29/4/10

Η μοναξιά του αλκοόλ..



Κανείς δεν θα μάθει πραγματικά τι είδαν τα μάτια του μέσα στο κιτρινωπό ουίσκι. Κάθε χάλικινη σταγόνα έκανε χαρακιές κατά μήκος του στέρνου. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, τι έκανε μόνος στο μπαρ. Άλλοι λένε ότι έπινε, άλλοι ότι έκλαιγε. Ο σερβιτόρος θα ορκιζόταν ότι τον είδε να γράφει με ένα μολύβι στιχάκια πάνω σε μια κάρτα που βρήκε πεταμένη πάνω στον ξύλινο πάγκο. Εικασίες. Κανείς δεν ήταν εκεί να δει πραγματικά. Όλοι κάνανε υποθέσεις, μάλιστα ο κοντόχοντρος με το μούσι στην γωνία είπε αργότερα ότι τον είδε να μιλάει μόνος του. Τι να έλεγε; Και σε ποιόν να μιλούσε; Το θεωρήσαμε όλοι άτοπο, καθόλου λογικό. Μάλιστα το ίδιο βράδυ που το συζητούσαμε, είχαμε μεγάλη διαφωνία ακόμα και στο τι φορούσε. Μαύρο παλτό ή σακάκι με ρίγες; Μαύρα παπούτσια ή καφέ; Φορούσε πουκάμισο ή πουλόβερ; Η κυρία με την φίλη της που είχε πάει από νωρίς στο μαγαζί είπε ότι τον είδε να καπνίζει τσιγάρα το ένα μετά το άλλο. Ο σερβιτόρος το απέρριψε. Δεν υπήρχε τασάκι γύρω του. Τι θα μπορούσε να είχε κάνει τις στάχτες; Μάλλον διάβαζε, ίσως ένα βιβλίο για αυτό ήταν σκυφτός. Όχι, όχι, εφημερίδα θα ήταν είπε η άλλη φίλη της κοπέλας που είχε καλύτερη οπτική από εκεί που καθότανε. Δεν έβγαινε αποτέλεσμα, όλοι ξέραμε ότι εκείνη την ημέρα οι εφημερίδες είχαν απεργία. Ίσως και η μοναδική Πέμπτη σε όλο τον χρόνο που οι εφημερίδες δεν βγήκαν στα περίπτερα.
Η μια κουβέντα έφερε την άλλη, ώσπου η διαφωνία μας κορυφώθηκε σε μια απλή διαπίστωση που άρχισε να χαράζει μέσα από όλα αυτά τα αντιφατικά λόγια και επιχειρήματα. Μήπως ποτέ του δεν είχε έρθει στο μαγαζί;
Κανείς δεν ξέρει, γιατί κανείς δεν κάθισε δίπλα του, είπα εγώ στο τέλος. Κανείς δεν τόλμησε να του μιλήσει ανοιχτά. Μείναμε με τις υποθέσεις, τις εικασίες και ακόμα μια τύψη στο ενεργητικό μας.Της τύψης που δημιουργείται από την μοναξιά του αλκοόλ.
Κανείς τελικά, δεν πρέπει να πίνει μόνος.

23/4/10

Πρώτη παρουσίαση του Βιβλίου μου Βασιλιάς Ικελος
κλικ εδω :
http://books.matia.gr/logotechnika-vivlia/elliniki-logotechnia/vasilias-ikelos-tou-nikou-karakasi.html

Χαράζω..




Χαράζω, λέξεις στα βλέφαρα,
οι φλέβες ποτίζονται από αγωνία,
παρέα, ο φόβος ντύνεται άγχος,
και το άγχος, ελπίδα.

Μια εσώτερη έκρηξη ανθίζει,
Πασχίζω να δω.
Μα τα χαραγμένα βλέφαρα,
δεν αντέχουν,
είναι βλέπεις αυτές οι σκέψεις
που ανέκαθεν μου βάραιναν το βλέμμα.

20/4/10

Audrey Hepburn La Vie En Rose





Αυτή την νύχτα η υγρασία νότιζε τους κορμούς με όλες τις μυρουδιές του δάσους. Δυο μάτια λαμπύρισαν μέσα στο σκοτάδι, κάποια αλεπού ή άλλο ζώο του δάσους, ξάγρυπνο πετάχτηκε πάνω από τον βάρβαρο ήχο του αυτοκινήτου που πλησίαζε. Κοίταξε καλύτερα να δει...

Δυο φώτα -προβολείς- ξέσκισαν την καταχνιά, ένας ήχος μηχανής που επιτάχυνε και ένα .. γλυκό τραγούδι που έβγαινε από το ξέσκεπο αυτοκίνητο ήταν τα σημάδια ότι κάτι πλησίαζε την ομορφιά της νύχτας, ανατάρασσε γλυκά την ησυχία της φύσης..
Το φεγγάρι πλησίασε να ακούσει καλύτερα, τα κλαδιά μάζεψαν και αγκάλιασαν τα νυχτοπούλια.. Αν η νύχτα είχε φωνή θα σφύριζε στο ρυθμό της αλαβάστρινης φωνής της κοπέλας που μάγευε την πλάση με τούτο το τραγούδι ..
Des yeux qui font baiser les miens,
Un rire qui se perd sur sa bouche,
Voila le portrait sans retouche
De l'homme auquel j'appartiens

Quand il me prend dans ses bras
Il me parle tout bas,
Je vois la vie en .... rose.

- ω, το καπέλο σου είναι στραβό, είπε η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά και τα γλυκά μάτια . Τα χείλια της γέλασαν ελαφρά, με τσαχπινιά κούνησε το κορμί της, έπιασε το καπέλο και το έστρωσε σωστά στο κεφάλι του οδηγού.

Κοίταξε στα μάτια τον Χάμφρευ, έναν ώριμο πενηντάρη, με πρόσωπο έμπειρο, τσαλακωμένο από την βαρύτητα του χρόνου με δυο μάτια εξημερωμένης σκληράδας. Θα έλεγες, εκείνη την στιγμή η ψυχή του ήταν βουτηγμένη στην αγγελική φωνή της νεαρής δίπλα του. Η καρδιά του χτύπαγε με τρελούς ρυθμούς, μα η λογική τον κράταγε σταθερό, στα λόγια, στις αποφάσεις του. Έσφιξε το τιμόνι με δύναμη.

- Που θα βρω κάποιον να προσέχει την εμφάνιση μου στο Παρίσι; Που θα βρω κάποιον να με βοηθάει στα Γαλλικά μου; Ρώτησε ο οδηγός και κάρφωσε την ματιά του πάνω της.
- Ω.. σίγουρα θα βρεις κάποια στο πλοίο, πάντα βρίσκεις...
- Νομίζεις;
- Σίγουρα... τουλάχιστον υποθέτω, τα μάτια της κοπέλας μαλάκωσαν, έβαλε το χέρι της στον ώμο του, χάιδεψε την αύρα του.
- Αν υποθέσουμε .. άρχισε να μουρμουρά με σκυμμένο το κεφάλι ο οδηγός... Αν υποθέσουμε ότι εσύ δεν ήσουνα παντρεμένη με τον Ντείβιντ.. Αν υποθέσουμε ότι εγώ ήμουνα δέκα χρόνια νεότερος... ας υποθέσουμε ... ω! Μα τι λέω! Όλο υποθέσεις είμαι! Απλά ας υποθέσουμε ότι λέω βλακείες αυτήν την στιγμή! Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε το σκοτάδι στα πλάγια του αυτοκινήτου, τα μάτια του βούρκωσαν, δεν έπρεπε να το δει η κοπέλα αυτό.

Μια μικρή σιωπή, η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι και δεν απάντησε αμέσως. Η καρδιά της έσφιξε, τα δόντια της κρύφτηκαν παίρνοντας μαζί τους το χαμόγελο, τα χέρια άσπρισαν από την δύναμη που τα ζούληξε, σχεδόν έχωσε τα νύχια μέσα της για να ξυπνήσει από τις σκέψεις, τις παράλογες, τις απίθανες.. του έρωτα..

- ας υποθέσουμε, ότι ναι! λες βλακείες ... σιγομουρμούρισε με σπαστές λέξεις και μεμιάς το μετάνιωσε αυτό που είπε, τινάζοντας το κεφάλι της ψηλά.

Ο οδηγός έφερε την ματιά του πάνω της, την χάιδεψε στοργικά με το βλέμμα του και την παρακάλεσε για μια τελευταία φορά.

- Ας υποθέσουμε τότε ότι θα συνεχίσεις να τραγουδάς, αργά αυτή την φορά, να το απολαύσω..
.. η νύχτα κατάπιε την παράνομη αγάπη μέσα της...



16/4/10

Buena Vista Social Club - Chan Chan



Η παλιά πράσινη μπούικ απ' έξω με την άσπρη οροφή, παπούτσια, άσπρα με μαύρο, ριχτό άσπρο ιδρωμένο πουκάμισο, χαμόγελο χαμένο στις σκέψεις και με τους αγκώνες σκυφτά πάνω σε ένα βρώμικο μπαρ να μετράω τα λεπτά μέχρι να λυγίσει ο ρυθμός στα αυτιά μου. Από πάνω μας, ένας ανεμιστήρας στην οροφή δίκαζε και εκτελούσε με συνοπτικές διαδικασίες τον ζεστό αέρα του μαγαζιού. Κάθε γουλιά, και μια σκέψη ... 
Έτσι το είδα.

13/4/10

Ανοησίες #1


Ούτε που ήθελα να του απαντήσω. Απλά έπρεπε μετά την χοντρή κουβέντα που εκστόμισε ο κύριος με το στενό πουκάμισο, ένα πανάκριβο σίγουρα, που έκρυβε μέσα του μία ασφυκτική κοιλιά σαν ψημένο κείκ. Το πρόσωπο του περιποιημένο, γύρω στα πενήντα καλοαναθρεμμένος. Σαν όλους τους επαρχιώτες με το γυαλιστερό πρόσωπο από τον καθαρό αέρα, την σειρά με τα καθαρά δόντια και το ύφος, εγώ είμαι και κανένας άλλος.

«Μα δεν αγαπάτε το αμάξι σας;» Αν δεν το αγαπώ; Φυσικά και δεν το αγαπώ, αλλά ποτέ δεν θα δεχτώ να το πω δημόσια. Με ποιο δικαίωμα με ρωτάει τέτοιο πράγμα; Το μόνο που κάνω με το αμάξι μου είναι να λυπάμαι τα λεφτά του φαναρτζή, δεν το αγαπάω με την στενή ερμηνεία του λόγου, αν με εννοείτε.
«Σας παρακαλώ κύριε..» είπα ενοχλημένος .
«Εμ! Αν το αγαπούσατε δεν θα παρκάρατε στην γωνία! Να, τις προάλλες προσπάθησα να στρίψω, είχε παρκάρει και άλλος ένας απέναντι, και με το ζόρι κρατήθηκα να μη σε χτυπήσω! Για αυτό λέω δεν το αγαπάτε το αμάξι σας..»
«Καλά και δεν χωρούσατε να περάσετε; Και άντε, δεν χωρούσατε, αυτός είναι λόγος για να μην αγαπάω το αμάξι μου;»
«Μα κύριε, πεντέμισι μέτρα αμάξι έχω, που να στρίψει;» κάπου ένιωσα άβολα όταν άκουσα το μήκος του αμαξιού του. Για ώρες βαρούσα το κεφάλι μου μετά, αλλά εκείνη την ώρα ένιωσα να απολογηθώ που είχα παρκάρει στην γωνία και ο κύριος με τα πεντέμισι μέτρα μαούνα, δεν μπόρεσε να στρίψει. Εξάλλου, και εμένα μου έχει τύχει να δω κάποιο αμάξι κακοπαρκαρισμένο, σχεδόν παρατημένο σε κάποια γωνία και να αναφωνήσω «Καλά δεν αγαπάνε το αμάξι τους;»
«Ξέρετε, είναι το δεύτερο αμάξι μου, το πρώτο είναι στο γκαράζ και δεν βρήκα αλλού να παρκάρω..» δικαιολογήθηκα.
«ε και; Ένα μόνο γκαράζ έχετε; Να πάρετε και δεύτερο.. όπως όλοι μας..» αυτό το "όπως όλοι μας" ήταν μαχαίρι στα σπλάχνα, αν ήθελε μάλιστα να το γυρίσει δεξιόστροφα έτσι ώστε να ουρλιάξω από τον πόνο θα πρόσθετε «Δεν είχατε λεφτά να αγοράσετε δεύτερο γκαράζ; έτσι δεν είναι ;» αλλά ευτυχώς δεν το έκανε. Τον συμπάθησα για αυτό.

«Ε! Δεν έχω, τι να κάνουμε.. Άλλη φορά όμως αν δεν χωράτε, να κάνετε το τετράγωνο, και εγώ αυτό κάνω όταν με στριμώχνουν...»

«Καλά.. καλά.. δεν ήρθα για τσαμπουκά..» είπε και εξαφανίστηκε στο βάθος του δρόμου..
Χωρίς βιασύνη, έβαλα την κόρη μου στο πίσω κάθισμα, έβαλα την ζώνη στον μικρό , έβγαλα το παλτό μου και άναψα την μηχανή. Για ώρα ήμουν αρκετά αναστατωμένος, χωρίς όμως να ξέρω γιατί.. άκου, δεν αγαπώ το αμάξι μου.. και ακόμα χειρότερο, δεν ήρθε για τσαμπουκά. Και εγώ νευρίασα, για το πιο απλό πράγμα του κόσμου..

Ανοησίες...

11/4/10

εκείνο τον πίνακα τον θυμάσαι;


Και εκεί που εσύ βλέπεις ένα κοριτσόπουλο να κάνει νάζια στο φακό, εγώ βλέπω μια μέλλουσα μητέρα με το τσιγάρο στο χέρι, ‘κει που βλέπεις δυο ματάκια όλο απορίες εγώ βλέπω δυο ρυτιδιασμένα, πρόχειρα βαμμένα μάτια, που στο βάθος του μυαλού τους προσπαθούν να θυμηθούν αν βάλανε αλάτι στο φαί. Προσπάθησες πολύ, στο καταλογίζω, αλλά βλέπεις ότι δεν υπάρχει εύκολος τρόπος.

Μα αν υπάρχει κάτι που μας ενώνει είναι η οπτική σαν γεγονός, οι σκέψεις είναι απλώς δικές σου και πίστεψε με, δεν θέλω να τις ακούσω γιατί προέχει να ακούσω τις δικές μου σκέψεις πρώτα. Σε αυτό δεν φταίς εσύ, βλέπεις, μιλάνε δυνατά οι σκέψεις μου και κάποιες φορές δεν σε ακούω καθαρά..

Και εκείνο τον πίνακα, μαζί τον πήραμε, άραγε ποιες σκέψεις μας κοινώνησαν σε αυτήν την απόφαση; Ποτέ δεν θα μάθω, ούτε θα μάθεις. Υπάρχει βλέπεις ακόμα μια  παράμετρος ανάμεσα μας, η συμπάθεια. Δέχομαι και δέχεσαι να είμαστε διαφορετικοί και αυτό αυτόματα μας κάνει ομάδα, ίδιους όμως ποτέ.

Όπως λέει και η μητέρα μου δύο ίδια είναι άχρηστα και εσύ δεν είσαι άχρηστος..

Όχι για μένα.

Σήκω, πάμε τώρα. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να δούμε εδώ, εξάλλου η οπτική μένει η ίδια, οι σκέψεις αλλάζουν και μα τον θεό δεν είναι ανάγκη να στεκόμαστε μέσα στο κρύο. Στο βάθος του μυαλού μας θα μείνει η εικόνα σε αυτό που μαζί είδαμε και η ταραχή της σκέψης μας θα υπάρχει επίσης για μέρες ακόμα μέσα μας, ακόμα και αν έχουμε φύγει..

Σήκω, πάμε, ο καθένας στον ευατό του..


Another Cup of coffee..





Κάτσε να σου πω μια ιστορία, για ανθρώπους που δώσανε την ψυχή τους στον διάβολο για μια αγκαλιά με τον Θεό. Για ψυχές που κλάψανε στην ποδιά των ληστών, έκλαψαν τόσο που τα δάκρυα στεγνώσαν. Δεν είχαν να δώσουν κάτι να ανταλλάξουν, παρά μόνο εκείνη την μαυρισμένη καρδιά που τους βάραινε τα στήθη. Και την έδωσαν, για ένα χαμόγελο.

Μα δεν άκουσες το χειρότερο, υπήρξαν περιπτώσεις που το πήραν το χαμόγελο που γύρευαν, πήραν την γεύση στον ουρανίσκο τους..

Μα κάνεις ότι δεν ξέρεις ότι η γεύση δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια μνήμη ευχάριστη ή δυσάρεστη. Λες ότι κάποτε δοκίμασες και θέλεις πάλι να ζήσεις τα ίδια, μα δεν γίνεται πια, δεν γίνεται.. μπαίνει ανάμεσα σε εσένα και στο άπιαστο όνειρο το τοίχος της ηλικίας, των πραγμάτων, των ανθρώπων, εκείνο το αδιαπέραστο συρματόπλεγμα που ονομάζεις λογική και εμπειρία. Και αναρωτιέμαι ώρες, ώρες, τι είναι αυτό ή ποιος το έστησε εκεί εμπρός σου..

Και ξάφνου ανακαλύπτεις τον χρόνο που έχασες, και επιστρέφεις στην πόρτα που βγήκες σαν ήσουν μικρός. Αλλά ο δρόμος είναι διαφορετικός, πλέον καμία γοητεία δεν υπάρχει, κανένα μυστήριο δεν περιβάλλει τον δρόμο. Γιατί ξέρεις. Ξέρεις πολύ καλά..

Τι καλά που θα ήταν να μπορείς επιλεκτικά, να μην ξέρεις. Τι καλά που θα ήταν....

1/4/10

The Walkabouts - Life full of holes



life full of holes... χμ.. δεν χρειάζεται να πω κάτι παραπάνω..

Φοινικόδεντρα




Όσο και να δοκίμαζα τις εσωτερικές μου δυνάμεις να καταλάβω τις σκέψεις, την αντίληψη που ντύνει αυτόν τον άνδρα, αδύνατο μου φάνηκε. Σε ένα κόσμο που για να πείσεις πρέπει να μιλήσεις παραμυθένια, να αναστήσεις ανθρώπους, να κάνεις θαύματα αυτός επιμένει να μιλάει για αγάπη, για συμπόνια, για ανθρωπισμό. Αρετές; Ιδιότητες; Συναισθήματα; Ακριβώς δεν ξέρω, αν και μέσα μου κυμβαλίζει κάθε λέξη σαν ουράνια καμπάνα, ευφραίνεται η σάρκα μου σε κάθε πράξη που συμβολίζει τις λέξεις τούτες. Και Αυτός μου τις δίδαξε. Αυτός πάτησε μέσα, - όχι δίπλα μα μέσα – στην δύσφημη ζωή μου και ανέσυρε από τα βάθη μου κάθε σκέψη, την έντυσε με τρυφερά λουλούδια και με έκανε να βλέπω από αυτά τα ταπεινά μάτια μου, τον κήπο της ζωής με άλλον τρόπο..

Νάτος προχωράει μπροστά μου, θα΄ναι δέκα βήματα που μας χωρίζουν μα τα νιώθω τριπλάσια και δεκαπλάσια, σαν σκέφτομαι τα λόγια του, τον τρόπο σκέψης του. Ένας χρυσοκέντητος ήλιος χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά του και ένα ελαφρό αεράκι τα αναδεύει ευχάριστα, παρέα με ένα άπλετο χαμόγελο που κάνει το πρόσωπο του να δείχνει νεανικό, φρέσκο. Είχα την εντύπωση ότι σε κάθε του βήμα, μίλαγε με την γη, απαντούσε στις απορίες των πουλιών, μάντευες από το περπάτημα του, ότι πρόσεχε μη πατήσει έμβια ζωή, ότι σέρνονταν στο χώμα.. είχε ένα ανάλαφρο βήμα, πεταχτό και σίγουρο.. Κάθε λέξη, κάθε ανάσα ανάβλυζε μια σιγουριά, μια δροσερή πνοή στην ξέρα της ζωής..

Τι δουλειά να έχουμε στην Ιερουσαλήμ .. αυτό και αν είναι το μυστήριο όλων. Μετά ειδικά τον χθεσινό δείπνο που είχαμε, όπου μας αποκάλυψε τον θάνατο του. Κανείς μας δεν ξέρει αν θα πεθάνει και πως, μα αυτός ήξερε τα πάντα, ακόμα και αυτόν που θα τον προδώσει.. ακόμα και τον σκοπό του θανάτου του.
Το θάνατο κανείς δεν τον περιμένει, κανείς δεν γνωρίζει τον χρόνο του, όπως κανείς δεν ξέρει γιατί γεννήθηκε, ποιος ο σκοπός...
Ζωή και Θάνατος, άγνωστα αγκωνάρια μιας ενδιάμεσης ζωής, αυτό είναι και τίποτα άλλο.
«Σαν πλουτίσεις την ζωή, η γέννηση και ο Θάνατος, παίρνουν αξία..» έλεγε και λίγο το καταλάβαινα..

«Δάσκαλε,» του φώναξα και πάτησα την γη με δύναμη να τον προφτάσω.. «που πάμε; Θέλω να πω, εδώ θα γίνει ότι προφήτευσες, στην Ιερουσαλήμ;»
Με κοίταξε, το βλέμμα ήταν σταθερό, τα χείλη κουνήθηκαν, ένα μικρό χαμόγελο με φώτισε και τα λόγια του παρατάχτηκαν μπροστά απο την σκέψη μου, σαν πειθαρχημένος στρατός.

«Ναι. Εδώ πάμε. Στην Ιερουσαλήμ, εκεί που θα τελειώσω εγώ και εσείς θα αναστηθείτε..»

«Μα γιατί; Δεν καταλαβαίνω.. Θα υπάρχουν και άλλοι τρόποι.!» απάντησα θαρεττά.

«Σίγουρα. Αλλά όπως λατρέψανε την Ανάσταση του Λαζάρου, έτσι θα λατρέψουν και τον Θάνατο μου. Βλέπεις στους δύσπιστους λαούς, μια γέννηση, ένας θάνατος ή μια ανάσταση είναι αυτό που κάνει εντύπωση. Τα απλά λόγια, τα λένε οι ποιητές, καταπίνονται στο τέλος απο τις ίδιες τους τις ρίμες, τους ρουφάει ο Αίολος και χάνονται... Ναί μόνος δρόμος είναι η Ιερουσαλήμ..» απάντησε και ο λόγος του είχε μια σταθερότητα στοχασμου, σαν ήρεμο συνεφιάτικο πρωινό ..

«Δεν υπάρχει παραλογία στην σκέψη σου Δάσκαλε, αλλά επιμένω ότι θα υπάρχει και άλλος τρόπος..»

«Υπάρχει, αλλά δεν μπορείς να τον σκεφτείς γιατί και εσύ αυτή θεωρείς την καλύτερη συνέχεια μου..»
Σώπασα για λίγο, πνιγμένος στον κόσμο της λογικής και των συναισθημάτων..

«Και γιατί ονόμασες τον Ιούδα; Γιατί τον έκανες να αισθανθεί ότι θα σε προδώσει; Όλος ο κόσμος ξέρει ποιος είσαι και που βρίσκεσαι. Γιατί αυτός πρέπει να σε φιλήσει στο μάγουλο; Δεν κρύβεσαι, νομίζω ότι αυτό ήταν περιττό..» τα μάτια μου στένεψαν και τον κοίταξα στα μάτια..

«Ναι. Εκ’ πρώτης φαίνεται περιττό. Αλλά σκέψου, αν ήδη γνωρίζω τον επερχόμενο θάνατο μου, πιθανόν να ξέρω και τον τρόπο που θα φύγω. Πίστεψε με, τον Ιούδα τον αγαπώ, όπως ξέρω ότι αγαπάει και εμένα. Τι είναι αυτό που σε κάνει να φαντάζεσαι ότι από την αγάπη του, δεν θα συνεισφέρει να εκτελεστεί στα σίγουρα ο τρόπος θανάτου μου; Ότι όλα θα γίνουν, όπως πρέπει να γίνουν;»

Από μακριά αχνά, χάραζε το τοπίο με μια σειρά από πλίθινες πέτρες και δεξιά,ζερβά το ανίκητο σεντόνι της φύσης έντυνε τα μάτια μας με εικόνες υπέροχες, με κάλος απερίγραπτο. Σαν φτάσαμε κοντά στα τείχη της Ιερουσαλήμ από μέσα ακουγόντουσαν ιαχές από ανθρώπους που μας περίμεναν, ένα παιδί βγήκε στον δρόμο μας και έπεσε στα πόδια Του. Με την παλάμη του έστρωσε τα μαλλιά και το πρόσταξε να γυρίσει στην οικογένεια του, εκεί που ανήκει.

«Βρες μου ένα γαϊδουράκι, πρέπει να μπω ταπεινά μέσα σε εκείνο τον τόπο..» ακούστηκε να λέει επιτακτικά..

«Υπάρχει λόγος και για αυτό Δάσκαλε..» τον ρώτησα έκπληκτος..
«Τους βλέπεις τούτους; Όλο χαρά γεμάτοι είναι, που έρχεται ο Μάγος, ο Προφήτης.. Περιμένουν Βασιλιά και πρέπει να δούν υπηκόο, περιμένουν λυτρωτή, πρέπει να με δούν στα πόδια όχι στο στέμμα. Θα ντυθώ σαν και αυτούς για να με προσέξουν..»
Στάθηκα για λίγο σαστισμένος.. ώσπου άκουσα την τελευταία Του κουβέντα ...

«.. και όλοι αυτοί που θα φωνάξουν σήμερα ωσαννά, σε μερικές μέρες θα κράζουν σταύρωσον αυτόν.. Αυτό τι σου λέει για το ανθρώπινο είδος;...»
Ν.Κ. 
4/2009
**

[Καλή ξεκούραση., καλό Πάσχα, όπως το εννοεί ο καθένας μας..]