Σελίδες

29/11/08

39...




Πήρα την αλατοθήκη με ευλαβικές κινήσεις, την έφερα πάνω από το ξύλινο τραπέζι, έσκυψα το κεφάλι να βλέπω καλύτερα και άρχισα να χύνω το αλάτι σιγανά.. Μια άσπρη γραμμή χώρισε το τραπέζι στην μέση. Πήρα μετά το πιπέρι και επανέλαβα την ίδια κίνηση. Τώρα το τραπέζι είχε δύο γραμμές, μια άσπρη και μια καφέ.

Κάθισα στην καρέκλα μου και περίμενα να με μαλώσουνε, μόλις είχα κάνει μια τρομερή ζημιά.

Όχι δεν μεγαλώνω, κουφάλα χρόνε ...

Και γιατί να μεγαλώσω; Για να αισθάνομαι ότι κάπου χρωστάω συνεχώς; Για να δουλεύω για το πρέπει και να κρύβομαι τις νύχτες πίσω από την οθόνη μου, κρυφά από τον κόσμο να ετοιμάζω κειμενάκια που καταριούνται την ημέρα που πέρασε ; όχι κουφάλα χρόνε, δεν το σκέφτομαι καν να μεγαλώσω.
Θα μείνω εδώ, να παίζω ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τα παιχνίδια μου, απορώντας γιατί οι μεγάλοι έχουν ξεχάσει να παίζουνε. Και αν είναι να γράψω κάτι ..... είναι εσένα κουφάλα χρόνε..

Αυτήν την εβδομάδα είχα γενέθλια, έκλεισα τα 8 και πήγα στα 8,

Φου ..

(μάλλον δεν τον ξεγέλασα ...)

Κουφάλα γέρο χρόνε, ζηλεύεις εμάς του νέους και θέλεις να μας κάνεις σαν τα μούτρα σου, ένα γέρικο κορμί μια ζαρωμένη φιγούρα με σοφία, να δώσεις μια ρουφηξιά και να εισπνεύσεις όλο τον αέρα της νιότης μας, την δύναμη μας ..

Ότι και να κάνεις πάντως τις ενδόμυχες σκέψεις μου για σένα δεν μπορείς να τις πειράξεις, μόνο να τις σταματήσεις ακαριαία αλλά θα πρέπει να τσακωθείς με την μοίρα και σε αυτόν τον πόλεμο ποτέ δεν κέρδισες, δεν σε παίρνει..

Σε φαντάζομαι σε μια κουνιστή καρέκλα με πετσί ελέφαντα, μια μαζεμένη στην σάρκα της φιγούρα και μια μύτη που στάζει, από το στόμα σου να ξεχύνονται σοφίες και στην αγκαλιά σου να έχεις ψυχές που τις πιέζεις να γίνουν σαν και σένα. Στα πόδια σου δυο γέρικες βρόμικες κάλτσες απάτητες, δεν έχεις πια την δύναμη να περπατήσεις.

Για αυτό δεν φεύγεις..

Αφού λοιπόν είναι έτσι, θα σου δείξω τι σημαίνει συχώρεση, κάτσε στο τραπέζι μας και πιες από το καλό κρασί μας. Δεν μπορώ να σε διώξω, ούτε να σε νικήσω, μπορώ όμως να απολαύσω τις ιστορίες σου οπότε το κυνήγι μου είναι και δικό σου, το ψωμί θα το χωρίσουμε σε ίσα κομμάτια και το τελευταίο μου τσιγάρο, θα στο χαρίσω. Κοίτα και κάτω από το δέντρο έχω και ένα δώρο για σένα..

Φέρε και την νέα χρονιά όπως έρχεσαι και κοίτα να είναι ίδια, δεν μπορώ να νοσταλγήσω το μέλλον μου, είναι ουτοπία να το κάνω αυτό μόνο το παρελθόν μου, αλλά ξέχασα αυτό είναι ευθύνη της μοίρας, μιας δύναμης που εσύ δεν διαφεντεύεις .. και θα στο χτυπάω πάντα αυτό..

Φού ..
ψωμί και αλάτι λοιπόν ..




BIOS



Κ
άποιοι λαβύρινθοι αποτελούν ερμηνευμένο γρίφο, κάποια σταυροδρόμια σε αφήνουν δίβουλο για στιγμές, κάποιες αποφάσεις σε κάνουν να σκέφτεσαι ενώ περπατάς αμέριμνος και κάποιοι εγωισμοί ορθώνονται και γίνονται αξεπέραστοι. Η ερώτηση δεν είναι αν τα έχουμε βιώσει αυτά, αλλά τι έχουμε να θυμόμαστε από την κάθε περίπτωση ..

Κάποτε, μικρός σαν μεγάλωνα θα γινόμουνα θεριό, πιο δυνατός από την Ηρακλή, πιο πλούσιος από τον Μίδα και πιο γοητευτικός και από τον Απόλλωνα τον ίδιο. Τώρα που μεγάλωσα, ζηλεύω τον Τέσλα που δοκίμαζε να κατασκευάσει την μηχανή του χρόνου, το είχε το όνειρο αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Τώρα πλέον γνωρίζουμε κατά προσέγγιση τον τρόπο, αλλά δεν έχουμε πια όνειρα... μόνο την ανάγκη για επιβεβαίωση του εγώ μας, μια ανίκητη και βουλιμική σαύρα που τρέφεται από τις μύχιες σκέψεις μας.

Γδύνομαι τώρα εδώ μπροστά σας, θέλω να σας κάνω να αισθανθείτε την ντροπή της σκέψης σας, να νιώσετε άσχημα που θα σκεφτείτε τόσο κακά πράγματα για μένα, θέλω να σας δω να μετανιώνετε για την σοβαροφάνεια σας, στο κάτω-κάτω ένα κορμί θα δείτε τίποτα παραπάνω, την σκέψη μου δεν θα την γυμνώσω μπροστά σας, αυτό θα ήταν πολύ τολμηρό για μένα, βλέπετε ..ντρέπομαι και θα αισθανόμουν άσχημα αν με διαβάζατε..








27/11/08

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ



Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

ΚΑΒΑΦΗΣ


-------------------------------------
και αν κάποια στιγμή σε κάνουν να πιστέψεις
ότι απέτυχες, ότι η ζωή σου ήτανε μια πλάνη,
ένα όνειρο ή ένα φιάσκο
σήκω όρθιος, ύψωσε το ανάστημα,
αναφώνησε το όνομα σου δυνατά,
απέλυσε τις νοσηρές σου σκέψεις
χάρισε στον αέρα την ομορφιά σου
και τους συνανθρώπους σου
μύρωσε,λάδωσε και χρύσωσε
με την σκέψη σου,
την αγάπη σου,
και τότε η ζωή σου
θα γίνει το καρνάγιο
του εγώ σου.
**
Δέξου την αποτυχία
με τις ίδιες δάφνες της
επιτυχίας,
πάντα
σιωπηλά και υπερήφανα,
μετάνιωνε,
μάθαινε.
**
Διάλεξε το μονοπάτι σου,
μην τρέμεις στην ιδέα
ότι θα το προσπεράσεις
θα το δεις,
είναι το μοναδικό
απάτητο παρτέρι μέσα
στον κήπο της ζωής σου.

Ν.Κ.
(φιλοσοφίες της νύχτας)

25/11/08

ΜπαρμπουνοΙστορίες..




- Μπαρμπούνι θες;
- Μπα; Πόσο το έχεις;
- Τόσο!
- Ακριβά το έχεις ! είναι φρέσκο;
- Παραμιλάει!
- Μπα; Και τι λέει;
- Από χθες διαβάζει του Ντοστογιέφσκι το ΗΛΙΘΙΟΣ ανάποδα..
- Τι λες; Με την Οδύσσεια τελείωσε;
- Τωωωρα; Ακόμα εκεί είσαι εσύ;
- Καλά, ας σοβαρευτούμε είναι ωκεανού;
- Το μπαρμπούνι μου;
- Ναι το μπαρμπούνι σου!
- Καπετάνιος στο βασιλικό ναυτικό ήταν, τώρα έχει βγει στην σύνταξη!
- Τόσο σάπιο είναι;
- Σάπια είναι η μούρη σου, τα μπαρμπούνια βγαίνουνε νέα στην σύνταξη!
- Τι λες; Δουλεύουνε από μικρά;
- Τώρα το θες το μπαρμπούνι ή θα κάνουμε συζήτηση για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του μπαρμπουνιού;
- Καλά μην φωνάζεις! Πόσο είπες ότι έχει ;
- Ακριβά!
- Καλά το θυμόμουνα, κάτι σε πιο φθηνό έχεις;
- Πάρε μαρίδες.
- Αυτές παραμιλάνε;
- Σπανίως.
- Ναι αλλά εγώ θέλω να φάω τα μπαρμπούνια !
- Και λοιπόν; Και εγώ θέλω να σε χτυπήσω αλλά θα μου πάει ακριβά το δικαστήριο, δεν έχω άρα δεν παίρνω!
- Ε καλά, βάλε μου ένα!
- Δεν γίνεται! Τα μπαρμπούνια πάνε ζευγάρι. Τιμολογούνται έκαστος αλλά πωλούνται ζευγάρι, Σαν τα ηχεία του στερεοφωνικού, έχεις αγοράσει ποτέ ένα ηχείο;
- Όχι, αλλά τι σχέση έχουν τα μπαρμπούνια με τα ηχεία; Θα μας τρελάνεις!
- Κάνουν θόρυβο και αυτά!
- Όταν παραμιλάνε;
- Όταν τα τρως στην κεφάλα! Πάρε και αυτή, πάρε και αυτή!....


Πρωινό τσιγάρο..



Πιάνω την κούπα με απαλές κινήσεις, με λεπτότητα σαν να ήταν μέση γυναικεία, από το στόμα μου ένα μικρό σύννεφο καπνού χαράζει το δωμάτιο.

Μια μέρα καινούργια ξημερώνει, νέα και όμορφη όπως η δροσοσταλιά του δάσους, ένα βαλς του ήλιου αγκαλιάζει τα σύννεφα, τα καλεί να χορέψουνε στον παράδεισο του ουρανού, ένα αγέρι τους τσιγκλάει, εγώ κοιτάω με χαμόγελο στιγμής και αναρωτιέμαι: πόση χαρά χωράει ο ουρανός, πόσες χορευτικές κινήσεις γνωρίζει ο αγέρας, ποια πνοή κινεί το σύμπαν;

Με καταπίνουν οι αισθήσεις, παρέα με ένα τραγούδι, κιθάρα, φωνή και ένα τσιγάρο..

Μια νέα μέρα ξημερώνει, καλημέρα ..

24/11/08

Πές μου μια λέξη..



- Το βράδυ μετά την παράσταση, στο καμαρίνι μου.. μη αργήσεις θα έχω ένα τέταρτο διάλειμμα .... εντάξει;
- Εντάξει! είπε αναψοκοκκινισμένη στο τηλέφωνο η Ελισάβετ και κατέβασε το ακουστικό μαλακά, παραλείποντας από την αγωνία της να χαιρετήσει. Πόσο λάθος αυτό!, σκέφτηκε και τι αγενέστατο.. μα είχα στο μυαλό μου άλλα, απολογήθηκε στον εαυτό της.

Το ίδιο βράδυ, κάτω από την μαρκίζα του θεάτρου που έγραφε με χρυσά γράμματα το όνομα του αγαπημένου της βρισκόταν η Ελισάβετ φορώντας ένα καταπληκτικό φόρεμα που είχε αγοράσει από ένα καλό μαγαζί, ας είναι καλά δηλαδή μια θεία της που δούλευε στο μαγαζί ράφτρα και έτσι το πήρε φθηνά, αλλιώς.. .

Πήρε την ματιά της από πάνω της και κοίταξε τον κόσμο που έμπαινε στην κυρία είσοδο του θεάτρου. Ω! μα ήταν εκπληκτικό, άνδρες με βαριά ρούχα πολυτελή, γυναίκες με πανάκριβες γούνες τυλιγμένες μέχρι τον λαιμό, σοφέρ ανοίγανε τις πόρτες, έβλεπες πρώτα την γόβα να αιωρείται και λεπτά αργότερα, την υπόλοιπη κυρία ή την γούνα με την κυρία.. μα πάντα το ύφος ψηλά, αγέρωχο και η μύτη στον ουρανό ..

Πόσο σιχαινόταν τον καλό κόσμο η Ελισάβετ ή μήπως ζήλευε που δεν τους έμοιαζε; Μεγαλωμένη από φτωχούς γονείς, δώσαν τα πάντα για να την μορφώσουν, στερηθήκανε πολλά αλλά τα κατάφεραν! Στα 23 της χρόνια, είχε ήδη πτυχίο στην γαλλική και στην εγγλέζικη, όπως και λίγο πιάνο, μόρφωση ανεκτίμητη για το επίπεδο της γειτονιάς που ζούσε. Αλλά λεφτά για λούσα δεν περίσσεψαν, όσο και να τα επιθυμούσε . ..

Έφτασε στην είσοδο, περίμενε να μπούνε οι περισσότεροι, να μην φανεί, μη δώσει στόχο. Ανέβηκε τα σκαλιά, την σταμάτησε ο πορτιέρης..

- Εισιτήριο έχετε;

Του το έδειξε και προχώρησε..

Μόλις μπήκε στην αίθουσα, σβήσαν τα φώτα. Μαζί και οι συζητήσεις.
Ήταν υπέροχος, έλαμπε πάνω στην σκηνή με το πουδράρισμα του, πιο όμορφος και πιο αρχοντικός από την μέρα που έπεσε πάνω του τυχαία.

Πως σας λένε; Την ρώτησε.

Ελισάβετ! Απάντησε και έσκυψε το κεφάλι..

Σπουδάζετε εδώ; Έδειξε την δραματική σχολή ..

Ναι, απάντησε ψεύτικα η Ελισάβετ. Τι να πει; Ότι γυρνάει καθημερινά από έξω και χαζεύει τους ηθοποιούς που βγαίνουν συζητώντας δυνατά; Να πει ότι ενδόμυχος στόχος της είναι να σπουδάσει και αυτή εκεί μια μέρα; Και πως το λένε στον πατέρα; Σε αυτόν που δούλευε σε τρεις δουλειές για να τα βγάλει πέρα; Σε αυτόν που ξέρει τη ζωή σαν την παλάμη του;

"Σαν το ξυράφι σε σκίζει καθημερινά και μετά σε σκουπίζει με το μπαμπάκι.. τέτοια πλανεύτρα, δολοφόνος είναι η ζωή, της έλεγε.. τα μάτια ίσια, ούτε ψηλά, ούτε χάμω..

..σοφός ο πατέρας, αλλά και δύσκολος σε τολμηρές ιδέες..

Έφυγε ο νους της από την θύμηση, ξανάρθε στο θέατρο. Μα ποια κοιτάζει; Βέβαια πια άλλη; Την γυναίκα του! Σκεφτόταν από μέσα τα λόγια του και έβραζε σιγανά.

"Για τα λεφτά μου είναι κοντά μου, το καταλαβαίνεις; Δεν με αγαπά, δεν την αγαπώ! Μόνο εσένα αγαπώ κοριτσάκι και σαν γίνεις ηθοποιός θα σε παντρευτώ, να το θυμάσαι αυτό!
"

Εφτά μήνες περιοδεία στην επαρχία, δεν τον είδε, καταραμένη να είναι η δουλειά του.. σήμερα όμως.. το πρόσωπο της έλαμψε, τα μάτια αστράψανε, ένα χαμόγελο ζεμένο με μια άσπρη πανέμορφη οδοντοστοιχία φώτισε το σκοτάδι, το σώμα της δονούσε από την ενέργεια.

Διάλειμμα, ανάψανε τα φώτα.. δεν υπήρχε πολύς χρόνος, σηκώθηκε τρέχοντας να πάει στο καμαρίνι να προλάβει, ένα τέταρτο της είχε πει..

Πήγε πίσω από την σκηνή, ρώτησε γιατί πρώτη φορά έμπαινε στα άδυτα του θεάτρου. Της δείξανε, προχώρησε με ύφος όσο μπορούσε αρχοντικό, σαν τις Αποκριές που ντύνεσαι βαρόνη .. κάτι τέτοιο..

Βρήκε την πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα, σήκωσε την φούχτα της να χτυπήσει την πόρτα δυνατά. Λίγο πριν ακουμπήσει το χέρι της στο ξύλο, άκουσε. Φωνές, γέλια, πλησίασε το αυτί της στην σανιδένια πόρτα. Κάποια χαδευότανε και άφηνε πνιχτές φωνές ερωτικού πάθους..

Δάκρυα, νερό σαν μεγάλες χοντρές μπάλες, νότισαν τα μάγουλα. Αργότερα και το φόρεμα, η δαντέλα έγινε αγνώριστη, οι σκιές στα μάτια απλώθηκαν. Το στόμα στένεψε και η καρδιά της σφίχτηκε με μια μέγκενη, τόσο δυνατά που οι ανάσες βγαίνανε πνιχτές. Ώστε αυτό ήταν! Μια μικρή περιπέτεια; Και γιατί της είπε να έρθει;

Για να την περιπαίξει! Για να τον δει αγκαλιά με μια άλλη, μπορεί και με την γυναίκα του, τι σημασία έχει;

Να ανακάλυψε ότι είπε ψέματα για την δραματική σχολή; Να παρεξηγήθηκε που δεν τον χαιρέτησε στο τηλέφωνο; Ποιος ξέρει, αλλά και πάλι, τι σημασία έχει; ..

Θυμήθηκε τον πατέρα της, τα μάτια ίσια, το κεφάλι ψηλά.. αχ και να την έβλεπε εκείνη την ώρα. Λύγισαν τα γόνατα, έπεσε στο πάτωμα, έκλαιγε πλέον γοερά, αλλά σφιγγόταν να μην ακουστεί.. Ένιωθε την ταπείνωση, την αγανάκτηση για την πραγματικότητα της, μια τιποτένια μέσα σε ένα χρυσαφί κόσμο, που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η ηδονή της στιγμής, όχι τα αισθήματα, μήτε τα αληθινά λόγια. Ένας κόσμος με βάθος λασπολακούβας, μόνο να λερωθείς μπορείς, να στραπατσαριστείς.

Ακούστηκε ο ήχος του θεάτρου, το διάλειμμα τελείωσε, έπρεπε να σηκωθεί από την θέση της, να μην την δει σαν βγει από το καμαρίνι ..

Μάζεψε τα πόδια της, όρθωσε το κορμί της, άρχισε να περπατά αργά προς την έξοδο. Τι και αν την έβλεπε; Ποιος θα σοκαριζόταν περισσότερο, δεν την έμελε, ας γίνει ...

Σαν έστριψε στον διάδρομο, έπεσε πάνω στις χορεύτριες με τα πλουμιστά φορέματα τους να τρέχουν προς την σκηνή. Και από πίσω ένας άντρας αλλά με τα βουρκωμένα μάτια της, το κεφάλι σκυφτό δεν έβλεπε, περπάταγε από ένστικτο, μην πέσει από τις φθηνές γόβες, αυτό την ένοιαζε μόνο.

Κάποιος την άρπαξε από τους ώμους και την ταρακούνησε με δύναμη.

- Ελισάβετ ! τι έχεις; Γιατί κλαις ;
- Εσύ εδώ; Δεν ξέρεις; Αστό σε άκουσα...
- Τι λες τώρα τι άκουσες; Σε περίμενα και δεν ήρθες..
- Απλά δεν μπήκα, όχι δεν ήρθα..
- Μα είχα ανοιχτή την πόρτα..
- Τι; Με δουλεύεις;
- Λοιπόν κατάλαβα τι έγινε. Πήγες στο 4 έτσι; Αν δεν βιαζόσουν να μου κλείσεις το τηλέφωνο το πρωί θα άκουγες που σου έλεγα ότι με βάλανε στο 23.. αν δεν βιαζόσουν ...

Σάστισε, τον αγκάλιασε με δύναμη, τι είναι ψέμα τι είναι αλήθεια;

- πρέπει να φύγω, σε έξι μήνες πάλι θα είμαι πίσω, με φωνάζουνε στην σκηνή, θα με περιμένεις;


?


21/11/08

Μια ευχή,



Από το βάθος της λίμνης ακούστηκε ένα γλυκό τραγούδι, απλώθηκες, ανατάραξες τα νερά και εμφανίστηκες! Χίλιοι ομόκεντροι κύκλοι, σε ακολούθησαν, τρία νούφαρα τεντώθηκαν να δουν καλύτερα. Είχες μορφή αλλοτινή, γλυκιά σαν την λήθη σφηνωμένη στον βράχο.

Ταράχτηκα, δεν σε περίμενα.

Πιστεύεις στις νεράιδες; με ρώτησες και εγώ κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.

Με πήρες αγκαλιά, τα χρυσά μαλλιά σου με τύλιξαν, τα χείλη σφράγισαν τον ήλιο μέσα τους, τραβήχτηκα δεν ζήταγα,

- Mε παρεξήγησες μουρμούρισα,

- Γιατί; με ρώτησες και έσκυψα το κεφάλι.

- Δεν έχω, σου απάντησα. Σωθήκαν οι προσευχές, τώρα πρέπει να βαδίσω.

-Μια τελευταία ευχή έχεις, προτού φύγω;

-Να ξανάρθεις....

20/11/08

Ένα καράβι, ένα λιμάνι και μια Θάλασσα.


(1) απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο.
Η νύχτα ζύγωνε γοργά και αυτός πάντα ακίνητος παρακολουθούσε την μεταμόρφωση του ορίζοντα με θαυμασμό ακουμπώντας τους αγκώνες του στην κουπαστή του πλοίου. Είκοσι χρόνια τώρα τα περισσότερα βράδια που βρισκόταν στα πλοία, τα σπαταλούσε έτσι, να βλέπει την νύχτα να έρχεται και τα αστέρια να καρφώνονται στον ορίζοντα σαν μια πανάρχαια τελετουργία που επαναλαμβανόταν τακτικά κάθε σούρουπο.

Σκάλιζε την πίπα του και τα μαύρα γένια του έκρυβαν διακριτικά το χαμόγελο της στιγμής αυτής. Άνθρωπος σκληρός τα πρωινά αλλά η μυρουδιά της νύχτας του μαλάκωνε τα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου και μπορούσες να δεις ένα παιδικό και αγνό βλέμμα μέσα από δύο μάτια που λαμπύριζαν.

Από πατέρα ψαρά και από παππού ναυτικό οι ρίζες του προς τα πίσω κρατούσαν. Ήταν παιδαρέλι ακόμα όταν τον άμοιρο παππού μια νύχτα η θάλασσα τον νίκησε σε μια παρτίδα επιμονής και θάρρους κάνοντας τον θαλασσινό της όγκο να τον τραβήξει βαθιά μέσα στα θολά νερά της. Έτσι μεγάλωσε ο καπετάν Μιχάλης κοντά στην θάλασσα και μέσα στην θάλασσα ακούγοντας με προσοχή ιστορίες για ξένες χώρες, πλανεύτρες θάλασσες, και απέραντους ωκεανούς και το μυαλό του αρμένιζε ευχάριστα ανάμεσα τους. Από μικρός βοήθαγε τον πατέρα στην καθημερινή ψαριά μα σαν ήρθε η ώρα να επιλέξει και αυτός το μονοπάτι του, έπιασε τον πατέρα του και του περιέγραψε την αγάπη του για την θάλασσα.

Δεν του μίλησε με λόγια όμορφα και ανθηρά αλλά με λόγια αντρίκεια και σταράτα που τον χτύπησαν σαν την σφύρα που βαράει το σίδερο. Η θύμηση του χαμένου παππού έσκιαξε τον γέρο-πατέρα και ένας βράχος αντίδρασης παρουσιάστηκε μπροστά στα νεανικά μάτια του Μιχάλη. Αυτός όμως τα νίκησε όλα τα εμπόδια και το όνειρο του το έκανε πραγματικότητα.

Δεν μπόρεσε ο γέρος πατέρας να αντισταθεί στα αποφασιστικά του μάτια και σαν ο άνθρωπος το πιο αδάμαστο της πλάσης είναι, μαλάκωσε και την ευχή του ‘δωσε και μια συμβουλή για να θυμάται.

Η θάλασσα έχει μυαλό και ψυχή, να την διαβάζεις την θάλασσα και να μην την αψηφάς, και τότε μονό αυτή θα σε σεβαστεί… και κάτι ακόμα .. να έχεις την καρδιά σου στην θάλασσα και τα πόδια σου στην στεριά.. μην το ξεχνάς αυτό! Η μοναξιά είναι πολύ κακό πράγμα.

Με αυτήν την συμβουλή, φυλαγμένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, πήγε στην σχολή εμποροπλοιάρχων, πρώτευσε και βγήκε στην θάλασσα στην αρχή δειλά μα μετά με περίσσιο θάρρος. Όλοι οι ναυτικοί που μπαρκάρανε έχοντας αυτόν καπετάνιο ήταν σίγουροι ότι θα γυρίσουν σπίτι τους σώοι. Οι πλοιοκτήτες του δείχνανε σεβασμό, γιατί πάντα έφερνε το καράβι στην ώρα του και τα εμπορεύματα απείραχτα. Δεν ήταν και λίγο πράγμα αυτό.

Εκείνη την νύχτα όμως δεν συλλογιζόταν αυτά. Εκείνη η νύχτα, ήταν σαν την κάθε νύχτα που μαγεμένος έφτανε στην πλώρη να δει τα αστέρια και να ακούσει τον παφλασμό της θάλασσας να χαϊδεύει με δύναμη το σιδερένιο πλοίο. Κάθε κυματάκι και μια μικρή βουτιά στον μητρικό κόρφο της μάνας θάλασσας...

(απόσπασμα)

(2) εξηγεί στον γιο του για την μητέρα του (απόσπασμα)

«Ήμουνα σαν και σένα, λίγο μεγαλύτερος νομίζω, ένα καλοκαίρι. Μέχρι τότε βοηθούσα τον πατέρα μου στο ψάρεμα. Νωρίς το πρωί, πριν φέξει βγαίναμε στην θάλασσα απλώνοντας τα δίχτυα μας και γύρω στο μεσημέρι γυρνάγαμε φίσκα στα ψάρια. Τα πούλαγε ο φουκαράς στο λιμάνι του νησιού, όσο πιάσουνε. Μετά καθόμασταν να ξεμπλέξουμε τα δίχτυα, να είναι έτοιμα για την επόμενη.

Από εκεί πέρασε η μάνα σου μπροστά μου ένα πρωινό και αμέσως ένιωσα μια ανάσα να με κόβει και να με κάνει να βαρυγκωμήσω δυνατά. Σαν να περιείχε αυτή η γυναίκα το σκοπό της ζωής μου τυλιγμένο μέσα στα σωθικά της, μου φάνηκε, και μια λάμψη σαν τον πιο όμορφο φάρο που μπορούσα να δω λάμπανε τα μάτια της. Το άρωμα της, τα φινετσάτα παπούτσια της, τα κοσμοπολίτικα ρούχα της. Όλα πάνω της ήταν ωραία και φανταχτερά. Θαρρώ πως μπορούσα να μείνω έτσι μια ζωή να την κοιτάζω, εγώ καθιστός με τα δίχτυα μπλεγμένα στα χέρια μου και αυτή να περνάει από μπροστά μου. Ένιωσα πολύ χαμερπής μπροστά της γιέ μου, ήταν μια κυρία και εγώ ένα απλός γιός ψαρά. Και θα συνέχιζα να είμαι αν δεν την γνώριζα, αν δεν πήγαινα το βράδυ στην μοναδική ταβέρνα του χωριού να την συναντήσω.

Ντύθηκα όσο καλά μπορούσα και έβαλα πάνω μου αρκετή δόση κολόνιας να μην μυρίζω.
Στην αρχή την κέρασα ένα ποτήρι κρασί, μετά σιγά σιγά την πλησίασα. Ήταν μαζί με μια φίλη της, που είχε τότε, τώρα έχει παντρευτεί και εξαφανιστεί από την ζωή μας, την Ευδοκία.

Στο νησί έμεινε ένα μήνα σχεδόν και κάθε μέρα ξέκλεβα χρόνο να την συναντώ στην ταβέρνα. Ο κυρ-Αγγελος ο ταβερνιάρης με είχε πάρει χαμπάρι αλλά δεν έλεγε τίποτα στον πατέρα μου, που θα με σκότωνε αν μάθαινε κάτι. Να μην στα πολυλογώ όταν ήρθε η ώρα να φύγει, βρήκα δικαιολογία στον πατέρα μου ότι τάχα θα πήγαινα σε ένα συγγενή στον Πειραιά και την ακολούθησα. Πέρασα ακόμα ένα μήνα μαζί της, βλέποντας την τακτικά κάθε απόγευμα, κλεφτά από τον πατέρα της. Την ερωτεύτηκα γιέ μου και ο μόνος τρόπος για να σταθώ δίπλα της αντρίκια ήταν να ξεπεράσω το επάγγελμα του ψαρά και την βρώμα που είχε αυτή η δουλειά. Από πατέρα έμπορο αυτή, πώς να πήγαινα να την ζητήσω; Μια που ήμουνα στον Πειραιά, πήγα και ρώτησα τι χρειάζεται για να γίνει κανείς καπετάνιος. Σχολή εμποροπλοιάρχων, διάβασμα και εξετάσεις μπόλικες που είπαν.

Το πώς το είπα στον πατέρα, δεν θα σου πω γιατί θα φουσκώσουν τα μυαλά σου, πάντως μια μέρα μπήκα στην σχολή μετά από πολύ διάβασμα και ξενύχτι πάνω από τα βιβλία. Έξι μήνες μετά, αφού πλέον ήμουνα σε καλή θέση στην σχολή, πήγα και την ζήτησα από τον πατέρα της. Στην αρχή αντέδρασε αλλά δεν μπόρεσε να πει και πολλά. Είδε ότι αγαπιόμαστε και έκανε πίσω, ειδικά όταν του μήνυσα ότι την κόρη της θα την πάρω είτε με την ευχή του, είτε με το δίκαννο. Δεν είμαι ακόμα σίγουρος αν τελικά πήρα την ευχή του πάντως μόλις έκανα το πρώτο ταξίδι και γύρισα με τα λίγα λεφτά που κέρδισα, παντρευτήκαμε. Ο πατέρας της ποτέ δεν έβαλε το χέρι στην τσέπη να μας βοηθήσει, όλα από τον μισθό μου βγήκανε και σε βεβαιώ ότι τίποτα δεν της έλειψε. Με τον πατέρα της τσακώθηκε και έπαψαν να μιλιούνται. Χρόνια μετά μάθαμε ότι πέθανε μόνος και αβοήθητος μέσα σε ένα πανάκριβο σπίτι και τα υπάρχοντα του τα χάρισε σε μια αλλοδαπή υπηρέτρια που τον εξυπηρετούσε μέχρι την ύστατη ώρα. Την μητέρα της βλέπεις, ποτέ δεν την γνώρισε και αυτό συνεχίζει να είναι μυστήριο μέχρι τώρα.»

18/11/08

Το μελάνι..




Εκείνο το βράδυ, ήταν σαν όλα τα άλλα βράδια, βαρετό και ατέλειωτο. Ώσπου.. ένας οίστρος με τύλιξε, σαν βόας με έσουρε μέχρι το γραφείο, έπιασα τον κονδυλοφόρο και άρχισα να γράφω, ασταμάτητα.. με τα μάτια κλειστά και την φαντασία από πάνω μου καβάλα σε δύο πανέμορφα άλογα, συμπλήρωνα τις λέξεις με άνεση, χωρίς σκέψη, σαν αυτά τα χέρια θαρρείς είχαν μια μαγεία μέσα τους.

Μια κλεφτή ματιά όμως στο χαρτί με έκανε να αναριγήσω..

Το χαρτί ήταν άδειο.. κενό από λέξεις, κενό από μελάνι, από οποιαδήποτε γραφή..

Σάστισα! κοίταξα την πένα μου, δεν έβρισκα ελάττωμα. Πήρα άλλη, τα ίδια, δοκίμασα με τρείς διαφορετικές .. το χαρτί έμενε ανέπαφο..είχα τρελαθεί!

Σηκώθηκα όρθιος, έβαλα τα χέρια πίσω από την πλάτη. Αυτό ήταν ανήκουστο, να μην γράφει καμία πένα;

Σταύρωσα το δωμάτιο, από άκρη σ' άκρη, σκέψεις βαριές, χοντρές με έλουσαν! Είχα τον οίστρο, δεν είχα το μέσο να τον κάνω αθάνατο !

Το αποφάσισα, έτρεξα να πάρω το οποιαδήποτε μολύβι, από το απέναντι ψιλικατζίδικο παρακαλώντας τον οίστρο να μην φύγει, άφησα τα πάντα όπως ήτανε στο σπίτι, έτσι ώστε γυρνώντας να ξεγελαστώ, ότι ποτέ δεν άφησα το σπίτι...

Ματαίως! Το ίδιο συνέβη με τα επόμενα τριανταπέντε μολύβια και τις επόμενες δέκα πένες.. Μάλιστα για να είμαι σίγουρος ότι δουλεύει η εκάστοτε αγορά μου, έβαζα τον ίδιο τον ψιλικά-τα πάντα έχω, να δοκιμάζει παρουσία μου το προϊόν σε ένα κομμάτι χαρτί..

Μόλις γύριζα στο σπίτι, πάλι τα ίδια. Μια απελπισία, μαύρη σαν την τρύπα του Κολοκοτρώνη με είχε ζώσει, αλίμονο ο οίστρος μου θα πήγαινε σε άλλο συγγραφέα, ήμουνα καταδικασμένος να μην μεταφέρω ποτέ το αριστούργημα μου σε χαρτί. Φανταζόμουνα ήδη την σκηνή, εγώ απλός θεατής στην βράβευση ενός άσημου συγγραφέα, που απλά τον επισκέφτηκε ο ταλαντούχος οίστρος, στον ύπνο του. Και εγώ να χειροκροτώ, μελαγχολικά με δάκρυα στα μάτια.

Όχι δεν ήταν δυνατό, να το αφήσω να περάσει έτσι, έπρεπε να στραφώ σε βοήθεια, αλλά ποιόν; Άνοιξα την ατζέντα μου, την ξεφύλλισα με ταχύτητα, κανείς δεν έμοιαζε ικανός ή έστω να αρμόζει στο ελάχιστο η επαγγελματική του δραστηριότητα στο πρόβλημα μου.. εκτός από έναν! Απορώ πως δεν τον σκέφτηκα από την αρχή!

Γύρισα νευρικά τα ατελείωτα νούμερα στο καντράν, κρατώντας το ακουστικό με το ένα χέρι και σταματώντας ανάμεσα, να σκουπίσω τις στάλες μεγέθους μικρού αρακά, από το μέτωπο μου.

Μια φωνή, έκοψε τις ανήσυχες σκέψεις μου στην μέση.
- Bonjour?
- M. Vantick s'il vous plaît? είπα με όση προφορά μπορούσα να επιστρατεύσω.
- Oui! je suis Mr Vantick.Qui? ρώτησε η φωνή
- Ο Ν.Κ. είμαι ! φώναξα λεβέντικα και σηκώθηκα όρθιος.
- Που ‘σαι ρε κάθαρμα, μου απάντησε ..
- Άστα αυτά, έχω ένα σοβαρό πρόβλημα ..

Του εξήγησα με πάσα λεπτομέρεια το πρόβλημα μου. Δεν δίστασα δε να μετατρέψω την φωνή μου σε τρεμάμενη με σκοπό να τονίσω την σπουδαιότητα του προβλήματος μου..

- Έλα μωρέ χριστιανέ! Δεν είναι δα και τίποτα αυτό! Μου απάντησε ευθύς αμέσως.
- Τι δεν είναι τίποτα; Απάντησα εξαγριωμένος για την απάθεια της αντίδρασης του.
- Ηρέμησε, είναι απλό πως δεν το είχες σκεφτεί νωρίτερα;
- Ποιο;, πλέον η υπομονή μου και η ευγένεια μου άρχισαν να στριμώχνονται στο κάτω μέρος της κοιλιάς, αφήνοντας να περάσουν μπροστά η αυθάδεια και η οργή. Ήτανε θέμα λεπτών να εκραγώ σαν πυροτέχνημα ύβρης και ασύδοτων εκφράσεων! Όλα τα ανεχόμουνα στις κοινωνικές μου επαφές, εκτός από την απάθεια και την στωικότητα.. ειδικά σε τέτοια λεπτά ζητήματα..

- Νομίζεις ότι φταίνε οι πένες;
- Μα ποιος μπορεί να φταίει;
- Το χαρτί!
- Το χαρτί; Έμεινα έκθαμβος.. Μα και πάλι δεν μπορεί! σε ένα χαρτί άμα ακουμπήσεις πάνω το μολύβι, γράφει ! γράφει το άτιμο ! το χαρτί δεν χαλάει !

Ένα δυνατό γέλιο ακούστηκε από την άλλη μεριά του τηλεφώνου, που πάλι με έφερε στα πρόθυρα ανατίναξης.

- Και είσαι και συγγραφέας του λόγου σου, χα χα ! Βρε! Δεν ξέρεις ότι το μελάνι είναι μια ψευδαίσθηση;

Στην πραγματικότητα εσύ χαράζεις το δέρμα του χαρτιού,
η πένα σου είναι το τροχισμένο λεπίδι, που αναζητά το τέλος,
και αυτό πνίγεται στο μαύρο αίμα του,
σε κάθε σου κίνηση, σε κάθε λέξη..



Αυτό που έχεις εκεί είναι μάλλον άψυχο, παγωμένο,
δεν έχει πια ούτε μια στάλα μέσα του για να ματώσει ..






Το αφιερώνω στην Φαίδρα Φις, που δεν είναι ψάρι,
αλλά μου έδωσε αυτή την ιδέα για αυτό το δίηγημα ... (χε, χε!)

17/11/08

Words...



Μια μέρα περπάτησα, έτσι χωρίς σκοπό, αναπνέοντας την αχνάδα της υγρασίας, αφήνοντας τον πάνσοφο ήλιο να μου χαϊδεύει το δέρμα, τρυφερά.

Συνάντησα ένα φτωχό, σκέφτηκα κάτι καλό για αυτόν, έβαλα το χέρι στην τσέπη, τράβηξα μια λέξη, την έκανα πακέτο με ωραία χρυσαφί κορδέλα και του την έδωσα. Ο φτωχός αφού άνοιξε το πακέτο με λαχτάρα, είδε την λέξη και χαμογέλασε.

Προχώρησα πιο κάτω, είδα ένα παιδί να πεινάει. Έβαλα το χέρι στην τσέπη, έβγαλα άλλη μια λέξη, την έκανα πάλι πακέτο και την άφησα τρυφερά στα μικρά του χέρια. Το παιδί, έσκισε το περιτύλιγμα, πήρε την λέξη, την αγκάλιασε και χαμογέλασε.

Ώ.. ήμουνα ένας ευτυχισμένος άνθρωπος! Για κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα είχα μια λέξη, δεν είναι και λίγο πράγμα αυτό!

Έστριψα στην γωνία, κατηφόρισα προς την πλατεία. Στο δρόμο είδα μια πόρνη, δεν βιάστηκα να σκεφτώ, έπρεπε πρώτα να την κατανοήσω. Μιλήσαμε πολύ ώρα, ώσπου ήρθε το απόγευμα. Στην κουβέντα κάτι μυστήριο γεννήθηκε μέσα μου, την αγάπησα.

Έπιασα την σκέψη αυτή, έβαλα το χέρι στην τσέπη και έβγαλα την λέξη που σκέφτηκα. Εκεί που πήγαινα, όμως να την πακετάρω, τσουπ, η πόρνη έφυγε με ένα αυτοκίνητο ανοιχτό, ακριβό.. έμεινα με την λέξη στα χέρια και ένα βαθύ μελαγχολικό, παγωμένο χαμόγελο.

Κοίταξα την λέξη που κρατούσα στα χέρια, δεν ήταν αυτή πλέον η σωστή. Την ξαναέβαλα μέσα. Σκάλισα την τσέπη μου, έβγαλα από μέσα όσες λέξεις είχα, καμία δεν άρμοζε, καμία δεν ήταν αρκετή. Έκατσα χάμω, λυπημένος και άπλωσα στο έδαφος όλες τις λέξεις που είχα μαζί μου. Τις κοίταζα προσεκτικά μια, μια. Καμία, τζίφος η προσπάθεια.

Τότε σκέφτηκα να κάνω το έξης, να βάλω περισσότερες λέξεις μέσα στο κουτί, ήταν φανερό ότι μια δεν ήταν αρκετή. Άρχισα λοιπόν να συνδυάζω τις λέξεις, πρώτα εννοιολογικά. Δοκίμασα αρκετούς συνδυασμούς, καμία σύνθεση δεν με ικανοποιούσε, πάντα έμενε ένα κενό από την σκέψη μου. Ξαναδοκίμασα χρωματικά, με τον ήχο της κάθε μιας, πιο συναισθηματικά θα μπορούσε να πει κάνεις. Αυτό μου πήρε ώρα, ήρθε η νύχτα και στο μαύρο σεντόνι του ουρανού, χιλιάδες αστέρια καρφώθηκαν και με κοίταζαν στωικά.

Πέρασε η ώρα, εκεί που πλησίαζα στην σκέψη μου με κάποιες λέξεις κάτι μέσα μου, μου έλεγε ότι και πάλι αυτός ο συνδυασμός λέξεων δεν αντικατόπτριζε τις σκέψεις μου. Προσπάθησα να βρω μια λέξη που να ταίριαζε με το αίσθημα του ανικανοποίητου που είχα εκείνη την στιγμή, ίσως αν άρχιζα από την εσώτερη αντίδραση να οδηγιόμουνα κάπου, τζίφος και πάλι! Αυτή η προσπάθεια με έμπλεξε ακόμη περισσότερο και το χειρότερο, όποιος το διάβαζε, θα νόμιζε χίλια δυο άλλα πράγματα πέρα από αυτά που πραγματικά σκεφτόμουνα..

Το πρωινό ξύπνημα, με βρήκε εκεί ξαπλωμένο ανάσκελα, να ανακατεύω τις λέξεις. Είχα πεισμώσει, είχα αποθαρρυνθεί, ένιωθα τελείως άδειος και κενός, ώσπου σταμάτησε μπροστά μου το αυτοκίνητο που είχε πάρει το προηγούμενο βράδυ την πόρνη.

- Τι κάνεις εδώ, με ρώτησε και τα μάτια της μεγάλωσαν από την περιέργεια.

Της εξήγησα τι κάνω, αλλά όχι το τι σκέφτομαι για αυτήν, αυτό μου ήταν αδύνατο, γιατί αν μπορούσα να το εκφράσω, θα είχα βρει και τις λέξεις..

Έσκυψε πάνω από τις λέξεις με προσοχή, της διάβασε όλες διάλεξε μια και την έβαλε μέσα στο κουτί.

Αυτή ίσως να σου κάνει.. μου είπε.

Την διάβασα.

Έγραφε « » ! Ήταν μια κενή λέξη!

Την κοίταξα με απορία. Γιατί αυτή; Την ρώτησα.

Μου χαμογέλασε και έφυγε..

Ακόμα ακούω κάποιες φορές τα τακούνια της να ξεμακραίνουν από κοντά μου, ο ήχος τους σφηνώθηκε μέσα στα αυτιά μου, τα ακούω στον ξύπνιο μου, τα ακούω στον ύπνο μου, στα όνειρά μου, τις στιγμές που νιώθω ότι οι λέξεις μου φτάνουν σε ένα γκρεμό ..

Μα πλέον, γνωρίζω ότι ακόμα και αν οι λέξεις μου,
κοιτάξουν τον γκρεμό απελπισμένα, εγώ θα περάσω απέναντι...

ίσως γιατί είμαι ήδη απέναντι ..
ίσως γιατί πάντα θα υπάρχει ένας γκρεμός ανάμεσα μας,
ίσως πάλι να υπάρχει άλλος λόγος, αλλά δεν έχω λέξεις να το πω..







15/11/08

Η μικρή ζωή μας..



Μέσα σε αυτή την μικρή πόλη, τα πάντα ήτανε μικροκαμωμένα. Μικροί οι άνθρωποι, τελίτσες τόσες δα μικρές στο σύμπαν, μικρές και οι ψυχές τους. Μικρή τους η ευγένεια, μικρή τους και η χαρά.

Μέσα σε αυτήν την μικρή πόλη, αυτό το πολύβουο μελίσσι, μύριοι μικροί άνθρωποι με χρώματα πολύχρωμα ζωγράφιζαν ένα σκηνικό από μικρά πλασματάκια, στοιβαγμένα μέσα σε μικρά σπίτια, με μικρά χεράκια. Σαν χαιρέταγε ο ένας τον άλλο, μικρή η απόσταση που τους χώριζε, μικρή και η χαιρετούρα. Μια καλημέρα αν έπεφτε, μικρή ήταν και αυτή, η καληνύχτα δε ούτε από κοντά δεν ακουγότανε, ακόμα πιο μικρή αυτή.

Μέσα σε αυτή λοιπόν την πόλη, ένας μικρός, πολύ μικρός μπόμπιρας, με ένα δόντι σαν γεννήθηκε, όλοι φοβόντουσαν μην τον χάσουνε. Μικρή η πόλη, μικρό το σπίτι, μικρό το κρεβάτι του μπόμπιρα, απειροελάχιστα μικρός ο ίδιος ο μπόμπιρας, σαν πέσει από την κούνια, ποιος θα τον βρει ; μην τον σκουπίσει με την μικρή της σκούπα η μητέρα του από λάθους;

Μεγάλο το πρόβλημα, στην μικρή την πόλη!

Περάσανε τα χρόνια, ο μπόμπιρας μεγάλωνε, στην αρχή λίγο έτσι ώστε να φαίνεται ευκρινώς στην κούνια του και αργότερα αρκετά ώστε να χωράει σε μεγαλύτερο κρεβάτι. Σαν έγινε τρεις πόντους όλοι ζητωκραυγάσανε, σαν έγινε 5 πόντους όλοι κουνάγανε το μικρό τους κεφάλι ευχαριστημένοι, σαν έγινε 15 πόντους άρχισαν να ανησυχούνε, σαν έγινε 30 πόνους φωνάξαν τον γιατρό.

Ήρθε ο μικρός γιατρός με τη μικρή του τσάντα, έβγαλε από μέσα το μικρό στηθοσκόπιο, το έβαλε στα μικρά αυτιά του και τα ακούμπησε στο μεγάλο στήθος του μπόμπιρα που χασκογέλαγε συνέχεια. Είχε πλέον πάρει μόνος του ένα δωμάτιο, δεν χώραγε σε κούνια, δεν χώραγε σε κρεβάτι και αν συνέχιζε έτσι να μεγαλώνει δεν θα χώραγε ούτε στο σπίτι.

Ο μικρός γιατρός λοιπόν, κοίταξε τον ασθενή μπόμπιρα με τα μικρά εργαλεία του, σημάδι ασθενείας δεν βρήκε. Γιγαντισμό τους είπε, μέχρι 40 πόντους το πολύ προβλέπει να γίνει και πρότεινε να μεταφερθεί σε ίδρυμα τάχιστα!. Από τα μάτια των γονιών, μικρές στάλες νερού πέσανε, μικρή στεναχώρια τους βρήκε.

Τον πήγανε στο ίδρυμα του δώσανε στην αρχή ένα δωμάτιο, μετά από μερικούς μήνες ένα μεγαλύτερο και τέλος το στάδιο για να χωράει. Είχε γίνει ο άτιμος κοντά μισό μέτρο, ποιό ψηλός και πιο τεράστιος από τον καθένα στην πόλη. Στα πηγαδάκια των μικρών καφενείων σούσουρο για τον μπέμπη γίγαντα υπήρχε, ακόμα και ανέκδοτα.. φαντάζεσαι να φτερνιστεί; Κατρίνα κατηγορία 1 θα γίνει.. και δώστου τα γέλια. Έκτος από τους γονείς, που ακόμα και τώρα δεν τον άφηναν μόνο του. Είχανε προσλάβει γερανό, να μεταφέρει την πάνα του, να του κρατάει την δεξαμενή με το γάλα στον αέρα.

Μα ο μεγαλύτερος τρόμος τους ήταν η φαντασίωση της ημέρας που θα μπουσούλαγε. Θα έπαιρνε σβάρνα τα πάντα, δεν θα έμενε σπίτι για σπίτι στην πόλη όρθιο. Είπανε τον φόβο τους στον δήμαρχο και αυτός με την σειρά του στο πρωθυπουργό. Να μεταφερθεί στην εξοχή, μακριά από την πόλη! Ούρλιαξε ο πρωθυπουργός και αυτός με την σειρά του ενημέρωσε τον πρόεδρο της δημοκρατίας και τον στρατό.

Μερικές μέρες πριν την μεταφορά του με ειδικό γερανό στην εξοχή, ο μπόμπιρας πέταξε την πρώτη του λέξη. Ιεν λέπω.. είπε στην μητέρα του.. Δεν βλέπω, το μετάφρασε η μαμά και ξαναφώναξε τον μικρό γιατρό. Το παιδί δεν βλέπει, του είπε με αγωνία ..

Ήρθε πάλι ο μικρός γιατρός με την μικρή του τσάντα, έβαλε μια σκάλα και κοίταξε από κοντά τα μεγάλα πράσινα μάτια του μπόμπιρα. Εμ! Βέβαια αποφάνθηκε με στιβαρό ύφος, ο γιατρός. Το παιδί έχει καταράχτη, πρέπει να γίνει αμέσως επέμβαση.
Παρακάλεσαν τον στρατό, τον δήμαρχο και τον πρωθυπουργό να κάνουν λίγο υπομονή να γίνει η εγχείρηση και μετά θα το πηγαίναν στην εξοχή όπως έπρεπε.

Και έτσι έγινε. Μια μέρα ήρθαν τέσσερα μικρά ελικόπτερα με τα μικρά τους κανόνια laser, υπό την καθοδήγηση του μικρού γιατρού, ρίξανε την φωτεινή δέσμη σε κάθε μάτι. Μετά η πρώτη μοίρα αεροπορίας σε συνδυασμό με τον ορειβατικό σύλλογο, περάσανε στα μάτια του με πολύ κόπο μια ειδική τέντα-επίδεσμο – ειδική παραγγελία - για να κλείσουν τα μεγάλα μάτια του μωρού.

Μην φοβάστε, είπε ο μικρός γιατρός. Μικρή εγχείρηση ήτανε, το δύσκολο ήταν να πείσουμε την αεροπορία να βοηθήσει, αφού το καταφέραμε .. Οι γονείς εκφράσανε ένα μικρό ευχαριστώ στον μικρό γιατρό και τον πλήρωσαν με μικρό νόμισμα. Ο γιατρός άφησε ένα μικρό χαμόγελο ικανοποίησης και γύρισε πίσω στο μικρό του σπίτι, ευχαριστημένος γιατί για πρώτη φορά όλα τα ΜΜΕ ασχολήθηκαν μαζί του, πλέον ήταν διάσημος.

Όταν ξάναρθε η αεροπορία και ο ορειβατικός σύλλογος και του ξεδέσανε τα μάτια, μια λάμψη ήρθε στα μάτια του μικρού παιδιού. Και μετά αμέσως μια θλίψη. Αν και τόσο μικρός σε ηλικία, κατάλαβε ότι αυτός ήταν πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε μια τόσο μικρή πόλη. Πολύ μεγάλος για να δεχτεί μια τόσο μικρή αγκαλιά από την ελάχιστα μικρή μητέρα του. Και από τότε άρχισε να συρρικνώνεται, κάθε μέρα και πιο πολύ. Στην αρχή 5 πόντους, μετά 10 και τέλος 25 πόντους. Όταν έφτασε στους 10 πόντους, χαμογέλασε ευχαριστημένα και οι μικροί του γονείς τον πήραν μια μικρή αγκαλιά. Ο δήμαρχος άφησε στα κανάλια μια μικρή δήλωση, υπερηφάνειας, ότι με την δική του συμβολή ο φόβος εξανεμίστηκε.

Από τότε ο μπόμπιρας αναπτύχθηκε κανονικά, πήγε σχολείο σαν όλα τα άλλα παιδιά, πήγε στρατό, πήγε στο μικρό πανεπιστήμιο, ασχολήθηκε με την μικρό-φιλοσοφία και την μικρό-φιλολογία, δούλεψε σε μια μικρή πόλη, έγινε διάσημος και πλούσιος.

Σαν κάποια διάλεξη, από αυτές που τον καλούσαν συχνά, κάποιος τον ρώτησε.
-Ποιος είναι ο δρόμος για να γίνει κάνεις μεγάλος σαν εσάς; (στην λέξη μεγάλος ένα μακρόσυρτος ήχος αναστάτωσης πλημμύρισε την αίθουσα)
-Να είσαι τυφλός στα μικρά, να πιστεύεις ότι όλα είναι μεγάλα, του απάντησε ο πλέον μεγαλωμένος μπόμπιρας.. με ένα πλατύ ήρεμο χαμόγελο..

Και ζήσανε όλοι αυτοί μικροί και εμείς ακόμα μικρότεροι..





13/11/08

And now ladies & Gentlemen ...









Τα χέρια παγωμένα, κοντά στην τηλεόραση, μια μικρή ασπρόμαυρη είχαμε με κεραίες που τις γυρνούσαμε δεξιά και αριστερά να φύγει το χιόνι από την εικόνα. Η μητέρα μου, ετοίμαζε το βραδινό, εμείς είχαμε διαβάσει για την επομένη, οπότε δικαιωματικά είχαμε μισή ώρα να δούμε καμιά εκπομπή. Έξω από το σπίτι μια παγωμένη ανάσα περιπλανιότανε, την νιώθαμε, αλλά τα ζεστά ρούχα και τα πυρωμένα καλοριφέρ μας προστάτευαν. Καθόμασταν κοντά ο ένας στον άλλο, σε αυτό το μικρό σπίτι εξάλλου δεν μπορούσες να απαιτήσεις απόσταση ..

Η μητέρα μου ήθελε τα δύο αδέλφια, να έχουν το δικό τους δωμάτιο, να νιώθουμε ελεύθεροι, για αυτό αποφάσισε να κοιμάται στο σαλόνι και αν κάποια φορά ερχόταν κανένας άνθρωπος, πέταγε πάνω στον ντιβάνο-κρεβάτι ένα κάλυμμα, κρύβαμε την στενή ζωή μας.

Γελάγαμε θυμάμαι, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο, απλά ξεκαρδιζόμασταν.

Χωρίς σκέψεις, αυτό το είχε αναλάβει άλλος.

Χωρίς αγωνία, δεν ξέραμε τι σημαίνει.

Απλά γελάγαμε.

Με την καρδιά μας.

12/11/08

Σαν δείς τον κόσμο απο ψηλά...



Είναι όμορφος, ολόκληρο παλικάρι πια. Καμιά φορά, να έτσι που τον βλέπω να γυρνάει το κεφάλι, θυμάμαι τη παιδική του φάτσα, την αφέλεια, την αγωνία του να περάσει η ώρα του φαγητού για να πάει να παίξει. Τι εποχές και αυτές;

Νομίζεις κάποιες στιγμές ότι είναι αιώνιες, κοιτάς την Βελανιδιά απέναντι και νομίζεις ότι ο χρόνος είναι μια ιστορία ατέλειωτη, ένα παραμύθι με ένα απέθαντο δράκο. Δεν είναι! Ένα κλάπ του χεριού σου και ότι είδες, είδες, αυτό είναι ο χρόνος.

Τι του έμαθα, τι μου έμαθε; Κάνεις δεν μπορεί να το μετρήσει, μπορεί και τίποτα. Μπορεί και να τα ήξερε όλα από γεννησιμιού του. Του έδωσα αρχές; Μονοπάτι για να σκέφτεται του έδωσα; για του ΄μαθα την ζωή μου; Και αν ήμουν λάθος; Το κατάλαβε;

Και αν ήμουν αγράμματος το είδε; Μέσα σε αυτό το χωράφι της ζωής μια ολάκερη πολιτεία γνώρισα, τι έμαθα; Τι τού ΄μαθα; Ζωή από θειάφι του έδωσα, ενώ ο γιος του Σούλη απέναντι διαμάντια του απλώσαν στο μαξιλάρι, ξύπνησε τα πήρε ένα πρωί και έγινε καπνός. Χα! Ζωντόβολα!

Ότι ανάσανα με τον ρυθμό του, σαν ήταν άρρωστος το ξέρει; Δεν του το είπα, πότε να του το πω; Δεν βαριέσαι .. θα τα βρει, όπως τα ανακάλυψα και εγώ στην άκρη της μαχαίρας. Δεν μου στρώσαν, δεν έστρωσα. Δεν μου χάρισαν, δεν χάρισα.

Κοίτα τον παλικάρι έγινε,
**
Έμπασε παγωνιά από το ξύλινο παραθύρι, ένα ρίγος τον τύλιξε από άκρη σε άκρη. Σηκώθηκε, έπιασε την ξύλινη πετούγια , τράβηξε με δύναμη το ξύλινο εξώφυλλο. Λίγο πριν σφαλήσει, κοίταξε το φεγγάρι, ήταν ολόγιομο, σαν μονόπετρο στο δάχτυλο του σύμπαντος. Χαμογέλασε μελαγχολικά. Το νυχτολούλουδο, μύρισε έντονα, σαν να σφύραγε στην νύχτα.

Έκλεισε με δύναμη, ένα τελευταίο τρίξιμο από το σάπιο ξύλο και ο χειμώνας κλειδώθηκε ερμητικά έξω από το σπίτι.

Ο νέος χασμουρήθηκε, τεντώθηκε νυσταγμένα και χαμήλωσε την λάμπα..

Ένας ψίθυρος ακούστηκε έξω από το παραθύρι,

καληνύχτα γιε μου, θα σε δω αύριο πάλι..

καληνύχτα.

11/11/08

Père, Où Es-Tu?



Père, Où Es-Tu? -- Πατέρα, Πού Είσαι;

Στίχοι & Μουσική: Maxime Le Forestier
Μετάφραση στα Ελληνικά: Δημήτρης Αναγνωστόπουλος
Βίντεο, απόσπασμα από το dvd: Gladiateur, 2005


Η αρχή της παράστασης μάς εντάσσει αμέσως στο κλίμα της εξαθλίωσης των δούλων την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας... Μεταξύ των δούλων, κι ένα παιδί (Maxime Baudouin), σύμβολο της αγνότητας και της ελπίδας, το οποίο αναζητά τον νεκρό ίσως πατέρα του...


Απόσπασμα από τη μουσική θεατρική παράσταση Spartacus, Le Gladiateur - Il Rêvait D'Être Libre (Σπάρτακος, Ο Μονομάχος - Ονειρευόταν Να Είναι Ελεύθερος) που ανέβηκε για πρώτη φορά το 2004 (Palais des Sports, Παρίσι).

Ακούς; Αν έχουμε μόνο μια πνοή την δίνουμε, άγνωστε πατέρα..

Paint it..



Γράφω σε ένα μαύρο πίνακα,
άσπρα γράμματα με κόκκινες σκιές.
Μια λέξη όμως όσο και να προσπαθώ,
το χρώμα βγαίνει πάντα κίτρινο.

Ήλιος

Μια σκέψη φτερουγίζει από πάνω μου,
σαν την πεταλούδα της νύχτας.
Τα πάντα γίνονται κόκκινα και μαύρα,
όπως είναι το πραγματικό χρώμα
του ήλιου από κοντά..

ποτέ ξανά..

10/11/08

Amado Mio



Την αγκάλιασε τρυφερά, με μια κίνηση την έριξε στο πλάι και ξανά μπροστά του. Μια ξανθιά τούφα τον μαστίγωσε στο πρόσωπο, χαμογέλασε. Το κουστούμι του ζάρωσε στην κίνηση του κορμιού του, της έπιασε την μέση πιο σφιχτά. Ψηλά τακούνια, ασπρόμαυρες κινήσεις, χαμόγελο μαγνήτης, ατμόσφαιρα αστρική..

Κοντά τους ένας ψίθυρος ρούφαγε τις αισθήσεις τριγύριζε μέσα από τις καλαμιές και από πάνω το φεγγάρι ντυμένο με ένα μικρό σύννεφο στην μέση γέλαγε πονηρά..

O Ναχάλ απέναντί τους, άπλωσε το γέλιο του..

8/11/08

Συγνώμη..


Έχουμε βάλει τα χέρια πίσω στην πλάτη και το βλέμμα μας κοιτάει τον ουρανό, μας ενοχλεί μην βρέξει, όχι αν θα πατήσουμε καμιά λακκούβα..

Δεν θα ήταν μεγάλη, καμιά τριανταπενταριά χρονών, φτωχή, πιθανόν τσιγγάνα. Τα ρούχα της ήταν άγευστα, άμορφα, από τους ανθρώπους που τους παρατηρείς για την φτώχια που γαργαλάει την γαλλική μας μύτη. Σαγιονάρες πλαστικές και κάλτσα άσπρη αθλητική, συνδυασμός πρόχειρος μα αρκετά ζεστός για τους χειμωνιάτικες μήνες. Στο βλέμμα έκρυβε τον πόνο, την έλλειψη, την ανασφάλεια της κοινωνίας, την απόρριψη, δεν μπόρεσα να μην το δω.

Στην αγκαλιά της ένα παιδί, ντυμένο με τζιν ρούχα, παντελόνι και μπουφάν, καπέλο μοντέρνο. Το κοίταξα καλύτερα, είχε μέρες να πλυθεί, το σκουρόχρωμα δέρμα του είχε λωρίδες από βρώμα στο πρόσωπο, τσίμπλες στα μάτια. Το βλέμμα του περίεργο, το ένιωθε ότι ξεχώριζε.

Φτάσαμε στο ταμείο, αυτοί μπροστά, το παιδί χάζευε την κόρη μου, περιποιημένη με τα ροζ Ντίσνεϊ ρούχα της, το μαλακό άσπρο δερματάκι της, θα ήταν κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερη η κόρη μου από το πιτσιρίκι της τσιγγάνας.

Η τσιγγάνα κράταγε σφιχτά κάποια κέρματα, το μόνο που είχανε ψωνίσει ήταν κάτι μέσα τυλιγμένο καλά σε μια σακούλα. 1,5 ευρώ της ζήτησε η ταμίας, αυστηρά. Άφησε κάτω το παιδί, τα έδωσε με προσοχή, σαν να ήταν αυτή που έδινε ρέστα και δεν έπρεπε να κάνει λάθος.

Το παιδί, έφυγε από δίπλα της, πήγε στο δίπλα ταμείο και ζαχάρωνε τη δεσμίδα με τα χρήματα που η υπάλληλος μέτραγε τις εισπράξεις της ημέρας. Τον μάλωσε σιγανά, κουνώντας το δάχτυλο πέρα δώθε. Δεν παίρνουμε λεφτά από τους άλλους, φάνηκε να του λέει, μόνο άμα μας τα δώσουν οι άλλοι.

Εξαφανίστηκε από μπροστά μου, πάλι αγκαλιά με την μάνα του. Την σταμάτησε μια κυρία πιο κάτω, έβαλε το χέρι στην σακούλα με τα ψώνια που κουβαλούσε, έβγαλε τρεις γκοφρέτες, τις έδωσε στα χέρια της τσιγγάνας. Για το παιδί, της είπε. Ένα χαμηλόφωνο ευχαριστώ, γρύλισαν τα δόντια της τσιγγάνας, χαμήλωσε το βλέμμα εξαφανίστηκε.

Μάζεψα τις σακούλες, προβληματισμένος.

Βγήκα έξω από το μάρκετ αγαθών, μόνο για έχοντες χρήματα, την είδα να κάθεται σε ένα πρόχειρο φράχτη για τα αυτοκίνητα, ζητιάνευε ελεημοσύνη. Δίπλα της το παιδί, είχε ανοίξει την σακούλα και με τα χέρια έτρωγε κοτόπουλο με πατάτες φούρνου, αυτό είχανε ψωνίσει με το 1,5 ευρώ. Η ίδια, είχε απομακρυνθεί από το πρόχειρο μεσημεριανό του παιδιού. Δεν θα έτρωγε, για το παιδί χάλασε ίσως τα τελευταία της λεφτά. Δεν πλησίαζε το φαγητό, πρώτα θα έτρωγε το παιδί, μετά αν υπήρχε σάλτσα θα την έγλυφε, έτσι φαντάστηκα την σκηνή.

Με πιάσανε τύψεις, αισθάνθηκα αηδιαστικά πλούσιος που κρατούσα τρεις σακούλες. Είχα πάρει μάλιστα δύο φραντζόλες ψωμί, μη λείψει στα παιδιά.
Έβγαλα τα χέρια από την πλάτη, χαμήλωσα το βλέμμα από τους ουρανούς, άνοιξα τις σακούλες μου, έψαξα νευρικά μέσα. Έκοψα την φραντζόλα στην μέση, την έβγαλα από την σακούλα. Ντράπηκα, για μένα, για τον τρόπο που σκέφτηκα. Και μια φραντζόλα μου έφτανε, γιατί να κόψω την μισή, αφού είχα στο σύνολο δύο; Την έβαλα πάλι μέσα, έψαξα καλύτερα την σακούλα.

Έβγαλα τα μπισκότα των παιδιών. Τα έδωσα στην κόρη μου.
- Δώσε τα στο παιδί, να φάει. της είπα. Δεν χρειάστηκε να συζητήσουμε για πιο παιδί, ήξερε πολύ καλά.
- Γιατί, με ρώτησε με έκπληξη.
- Το βλέπεις που κάθετε και τρώει; Εσύ το μεσημέρι θα φας σε τραπέζι! Τι λες δεν πρέπει να το βοηθήσουμε ;

Δεν το σκέφτηκε παραπάνω, βούτηξε τα μπισκότα και πλησίασε το μικρό παιδί, του έδωσε τα μπισκότα και έτρεξε πίσω γρήγορα σε μένα. Το παιδί πήρε τα μπισκότα με ψεύτικη περηφάνια και τα έβαλε πίσω του, μην τα χάσει. Το θεώρησε πολύτιμο. Η μάνα δάκρυσε, ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ .. είπε και στένεψε το σώμα της με τα χέρια της, με αγκάλιαζε νοητά.

Δάκρυσα, ακόμα και αν τα μάτια δεν υγρανθήκανε, λύγισα ακόμα και αν δεν έσκυψα. Πήρα τις σακούλες να της βάλω στο αυτοκίνητο. Το ευχαριστήθηκες ; ρώτησα την κόρη μου. Ναι μου απάντησε η τεσσάρων χρονών κοπέλα και το στόμα της γέμισε με αυτήν την καταφατική λέξη.

Μετάνιωσα που δεν της έδωσα το ψωμί, ακόμα και κομμένο, μετάνιωσα που δεν πήγα στην ταμία να της αφήσω, όχι πολλά, είκοσι ευρώ και την παραγγελία να πληρωθούν ότι ψωνίσει η τσιγγάνα. Λεφτά στη ίδια δεν θα άφηνα, δεν θα με γέμιζε ποτέ αυτό, δώρα, πολλά και ακριβά για αυτούς δώρα.. ελάχιστα για μένα.

Δεν αξίζουν όλοι να σωθούν και για αυτό έχουμε ρίξει τις τύψεις στον καιάδα.. μια μερίδα, ανίκανων μας έχουνε κάνει να σκεφτόμαστε .. ή ακόμα καλύτερα να μην σκεφτόμαστε.

Τα χέρια μας είναι πίσω από την πλάτη, σφυρίζουμε αδιάφορα και κοιτάμε στον ουρανό, μη μας ζαλίσει το έδαφος. Αλλά στο έδαφος περπατάμε, όχι στον ουρανό, όσο απέραντος και όσο φωτεινός και να είναι ... Στεκόμαστε με τα πόδια στο έδαφος και το κεφάλι στο άπειρο... μα πάντα πιο κοντά θα είναι το έδαφος..



Συγνώμη τσιγγάνα, την άλλη φορά θα έχω έτοιμες τις σκέψεις μου...


5/11/08

σσστ...



-Καλημέρα σας κυρία μου.
-Καλημέρα σας κύριε Π., έρχομαι εκ μέρους της κυρίας Α. ..
-Δεν με ενδιαφέρει ποιος σας είπε να έρθετε, αν θα ξανάρθετε με ενδιαφέρει. Σας παρακαλώ προτού ξεκινήσουμε, θα ήθελα να κάνουμε μια μικρή προεργασία.
-Δηλαδή;
-Θέλω να κάτσετε ακίνητη για λίγα λεπτά
-Ακίνητη;
-Ναι, χωρίς να μιλάτε, απλά να με κοιτάτε στα μάτια, μπορείτε;
-Φυσικά, αλλά γιατί ..
-Σας παρακαλώ, ήσυχα όπως σας είπα.
-Ωραία, θα προσπαθήσω.
-Ήσυχα!

Η κυρία, έκλεισε το στόμα της, κάθισε καλύτερα στην δερμάτινη πολυθρόνα και για λίγα λεπτά κοίταζε τα ανέκφραστα μάτια του γιατρού. Δεν άντεξε για πολύ, γύρισε το βλέμμα της στο γραφείο του, μέτρησε τους συνδετήρες, είδε μερικά κίτρινα χαρτάκια, τον χαρτοκόπτη, όλα ήταν σε θέση στρατηγική, να τα φτάνει αλλά και τακτοποιημένα.

Για πόσο θα κάτσουμε έτσι; Πρέπει να του πω τα προβλήματα μου, για αυτό ήρθα! Άσε που χρεώνει με την ώρα, τι θα κάνουμε τώρα; Θα καθόμαστε έτσι;!!

Πήγε να πει κάτι αλλά το μετάνιωσε. Αυτός καθόταν ακίνητος.. και είχε και ωραία μάτια.. συμπαθητικός δεν λέω..

Τα παιδιά, πρέπει να του πω για τα παιδιά.. κοίτα τον, με κοιτάει σαν να φταίω!, εντάξει εγώ τα παραμέλησα, αλλά δεν υπάρχει λόγος να με κοιτάει έτσι. Ίσως και να μην δείχνω την αγάπη μου αρκετά, μα είναι και το σπίτι! Ποιος θα το καθαρίσει; Μόνη της θα φύγει η σκόνη; Α! τα νεύρα μου! Έτσι θα βρω λύσεις, ακίνητη, το έκανα και στο σπίτι μου αυτό! Δεν πάει να πνιγεί και αυτός!!



Ωραία, ας ηρεμήσω, βαθιές αναπνοές, μέσα, έξω. Ησυχία θέλει, ας παίξω το παιχνίδι του…

Ίσως αν ξέκλεβα λίγη ώρα από τις δουλειές…. Ίσως να καθόμουνα να ζωγραφίζω μαζί τους..
Έπεσε σε βαθιές σκέψεις, ώσπου στο τέλος δεν σκεφτόταν τίποτα. Έκλεισε τα μάτια της, ονειρεύτηκε.

Ήταν καλοκαίρι, διακοπές, στην άμμο. Τα παιδιά πιο πέρα ξεκουκιάζανε την ψιλή πέτρα από το αμμώδες χαλί που κράταγε με σθένος την πράσινο-γαλάζια θάλασσα, από το να ξεχυθεί στην στεριά… Αγκαλιές, γέλια …

..

- Φτάνει, της είπε ο άντρας απέναντί της. Πες μου τώρα γιατί ήρθες;

Άνοιξε τα μάτια της, τον κοίταξε.

- Τίποτα, του είπε χαμογελαστά, ευχαριστώ που με δεχτήκατε!

Άφησε μπροστά του, εκατό €, πήρε το παλτό της από την κρεμάστρα και βγήκε έξω σαν σίφουνας. Έκλεισε την πόρτα πίσω της απαλά.

Μια πινακίδα ήταν κρεμασμένη στην πόρτα που μόλις έκλεισε..

Κτηνίατρος

Κοίταξε στην διπλανή πόρτα..

Ψυχολόγος.

Ακόμα γελάει …



Hello darkness, my old friend,
Ive come to talk with you again,
Because a vision softly creeping,
Left its seeds while I was sleeping,
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence.
...
And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more.
People talking without speaking,
People hearing without listening,
People writing songs that voices never share
And no one deared
Disturb the sound of silence.
...
ησυχία!





Walking..



Έσκυψε, τα μαλλιά της ακούμπησαν στους ώμους, άνοιξε το κουτί με προσοχή. Κοίταξε μέσα, άδειο.

- Μα γιατί ; σκέφτηκε .. τον ψεύτη !

**

(μια μέρα πριν, σε ένα περιοδεύον τσίρκο)

Η σκηνή του ήταν λίγο μακρύτερα, από έξω όλες είχανε καρτελάκια με το όνομα του καλλιτέχνη, τζό ο ακροβάτης, Μαρουκος ο κλόουν, .. Μάγος, χωρίς όνομα. Εδώ είναι.
Τράβηξε την υφασμάτινη πόρτα και έβαλε το κεφάλι της μέσα. Τον είδε! από κάτω του είχε μια τεράστια μαξιλάρα, τα μάτια ήταν κλειστά, τα χέρια σταυρωμένα σαν να διαλογιζότανε. Παρατήρησε καλύτερα.. το σώμα του απείχε εκατοστά από το μαξιλάρι! αυτός ο άνθρωπος ήταν στον αέρα..

Μόλις την είδε, έπεσε κάτω με δύναμη ..

- Συγνώμη, θα χτύπαγα την πόρτα αλλά με υφασμάτινη πόρτα, το βρήκα κομματάκι αδύνατον.

- Δεν πειράζει, το παθαίνω συχνά. απάντησε ο μάγος γελώντας, ότι ανεβαίνει κατεβαίνει...

Πλησίασε το φως, τον είδε καλύτερα. Αυτήν την φορά δεν φορούσε τα φαρδιά ρούχα που είχε στην σκηνή, το σώμα του ήταν γυμνό, γυμνασμένο, διακοσμημένο με σχέδια παράξενα.. το πρόσωπο όμως ήταν ίδιο, μάτια μυστήριο με μαύρες ζωγραφισμένες γραμμές από κάτω..

- Σε τι μπορώ να βοηθήσω; ρώτησε ο μάγος.

- Ήθελα να σας συγχαρώ για την παράσταση, ήταν φανταστικά τα κόλπα σας!
- Ευχαριστώ, δεν υπάρχουν κόλπα.
- Μα τι λέτε, είναι δυνατόν να εξαφανιστείτε από την σκηνή και μετά από δευτερόλεπτα να βρίσκεστε πίσω μας, στις κερκίδες; κάποιο κόλπο υπάρχει.

Ο Μάγος γέλασε δυνατά! Τι άλλο θέλεις ,δεν ήρθες για αυτό ..

- Θέλω να μου δώσετε άλλο ένα κόλπο, κάτι που δεν θα ξεχάσω όσο ζω.. , τα μάτια της μικρής κοπέλας ανοίξανε διάπλατα..

- χμ.. για να σκεφτώ, είσαι σίγουρη;
- Ναι !
- Ωραία λοιπόν!

Άνοιξε ένα σεντούκι που είχε στο πλάι και έβγαλε ένα κουτί από παπούτσια.

- Πάρε αυτό!
- Μα αυτό είναι κουτί από παπούτσια! αναφώνησε η κοπέλα, απογοητευμένα.
- Δεν είναι. Κάτσε να σου πω μια ιστορία.

Η κοπέλα έκατσε κάτω στο χαλί που έντυνε την σκηνή οκλαδόν.

«Κάποτε, πριν από χρόνια ένα παιδί, χωρίς γονείς, χωρίς οικογένεια, χωρίς φίλους παρακαλούσε τον Θεό να τον ευνοήσει, να μοιάσει με όλους τους άλλους ανθρώπους, να νιώσει ευτυχία.
Ο Θεός δεν απαντάει όμως σε αυτούς που παραδίδονται στις προσευχές και δεν κάνουν τίποτα για να βελτιώσουν την ζωή τους. Ο Θεός ευλογεί την προσπάθεια, όχι το αποτέλεσμα. Να μην μακρηγορώ..

Κάποια στιγμή αγόρασε ένα ζευγάρι παπούτσια, να ήταν σε αυτό εδώ το κουτί. Δεν τα φόρεσε. Κάθισε πάνω τους και προσευχήθηκε δυνατά στο Θεό, να ευλογήσει τα παπούτσια αυτά να είναι τα τυχερά του. Μια φωνή του σφύριξε στο μυαλό του.

Αν είσαι ευλογημένος, αυτά θα είναι τα τυχερά σου παπούτσια, αν πάλι δεν είσαι ούτε τα παπούτσια σου δεν θα βρεις... Ευλογημένος σημαίνει να ξέρεις να περπατάς, ακόμα και με τα χέρια.

- Κατάλαβα! αν είμαι άξια, που είμαι, τα παπούτσια αυτά θα είναι τα τυχερά μου! πετάχτηκε η κοπέλα με φανερή χαρά για το δώρο της.
- Όπως θες, ελπίζω να φανεί χρήσιμο στην ζωή σου..

**

(Δυο μέρες μετά)

Άνοιξε το καπάκι από τα σκουπίδια.. για να δούμε, τι θα δούμε! έχει περισσέψει τίποτα και για εμάς;
- α! αναφώνησε ο ζητιάνος με τα σκισμένα ρούχα. Ένα κουτί από παπούτσια!

Άνοιξε το κουτί με φανερή λαχτάρα. Δυο γυαλισμένα σκαρπίνια χαμογελούσανε μέσα στο κουτί περήφανα.

Τα φόρεσε και πήγε στην ευχή του Θεού ...

3/11/08

Μια καραμέλα..


Δυο ρόδινα μαγουλάκια, με πυρόξανθα μαλλιά, συνοδευόμενα από ένα ζευγάρι διαπεραστικά μελί μάτια, ξεπρόβαλαν πίσω από τον πάγκο. Την κοίταξε με παιδική ντροπή. Το μικρό αγόρι, φανέρωσε ένα μεγάλο χαμόγελο που έφτασε από άκρη σε άκρη.

-Τι θες να σου δώσω μικρέ; ρώτησε η κυρία του ζαχαροπλαστείου.

Ο μικρός έδειξε με το δάχτυλο του, μια μεγάλη γυάλα που βρισκόταν στην αριστερή μεριά του πάγκου. Ήταν γεμάτη πολύχρωμες καραμέλες και τα γυαλιστερά χαρτάκια λαμπυρίζανε στην αντηλιά του πρωινού ήλιου.

-Έχεις λεφτά; ξαναρώτησε ξιπασμένα η υπάλληλος.

Το παιδί κούνησε το κεφάλι από άκρη σε άκρη, αρνητικά.

-Και; όλα τα παιδιά θέλουν καραμέλες, άμα ήταν να έδινα σε όλα τα παιδιά από μια δεν θα έμενε να πουλήσουμε. Χωρίς λεφτά, μισθό δεν παίρνω, χωρίς λεφτά δεν μπορώ να πληρώσω το νοίκι και τα λοιπά..

Το παιδί την κοίταζε περίεργα, πολλές άγνωστες λέξεις για ένα μικρό μυαλουδάκι. Στάθηκε εκεί να την κοιτάει αμίλητο, με ένα ζευγάρι αθώα μάτια.

-Η μαμά σου, ο μπαμπάς σου που είναι; ρώτησε κοφτά πάλι η υπάλληλος.

Το παιδί έκλεισε τα μάτια και χαμήλωσε το κεφάλι στεναχωρημένα.

Ξέρεις εγώ από μικρό παιδί, δουλεύω, τίποτα δεν μου χαρίσανε. Αυτή την φορά ο τόνος της μεσήλικης γυναίκας με τα σπασμένα μάτια και σκαμμένα χέρια έγινε πιο στοργικός.

Το παιδί γύρισε να φύγει, το πρόσωπο του είχε ένα σύννεφο πάνω του. Έφτασε μέχρι την τζαμένια πόρτα, άπλωσε το μικρό του χεράκι να αγγίξει την πετούγια όταν άκουσε μια φωνή από πίσω του.

-Περίμενε!

Η κυρία πίσω από τον πάγκο, έσκυψε στο κάτω μέρος του πάγκου, έβγαλε μια χάρτινη μικρή σακούλα, πλησίασε την γυάλα και έπιασε με την χούφτα της καραμέλες. Γέμισε την σακούλα μέχρι πάνω και την έκλεισε καλά. Άνοιξε ένα πορτάκι, έφτασε μέχρι την πόρτα που βρισκόταν ο μικρός.

Λύγισε στα γόνατα με δυσκολία, έφτασε το ύψος του μικρού παιδιού.

-Πάρε, του είπε, ας είναι! Αν δεις τον Θεό στον ύπνο σου, πες μια καλή κουβέντα και για μένα, έτσι ;

Το παιδί, πήρε την σακούλα και ξανά ανέτειλε στο προσωπάκι του ο ήλιος. Έφτασε την πετούγια, άνοιξε την πόρτα και ξεχύθηκε στο δρόμο, έφυγε σαν τον άνεμο...

Η κυρία έμεινε έτσι σκυφτή για λίγη ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα απότομα. Ήταν η κυρία Α. από απέναντι..

-Τι κάνεις εκεί, θα σε πιάσει η μέση σου πάλι; την ρώτησε με φανερή περιέργεια.

-Το είδες το παιδί που έφυγε; είδες χαμόγελο; τα παιδιά είναι οι άγγελοι του Θεού.

-Πιο παιδί; σε κοιτάω μια ώρα τώρα από την βιτρίνα να μιλάς μόνη σου..

2/11/08

Ο Ύμνος της Αγάπης



1. Εάν υποθέσουμε ότι ομιλώ την γλώσσα των ανθρώπων και των αγγέλων, δεν έχω όμως αγάπη, έγινα όμοιος προς τον άψυχο χαλκό, που βουίζει, όταν τον κτυπούν, ή προς το κύμβαλο, που βγάζει θορυβώδη και χωρίς σημασία ήχο.

Και αν γνωρίζω γλώσσες και τέχνες, το κενό της αγάπης μου ακούγεται σαν ήχος κυμβάλου μέσα στο σκοτάδι.

2. Και εάν έχω το χάρισμα της προφητείας και εάν γνωρίζω όλα τα μυστικά σχέδια των βουλών του Θεού και έχω όλη την γνώση, που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος, και αν έχω κάθε βαθμό πίστεως, ώστε να μεταθέτω και βουνά ακόμα, δεν έχω όμως αγάπη δεν είμαι τίποτε.

Και αν η πνευματικότητα μου είναι τέτοια, που μου επιτρέπει να γνωρίζω ή να μετακινώ βουνά, χωρίς αγάπη είμαι ακίνητος, κόκκος της άμμου, αδιαίρετος.

3. Και αν διαθέσω όλα τα υπάρχοντά για να θρέψω με ψωμιά τους πτωχούς, και αν παραδώσω το σώμα μου δια να καώ, δεν έχω όμως αγάπη, δεν ωφελούμαι τίποτε από τα θυσίες αυτές.

Και να ακόμα βίο Αγίου ζω, φιλόπτωχος ηρωικός και στόχος της ζωής μου είναι η βοήθεια των άλλων, χωρίς αγάπη, ούτε τον ίδιο μου τον εαυτό δεν θα μπορέσω να βοηθήσω.

4. Εκείνος, που έχει αγάπη, είναι μεγαλόψυχος, ανεκτικός και με πλατεία καρδία, γίνεται ευεργετικός και ωφέλιμος. Η αγάπη δεν φθονεί, η αγάπη δεν ξιπάζεται και δεν φέρεται με αλαζονεία και προπέτεια, δεν φουσκώνει από οίηση και περηφάνια.

Η αγάπη είναι ανίκητη, αδιάβλητη, δεν ζηλεύει, δεν φουσκώνει, δεν περηφανεύεται, περνάει σαν τον αέρα μέσα από τα σχίσματα των βράχων, με μεγαλοπρέπεια, γιάνει χωρίς να ζητάει ανταλλάγματα.

5. Δεν πράττει τίποτε άσχημο, δεν ζητεί τα δικά της συμφέροντα, δεν ερεθίζεται από θυμό και οργή, δεν σκέπτεται κακό κατά του πλησίον, ούτε λογαριάζει το κακό που έπαθε από αυτόν.

Δεν την ενδιαφέρει το κακό, δεν κερδίζει τίποτα, δεν νευριάζει, δεν αγανακτεί, δεν συναλλάσσεται, μα πάνω από όλα γυρνάει και το άλλο μάγουλο για να μην πληγώσει.

6. Δεν χαίρει όταν βλέπει να γίνει άδικο, χαίρει όταν βλέπει την αλήθεια να επικρατεί.

Αγανακτεί με την αδικία, τις συναλλαγές συμφέροντος, την αδιαφορία, υμνεί όμως τους αληθινούς κρατήρες της αλήθειας.

7. Σκεπάζει όλες τις ελλείψεις του πλησίον και δεν τις διαπομπεύει . Σχηματίζει ευμενή πεποίθηση υπέρ του αγαπωμένου εις όλα. Και όταν βρίσκεται ενώπιον παρεκτροπών του πλησίον ελπίζει, ότι θα διορθωθεί αυτός, εις όλα δεικνύει υπομονή δια τον πλησίον.

Έχει υπομονή, ακόμα και αν κανείς άλλος δεν θα είχε, ελπίζει το ανέλπιστο, μεταλαμβάνει τον αμετανόητο, τον δύσπιστο, στολίζει τους πάντες με ειλικρινή αισθήματα, ακόμα εκεί που δεν αξίζει να αναλωθεί, αναλώνεται.

8. Η αγάπη δεν ξεπέφτει ποτέ, αλλά μένει πάντοτε βεβαία και ισχυρά, ακόμη και μετά τον θάνατο μας. Είτε προφητείες υπάρχουν τώρα ως χαρίσματα του πνεύματος, θα καταργηθούν, είτε χαρίσματα γλωσσών υπάρχουν και αυτά θα παύσουν, είτε γνώση υπάρχει, θα καταργηθεί και αυτή.

Από όλα τα αγαθά του ανθρώπου, το αιώνιο είναι η αγάπη, τα άλλα φθίνουν. Οι λέξεις, τα γράμματα, οι τέχνες παρασύρονται στην λήθη, η αγάπη όμως μένει στην καρδιά, αυτό το μοναδικό όργανο που μας κρατάει στην ζωή. Η αγάπη ξεπερνά τον θάνατο.

9. Θα καταργηθούν όλα αυτά εις την μέλλουσα ζωή. Διότι τώρα μερικώς και ατελώς γνωρίζομαι και μερικώς προφητεύομαι. Εις το βίων αυτών η γνώση μας είναι περιορισμένη και οι προφητείες μέρος μόνον των μυστηρίων της θείας σοφίας μας αποκαλύπτουν.

Μην πιστεύετε στις ατελές γνώσεις που έχουμε, πολλά ακόμα να μάθουμε..

10. Όταν δε εις τον μέλλοντα βίο έλθει το τέλειο και μας δοθεί η τέλεια γνώση, τότε το μερικό και ατελές θα καταργηθεί.

Και ακόμα και αν όλες τις γνώσεις του κόσμου κερδίσουμε (στο μέλλον), τούτο θα ανακαλύψουμε : η γνώση (λογική, ορθολογισμός, έρευνα κ.α.) είναι ένα aπύθμενο πιθάρι που συνέχεια γεμίζει, κάθε στάθμη που ανεβαίνει προσθέτει βάρος, κάθε στάθμη που κατεβαίνει αφαιρεί βάρος. Η γνώση είναι ρευστή γιατί ποτέ δεν τελεύει (γίνετε επαρκής, τέλεια) ενώ η αγάπη αν την βάλεις σε ένα πιθάρι, το βάρος θα είναι πάντα ίδιο, και τώρα και τότε … γιατί η αγάπη δεν έχει βάρος, ούτε εκτόπισμα, διαπερνά τον χρόνο σαν να μην υπήρξε ποτέ ..

---------------------

(με πλάγια γράμματα, είναι δικά μου σχόλια)

Αυτός ήταν ο ύμνος της Αγάπης, γραμμένο από τον Απ. Παύλο (Προς κορινθίους κεφ. ιγ’ 1-9).
Δεν θα σταθώ στην χριστιανική χροιά του κειμένου, δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Το αναφέρω πιο πολύ ως φιλοσοφικό κείμενο που έχει διανύσει 2,000 χρόνια και συνεχίζει να είναι επίκαιρο.

Τι είναι η αγάπη; Για τον Απόστολο Παύλο, το τίποτε και τα πάντα. Κάτι που μένει αναλλοίωτο μέσα στους αιώνες, σε πλήρη αντίθεση με τις γνώσεις, την λογική, την φιλοσοφία και όλα τα άλλα που περιλαμβάνονται στην ύπαρξη μας.

Ποια είναι η έννοια της παιδικής αγάπης προς την μητέρα του; Ποια είναι η έννοια της αγάπης όταν ανδρωνόμαστε και εξομολογούμαστε την ειλικρινή αγάπη μας σε μια γυναίκα; Ποια η σχέση αυτών ανάμεσα σε άλλες μορφές αγάπης, ακόμα και της φιλικής;

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ τους, αυτή είναι πράγματι η πρώτη αντίδραση της λογικής μας. Μα αν το σκεφτούμε με αγάπη, χωρίς φιλοσοφικά θεωρήματα σε όλα αυτά δεν κλαίμε, όταν τα χάνουμε; Έχει σημασία το πόσο; Σε όλες τις περιπτώσεις ο λόγος που κλαίμε είναι γιατί μείναμε μονάχοι, δεν εισπράττουμε αγάπη πλέον, για αυτό θλιβόμαστε.

Άρα η αγάπη δεν είναι μόνο αυτή που δίνουμε, αλλά και αυτή που δεχόμαστε.

Πρέπει να είμαστε σε θέση να μεταδώσουμε

έτσι ώστε κάποια στιγμή να δεχτούμε,

Άδολα.

Μια σκέψη του φεγγαριού …