κίνηση άρπαξε σχεδόν από τα χέρια του ταχυδρόμου το φάκελο κλείνοντας την πόρτα γρήγορα πίσω της. Έφερε στο φως το γράμμα να δει τον αποστολέα και χάθηκε μέσα στα δωμάτια του σπιτιού. Ο ταχυδρόμος πισωπάτησε σαστισμένος, με μια κίνηση απαξίωσης έδειξε την δυσανασχέτηση του και με γρήγορα βήματα απομακρύνθηκε από το μικρό κήπο του σπιτιού.

Το μεσημέρι ο πατέρας σαν άνοιξε με τα κλειδιά του την πόρτα, το πρώτο πράγμα που είδε, ήταν ένα φάκελο να τον περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας. Δέκα μέρες τώρα όποτε γύρναγε από την δουλειά, κοίταζε το ρημαδιασμένο το τραπέζι μήπως και βρει κανένα γράμμα να τον περιμένει. Σήμερα ήταν η μέρα και σαν το είδε να βρίσκεται πάνω στο τραπέζι, επίσημο και πολυτελές - έτσι του φάνηκε εκείνη την στιγμή-δεν μπόρεσε να μην βγάλει μια κραυγή χαράς που ρίζωσε, φούντωσε και εξαπλώθηκε μέσα από τον λάρυγγά του. Από πίσω του ερχότανε ο μεγαλύτερος γιος του ο Τζον, τα ρούχα του ήταν βρόμικα από την δουλειά στα ορυχεία. Σαν άκουσε την φωνή του πατέρα, αμέσως κατάλαβε ότι ήρθε το γράμμα που περιμένανε.

Με τα λασπωμένα παπούτσια και οι δύο άντρες μπήκανε στην κουζίνα και σαν να κάνανε έναν αγώνα ποιος θα το δει πρώτος, πετάχτηκαν κυριολεκτικά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ο πατέρας το έπιασε στα χέρια του πρώτος και το σήκωσε στο φως να εξακριβώσει το όνομα του αποστολέα. Σαν σίφουνας μπήκε σχεδόν τρέχοντας από το άλλο δωμάτιο η γιαγιά φωνάζοντας έφτασε, έφτασε,..
Το βλέπω, της απάντησε χαρούμενος ο πατέρας, ο οποίος πλέον το είχε φέρει στο φως προσπαθώντας να διακρίνει μέσα από τις σκιές του φακέλου την απόφαση της σχολής χορού που έκανε ακρόαση τον περασμένο μήνα ο μικρότερος γιος του ο Billy.

-Καταραμένοι, ψιθύρισε, χάθηκε να το γράψετε με μεγάλα γράμματα την απόφαση ; έτσι θα μπορούσα να το δω στο φως είπε ο πατέρας που ακόμα ψαχούλευε τον φάκελο.

-Βλέπεις τίποτα ; Ρώτησε ο μεγάλος γιος ανυπόμονα.
-Όχι ! δεν φαίνεται τίποτα!
-Άνοιξε το!
-Όχι θα έρθει ο Billy και αυτός θα το ανοίξει, εμείς δεν έχουμε καμία δουλειά να το ανοίξουμε...
Ο Tζόν το σκέφτηκε καλύτερα, συμφώνησε με το πατέρα και αποφάσισε να πάει στο μπάνιο να πλυθεί. Ο Billy θα έρθει σε καμιά ώρα οπότε είχε χρόνο να διώξει από πάνω του την βρόμικη σκόνη. Μπήκε στο μπάνιο κρατώντας στο δεξί του χέρι τα καθαρά ρούχα και εντελώς μηχανικά σαπουνίστηκε ολόκληρος και φόρεσε τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα. Κατέβηκε στην κουζίνα με γρήγορα βήματα και βρήκε τον πατέρα να κοιτάζει το γράμμα επίμονα.

-Περιμένεις να σου μιλήσει; Του είπε αστειευόμενος
-Μακάρι, απάντησε απελπισμένα ο πατέρας.

Η μικρή κουζίνα, μια τυπική Ιρλανδέζικη κουζίνα, φωτιζόταν αμυδρά από το ένα και μοναδικό παράθυρό της, κάνοντας την ατμόσφαιρα μέσα στο δωμάτιο αποπνιχτική και ανυπόφορη. Ο πατέρας μαζί με τον μεγάλο γιο και την γιαγιά καθόντουσαν γύρω από το στρογγυλό τραπέζι κοιτάζοντας μια το γράμμα και μια το μεγάλο ρολόι στο τοίχο. Ακόμα δεκαπέντε λεπτά και ο Έλλιοτ πρέπει να έρθει από το σχολείο. Το ένα τσιγάρο, διαδεχόταν το άλλο και σε κάθε ρούφηγμα από την πύρινη καύτρα, φωτιζόντουσαν τα ανυπόμονα μάτια του πατέρα. Ο Τζον δεν μπόρεσε να καθίσει άλλο στο τραπέζι άπρακτος και σηκώθηκε όρθιος, πλησίασε τον νεροχύτη, έσκυψε μπροστά το σώμα του και βύθισε το κεφάλι του ανάμεσα από τους ώμους.

Στον ήχο του κλειδιού όλοι γυρίσανε το κορμί τους προς την πόρτα. Ο Billy έμεινε για λίγο σαστισμένος βλέποντας τον πατέρα, τον Τζον και την γιαγιά να τον κοιτάνε με ένα χαμόγελο επίμονα. Στην αρχή το μυαλό φαντάστηκε ότι κάτι κακό συνέβη, αλλά σαν είδε το χέρι του πατέρα να κουνάει ένα φάκελο, πέταξε την τσάντα του κάτω και άρχισε να τρέχει καταπάνω τους γελώντας.

Αμίλητος κοίταξε τον αποστολέα, ήταν αυτός που περίμενε. Το γύρισε από την πάνω μεριά και σήκωσε το χέρι του ψηλά, έτοιμος να σκίσει τον φάκελο. Κάτι τον σταμάτησε και έμεινε για λίγο έτσι με το χέρι να αιωρείται πάνω από τον φάκελο.
Και αν δεν τον είχανε δεχτεί στην σχολή; Αν δεν είχε χορέψει καλά μπροστά στην επιτροπή ; αν όλες οι ελπίδες του πατέρα, του Τζον, της γιαγιάς δεν εκπληρωθούνε; Αν η απάντηση μέσα σε αυτό το γράμμα είναι αρνητική ; δεν ήξερε πως να το χειριστεί σε αυτήν την περίπτωση. Τι θα έλεγε στον πατέρα του; Ότι, λυπάμαι μπαμπά που πίστεψες σε μένα και χρεώθηκες σε φίλους και γνωστούς, λυπάμαι που πούλησες τα κοσμήματα της μαμάς ; λυπάμαι που αναγκάστηκες να ρίξεις τα μούτρα σου και έσπασες την απεργία, για να μαζέψεις χρήματα να με στείλεις στο Λονδίνο για την οντισιόν ; τι θα έπρεπε να κάνει σε μια τέτοια περίπτωση ; Ο πατέρας και ο Τζον τον κοιτάζανε στα μάτια περιμένοντας να κατεβάσει τα χέρια και να σκίσει το χάρτινο φάκελο.

Ο Billy δεν το έκανε όμως! Αντί αυτού έβαλε τον φάκελο στην τσέπη του παντελονιού του και με απαλά βήματα απομακρύνθηκε από κοντά τους. Τον κοιτάζανε όλοι σαστισμένοι.

-Πού πας ;του φώναξε ο Τζον!

-Άνοιξε το καταραμένο ! φώναξε ο πατέρας άγρια.

Ο Billy δεν απάντησε σε κανέναν τους και πίσω-βαδίζοντας πλησίασε με την πλάτη του την συρόμενη πόρτα που χώριζε το μικρό σαλόνι με την κουζίνα. Τα μάτια του λαμπύριζαν και το πρόσωπο του είχε μια λάμψη παιδική, σκανδαλιάρα. Έσυρε την πόρτα και εξαφανίστηκε μέσα, ο πατέρας κατάλαβε πως σκεφτόταν ο Billy και δεν επέμενε άλλο. Έπιασε με δύναμη τον ώμο του Τζον παροτρύνοντας τον να μην επιμείνει και αυτός.

Ο Billy έκλεισε την συρόμενη πίσω του και απομονώθηκε για να διαβάσει το γράμμα που του έστειλε η επιτροπή. Όλοι είχαν καρφωμένα τα μάτια πάνω σε αυτή την συρόμενη πόρτα.
Μέσα στην κουζίνα οι δύο άντρες και η γιαγιά αφουγκραζόντουσαν με προσοχή τον οποιαδήποτε θόρυβο ερχόταν από το σαλόνι. Αν άκουγαν κλάμα, αν άκουγαν γέλια δυνατά ήταν έτοιμοι να πεταχτούν μέσα.

Ο πατέρας άναβε τα τσιγάρα μηχανικά, σβήνοντας το προηγούμενο με δύναμη μέσα στο γυάλινο μικρό τασάκι. Η γιαγιά δεν μίλαγε και ο Τζον έβαζε το χέρι μια στο στόμα μια στην τσέπη, δαγκώνοντας ταυτόχρονα τα χείλια του από αγωνία.

Αν μπορούσε κάνεις να δει μέσα από τα πορφυρά μάτια του πατέρα που νευρικά κοίταζε μια την πόρτα, μια το μεγάλο ρολόι στο τοίχο θα μπορούσε να δει το αποκορύφωμα της πατρικής αγωνίας για τον μικρό γιο του. Θα μπορούσε να δεις τις θυσίες που έκανε για το όνειρο του Billy, θα μπορούσε να δει την γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του να χαμογελάει και να του δίνει δύναμη, θα μπορούσε να δει το πρόσωπο των απεργών που τον κοίταζαν με περιφρόνηση σαν έσπαγε την απεργία για να πάει να δουλέψει, θα μπορούσε να δει το υπεροπτικό μειδίαμα του κοσμηματοπώλη που έναντι πινακίου φακής αγόρασε το πανάκριβο ρολόι του γάμου τους. Το δέρμα στην περιοχή γύρω από τα μάτια είχε τσιτωθεί από την ανησυχία. Αν δεν περνούσε στην σχολή ; θα τον συγχωρούσε σίγουρα και θα τον βοηθούσε να ξαναδώσει εξετάσεις σε άλλη επιτροπή ξανά και ξανά μέχρι να τα καταφέρει. Ο μικρός Billy άραγε το ήξερε αυτό; Δεν του το είχε πει ποτέ .. του είχε φερθεί άσχημα τον τελευταίο καιρό! Του είχε σπάσει το πιάνο, τον είχε δείρει αλύπητα για να σταματήσει να χορεύει, αλλά το πείσμα που είχαν τα μάτια του τον έκαναν να δει την αλήθεια και να την χωνέψει όσο εξωπραγματική και αντίθετη ήταν από τον τρόπο ζωής τους, την κοινωνία του χωριού, για τους φίλους του που τον κοίταζαν περίεργα σαν τους ζήταγε δανεικά για να στείλει το γιο του να γίνει χορευτής σε ένα μεγάλο σχολείο. Πόσα λάθη έκανε ! Μια μικρή προσευχή ψιθύρισε μέσα του η οποία άρχιζε : Θεέ μου δεν είμαι αρκετός για να σε παρακαλέσω, αλλά με έκανες πατέρα και για τον γιο μου θα τα έδινα όλα, αυτό το ξέρεις..

Το μεγάλο ρόλοι στο τοίχο με τους μαύρους δείχτες κατέβαζε αργά τους λεπτοδείχτες, μια αιωνιότητα μετατράπηκαν τα λεπτά, δεν άντεξε.. και αν είναι στο πάτωμα και κλαίει, αν κάνει καμιά τρέλα ; σκέφτηκε και σηκώθηκε όρθιος σπρώχνοντας την καρέκλα πίσω. Με γρήγορα βήματα έτρεξε προς το σαλόνι σφίγγοντας τα δόντια του γερά, έτοιμος να αντιμετωπίσει το οτιδήποτε. Ο Τζον και η γιαγιά τον ακολούθησαν από πίσω.
Η πόρτα της συρόμενης άνοιξε με δύναμη και τρία κεφάλια εμφανίστηκαν δειλά να περιεργάζονται τον χώρο του σαλονιού. Πάνω στον καναπέ ο Billy είχε αγκαλιάσει το μαξιλάρι και έκλαιγε ασταμάτητα. Στο πάτωμα ήταν πεταμένο το γράμμα..

Billy μουρμούρισε ο πατέρας και στοργικά πλησίασε τον γιο του. Ακόμα και αν είχε σκεφτεί τι λόγια θα του πει σαν τον έβλεπε έτσι, ακόμα και αν έπρεπε να ξεπεράσει το σπάσιμο στην καρδιά του, ακόμα και αν ήξερε από πριν ότι ήταν διατεθειμένος να πράξει τις ίδιες θυσίες από την αρχή για να πετύχει ο Billy το όνειρό του, καμία τέτοια σκέψη δεν μπόρεσε να του δώσει δύναμη εκείνη την στιγμή. Το κορμί του το ένιωθε άψυχο, κούφιο , κενό και την ψυχή του χίλια κομμάτια. Τα μάτια του βουρκώσανε, πυρώσανε και ασημένια δάκρυα βρέξανε τα μαγουλά του. Ζαλισμένα πλησίασε το Billy που σπάραζε από τα κλάματα κουλουριασμένος πάνω στον καναπέ αγκαλιασμένος με ένα μεγάλο μαξιλάρι.

Τον πήρε αγκαλιά με μεγάλη στοργή, τον έσφιξε στην αγκαλιά του και πλησίασε το αυτί του προσπαθώντας να του πει μια κουβέντα θαρρετή, αλλά το στόμα του ήταν στεγνό, ο φάρυγγας ανύπαρκτος και το μόνο που άκουγε ήταν τους χτύπους της καρδιάς του ανακατεμένες με τους χτύπους του εντεκάχρονου Billy.

Μια σιγανή φωνή μπόρεσε να βγει από το στόμα του Billy που έφτασε στα αυτιά του πατέρα σαν ουράνια καμπάνα που βάραγε χαρμόσυνα.

-Μην κλαις πατέρα, πέρασα.. με πήρανε ... !



Εάν ο παράδεισος έπρεπε να έχει λέξεις πρέπει να άρχιζαν από τις λέξεις σε αγαπώ...

23/7/08

The Return to Innocence


Κάνεις δεν μπορούσε να καταλάβει την λύπη του ογδοντάχρονου παππού. Όλοι νομίζαν ότι τον είχε καταβάλει ψυχικά ότι δεν μπορούσε να περπατήσει εύκολα. Άλλοι πάλι νομίζανε ότι είχε νευριάσει από μια πολιτική συζήτηση που είχαν πιο πριν. Πάμε στην εκκλησία, τον προέτρεπαν όλοι αφού ξέρανε ότι εκεί ηρεμούσε και όλα τα ξέχναγε. Λίγο η κουβέντα, λίγο οι ψαλμωδίες σίγουρα θα του έκαναν καλό.

Κάνεις δεν μπορούσε να υποψιαστεί τον λόγο και κρυφά όλοι συζητάγανε τι μπορεί να είναι αυτό που τον είχε καταβάλει. Καθότανε σε μια καρέκλα και δεν μίλαγε, δεν απαντούσε σε καμία ερώτηση. Του φέρανε νερό, αλλά δεν το ήπιε. Του φέρανε ένα παξιμάδι και ένα καφέ. Δεν τον ακούμπησε. Μάταια τον ρωτάγανε τι είχε. Δεν μίλαγε. Δεν έλεγε κουβέντα. Κλεισμένος σαν ερμητικό βαρέλι κρατούσε το μυστικό μέσα του. Σκεφτήκανε τον γιατρό, αλλά σαν τον πήρε χαμπάρι ο παππούς τους αγριοκοίταξε. Και τι να του λέγανε;

Πέρασαν ώρες έτσι, ένα δωμάτιο σιωπής άνευ λόγου και αιτίας. Η τηλεόραση παρλάριζε μια πολιτική συζήτηση όπου όλοι είχαν τα μάτια τους καρφωμένα πάνω της, αλλά η σκέψη ήταν στον παππού και στο λυπημένο βλέμμα του.
Πήγε έντεκα η ώρα, μαζευτήκανε όλοι να πάνε για ύπνο. Πριν φύγει ο μικρός Πέτρος από το δωμάτιο, είχανε μείνει μόνοι τους, ο παππούς του ζήτησε να πλησιάσει. Του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο, τον καληνύχτισε και ο μικρός Πέτρος δεν άντεξε να μην ρωτήσει ξανά τον παππού γιατί είναι λυπημένος.

Σαν σήμερα πριν από 30 χρόνια, τέτοια ώρα αποχαιρέτησα την μητέρα μου. Δεν θα έπρεπε να είμαι λυπημένος ;

Η τρυφερή αγκαλιά του μικρού Πέτρου απορρόφησε ένα κομμάτι από την στεναχώρια του, τίναξε το κεφάλι ψηλά και χαϊδευτικά προέτρεψε το εγγονό να πάει για ύπνο.

Μεταξύ μας έτσι; Δεν θα το πεις πουθενά ;

Πουθενά, το υπόσχομαι...





14/7/08

MacBook (II) η συνέχεια..




..απάντηση στα σχόλια του προηγούμενου post...


Έξω από το πολυτελές σπίτι της κ. Μάρπλ, δύο σκύλοι τσακωνόντουσαν για ένα κόκκαλο σπρώχνοντας με την μουσούδα τους ο ένας τον άλλο. Το θέαμα ήταν ιδιαιτέρως απεχθές αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος του ενός σκύλου και την λύσσα που δάγκωνε το κόκκαλο ο άλλος, πιο μικρός και πιο τριχωτός σκύλος.

Στο βάθος πίσω από το βορινό παράθυρο μια κυρία κάποια ηλικίας – η κυρία Μάρπλ – καθόταν και κοίταζε το κήπο με τις νεραντζιές και τα μικρά αγαλματάκια που βρίσκονταν ανάκατα μέσα στο γκαζόν, σαν να ήταν έτοιμα να φύγουν με το πρώτο σφύριγμα του κηπουρού. Με το ένα χέρι κρατούσε το πολύχρωμο φλιτζάνι με το ζεστό τσάι που άχνιζε, έχοντας πάντα το μικρό δάχτυλο προτεταμένο, όπως ορίζουν οι καλοί τρόποι της.

- Μουλάρα !, φώναξε..
- Σουλάρα κυρία με λένε, απάντησε η μεσόκοπη με την φαρδιά μέση και το γεμάτο φακίδες πρόσωπο, υπηρέτρια της κυρίας τα τελευταία δύο χρόνια. Με το ένα χέρι κρατούσε το φτερό και με επιδέξιες κινήσεις σκούπιζε την σκόνη από τα πανάκριβα ασημικά της κυρίας Μαρπλ.
- Ακούω φωνές! είπε η κυρία Μαρπλ αδιαφορώντας για το διορθωτικό σχόλιο της υπηρέτριας. Ακούω κάποιον να φωνάζει συνέχεια MACBOOK MACBOOK! δεν είναι περίεργο ;
- Καθόλου κυρία, ο απέναντι κύριος φωνάζει έτσι. Παράξενο όμως... απάντησε η υπηρέτρια.
- Καλά δεν ξέρει ότι είναι άσπρο και λερώνει συνέχεια ; ότι δεν έχει δεξί κλίκ ; ότι τον ορθογράφο του word πρέπει να τον αγοράσεις extra ; μου φαίνεται απίστευτο το παραλήρημα του! είπε απορημένη η γηραιά κυρία και με μια κίνηση αληθινής αριστοκράτισσας, έφερε το φλιτζάνι στο στόμα της και κατάπιε απολαυστικά μια γουλιά ακόμα από το αχνιστό τσάι της,
- Τι να πεις .. συναίνεσε η υπηρέτρια, ο κόσμος πάει κατά διαβόλου..
- Δουλάρα, έχουμε κανένα στην αποθήκη ;
- Σουλάρα, κυρία ! Σουλάρα και ναι ! έχουμε δώδεκα στην αποθήκη. Με βάλατε να αγοράσω μια παλέτα το ξεχνάτε ;
- Α! ναι, ξέρεις η ηλικία ... το 2.4 έχουμε ή το 2,0 έ ;
- το 2,4 .. με τον 160GB HDD το άσπρο ...
- α... αυτό που λερώνει συνέχεια.. πέταξε του στο κεφάλι, μέσα απο το παράθυρο του... Αν η επιθυμία του πραγματοποιηθεί, είμαι σίγουρη ότι από αύριο θα θέλει την Canon 450D με φακό 18-55 κιτ ..

Η Υπηρέτρια γύρισε την πλάτη της και έκανε να φύγει από το δωμάτιο για να εκτελέσει την διαταγή την πάμπλουτης αφεντικίνας της. Δεν είχε ακόμα βγει από το δωμάτιο όταν ακούστηκε η φωνή της κυρίας Μάρπλ να λέει ...

- Πού 'σαι ; Μουλάρα. αγόρασε και μια παλέτα Canon 450D, το κίτ με τον 18-55.. θα του σπάσουμε τα αρχίδια του τύπου...



Για όσους δεν κατάλαβαν.. αυτό το post γράφτηκε σε macbook ...

5/7/08

Η καρέκλα




Άνοιξε με τα κλειδιά του την κεντρική πόρτα και οδηγήθηκε μηχανικά προς το σαλόνι, το κέντρο του σπιτιού. Η διακόσμηση ήταν φθηνή, δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο εκτός από τα παρακάτω δύο : ένα παράθυρο που βλέπει την δύση και μια καρέκλα από αυτές που συνειρμικά σαν την βλέπουμε, αισθανόμαστε την γιαγιά μας στο χώρο να ετοιμάζετε να μας πει ένα παραμύθι ή να πλέξει κουνώντας την ρυθμικά.

Την είχε βρει σε ένα παζάρι, καλή κατάσταση με ψάθινο κάθισμα και σκούρο καφέ χρώμα ξύλου. Ο έμπορος φάνηκε να μην θέλει να την δώσει, ίσως και αυτός να μην ήταν σίγουρος αν μια τέτοια «καρέκλα» έπρεπε να πουληθεί, αλλά αυτός την αγόρασε κάνοντας τον έμπορο κατσουφιασμένο και λιγομίλητο σαν κράταγε τα χρήματα στο χέρι.

Σε αυτή την καρέκλα, καθότανε αρκετά βράδια, αφήνοντας το κορμί του στο αθώο της κούνημα μέχρι που τα μάτια του χαμήλωναν και τέλος ένας ύπνος γλυκός του εύφραινε την ψυχή. Έστω και για λίγο, μέχρι να νιώσει πιασμένος από την ακινησία και να αναγκαστεί να πάει στο κρεβάτι του.

Εκείνο το απόγευμα δεν ήταν κουρασμένος, το κάθε άλλο, μπουχτισμένος ίσως, σαν το πληγωμένο ελάφι που κρυβόταν από τον κυνηγό. Κάθισε στην ξύλινη πολυθρόνα και άφησε το βλέμμα του να κοιτάει το άπειρο μέσα από το τετράγωνο παράθυρο που ήταν ακριβώς απέναντι. Μενεξεδένιο το χρώμα της δύσης στον ουρανό, μικρές σκοτεινές σκιές μοιράστηκαν μέσα στο δωμάτιο και αυτός προσπαθούσε να απωθήσει από μέσα του τις στενάχωρες σκέψεις..

Άρχισε να λικνίζεται, μηχανικά χωρίς να το καταλάβει, τόσο αθώα σαν να κάθετε σε μια παιδική κούνια και η καρέκλα άρχισε να τρίζει σαν γέρος που οι κλειδώσεις του πονούνε. Συνέχισε να κινείται πιο γρήγορα, βάζοντας δύναμη στα πόδια. Το ξύλινο πάτωμα άρχισε να αισθάνεται το βάρος πάνω του και άφησε και αυτό κάποιες πνιχτές κραυγούλες να ακουστούν μέσα στην ησυχία του δωματίου. Πιο δυνατά, πιο γρήγορα, πιο δυνατά.. το πάτωμα έτριζε κανονικά και η καρέκλα έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Πιο γρήγορα, πέρα δώθε, πέρα δώθε και από το στέρνο του μέσα μια φωνή άρχισε να ακούγεται στην αρχή σιγά μετά πιο δυνατά, μέχρι που ο ήχος από το λαρύγγι του έγινε βοή, σπαραγμός και δέηση …


«Θέλω το macbook … θέλω το Macboook…….”

2/7/08

Last Breath ...





Την κοίταξα στα μάτια και βυθίστηκα στις σκέψεις μου. Είδα το λυκαυγές τους τέλους και την άνυδρη ρωμιοσύνη της ψυχής μου. Χάθηκα μέσα στο αποφασιστικό βλέμμα των ματιών της που σαν τα την πέτρα απαξιεί τον άνεμο.

Είδα εμένα, όρθιο πάνω σε ένα βουνό. Δεν είδα κανέναν άλλο, ήμουνα μόνος μου σε μια έρημο άμμους και σκόνης. Κανείς δεν με έβλεπε και κανείς δεν μπορούσε να πει ούτε καλό ούτε κακό λόγο. Μοναξιά ένιωσα, σαν κόκκος σε ένα πλανήτη στρογγυλό που όλο γυρίζει, μόνος σε ένα πλανήτη γεμάτο κόσμο που δεν γυρνάει κανείς να σε κοιτάξει.

Θέριεψα, άρχισα να μιλάω δυνατά, λόγια αγγέλων είχα να πω, μα κανείς δεν με άκουγε. Σε γυάλινο τοίχο σταμάταγαν οι λέξεις μου, πιο πέρα δεν πήγαιναν.
Την κοίταξα καλύτερα.. ήμουνα εγώ μέσα εκεί, μα ήμουνα ανύπαρκτος σαν με κατασπάραζε το μίσος..

«Ώστε τελείωσαν όλα;»
«Ναι» μου απάντησε σκύβοντας το κεφάλι, φόρος τιμής σε κάτι που έφυγε.

Μοιράστηκε ανάμεσα μας η σιωπή, το δωμάτιο βάρυνε, η ατμόσφαιρα δεν σήκωνε άλλα λόγια.

Πλέον οι αποφάσεις σφραγίστηκαν, έσβησα το μισοτελειωμένο μου τσιγάρο στο μεγάλο τασάκι και σηκώνοντας τον γιακά μου βγήκα από το δωμάτιο. Το μόνο που μου έμεινε ήταν μια γλυκιά ευχαρίστηση που δεν απάντησα στην τελευταία της ερώτηση : «Αυτά που μου είχες πει, ένα βράδυ στην παραλία, τα εννοούσες ;» πήρα μαζί μου την απάντηση, αν και ήταν δύσκολο να μην πω : «ακόμα και τώρα τα πιστεύω…»

Ίσως αύριο, σαν πιούμε κάτι παραπάνω, να τα σκεφτούμε από καρδιάς και να κλάψουμε, μα δεν πειράζει.. ήταν όμορφα, δεν ήταν ;