Σελίδες

22/7/09

Μικρές (Παρ)ανομίες..





Ήταν απόγευμα, ο ήλιος φανερά κουρασμένος μάζευε με αργές κινήσεις τις ακτίνες του πάνω από τα έπιπλα, κάποια παιδιά στον δρόμο τσακωνόντουσαν με τους γονείς τους για λίγο παιχνίδι παραπάνω.. ένα τυπικό απόγευμα, μια κλασσική σκηνή που θα έκλεινε την ταχύτητα της ημέρας με κάτι ανάλαφρο και ήρεμο.

Ο καναπές, δεν είναι πλέον μαλακός όσο τότε που τον αγόρασα αλλά δεν βαριέσαι, την δουλειά του την κάνει, δεν μπορούνε να είναι όλα καινούργια εσαεί..
Χωρίς να πολύ-σκεφτώ, τα πόδια μου απλώθηκαν στην νότια πλευρά του καναπέ και το δεξί μου χέρι γλίστρησε πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού χαϊδεύοντας το σκληρό πλαστικό του χειριστηρίου της τηλεόρασης. Έφερα στον νου μου τις τελευταίες κινήσεις του σώματος μου, σαν να ήταν άλλος αυτός που εκτελούσε και άλλος αυτός που σκεφτόταν.

Και τι να δω στην τηλεόραση; Να αποχαυνωθώ σε φθηνές εκπομπές; Σε εικονικούς τσακωμούς; Να δω την χαρά της νοικοκυράς που έχει να πλύνει ακόμα 2 γήπεδα παρκέ; Και σε κάθε περίπτωση, γιατί ο εγκέφαλος μου συνδυάζει την ξεκούραση με την τηλεόραση; Ποιος είναι αυτός που το πέρασε μέσα στο υποσυνείδητό μου;

Όχι. Κανονικά, ένα βιβλίο έπρεπε να ανοίξω. Ένα καλό βιβλίο με μεγάλα γράμματα. Βλέπεις δεν βλέπω πλέον τόσο καθαρά όπως παλιά οπότε ένα δυνατό φως θα ήταν χρήσιμο. Ίσως και ο καναπές να μην είναι ότι καλύτερο για τέτοια δουλειά. Μπορεί να αποκοιμηθώ, όπως τις προάλλες που πετάχτηκα πάνω έντρομος βλέποντας τον ήλιο να με κοιτάει κατάματα.. Ακόμα θυμάμαι τα θολά από τον ύπνο μάτια μου να ψάχνουν το ρολόι στον χώρο του σαλονιού, ευτυχώς για μένα ήταν μόνο 7.00 το πρωί.

Μόνο! Βλέπεις, για να πει κανείς ότι κοιμήθηκε πρέπει η ώρα να είναι τουλάχιστον 9 το πρωί. Άντε και σε κάποιες περιπτώσεις 10.. μην πω 11.30 και με πάρετε στο ψιλό!

Δεν βαριέσαι! Άμα κοιμάσαι αργά, ξυπνάς και αργά. Νόμος! Όπως και συνήθεια μου έχει γίνει να κοιμάμαι αργά, καθότι είναι μόνες ώρες που μπορώ να ασχοληθώ με τον υπολογιστή μου ανενόχλητος. Κάτι που θα κάνω και τώρα, θα πάρω το βιβλίο και θα κάτσω στον υπολογιστή μου μπροστά να διαβάσω. Έτσι δεν θα με πάρει ο ύπνος και θα κοιτάω και τα εμαιλ μου συχνά πυκνά. Μπορεί και το FaceBook. Μπορεί και άλλες ιστοσελίδες...

Κάπου ανάμεσα στο Facebook και στο ανεμολόγιο είδα με την άκρη του ματιού μου, το χέρι μου να κινείται αυθόρμητα, εντελώς ανεξέλεγκτα. Λες και κάποια εξωγήινη δύναμη το είχε μαγνητίσει και το έσερνε σε ακολουθία κινήσεων με μεγάλη προσοχή. Η πίπα κρατήθηκε στα χέρια μου, καθαρίστηκε, μπήκε το φίλτρο, ο καπνός και ... πάφ..

Μια άκρη του μυαλού μου προσπαθούσε να χωνέψει, να εξηγήσει την αυτοματοποίηση της κίνησης των χεριών μου. Κάτι εντελώς μαγικό συμβαίνει όταν θέλουμε να πάρουμε μια ανάσα από την ζωή. Όταν λες,θέλω να αφήσω τα πάντα πίσω μου και να ασχοληθώ με τον εαυτό μου, οι συνήθειες που σε βλάπτουν είναι περισσότερες από αυτές που σε βοηθάνε... Αυτήν την διαπίστωση έκανα και μάλιστα δεν θα έλεγα ότι ήταν απλώς διαπίστωση αλλά και παράπονο. Που σκατά είναι η αυτοσυντήρηση του ζώου ανθρώπου;

Όταν ο κάστορας νιώσει ότι η λίμνη είναι ακατάλληλη, τρέχει γρήγορα να φύγει. Όταν ο σκύλος μυρίσει χαλασμένη τροφή, φεύγει τρέχοντας μακριά. Ο άνθρωπος είναι τόσο ζώο που δεν μπορεί να δει ότι η τηλεόραση και το τσιγάρο είναι βλαβερά για αυτόν; Ίσως όχι τα μόνα, αλλά έχουν και αυτά το μερίδιο τους στην «Ακατάλληλη για μακροζωία» ζωή μας..

Ζωή μας ... ας γελάσω..!

Δεν τα βλέπουμε ως βλαβερά, διότι μας ναρκώνουν. Αυτή είναι η μόνη ορθολογική απάντηση που μπόρεσα να δώσω, σαν ανακάλεσα στην μνήμη την αυθόρμητη κίνηση του χεριού μου και σπινθήρισα μια σειρά από σκέψεις γύρω από αυτό. Το ότι αυτές οι συνήθειες, δρουν ναρκωτικά πάνω μας το επιβεβαίωσα την ώρα που έκανα ετούτες τις σκέψεις και παράλληλα ρουφούσα με απόλαυση τον Δανέζικο καπνό από την ξύλινη σκαλιστή μου πίπα.. Κάθε ρουφηξιά και μια ακόμα γεύση από παράδεισο, οσμή από ξύλο και σκέψη κοφτερή ..

«Έτσι είναι φίλοι μου», αναφώνησα ζωηρά εκείνη την ώρα,
«ζούμε για να κυνηγάμε αυτούς που μας κυνηγάνε και δεν ανεχόμαστε πιέσεις από τρίτους, από αφεντικά, γυναίκες,παιδιά, πολιτικούς και άλλα, αλλά από την άλλη έχουμε παραδοθεί, στις μικρές άνομες ναρκωτικές μας απολαύσεις. Το παιδεραστή που έβλαψε τον μικρό στην απέναντι πολυκατοικία θα τον λιθοβολήσουμε, το ναρκομανή μέσα στο σπίτι μας, θα τον καλωσορίσουμε και ίσως ανταλλάξουμε και αστεϊσμούς. Έτσι για να περνάει καλύτερα η ώρα μαζί του!»

Ποιος ξέρει, ίσως αφού τελειώσω την πίπα μου, να γράψω και ένα κείμενο για την απαράδεχτη κίνηση των πολιτικών που προσπαθούν να μου κόψουν το τσιγάρο με δικτατορικές μεθόδους..

λίγη υπομονή, θα το γράψω και αυτό σε λίγο..





17/7/09

Το Ημερολόγιο

DSC_0076
φώτο Ν.Κ.

Νωρίς πρωί εξύπνησα,
μέσα στο μπάνιο μπήκα,
μα αν και το κορμί μου καθαρό,
είχα ψυχή βουτηγμένη, μελανή,
βαριά σαν πέτρα
στην λίμνη καθισμένη.

Και εκείνες οι ρυτίδες μου;
τις μάγεψε το κλάμα,
Πρέπει απόψε κ’ όλας
να βρω τρόπο να τις εξαφανίσω.

Το πρωινό μου ήταν λιτό,
φρούτα χυμός από πορτοκάλι,
βλέπεις, αν θα ‘πρεπε στην ζυγαριά
επάνω, να ανεβώ
τα ίδια τα γραμμάρια
πάλι σαν χθες, τα ίδια πρέπει να ‘ταν.

Ο Γιακουμής βλέπεις νοιάζεται,
με θέλει όπως με ξέρει,
νέα όμορφη και καλοπληρωμένη.

Αχ! Αυτός ο χρόνος σκέψεις δεν κοιτά,
χατίρια δεν ακούει..

Απ’ έξω ο ουρανός είναι μουντός,
με άσπρη σκόνη τα σύννεφα τριμμένα,
άραγε σήμερα τι διάφορο θα μου συμβεί,
τι να μου φέρνει η νύχτα;

Δεν στάθηκα άλλο, να χαζολογώ
ντύθηκα, ρούχα φόρεσα απλά,
κορμί να μην μαγεύει.

Πήρα την τσάντα την μπορντό,
αυτή με τα άστρα απέξω.
και την πόρτα έκλεισα,
στο άδειο σπιτικό μου,
άδειο από έπιπλα,
άδειο και από ανθρώπους.

Στο γυμναστήριο έφτασα
και ο διάδρομος με ρούφηξε,
τις σκέψεις μου τραβούσε.
Εικόνες από το χθες, πρόσωπα ιδρωμένα,
και λεκιασμένα χρώματα
μες στην ψυχή μου σκάλωσαν
την νιότη μου τραβούσαν.

Άραγε σήμερα ο Θεός,
ποιόν λίγδα ποιόν σατράπη,
ποιος την τύχη μου τη στραβή απόψε θα υφάνει ;

Μετά το γυμναστήριο,
βόλτα στο σουπερμάρκετ.
Χρόνος υπήρχε ακόμη εδώ,
οι τράπεζες μην κλείσουν.

Λόγια απλά καθημερινά,
αντάλλασσα,
την βρώμα του κορμιού μου,
κανείς τους δεν την πρόσεχε,
κανένας δεν την ξέρει.

Έτσι λοιπόν με χαιρετάν
κάθε πρωί στο μαγαζί
που τρόφιμα ψωνίζω.
Και ‘γω μες τους ανθρώπους
χάνομαι το πλήθος να με κρύψει.

Ώρα 12:00 ακριβώς όπως και κάθε μέρα,
ο άνθρωπος πίσω από το γκισέ,
τα χρήματα μετράει.
Και με το βλέμμα πονηρό απόδειξη εκδίδει.
- «Στο όνομα Θεοτοκάτου Μαίρη είπαμε, να μη το ξαναλέμε»
Χαμόγελο εισέπραξα, τα χρήματα επήρε,
- «Το όνομα του καταθέτη ξεχάσατε, εδώ το όνομα γράψτε..»
- «Ανώνυμα ,και πάλι όπως χθές.
Δεν θέλω να μάθει το όνομα κανείς, ούτε και συ ο ίδιος!.»

Ώρα 14.00 ακριβώς, τρέχω λαχανιασμένη
εκεί δίπλα στο στενό κάτω από τις πινακίδες.
Εκεί όπου εγώ δεν φαίνομαι,
τα πάντα όμως κοιτάω.

Παιδιά πολλά έξω από το σχολείο σα σχόλασε,
μεμιάς θαρρείς όλα τα δέντρα ανθήσαν!

Ακόμα και η μουριά καρπό φανέρωσε,
Το χαλί της φύσης φάνηκε,
να ξεπετιέται από τις ρωγμές,
σαν να ‘ταν δίχτυ το τσιμέντο.

Χαμόγελα παντού, γονείς,
τα καμάρια ασθμαίνοντας χαρούμενα,
κοιτούν, τα περιμένουν.

Νάτο και το βλαστάρι μου,
στον ώμο την τσάντα έχει!
Θαρρώ πολλά θα έμαθε
και στο σχολείο πρώτη μαθήτρια θα ‘ναι.

Ακούς; Έχει το αστέρι του ουρανού,
πάνω από την κεφαλή της,
και με νεραιδόσκονη μικρή την είχανε ποτίσει..

Μα τι λέω η ονειροπαρμένη; Κοίτα την!

Σωστή κοπέλα έγινε ,
μακάρι να γνωριζόμασταν,
αλλά και πάλι,
τι θα μπορούσα ποτέ εγώ να την διδάξω;

Κοίτα την! Τρέχει μπρος,
και τα μαλλιά ανεμίζουν
σαν χαίτη αλογίσια!

Την χάρη της Αρτέμιδος,
την ομορφιά της Αφροδίτης...
Θα θελα να ‘χα μια στιγμή,
αχ πόσο πολύ την ντρέπομαι!
Ούτε μπορώ να φανταστώ,
να με κοιτάει στα μάτια!

Φαινόταν πάντως μια χαρά,
τα μάγουλα της ροδουλά,
και από τα χείλι τα πλατιά,
θαρρώ μόνο λόγος καλός μπορούσε να ανθίσει!

Άραγε που να τρέχει;

Α ναι! Έτρεξε και κρύφτηκε στην αγκαλιά, του θείου ,
εκείνου που την πρόσεχε και όρκο ιερό είχε δώσει.
«Η μάνα σου σε άφησε και τώρα δεν σε θέλει.
Εγώ είμαι ο πατέρας σου, εσύ είσαι η ζωή μου.»
Λόγια μεγάλα, βροντερά στο σύμπαν είχε αστράψει.
Και έτσι μάνα η κόρη δεν εγνώριζε και τίποτα δεν ξέρει.

Και όλα τούτα τα λεφτά,
που καθημερινά μπαίνανε μες’ στους λογαριασμούς τους,
θαρρούν, θαύμα εγέννηκε.. χα!
Αλίμονο και στους δύο σας..

Μαζεύτηκα στην άκρη μου,
χώρο στον χρόνο έδωσα,
και σπίτι μου γυρνούσα.
Μόνη, όπως κάθε φορά,
τα λόγια μου θλιμμένα χόρευαν,
μέσα απο τα ζαρωμένα μάτια μου..

Βλέπεις, δεκαετία ολόκληρη, η ίδια ιστορία!
Κάποια στιγμή, διάβολε! Δεν μπορεί!
θα νιώσει και αυτή να με γνωρίσει,
θα ψάξει, θα με βρει και ...
τότε θα κρινόμουν πραγματικά,
να δεις, κατάρα μεγάλη θα έπινα,
τόσα χρονάκια πάνε, κανείς δεν έχει πια τέτοια καρδιά,
κανείς δεν τα ‘σχωράει ..

Ναι! Μα την αλήθεια, πρέπει να τα πω !

Την ίδια δεν την στήριξα,
ως μάνα και ως γονέας,
μα, από την άλλη το παράδοξο ! χα!

Τρέλα μου με αγκάλιασες και τούτη την βραδιά μου!

νιώθω ότι,... νιώθω ότι πολλά εκείνης της χρωστάω.

Μα, το πιο σημαντικό την ίδια την ζωή μου!
Την ευτελή μου ύπαρξη σε κείνη την οφείλω..
την σάρκα μου, το σώμα μου, το χιλιοφιλιμένο,

για κείνο το ροδόσταμα, για κείνα τα ματάκια,
μείνανε χρόνια ζωντανά, πείσμα στο πείσμα με έσωσε..!

Αλλιώτικα και εγώ το ποταμό των ζωντανών,
απέναντι ευθύς θα είχα περάσει!

Πρέπει να το πω,
Σε ‘φχαριστώ μικρούλα μου, για σένα ακόμα πνέω,
και ας είναι τα ολίσθια να πάνε παρά πέρα.
Να ζήσω την στιγμή, τα μάτια σα θα κλείσω,
αλήθειες ρεαλιστικές να σου τις δώσω πίσω.

Την σιωπή των χρόνων μου,
να σου την κάνω ποίημα,
τα ζόρια και τα εύκολα,
στεφάνι, στην κάμαρη σου,
να το κρεμάσεις εμπρός σου!

Μα φτάνει πια!

Έρχεται βράδυ πρέπει να κοιμηθώ λιγάκι.
Από το απόγευμα νωρίς δουλειά με λίγα ρούχα θα αρχινίσω,
κορμιά θα συναντήσω.
Κάποιες ψυχές θα λυτρωθούν και κάποιες θα με φάνε.
Χρήμα ακριβό, χρήμα φθηνό αρκεί να το αφήνανε στο κομοδίνο δίπλα,
και μένα δε με σκοτίζει πια, το έχω συνηθίσει..

Φτάνει να μην της λείψει τίποτα, εκτός από την αγκαλιά μου..

(σε κάποια άλλη γωνιά της πόλης..)

«Μάνα εγώ δεν γνώρισα, ίσως να μην με θέλει. Αλλά εγώ την αγαπώ, και αυτή ας μη με ξέρει. Θεέ μου δώσε δύναμη στην μάνα μου να αντέξει, να μην με βλέπει να μη με αγαπά και όταν μια μέρα έρθει, εδώ εγώ θα την φιλέψω. Και αυτό της το αδίκημα, Θεέ μου μην το καταλογίζεις, όπως Εσύ έτσι και ‘γω όλο τον κόσμο συγχωρώ, και ο κόσμος με αγαπάει. »

Με αυτά τα λόγια τα μικρά το ημερολόγιο κλείνει, και ο Θεός απάντησε μέσα απ’ τα όνειρα της.

-----------------------
(Διορθωμένο, γράφτηκε πρώτη φορά στις αρχές του 2008)

14/7/09

No Volvere..



Άφησε το τσιγάρο να τον πνίγει, δεν σταματούσε καθόλου να εισπνέει το καπνό σαν να περιείχε μέσα του όλες τις απαντήσεις. Το δωμάτιο μοίραζε σκιές μέσα στο δωμάτιο, τα έπιπλα έδειχναν νεκρά, σταματημένα, όπως ο χρόνος στο κεφάλι του νέου. Ένα μυαλό κολλημένο σε μία και μόνη σκέψη, μια ιδέα που είχε κάτσει σαν πεταλίδα στα βράχια. Τίποτα δεν προχώραγε, ακόμα και όταν γελούσε ήξερες ότι δεν προχωρούσε ο χρόνος για αυτόν τον άνδρα, το σώμα πήγαινε στην δουλειά, τα ρούχα άλλαζαν κάθε μέρα πάνω του, αλλά ο χρόνος εκεί. Ακίνητος μέσα στην μεγάλη αποθήκη της σκέψης.
Αν τον έβαζες να ζωγραφίσει την ζωή του, θα έκανε ένα σπίτι. Ένα παράθυρο. Και ένα κλουβί.
Σήμερα είχε αποφασίσει ότι θα ζωγράφιζε και ένα πουλί. Ένα μεγάλο αποδημητικό πουλί, από αυτά που φεύγουνε σαν δυσκολέψει ο καιρός και επιστρέφουν όταν φτιάχνει πάλι.

Χρειάστηκε ώρα να του εξηγήσω ότι δεν αρκεί να ζωγραφίσει κανείς ένα πουλί.

Πρέπει να ονειρευτεί την μέρα που θα το αφήσει ελεύθερο.

Πρέπει να ζωγραφίσει ένα πουλί που πετάει για τον νότο, μόνο τότε ο χρόνος θα δρασκελίσει την στιγμή, μόνο τότε..

13/7/09

Ο κόσμος



Ο κόσμος, μια γυάλινη διακοσμητική μπάλα με ένα κόσμημα τέχνης ή ένα κτίριο μέσα του, πασπαλισμένο με άσπρα χαρτάκια που δείχνουν σαν χιόνι. Σαν το κουνάς με το ένα χέρι το τοπίο χιονίζει, τα χαρτάκια κουνιούνται τυχαία στα όρια της μπάλας. Με το άλλο χέρι αφήνεις την αφή σου να διαβάσει τα χαραχτά γράμματα στην πρόσοψη.
«Οκλαχόμα».. ή "Παρίσι"

Νιώθεις ότι πρέπει να πάρεις μια απόφαση σημαντική.
Είσαι μέσα ή έξω από την γυάλινη μπάλα;
Βιώνοντας μέσα στην μπάλα, βλέπεις το χιόνι να έρχεται πάνω σου και θαυμάζεις τον δημιουργό, που σου προσέφερε ένα τόσο ωραίο τοπίο. Ζώντας όμως έξω από τη μπάλα αντιλαμβάνεσαι τον ρόλο σου, ένα υπεύθυνο στόχο, να κουνάς την μπάλα για να έχει χιόνι ο μέσα κόσμος.

Αντιλαμβάνεσαι όμως και κάποια άλλα πράγματα, χωρίς όμως να το θέλεις, ειδικά σαν ζεις έξω από την μπάλα.
Ο κόσμος σου είναι ατελείωτος; Ο κόσμος έξω από την μπάλα είναι ατελείωτος; Γιατί αν υπάρχει όριο, ζεις και εσύ μέσα σε μια μπάλα. Και κάποιος σε κουνάει για να πέφτει το χιόνι.
Πόσο υπεύθυνη θέση, αλήθεια.
Ίσως να σε συμφέρει να είναι ο κόσμος σου άπειρος, τουλάχιστον εσύ δεν ευθύνεσαι ούτε στο ελάχιστο για όσα συμβαίνουν.

Στρουθοκαμηλισμός θα πεις έτσι;
Τουλάχιστον είναι καλύτερα έτσι παρά να νιώθεις αμηχανία που γνώρισες την βαρύτητα και έτσι ξέρεις που θα πέσει η πέτρα που εσύ έριξες.
Θα είσαι πάντα υπεύθυνος, για το χιόνι, για την βαρύτητα, για το μέλλον και το παρόν. Θα μεγαλώνεις για να φτιάχνεις μπάλες διακοσμητικές. Μέχρι να βαρεθείς ή να βρεθεί κάποιο μηχάνημα να σε αντικαταστήσει.

Όχι, καλύτερα να μην υπάρχουν όρια. Έτσι θα χωράς παντού.



12/7/09

Η τελευταία διάλεξη




Εκδόσεις Πατάκη
Συγγραφέας Ράντυ Πάους
Καθηγητής Πανεπιστημίου Carnegie Mellon

Πρόκειται για ένα μικρό βιβλίο, με όμορφο καφέ εξώφυλλο και μια κόκκινη κορδέλα γύρω του που γράφει "Παγκόσμιο Best seller". Γράφω τους πρωταρχικούς λόγους που αγοράστηκε από εμένα. Την κορδέλα την επόμενη μέρα την πέταξα..

Στην Αμερική λοιπόν, (δεν ξέρω αν συμβαίνει και εδώ, αμφιβάλλω πάντως), οι πανεπιστημιακοί παροτρύνουν κάποιον σημαντικό άνθρωπο να μιλήσει μπροστά σε κόσμο, σαν να ήταν η τελευταία τους διάλεξη. Η θεματολογία φυσικά αφορά ένα μικρό απολογισμό της ζωής τους, τι κερδίσανε τόσα χρόνια ζωντανοί και τα λοιπά.
Σε αυτό το Βιβλίο ο Ράντυ Πάους έχει καρκίνο στο συκώτι και του έχουν δώσει οι γιατροί λίγους μήνες ζωής.
Αντιγράφω από την πρώτη σελίδα (εισαγωγή).

"Αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα μηχανικής.
Ενώ, σε γενικές γραμμές, είμαι σε τρομερά καλή φυσική κατάσταση, έχω δέκα όγκους στο συκώτι μου και μου απομένουν μόνο λίγοι μήνες ζωής.
Είμαι πατέρας τριών μικρών παιδιών και παντρεμένος με την γυναίκα των ονείρων μου. Ενώ θα μπορούσα πολύ εύκολα να νιώσω οίκτο για τόν ευατό μου, αυτό δεν θα βοηθούσε ούτε την οικογένεια μου, ούτε εμένα.
Οπότε πώς θα πρέπει να περάσω τον πολύ περιορισμένο χρόνο μου;

Και μετά το πρώτο κεφάλαιο ξεκινάει με την φράση
"Ένα λαβωμένο λιοντάρι θέλει ακόμα να βρυχάται.."

Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή μαζεύτηκα, θα μου ήταν δύσκολο να διαβάσω μίζερες/θλιβερές σκέψεις πάνω σε ένα επικείμενο θάνατο. Να διαβάσω αγανακτησμένες προτάσεις/ στενάχωρούς ορισμούς τις ζωής.
Η έκπληξη ήταν ακριβώς εκεί. Δεν διάβασα τίποτα τέτοιο. Με πολύ συγκρατημένη λογική, ο Ραντυ Πάους προσπάθησε να γράψει σε ένα κομμάτι χαρτί όσες σκέψεις θα ήθελε να διαβάσουν τα παιδιά του στα επόμενα χρόνια. Έδειχνε για ποιο λόγο, θα πρέπει τα παιδιά του να είναι περήφανα για τον πατέρα τους. Έγραψε τον τρόπο που ερωτεύτηκε την γυναίκα του, την αφοσίωση του στην οικογένεια, την αφοσίωση του στο επάγγελμά του.

Με λίγα λόγια, μια μικρή περίληψη που επινόησα είναι τα παρακάτω λόγια.

Θα μπορούσα να γράφω για τον θάνατό μου, αλλά προτίμησα να σας γράψω για την ζωή μου. Έτσι όταν πεθάνω, εγώ σαν σάρκα θα φύγω αλλά οι ιδέες μου και η θέληση μου θα μείνουν στην γη εσαεί..

Συνοψίζω, λέγοντας ότι είναι ένα ενδιαφέρον θετικό βιβλίο και το οποίο προτείνω να το διαβάσετε. Σε κάποια σημεία γίνεται βαρετό ελαφρά, ειδικά αν δεν ανήκετε στον κλάδο πληροφορικής, αλλά για μένα (που ανήκω) ήταν ενδιαφέρον να διαβάζω για τους φαντασιομηχανικούς. (Disney animation).
Παγκόσμιο Best Seller δεν θα το έλεγα, αλλά ένα σαφώς ενδιαφέρον βιβλίο.

"Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα χαρτιά που μας μοιράζουν, μόνο το πώς θα παίξουμε την παρτίδα"
(Ράντυ Πάους)

10/7/09

Placebo Where is my mind?



Σαράντα πιστολιές
Και καμία δεν με βρήκε,
ήμουν τυχερός λέγαν τα δελτία,
θαύμα μου χρέωσαν οι παπάδες,
μια γριά ήθελε να πάρει
λίγο από το πουκάμισο μου.

Είναι για γέλια και οι σαράντα..
όλοι το σώμα σημάδεψαν,
κανείς το χαμόγελο,

Αυτό που αρνιόταν
να δει το μέλλον να έρχεται.

9/7/09

Το γράμμα




Ήταν μια ήσυχη νύχτα στο σπίτι των Γαλανών. Το φεγγάρι κρατούσε καλά την σκιά του ψηλού κτίσματος, ο κήπος μοίραζε σκιές στο καφετί, φρεσκοποτισμένο χώμα. Μικρά χρώματα της αυγής και ο ήχος από μελωδίες νυχτερινών πουλιών, έντυναν τούτο το παραμυθένιο σπίτι στους πρόποδες του λόφου. Ένας τζίτζικας βίαζε την σιωπή, τα κλαριά του μεγάλου πεύκου τον μηνούσαν να σωπάσει, μα εκείνος μέσα από τα σπλάχνα του ξαναφυσούσε με μεγαλύτερη δύναμη.
Για δες, αδιαφορία και αντάρτικο από ένα τόσο δα μικρό κορμί..!

Ένα λυχνάρι στο πάνω μέρος, στην σοφίτα σιγόκαιγε, μια κόρη με αναφιλητά διάβαζε τα τελευταία λόγια. Οι σελίδες μελάνιαζαν στις άκρες, εκεί όπου τα μικρά της χέρια έσφιγγαν σαν να ήταν μασούρι από κλωστές που έπρεπε να κόψει. Τα γράμματα, μεγάλα στρόγγυλα και καλλιγραφημένα, χορεύανε ένα αργό χορό, πάνω στην ψυχή της κόρης με τις μακριές κοτσίδες και το φαρδύ φόρεμα με τα σχέδια.

Μα ύπνος δεν κολλούσε σε εκείνο το δωμάτιο, δεν χωρούσε παρέα με τα κλάματα, να δεις θα πήγαινε στα άλλα δωμάτια που υπήρχε τάξη, ηρεμία. Όλους τους κοίμισε τελικά, εκτός απο την κόρη. Αυτήν την άφησε να την βρει ο ήλιος άυπνη, να χώνει τις λεπίδες του μέσα στα τσιμπλιασμένα μάτια της. Έτσι με τούτο το μικρό βασανιστήριο, σε ταλαιπωρεί ο ήλιος, μόνο και μόνο για να σε κάνει να μετανιώνεις που έχασες τον ύπνο σου. Για αυτόν, ένας γηραιός πλανήτης πυρωμένος, τα χρόνια του τα διδάχτηκε και σκέψεις δεν είναι εύκολο να αλλάξει.
Αν σκύψει ποτέ να σε συμβουλέψει τούτο θα ακούσεις "Το βράδυ ύπνος, την μέρα ήλιος και παιχνίδι".

Μα δεν βαριέσαι, το κάθε σπίτι έχει μια κόρη, το κάθε σπίτι έχει ένα κήπο. Κάθε όνειρο πληγώνεται, όλο κάποιο γράμμα θα έρθει και θα διώξει τον ύπνο. Όλο κάτι συμβαίνει, άλλοτε καλό, άλλοτε κακό.
Μόνο ο ήλιος θα σε βασανίζει τα πρωινά με την ίδια θέρμη, αυτό να το έχεις σίγουρο.

Βλέπεις εκεί που είναι δεν φτάνει να διαβάσει το γράμμα, ίσως και να μην θέλει να διαβάσει.
Ποιος ξέρει;

7/7/09

Οι κόρες



Μια κόρη με χτυπάει στο στέρνο,
με όλη την δύναμη των μικρών και αδύναμων,
χεριών της,
κάνοντας γροθιά την θέληση.

Με χτυπά και ουρλιάζει «μην ξεχνάς!»,
και εγώ κάθε βήμα και μια προσπάθεια,
να μην τολμήσω να λησμονήσω
ούτε για μια καταραμένη στιγμή,
το όνομα και την μορφή της,
τις γλυκιές υποσχέσεις μιας άλλης ζωής.
«Την λένε Ελπίδα!»
αναμασάω στα κουρασμένα δόντια μου,
«Την λένε Ελπίδα» ξεφωνίζω τον αέρα από μέσα μου.
«Την λένε Ελπίδα!»


Και από πίσω η άλλη κόρη, η μοίρα,
τυλιγμένη με πολύχρωμα φανταχτερά υφάσματα,
με καλυμμένα τα μάτια και τα αυτιά,
ζωγραφίζει,
το τσιμέντο με την κέρινη μπογιά και την μαύρη σκόνη,
σχήματα, ανθρώπους, σπίτια,
ουρανό και γη,
χώμα και αστέρια.
Το χέρι της, σέρνεται στο πυρωμένο έδαφος,
σαν χορός μελωδικός,
άλλοτε κοφτός, άλλοτε αργός,
μα πάντα σε κίνηση..

Γλιστρώ την ματιά μου κλεφτά,
μα δεν μπορώ να στρίψω το αυχένα, να διακρίνω,
μάταιο,
τα έργα της σφαλιστά από την περιέργεια μου,
σαν ένα δώρο που δεν ξέρεις σε ποιον ανήκει.

Μόνο μπροστά μπορώ να κοιτώ,
να αγναντεύω θα ‘λεγα,
τον δρόμο εκείνο,
όπου τέσσερα άλογα μυώδη, καφετιά,
επιδεικτικά,
βαράνε τις οπλές τους, με δύναμη, με θόρυβο,
μέσα σε ένα λιβάδι γαλανό, με πράσινα βότσαλα,
κάθε τους βήμα κροταλίζει,
τρίζει η γης.

Να δεις, δείχνουν τα δόντια,
μα δεν δαγκώνουν.
Ίσως και να γελάνε..

Βαστώ την μία κόρη από το χέρι,
σφιχτά,
και περπατάω πλάι τους,
στην όχθη των ματιών τους.

Η άλλη θα έρθει, σαν είναι έτοιμη,
κανένα από τα χέρια μου δεν ξέρει πότε,
αλλά θα έρθει,
πάντα έρχεται.

5/7/09

Το φεγγάρι




άραγε τι θα ήταν ο ουρανός αν κανένα μάτι δεν τον κοίταζε;



Υπάρχουν αυτοί που κοιτάν το δάχτυλο και αυτοί που κοιτάν τον φεγγάρι. Και εγώ κοιτάω το δάχτυλο μόνιμα, αυτή είναι η κατηγορία μου ..
Λοιπόν δεν μπορεί, το κάθε βρώμικο δάχτυλο να μου δείχνει το οποιαδήποτε φεγγάρι. Πρέπει πρώτα να αποδείξει τον εαυτό του και μετά ..

Εξάλλου, μου φαίνεται δύσκολο να πιστέψω ότι η γη είναι τόσο βρώμικη που η μόνη λύση βρίσκεται στο φεγγάρι. Επιμένω να ψάχνω στην γη και το δάχτυλο αυτό με ξενίζει. Με κάνει να αντιδρώ όταν μου δείχνει το φεγγάρι..