28/4/09
the man who sold the world
Κάποιες φορές ακόμα και τα αστέρια σβήνουν..
Κάποιες άλλες εμείς κλείνουμε τα μάτια..
πόσο λάθος βλέπουν τα μάτια μας κάποιες στιγμές...
24/4/09
Θρόισμα...
θες να σου πω;
Ένας θίασος εντυπώσεων,
Ένας μικρός θεός, γελωτοποιός,
Ένα σκιάχτρο του χειμώνα,
της βροχής και του ανέμου,
κέντησα στα ακροδάχτυλα μου
θαύματα, μικρές αναστάσεις,
ψηλάφισα την γη,
τις παραλίες, τα κορφοβούνια..
ίσως, δεν ξέρω...
ίσως απλά να κοιμήθηκα για λίγο,
κοντά στις ρίζες της ελιάς,
και η φαντασία μου, παραμύθια έπλασε,
μικρό αεράκι, φούσκωσε το ψέμα,
θάλασσες χάθηκαν σαν πήγα να ακουμπήσω.
εγώ δεν είμαι ποιητής,
μόνο ένα θρόισμα της στιγμής,
και αυτό συχνά το παίρνει πίσω ο αέρας..
Μια Τριανταφυλλιά..
Ο Paul Potts είναι ένας άνθρωπος της "διπλανής" πόρτας. Πωλητής στο επάγγελμα, πίστεψε σε ένα όνειρο και εμφανίστηκε στον διαγωνισμό talent show της Βρετανίας..
Και μάγεψε..
Τα όνειρα είναι μια μορφή ενέργειας που ατενίζουν το μέλλον μας με αισιοδοξία. Μια ενέργεια που μπορεί να γίνει ανίκητη και ναι, κάποιοι πολλές φορές την μπερδεύουν με την πίστη. Όχι άδικα, λέω εγώ.
Μια τέτοια περίπτωση "ζει" στο μπαλκόνι μου και κάθε άνοιξη παρ' όλη την ακινησία και γύμνια του χειμώνα, αυτό βγάζει μπουμπούκια, πέταλα και στήμονες. Και φανταστείτε αυτό, κάθε χρόνο προσπαθεί να φτάσει και πιο ψηλά, λες και ξέρει κάτι που εγώ δεν γνωρίζω..
Σας παρουσιάζω την τριανταφυλλιά μου. Ένα φυτό με πίστη στην αγάπη του ήλιου..
Και εμένα βέβαια σας παρουσιάζω, που κάθε χρόνο του χαρίζω τις απαίσιες σκέψεις μου για το μέλλον του, μα αυτό από πείσμα με διαψεύδει κάθε άνοιξη..
Θα έλεγε κανείς ότι το κάνει επίτηδες για να με δει να τυλίγομαι στις σκέψεις μου, να με δει να δαγκώνω τα χείλια μου νευρικά που για άλλη μια χρονιά δεν βγήκα αληθινός.. Δεν του χαρίζω την συγνώμη μου, όχι, αλλά την παρακάτω σκέψη δεν μπορώ να μην την κάνω..
Άραγε αυτό τι να σκέφτεται για μένα;
21/4/09
Καλώς σας βρήκα και πάλι...
Τι είναι η ελπίδα, παρά ένα μικρό φύσημα στο σβέρκο..
Ένα μικρό άγγιγμα χαμόγελου στο στέρνο.
Τι είναι αυτό που μπορεί κανείς να δώσει, άδολα και χωρίς κόπο..
Αρκεί..
(λες για να το ακούσεις έτσι;)
Αρκεί να έχεις μέσα σου ανθισμένη την εσπέρια..
Ένα μικρό άγγιγμα χαμόγελου στο στέρνο.
Τι είναι αυτό που μπορεί κανείς να δώσει, άδολα και χωρίς κόπο..
Αρκεί..
(λες για να το ακούσεις έτσι;)
Αρκεί να έχεις μέσα σου ανθισμένη την εσπέρια..
**
Τα σκέφτεσαι αυτά σαν βλέπεις κάποιον στο λύγισμα να ελπίζει, ή σαν βλέπεις τον ελπιδοφόρο σαν ένα κλόουν να διασκεδάζει τα ντουβάρια..
Μα κάθε πρωί, στο λεωφορείο βλέπεις ένα μάτσο ανθρώπους με καρτέρι να στριμώχνονται .. Λες κάποιος τους είπε ότι τέλος του μήνα θα πληρωθούν, τίποτα δεν θα αλλάξει..
Δεν αλλάζει, ... ώσπου να έρθει η αλλαγή ..
Και τότε ντύνεσαι με τα καλά σου ρούχα, βάζεις το κολλαριστό πουκάμισο που ποτέ ξανά δεν έβαλες, παρά στην ντουλάπα κρατούσες για μια ειδική περίπτωση..
Αυτό είναι η ελπίδα, μια ειδική περίπτωση...
Η τελευταία γερή ανάσα..
**
Ρωτάς «πως σου ήρθαν σήμερα και τέτοια πράγματα μας λες...;;»
Χριστός Ανέστη, θα σου πω
Ακόμα και Μουσουλμάνος ή Άθεος θες να νιώθεις,
Χριστός Ανέστη θα σου πω
και δυο σπουργίτια ερωτευμένα
στην τσέπη σου θα βάλω...
Χριστός Ανέστη θα σου πω
και δυο σπουργίτια ερωτευμένα
στην τσέπη σου θα βάλω...
Όλα κύριε Νίκο είναι εδώ, όπως τα άφησες εσύ και όπως τα ξέρεις..
N.K.16/4/09
Φοινικόδεντρα..
Όσο και να δοκίμαζα τις εσωτερικές μου δυνάμεις να καταλάβω τις σκέψεις, την αντίληψη που ντύνει αυτόν τον άνδρα, αδύνατο μου φάνηκε. Σε ένα κόσμο που για να τον πείσεις πρέπει να του τα πεις παραμυθένια, να αναστήσεις ανθρώπους, να κάνεις θαύματα αυτός επιμένει να μιλάει για αγάπη, για συμπόνια, για ανθρωπισμό. Αρετές; Ιδιότητες; Συναισθήματα; Ακριβώς δεν ξέρω, αν και μέσα μου κυμβαλίζει κάθε λέξη σαν ουράνια καμπάνα, ευφραίνεται η σάρκα μου σε κάθε πράξη που συμβολίζει τις λέξεις τούτες. Και Αυτός μου τις δίδαξε. Αυτός πάτησε μέσα, - όχι δίπλα μα μέσα – στην δύσφημη ζωή μου και ανέσυρε από τα βάθη μου κάθε σκέψη, την έντυσε με τρυφερά λουλούδια και με έκανε να βλέπω από αυτά τα ταπεινά μάτια μου, τον κήπο της ζωής με άλλον τρόπο..
Νάτος προχωράει μπροστά μου, θα΄ναι δέκα βήματα που μας χωρίζουν μα τα νιώθω τριπλάσια και δεκαπλάσια, σαν σκέφτομαι τα λόγια του, τον τρόπο σκέψης του. Ένας χρυσοκέντητος ήλιος χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά του και ένα ελαφρό αεράκι τα αναδεύει ευχάριστα, παρέα με ένα άπλετο χαμόγελο που κάνει το πρόσωπο του να δείχνει νεανικό, φρέσκο. Είχα την εντύπωση ότι σε κάθε του βήμα, μίλαγε με την γη, απαντούσε στις απορίες των πουλιών, μάντευες από το περπάτημα του, ότι πρόσεχε μη πατήσει έμβια ζωή, ότι σέρνονταν στο χώμα.. είχε ένα ανάλαφρο βήμα, πεταχτό και σίγουρο.. Κάθε λέξη, κάθε ανάσα ανάβλυζε μια σιγουριά, μια δροσερή πνοή στην ξέρα της ζωής..
Τι δουλειά να έχουμε στην Ιερουσαλήμ .. αυτό και αν είναι το μυστήριο όλων. Μετά ειδικά τον χθεσινό δείπνο που είχαμε, όπου μας αποκάλυψε τον θάνατο του. Κανείς μας δεν ξέρει αν θα πεθάνει και πως, μα αυτός ήξερε τα πάντα, ακόμα και αυτόν που θα τον προδώσει.. ακόμα και τον σκοπό του θανάτου του.
Το θάνατο κανείς δεν τον περιμένει, κανείς δεν γνωρίζει τον χρόνο του, όπως κανείς δεν ξέρει γιατί γεννήθηκε, ποιος ο σκοπός...
Ζωή και Θάνατος, άγνωστα αγκωνάρια μιας ενδιάμεσης ζωής, αυτό είναι και τίποτα άλλο.
«Σαν πλουτίσεις την ζωή, η γέννηση και ο Θάνατος, παίρνουν αξία..» έλεγε και λίγο το καταλάβαινα..
«Δάσκαλε,» του φώναξα και πάτησα την γη με δύναμη να τον προφτάσω.. «που πάμε; Θέλω να πω, εδώ θα γίνει ότι προφήτευσες, στην Ιερουσαλήμ;»
Με κοίταξε, το βλέμμα ήταν σταθερό, τα χείλη κουνήθηκαν, ένα μικρό χαμόγελο με φώτισε και τα λόγια του παρατάχτηκαν μπροστά απο την σκέψη μου, σαν πειθαρχημένος στρατός.
«Ναι. Εδώ πάμε. Στην Ιερουσαλήμ, εκεί που θα τελειώσω εγώ και εσείς θα αναστηθείτε..»
«Μα γιατί; Δεν καταλαβαίνω.. Θα υπάρχουν και άλλοι τρόποι.!» απάντησα θαρεττά.
«Σίγουρα. Αλλά όπως λατρέψανε την Ανάσταση του Λαζάρου, έτσι θα λατρέψουν και τον Θάνατο μου. Βλέπεις στους δύσπιστους λαούς, μια γέννηση, ένας θάνατος ή μια ανάσταση είναι αυτό που κάνει εντύπωση. Τα απλά λόγια, τα λένε οι ποιητές, καταπίνονται στο τέλος απο τις ίδιες τους τις ρίμες, τους ρουφάει ο Αίολος και χάνονται... Ναί μόνος δρόμος είναι η Ιερουσαλήμ..» απάντησε και ο λόγος του είχε μια σταθερότητα στοχασμου, σαν ήρεμο συνεφιάτικο πρωινό ..
«Δεν υπάρχει παραλογία στην σκέψη σου Δάσκαλε, αλλά επιμένω ότι θα υπάρχει και άλλος τρόπος..»
«Υπάρχει, αλλά δεν μπορείς να τον σκεφτείς γιατί και εσύ αυτή θεωρείς την καλύτερη συνέχεια μου..»
Σώπασα για λίγο, πνιγμένος στον κόσμο της λογικής και των συναισθημάτων..
«Και γιατί ονόμασες τον Ιούδα; Γιατί τον έκανες να αισθανθεί ότι θα σε προδώσει; Όλος ο κόσμος ξέρει ποιος είσαι και που βρίσκεσαι. Γιατί αυτός πρέπει να σε φιλήσει στο μάγουλο; Δεν κρύβεσαι, νομίζω ότι αυτό ήταν περιττό..» τα μάτια μου στένεψαν και τον κοίταξα στα μάτια..
«Ναι. Εκ’ πρώτης φαίνεται περιττό. Αλλά σκέψου, αν ήδη γνωρίζω τον επερχόμενο θάνατο μου, πιθανόν να ξέρω και τον τρόπο που θα φύγω. Πίστεψε με, τον Ιούδα τον αγαπώ, όπως ξέρω ότι αγαπάει και εμένα. Τι είναι αυτό που σε κάνει να φαντάζεσαι ότι από την αγάπη του, δεν θα συνεισφέρει να εκτελεστεί στα σίγουρα ο τρόπος θανάτου μου; Ότι όλα θα γίνουν, όπως πρέπει να γίνουν;»
Από μακριά αχνά, χάραζε το τοπίο με μια σειρά από πλίθινες πέτρες και δεξιά,ζερβά το ανίκητο σεντόνι της φύσης έντυνε τα μάτια μας με εικόνες υπέροχες, με κάλος απερίγραπτο. Σαν φτάσαμε κοντά στα τείχη της Ιερουσαλήμ από μέσα ακουγόντουσαν ιαχές από ανθρώπους που μας περίμεναν, ένα παιδί βγήκε στον δρόμο μας και έπεσε στα πόδια Του. Με την παλάμη του έστρωσε τα μαλλιά και το πρόσταξε να γυρίσει στην οικογένεια του, εκεί που ανήκει.
«Βρες μου ένα γαϊδουράκι, πρέπει να μπω ταπεινά μέσα σε εκείνο τον τόπο..» ακούστηκε να λέει επιτακτικά..
«Υπάρχει λόγος και για αυτό Δάσκαλε..» τον ρώτησα έκπληκτος..
«Τους βλέπεις τούτους; Όλο χαρά γεμάτοι είναι, που έρχεται ο Μάγος, ο Προφήτης.. Περιμένουν Βασιλιά και πρέπει να δούν υπηκόο, περιμένουν λυτρωτή, πρέπει να με δούν στα πόδια όχι στο στέμμα. Θα ντυθώ σαν και αυτούς για να με προσέξουν..»
Στάθηκα για λίγο σαστισμένος.. ώσπου άκουσα την τελευταία Του κουβέντα ...
«.. και όλοι αυτοί που θα φωνάξουν σήμερα ωσαννά, σε μερικές μέρες θα κράζουν σταύρωσον αυτόν.. Αυτό τι σου λέει για το ανθρώπινο είδος;...»
**
[ Η ευχή, Καλό Πάσχα ποτέ δεν μου έκατσε καλά.. ίσως γιατί η βαθύτερη έννοια της είναι "Να περάσετε καλά αυτές τις άγιες ημέρες. Είθε η σιέστα αυτή του χρόνου, να σας σκεπάσει υπό την σκεπή του κρασιού, του γέλιου και των οικογενειακών στιγμών.
Με Υγεία και Ευτυχία ..
Ν.ΚΑΡΑΚΑΣΗΣ]
12/4/09
Ένα τηλέφωνο..
Καλησπέρα, πήρα για να σε ακούσω...
«Έχω μέρες τώρα που ήθελα να σε πάρω, μα δεν έβρισκα το θάρρος να το κάνω. Βλέπεις είμαι και εγώ μόνος στο σπίτι και λίγη κουβεντούλα θα μου έκανε καλό. πως είναι τα πράγματα; Ακόμα τα ίδια ε; Το ξέρω και εμένα τίποτα το συνταρακτικό. Δουλεύω καθημερινά σαν τρελός.. Τρελό δεν λένε αυτόν που έχει χάσει τα μυαλά του ε; Τότε δεν είμαι τρελός γιατί τα μυαλά μου τα έβγαλα μόνος μου. Δεν τα έχασα. Τα χάρισα σε κάποιους για να τα τρελάνουν.
Και μετά την δουλειά, τα ίδια και τα ίδια. Αν δεν κάτσω στο κομπιούτερ να ‘δω’ λίγο κόσμο θα τρελαθώ. Καμιά φορά πίνω, στο έχω πει; Χα! Πότε να στο πώ;
Ναι, κάποιες φορές βάζω στην κούπα την μεγάλη, αυτή με τη χοντρή κυρία με το ψεύτικο χαμόγελο, με την λεζάντα mum’s coffee.. βάζω που λες, πάγο, το γεμίζω μέχρι την μέση με ουίσκι και μετά μέχρι πάνω με κόκα κόλα. Προσθέτω ακόμα λίγους πάγους και κάθομαι στο κομπιούτερ και διαβάζω φορουμς, τσατ... μέχρι να νυστάξω...
Τι; Όχι δεν έχω κάπου να πάω. Θέλω μωρέ, αλλά ξέρεις πως είναι αυτά.. βαριέμαι, κανείς δεν μου ταιριάζει από τους γνωστούς μου.. όχι φίλους δεν έχω. Δηλαδή είχα έναν και πήγε στην Αγγλία. Οι υπόλοιποι είναι γνωστοί και άγνωστοι. Δεν έχω κάτι να πω μαζί τους.. με εσένα νομίζω ότι ταιριάζω όμως..
Έχω και δίσκους παλαιούς, αν θέλεις κάποια φορά μπορούμε να κάτσουμε να τους ακούσουμε.. όχι δεν μπορώ να σου δανείσω τίποτα. Οι δίσκοι είναι σαν τις γυναίκες, αν σου έχουν πει τα μυστικά τους, πρέπει να τις κρατήσεις κοντά σου να μην τις χάσεις. Εγώ δεν χάσει τίποτα. Από δίσκους εννοώ όχι από γυναίκες, γυναίκες δεν είχα ποτέ μου ιδιαίτερες... είχα δηλαδή μια, αλλά τώρα που το σκέφτομαι, δεν την είχα ποτέ. ...
Φταίει η μύτη μου, αυτή την μύτη ποτέ κανείς δεν την συνήθισε, είναι λίγο μεγάλη βλέπεις..
δεν είναι; Η ευγένεια σου με σκλαβώνει, αλλά θέλω να είσαι ειλικρινής μαζί μου. Η μύτη είναι μεγάλη, σαν μελιτζάνα.. τουλάχιστον έτσι μου την έλεγε η μικρή αδελφή μου. Μελιτζάνα.. αποκρουστική δεν θα την έλεγα, αλλά είναι ένας καλός λόγος για να μην με πλησιάσει γυναίκα.
Ξέρεις λένε, ότι η μοναξιά είναι προνόμιο, δίνει φτερά σε άλλα πράγματα πιο εσώτερα. Δεν το βλέπω έτσι.. τουλάχιστον όχι τώρα που έχω πιει λίγο παραπάνω στην κούπα που σου είναι πριν. Όχι δεν το βλέπω καθόλου έτσι..
Αλλά τώρα δεν είμαι μόνος, έτσι; Μπορώ να σου μιλήσω και να σε ακούσω.. ελπίζω να θέλεις και εσύ δηλαδή...
ξέρω είναι αργά.
Θέλεις να ξαπλώσεις, το καταλαβαίνω..
Αν σε πάρω αύριο, θα είσαι εκεί;
Φυσικά και θέλω να σου μιλήσω..
Όχι φυσικά, δεν είμαι μόνος.. εξάλλου το επέλεξα να ζω την ζωή που ζω. Όχι δεν με πειράζει που θες να κοιμηθείς.. αλλά πες μου φταίει η μύτη μου;
Ωραία! Σε πιστεύω, δεν φταίει η μύτη μου.. αλλά λες ψέμματα, τουλάχιστο λίγο πρέπει να φταίει η μύτη μου.. τότε αυτά που λέω; Δεν έχω χιούμορ; Και σε ποιον να κάνω χιούμορ.. έχεις δίκιο. Έχω μεγάλη μύτη και δεν ξέρω ανέκδοτα να σε κάνω να διασκεδάσεις.
Αν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου ρωτάς; Μπορώ, δεν έχω πιει τόσο .. εντάξει στο υπόσχομαι, θα πάω και εγώ να ξαπλώσω.. χάρηκα που μιλήσαμε ..
Θα σε πάρω αύριο εντάξει;
Καληνύχτα ...
Το ακουστικό έπεσε από το βάρος του στο πάτωμα, το παράθυρο μεμιάς άνοιξε διάπλατο και ένας σβουριχτός αέρας φύσηξε με δύναμη το δωμάτιο. Ένα σπουργιτάκι, έκατσε στο παράθυρο δίβουλο. Κοίταξε με το μικρό κεφαλάκι του το δωμάτιο, είδε το νέο άνδρα πάνω στο γραφείο του, γειρτό και με τα χέρια να κλείνει μέσα το πρόσωπο του. Φτερούγισε με θόρυβο και έκατσε ακριβώς απέναντί του, με τεντωμένο το προγούλι, σαν προσοχή. Κούνησε την μικρή μουσούδα του νευρικά και ένας μικρός ήχος κελάηδησε στα αυτιά του νέου με την πράσινη μπλούζα και την περίεργη μύτη.
Ακούστηκε σα νότες από βιολί, σαν κελάρυσμα νερού από καθάρια πηγή, σαν αγγελικό σάλπισμα που αναστάσιμα καλεί την αύρα της σάρκας να υπερπηδήσει το κάθε κύτταρο..
Ο νέος, δειλά μάζεψε τα χέρια του από το πρόσωπο, περιεργάστηκε το μικρό πουλάκι και ένα αμήχανο χαμόγελο όπλισε το κερένιο του πρόσωπο.
Ώστε ήρθες από εδώ;
Στο πάτωμα, αφημένο το ακουστικό του τηλεφώνου και απο μέσα μια γυναικεία τυπική φωνή να λέει «Στο επόμενο τόνο η ώρα θα είναι ...»....
«Έχω μέρες τώρα που ήθελα να σε πάρω, μα δεν έβρισκα το θάρρος να το κάνω. Βλέπεις είμαι και εγώ μόνος στο σπίτι και λίγη κουβεντούλα θα μου έκανε καλό. πως είναι τα πράγματα; Ακόμα τα ίδια ε; Το ξέρω και εμένα τίποτα το συνταρακτικό. Δουλεύω καθημερινά σαν τρελός.. Τρελό δεν λένε αυτόν που έχει χάσει τα μυαλά του ε; Τότε δεν είμαι τρελός γιατί τα μυαλά μου τα έβγαλα μόνος μου. Δεν τα έχασα. Τα χάρισα σε κάποιους για να τα τρελάνουν.
Και μετά την δουλειά, τα ίδια και τα ίδια. Αν δεν κάτσω στο κομπιούτερ να ‘δω’ λίγο κόσμο θα τρελαθώ. Καμιά φορά πίνω, στο έχω πει; Χα! Πότε να στο πώ;
Ναι, κάποιες φορές βάζω στην κούπα την μεγάλη, αυτή με τη χοντρή κυρία με το ψεύτικο χαμόγελο, με την λεζάντα mum’s coffee.. βάζω που λες, πάγο, το γεμίζω μέχρι την μέση με ουίσκι και μετά μέχρι πάνω με κόκα κόλα. Προσθέτω ακόμα λίγους πάγους και κάθομαι στο κομπιούτερ και διαβάζω φορουμς, τσατ... μέχρι να νυστάξω...
Τι; Όχι δεν έχω κάπου να πάω. Θέλω μωρέ, αλλά ξέρεις πως είναι αυτά.. βαριέμαι, κανείς δεν μου ταιριάζει από τους γνωστούς μου.. όχι φίλους δεν έχω. Δηλαδή είχα έναν και πήγε στην Αγγλία. Οι υπόλοιποι είναι γνωστοί και άγνωστοι. Δεν έχω κάτι να πω μαζί τους.. με εσένα νομίζω ότι ταιριάζω όμως..
Έχω και δίσκους παλαιούς, αν θέλεις κάποια φορά μπορούμε να κάτσουμε να τους ακούσουμε.. όχι δεν μπορώ να σου δανείσω τίποτα. Οι δίσκοι είναι σαν τις γυναίκες, αν σου έχουν πει τα μυστικά τους, πρέπει να τις κρατήσεις κοντά σου να μην τις χάσεις. Εγώ δεν χάσει τίποτα. Από δίσκους εννοώ όχι από γυναίκες, γυναίκες δεν είχα ποτέ μου ιδιαίτερες... είχα δηλαδή μια, αλλά τώρα που το σκέφτομαι, δεν την είχα ποτέ. ...
Φταίει η μύτη μου, αυτή την μύτη ποτέ κανείς δεν την συνήθισε, είναι λίγο μεγάλη βλέπεις..
δεν είναι; Η ευγένεια σου με σκλαβώνει, αλλά θέλω να είσαι ειλικρινής μαζί μου. Η μύτη είναι μεγάλη, σαν μελιτζάνα.. τουλάχιστον έτσι μου την έλεγε η μικρή αδελφή μου. Μελιτζάνα.. αποκρουστική δεν θα την έλεγα, αλλά είναι ένας καλός λόγος για να μην με πλησιάσει γυναίκα.
Ξέρεις λένε, ότι η μοναξιά είναι προνόμιο, δίνει φτερά σε άλλα πράγματα πιο εσώτερα. Δεν το βλέπω έτσι.. τουλάχιστον όχι τώρα που έχω πιει λίγο παραπάνω στην κούπα που σου είναι πριν. Όχι δεν το βλέπω καθόλου έτσι..
Αλλά τώρα δεν είμαι μόνος, έτσι; Μπορώ να σου μιλήσω και να σε ακούσω.. ελπίζω να θέλεις και εσύ δηλαδή...
ξέρω είναι αργά.
Θέλεις να ξαπλώσεις, το καταλαβαίνω..
Αν σε πάρω αύριο, θα είσαι εκεί;
Φυσικά και θέλω να σου μιλήσω..
Όχι φυσικά, δεν είμαι μόνος.. εξάλλου το επέλεξα να ζω την ζωή που ζω. Όχι δεν με πειράζει που θες να κοιμηθείς.. αλλά πες μου φταίει η μύτη μου;
Ωραία! Σε πιστεύω, δεν φταίει η μύτη μου.. αλλά λες ψέμματα, τουλάχιστο λίγο πρέπει να φταίει η μύτη μου.. τότε αυτά που λέω; Δεν έχω χιούμορ; Και σε ποιον να κάνω χιούμορ.. έχεις δίκιο. Έχω μεγάλη μύτη και δεν ξέρω ανέκδοτα να σε κάνω να διασκεδάσεις.
Αν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου ρωτάς; Μπορώ, δεν έχω πιει τόσο .. εντάξει στο υπόσχομαι, θα πάω και εγώ να ξαπλώσω.. χάρηκα που μιλήσαμε ..
Θα σε πάρω αύριο εντάξει;
Καληνύχτα ...
Το ακουστικό έπεσε από το βάρος του στο πάτωμα, το παράθυρο μεμιάς άνοιξε διάπλατο και ένας σβουριχτός αέρας φύσηξε με δύναμη το δωμάτιο. Ένα σπουργιτάκι, έκατσε στο παράθυρο δίβουλο. Κοίταξε με το μικρό κεφαλάκι του το δωμάτιο, είδε το νέο άνδρα πάνω στο γραφείο του, γειρτό και με τα χέρια να κλείνει μέσα το πρόσωπο του. Φτερούγισε με θόρυβο και έκατσε ακριβώς απέναντί του, με τεντωμένο το προγούλι, σαν προσοχή. Κούνησε την μικρή μουσούδα του νευρικά και ένας μικρός ήχος κελάηδησε στα αυτιά του νέου με την πράσινη μπλούζα και την περίεργη μύτη.
Ακούστηκε σα νότες από βιολί, σαν κελάρυσμα νερού από καθάρια πηγή, σαν αγγελικό σάλπισμα που αναστάσιμα καλεί την αύρα της σάρκας να υπερπηδήσει το κάθε κύτταρο..
Ο νέος, δειλά μάζεψε τα χέρια του από το πρόσωπο, περιεργάστηκε το μικρό πουλάκι και ένα αμήχανο χαμόγελο όπλισε το κερένιο του πρόσωπο.
Ώστε ήρθες από εδώ;
Στο πάτωμα, αφημένο το ακουστικό του τηλεφώνου και απο μέσα μια γυναικεία τυπική φωνή να λέει «Στο επόμενο τόνο η ώρα θα είναι ...»....
Ανευ τίτλου..
Χρώμα της φύσης οσμίστηκα,
Χελιδόνια που ερωτήθηκαν, μα δεν απάντησαν,
οδηγός το ένστικτο,
Ανάσταση ψυχική, εξορύχτηκε από τα μέσα μου,
Χαμόγελο η φιτιλιά,
Ματιά, λεπίδι άστραψε..
Ένα κομμάτι του πάζλ,
σύρθηκε και έκατσε σωστά στα σωθικά,
θα έλεγε κανείς, ότι για αυτό φτιάχθηκε,
μα κάποιοι μίλησαν για ξένη κόλληση,
για ακόμα ένα βήμα του ανθρώπου,
αμφισβητημένο όσο το πρώτο βήμα στο φεγγάρι..
λοιπόν, ακούστε με..
είναι γλυκιά η κόλαση ..
Χελιδόνια που ερωτήθηκαν, μα δεν απάντησαν,
οδηγός το ένστικτο,
Ανάσταση ψυχική, εξορύχτηκε από τα μέσα μου,
Χαμόγελο η φιτιλιά,
Ματιά, λεπίδι άστραψε..
Ένα κομμάτι του πάζλ,
σύρθηκε και έκατσε σωστά στα σωθικά,
θα έλεγε κανείς, ότι για αυτό φτιάχθηκε,
μα κάποιοι μίλησαν για ξένη κόλληση,
για ακόμα ένα βήμα του ανθρώπου,
αμφισβητημένο όσο το πρώτο βήμα στο φεγγάρι..
λοιπόν, ακούστε με..
είναι γλυκιά η κόλαση ..
9/4/09
Across The Universe..
Κοίταξε το ένα άστρο το άλλο έκπληκτο,
«κοίτα εκεί..» είπε και του έδειξε ένα πλανήτη με μπλε αποχρώσεις,
«κάτι σαλεύει εκεί πάνω...» και γέλασε ..
Άκουσε ο ήλιος πλησίασε να δει, ήρθε και το ζηλιάρικο φεγγάρι..
«Θα τα κάψεις όλα..» του είπε σαν να τον μαλώνει και πρόσθεσε.. «άσε εμένα να τους φωτίζω τις σκέψεις»..
«και εγώ τις πράξεις..» συμπλήρωσε ο ήλιος και φούντωσε πυρακτωμένος..
«Μα τι κάνουν εκεί; Αγκαλιάζονται;» είπε ένα άλλο αστέρι ..
«παράλογο ..» απάντησε ένα άλλο.. «Αν αγκαλιαστούν θα γίνουν κομμάτια όπως εμείς..»
«μάλλον δεν τους νοιάζει..» πετάχτηκε ένα τρίτο άστρο .. «Ισως να μην τους νοιάζει να καταστραφούν...»
Μια φωνή ακούστηκε από το βάθος, χωρίς προορισμό γεμάτο ελπίδα..
«δείτε τους και την τελευταία μέρα μάλλον κάπως έτσι θα είναι, αγκαλιασμένοι..»
Και με ένα ρούφηγμα πήρε όλο το οξυγόνο από το σύμπαν και φύσηξε δυνατά μέσα στον πλανήτη..
«κοίτα εκεί..» είπε και του έδειξε ένα πλανήτη με μπλε αποχρώσεις,
«κάτι σαλεύει εκεί πάνω...» και γέλασε ..
Άκουσε ο ήλιος πλησίασε να δει, ήρθε και το ζηλιάρικο φεγγάρι..
«Θα τα κάψεις όλα..» του είπε σαν να τον μαλώνει και πρόσθεσε.. «άσε εμένα να τους φωτίζω τις σκέψεις»..
«και εγώ τις πράξεις..» συμπλήρωσε ο ήλιος και φούντωσε πυρακτωμένος..
«Μα τι κάνουν εκεί; Αγκαλιάζονται;» είπε ένα άλλο αστέρι ..
«παράλογο ..» απάντησε ένα άλλο.. «Αν αγκαλιαστούν θα γίνουν κομμάτια όπως εμείς..»
«μάλλον δεν τους νοιάζει..» πετάχτηκε ένα τρίτο άστρο .. «Ισως να μην τους νοιάζει να καταστραφούν...»
Μια φωνή ακούστηκε από το βάθος, χωρίς προορισμό γεμάτο ελπίδα..
«δείτε τους και την τελευταία μέρα μάλλον κάπως έτσι θα είναι, αγκαλιασμένοι..»
Και με ένα ρούφηγμα πήρε όλο το οξυγόνο από το σύμπαν και φύσηξε δυνατά μέσα στον πλανήτη..
6/4/09
η ορκωμοσία...
H μουσική από την γιορτή, τρύπωσε μέσα από την κλειδαρότρυπα, πήρε μια βαθιά ανάσα και απλώθηκε στο φωτεινό δωμάτιο. Είδε τον άνθρωπο μπροστά απο το καθρέπτη να φτιάχνει την γραβάτα του, όρμηξε και μπήκε στα αυτιά του.. σίγουρα θα χαρεί σκέφτηκε και τρύπωσε βαθιά μέσα του.Αυτός όμως σοβαρός, άκουγε με τα αυτιά την μουσική, με τα μάτια κοίταζε στον καθρέπτη το είδωλό του, ένα νέο άντρα περιποιημένο με καθάριο πρόσωπο, προσεκτικά χτενισμένα μαλλιά και ένα παγωμένο χαμόγελο. Ο νούς του όμως δεν ήταν εκεί, ήταν καρφωμένος πάνω στο γραπτό που είχε αφήσει πρόχειρα πάνω στο μικρό γραφείο του, εκείνο με τα σκόρπια πολύχρωμα μολύβια, τις στοίβες με τα ιατρικά βιβλία ανακατωμένα με τον Καβάφη και τον Ρίτσο..
Ένας ακόμα στίχος λείπει από το ποίημα του, σκεφτόταν και ασυναίσθητα έλυσε την ήδη δεμένη γραβάτα του και την ξαναέδεσε από την αρχή...
Μια φωνή σαν λόγχη έσκισε το δωμάτιο.
«μην αργείς σε μισή ώρα θα ξεκινήσει η ορκωμοσία σου ...»
Επιτέλους η ορκωμοσία, σκέφτηκε από μέσα του. Εγώ ένας γιατρός, ένας άπειρος και επικίνδυνος γιατρός! Το μόνο που έμαθε στην σχολή είναι ότι ο άνθρωπος ζει κατά τύχη. Τόσες ασθένειες, τόσα φάρμακα, τόσες παρενέργειες.. και εμείς οι ασπροντυμένοι να τρέχουμε από πίσω και να ερμηνεύουμε τα σημάδια.. βήχεις; Πόσο καιρό σε ενοχλεί το στομάχι σου .. ; αδιάφορο .. σκέφτηκε, «όλα αυτά μου είναι αδιάφορα..» ξανάφερε το βλέμμα στο γραφείο, εκεί που είχε αφήσει το γραπτό του. Το βλέμμα του είχε μέσα τύψεις, σαν να ζήταγε συγνώμη από το ποίημα που το παράτησε στην μέση.. ένιωθε σαν ένας ερωτευμένος που φεύγει από την αγαπημένη του, μόλις αντιλήφθηκε τον έρωτα της.. ένας δειλός που παρατάει την μεγάλη αγάπη.. για να βγάλει χρήματα, για να ικανοποιήσει το μεγάλο εγώ του, αυτό το βαρέλι με τα απορρίμματα του ασυνείδητου εαυτού μας. Τέτοιο είναι το εγώ και ποτέ δεν γεμίζει το στομάχι του βαρελιού, κάθε φορά που ικανοποιείς το ένα εγώ, έρχεται ένα δεύτερο και σε κάνει να θες και άλλο, και άλλο .. μέχρι που ο εγωισμός σου πνίγει τον κάθε αδένα, την κάθε ανάσα.. και εκεί εσύ το μόνο που μένει να κάνεις είναι να προφέρεις ένα ακόμα «εγώ..».
Άνοιξε η πόρτα απότομα και μπήκε μέσα η μητέρα , τα μάτια του κρύφτηκαν απο ντροπή. Αυτή μπορούσε να τα διαβάσει όλα απο απόσταση. Τον τύλιγε και τον ξετύλιγε με ένα μόνο βλέμμα της.
«Ακόμα να ντυθείς;» τον ρώτησε..
«Ακόμα..» απάντησε κυνικά..
«Απο αύριο θα είσαι ελεύθερος, να κάνεις ότι θέλεις. Αν σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, βάλε το γραπτό σου στην τσέπη. Ετσι δεν θα νιώσεις ότι το απατάς..» του απάντησε και προτού κλείσει την πόρτα του είπε και τούτο..
«μόνο μην σε δει ο πατέρας σου.. καταλαβαίνεις...»
Η πόρτα έκλεισε αθόρυβα, ένα χαμόγελο πλάτιασε την ψυχή του νέου ..
«Σε αυτόν το κόσμο όλα χωράνε» σιγομουρμούρισε και ένας άνεμος τον βοήθησε να ντυθεί γρήγορα..
4/4/09
Η Άνοιξη..
Έσυρε βαριά τα πόδια, κλώτσαγε τις μικρές πέτρες, ένιωθε την ζέστα του πρωινού ήλιου να του καίει τα χέρια, μα αυτός με σφιγμένα τα χείλι ανέβαινε πιο ψηλά, σαν να ήταν Γολγοθάς και το πονεμένο κορμί του ένας σταυρός που έπρεπε να σούρει για μιαν τελευταία φορά.
«Δύο ακόμα βήματα και τέλος» σκέφτηκε από μέσα και το κορμί του τσίτωσε, πόνοι τον ζώσαν στις κλειδώσεις, στον αυχένα, μια πνιχτή ανάσα τον έκανε να λυγίσει στα γόνατα. Κοίταξε τον ήλιο κατάματα, βλαστήμησε, έβγαλε λίγο σάλιο απο τα τρεμάμενα χείλη, σταγόνες ιδρώτα σκαρφάλωσαν στο μέτωπο. Με το ανάποδο της παλάμης, σκούπισε το πρόσωπο, έβαλε το χέρι στην καρδιά που χτύπαγε σαν τούμπανο. Ρυθμικά και επικίνδυνα..
Έβαλε και άλλη δύναμη στα πόδια, πήρε μιαν ανάσα πείσματος και σχεδόν τραβώντας το κορμί στάθηκε στην κορφή του βράχου. Έκατσε καταγής, παραμερίζοντας κάποια κοφτερά πετραδάκια. Βαθιά ανάσα, κλειστά τα μάτια. Έβγαλε ένα μαντήλι με δυσκολία από την δεξιά τσέπη, το τίναξε, μάζεψε το πρόσωπο του. Ο ιδρώτας είχε κολλήσει τα ρούχα στο ζαρωμένο κορμί.
Άνοιξε τα μάτια και ρούφηξε την πεδιάδα χάμου. Κάθε σταγόνα φυσικής ομορφιάς την στάλαξε στον νου του και μια ευδαιμονία τύλιξε κάθε κύτταρο του γέρικου κορμιού του.
Σαν η γη τον είδε εκεί πάνω, σαν άρχοντα περήφανο για τον λαό του, πρόσταξε τα φυτά, τα δέντρα να παρουσιάσουν ότι καλύτερο είχαν. Παπαρούνες, χρυσάνθεμα, άγρια χόρτα, τεντώθηκαν, τίναξαν την πρωινή δροσοσταλιά με δύναμη, σαν μοντέλα που γυρνάνε στον φακό. Οι ελιές κούνησαν τα κλαδιά τους σε ένα χορό με τον αγέρα που σιγοτραγουδούσε μέσα από το θρόισμα των φύλων.
«Σαν θες να αλλάξεις ένα λαό, άλλαξε την μουσική τους..» σιγομουρμούρισε ο γέρος και άκουσε την μελωδία του ανέμου..
«Σαν θες να ομορφύνεις τον κόσμο, πότισε τον με άρωμα..» ξαναείπε και οσφρήστηκε το πιο ακριβό άρωμα που έφτιαξαν οι στήμονες του κάθε λουλουδιού, το χημείο της φύσης.
«Σας θες να τον κατανοήσεις, άκουσε τον..» και έστησε αυτί να ακούσει τις μέλισσες να τσιμπάνε με μανία την γύρη στα πόδια τους, να μεταφέρουν την ζωή από μέρος σε μέρος με βοή..
Ο ήλιος αγκάλιασε το σοφό γέροντα με θέρμη, η καρδιά του χαροχτύπησε δυνατά ετούτη την ώρα...
**
«Σαν πας στην κορφή του βράχου..» μου είπε ένας κάτοικος του χωριού μετά απο χρόνια «θα δεις ένα σταυρό εκεί πάνω.. εκεί θάφτηκε ένα σοφός γέροντας, ένας σπάνιος άνθρωπος, που τον βρήκαμε με το χαμόγελο στα χείλι, και η χούφτα του η σφαλιστή φύλαγε πεισματωμένα μια μπουκιά χώμα, αγνή γη....»
Η άνοιξη ήρθε.. για όλους και για όλα..
2/4/09
1/4/09
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)