Σελίδες

6/1/08

Το ημερολόγιο μιας Αγίας


Νωρίς πρωί εξύπνησα, μέσα στο μπάνιο μπήκα, μα αν και το κορμί μου καθαρό, ψυχή βαριά σαν πέτρα στην λίμνη καθισμένη.


Το πρωινό ήταν λιτό, φρούτα χυμός και πορτοκάλι, αν θα ‘πρεπε στην ζυγαριά επάνω να ανεβώ, και τα γραμμάρια μέτραγα, πάλι σαν χθες τα ίδια πρέπει να ‘ταν.

Ο ουρανός μουντός, με άσπρη σκόνη τα σύννεφα τριμμένα, άραγε σήμερα τι διάφορο θα μου συμβεί, τι να μου φέρνει η νύχτα?

Ντύθηκα φόρεσα ρούχα απλά, κορμί να μην μαγεύει. Πήρα την τσάντα την μπορντώ, αυτή με τα άστρα απέξω. Έβαλα μέσα χρήματα για να ψωνίσω φέτες, ψωμί του τοστ και βούτυρο που απ ’το ψυγείο λείπουν.

Στο γυμναστήριο έφτασα και ο διάδρομος με ρούφηξε, τις σκέψεις μου τραβούσε. Εικόνες από το χθες, πρόσωπα ιδρωμένα, και λεκιασμένα χρώματα μες στην ψυχή μου σκάλωσαν την νιότη μου τραβούσαν.

Άραγε σήμερα ο θεός ποιόν λίγδα ποιόν σατράπη, ποιός την τύχη μου τη στραβή απόψε θα υφάνει ?

Μετά το γυμναστήριο, βόλτα στο σουπερμάρκετ. Χρόνος υπήρχε ακόμη εδώ, οι τράπεζες μην κλείσουν.

Λόγια απλά καθημερινά, την βρώμα του κορμιού μου, κανείς τους δεν την πρόσεχε, κανένας δεν την ξέρει. Έτσι λοιπόν με χαιρετάν κάθε πρωί στο μαγαζί που τρόφιμα ψωνίζω. Και ‘γω μες τους ανθρώπους χάνομαι το πλήθος να με κρύψει.

Ώρα 12:00 ακριβώς όπως και κάθε μέρα, ο άνθρωπος πίσω από το γκισέ τα χρήματα μετράει. Και με το βλέμμα πονηρό απόδειξη εκδίδει.
- «Στο όνομα Θεοτοκάτου Μαίρη είπαμε, να μη το ξαναλέμε»
Χαμόγελο εισέπραξα, τα χρήματα επήρε,
- «Το όνομα του καταθέτη ξεχάσατε, εδώ το όνομα γράψτε..»
- «Ανώνυμα ,και πάλι όπως χθές. Δεν θέλω να μάθει το όνομα κανείς, ούτε και συ ο ίδιος!.»

Ώρα 14.00 ακριβώς, τρέχω λαχανιασμένη εκεί δίπλα στο στενό κάτω από τις πινακίδες. Εκεί όπου δεν φαίνομαι, και ‘γω τα βλέπω όλα.

Παιδιά πολλά, σχολείο σα σχόλασε, και απ έξω όλα τα δέντρα ανθήσαν. Η μουριά καρπό παρουσίασε, και το χαλί της φύσης φάνηκε, μέσα από το τσιμέντο.

Χαμόγελα παντού, γονείς τα περιμένουν. Νάτο και το καμάρι μου, στον ώμο την τσάντα είχε. Θαρρώ πολλά θα έμαθε και στο σχολείο πρώτο. Είχε το αστέρι του ουρανού πάνω από το κεφάλι, και με νεραιδόσκονη την είχανε ποτίσει, σωστή κοπέλα έγινε , μακάρι να την ήξερα, αλλά τι να την διδάξω?

Έτρεξε μπρός, και τα μαλλιά ανεμίζανε σαν χαίτη αλογίσια, όπου ο κύρης φούσκωνε και ο ιπποκόμος περήφανα γελούσε.

Θα θελα να ‘χα μια στιγμή, τόσο πολύ ντρεπόμουν. Φαινόταν πάντως μια χαρά, τα μάγουλα ροδίζαν, και από τα χείλια τα πλατιά, μόνο λόγος καλός μπορούσε να ανθίσει.

Έτρεξε και κρύφτηκε στην αγκαλιά, του θείου ,εκείνου που την πρόσεχε και όρκο ιερό είχε δώσει. «Η μάνα σου σε άφησε και τώρα δεν σε θέλει. Εγώ είμαι ο πατέρας σου, εσύ είσαι η ζωή μου.» Λόγια μεγάλα, βροντερά στον σύμπαν είχε βάλει. Και μάνα δεν εγνώριζε και τίποτα δεν ξέρει.

Μαζεύτηκα στην άκρη μου, χώρο στον χρόνο έδωσα και σπίτι μου γυρνούσα. Δεκαετία ολόκληρη την ίδια ιστορία. Κάποια στιγμή, θα ένιωθε και αυτή να με γνωρίσει και τότε θα κρινόμουνα, κατάρα μεγάλη θα έπινα, τόσα χρονάκια πάνε.

Την ίδια δεν την στήριξα, πολλά όμως της χρωστάω. Και ένα το πιο σημαντικό την ίδια την ζωή μου, αλλιώτικα εγώ το ποταμό των ζωντανών απέναντι ευθύς θα είχα περάσει. Σε ‘φχαριστώ μικρούλα μου, για σένα ακόμα πνέω, και ας είναι τα ολίσθια να πάνε παρά πέρα.
Να ζήσω την στιγμή, τα μάτια σα θα κλείσω, αλήθειες ρεαλιστικές να σου τις δώσω πίσω.
Ερχόταν βράδυ έπρεπε να κοιμηθώ λιγάκι. Από το απόγευμα νωρίς δουλειά με λίγα ρούχα θα πιανα, κορμιά θα συναντούσα. Κάποιες ψυχές θα λύτρωνα και κάποιες θα με τρώγαν. Χρήμα ακριβό να ‘φήνανε στο κομοδίνο δίπλα, και μένα δε με ένοιαζε, ποιά το είχα συνηθίσει.

LAST CHAPTER
«Μάνα εγώ δεν γνώρισα, ίσως να μην με θέλει. Αλλά εγώ την αγαπώ, και αυτή ας μη με ξέρει. Θεέ μου δώσε δύναμη στην μάνα μου να αντέξει, να μην με βλέπει να μη με αγαπά και όταν μια μέρα έρθει, εδώ εγώ θα την φιλέψω. Και αυτό της το αδίκημα, Θεέ μου μην το καταλογίζεις, όπως Εσύ έτσι και ‘γω όλο τον κόσμο συγχωρώ, και ο κόσμος με αγαπάει. »

Με αυτά τα λόγια τα μικρά το ημερολόγιο κλείνει, και ο Θεός απάντησε μέσα απ’ τα όνειρα της.

1/1/08

2008


Κάθομαι ακίνητος, και στοχάζομαι την χρονιά που έφυγε. Ο ορίζοντας μουντός σαν να τον έχεις τρίψει με χιόνι φοράει τα γιορτινά του.


Διακριτικές οσμές από καμένο ξύλο περιπλανιούνται στην ατμόσφαιρα και με την φαντασία μου ζωγραφίζω ανθρώπους γύρω από ένα τζάκι, άλλοι να βλέπουν τηλεόραση, άλλοι να διαβάζουν, και άλλοι - ίσως οι πιο τυχεροί – να είναι αγκαλιά με αυτούς που αγαπάνε.


Η φύση έξω από το παράθυρο ανίκητα ακίνητη εκμαιεύει τις σκέψεις. Μόνη κίνηση στον χώρο τα δακτυλίδια καπνού που βγαίνουν από το τσιμπούκι μου. Έχω βάλει το καλό ταμπάκο στην πίπα, αυτόν τον δανέζικο που μου έφεραν δώρο πρόσωπα αγαπημένα, και αναλογίζομαι τον χρόνο που πέρασε και αυτόν που θα έρθει.


Σταματάω τις σκέψεις, αυτές που πληγώνουν, και κοιτάω το παρόν. Ούτε καν το αύριο.


Είμαι όρθιος, ζωντανός και τα πρόσωπα που αγαπώ ταξιδεύουν στον κόσμο των ονείρων με καράβι το κρεβάτι τους στο δίπλα δωμάτιο. Όλα είναι καλά λοιπόν.

«Θεέ μου δώσε μου υγεία να πολεμώ τον χρόνο που ανελέητα κατασπαράζει την στιγμή, και κάνε την κάθε στιγμή μου να είναι σαν τώρα!»

29/12/07

Το δεξί μου χέρι


Αγαπητέ Χάρη,

Εν γένει η υγεία μου καλά πάει, και δράττομαι της ευκαιρίας αυτού του γράμματος για να σε παρακαλέσω, γύρω από ένα θέμα που με απασχολεί αρκετά τον τελευταίο καιρό.


Όπως ήδη γνωρίζεις προ τριμήνου, επιτέλους κατάφερα να αποσπάσω μια ευκαιρία από αυτήν την παλιοζωή και να κερδίσω μια ακρόαση (audition αγγλιστί, να δείχνουμε και τα προσόντα μας) στην θεατρική παράσταση της Μ.Ν. στο ομώνυμο θέατρο της.

Γνωστό δεν έβαλα, γιατί όπως καλά γνωρίζεις είμαι πολλάκις αντίθετος με τη κατινιά του κόσμου να χρησιμοποιώ μεσάζοντες για να επιτύχω τον σκοπό μου. Στην παράσταση θα παρακολουθούσε την audition η ίδια η Μ. Ν. , πράγμα που μου φούσκωνε τα σωθικά αλλά και το άγχος μου παράλληλα. Ο πατέρας μου ανέκαθεν με θεωρούσε ψώνιο, και εγώ έκανα τα πάντα να διατηρεί αυτήν την εντύπωση.

Να μην τα πολυλογώ, στα παρασκήνια γνώρισα και μια κοπέλα, σκέτη κοντέσα. Μύριαμ Παπαδοπούλου η Τρίτη. Η τρίτη στην σειρά εννοώ.. το κορμί της σκέτη πρόκληση απολαύσεων και το μυαλό της ξουράφι για αινίγματα και γρίφους. Το ίδιο βράδυ κανονίσαμε να βρεθούμε και εν συντομία, να συνεχίσουμε αυτό το μονοπάτι της ζωής παρέα. (την audition εννοούσα, που πάει το μυαλό σου?)

Εάν δεν συνέβαιναν τα απίστευτα!

Εγώ σκυμμένος (όπως ακριβώς πρόσταζε ο ρόλος μου) μπροστά από την Κοντέσσα Μαρία Βαγγυκάλου και να τις λέω λόγια βγαλμένα από τα σωθικά ερωτικού ποιητή, και από την άλλη η Μ. Ν. πρώτη σειρά να παρακολουθεί με συγκίνηση την παράσταση, πλάι στον γνωστό σκηνοθέτη και παραγωγό Νίκο Πετρόπουλο. Τον ξέρεις από τα πολλά σήριαλ που έχει ετοιμάσει για την τηλεόραση αλλά και από πολύ επιτυχημένες ταινίες που παίζονται αυτήν την στιγμή στον κινηματογράφο, με αρκετά εμπορική επιτυχία πρέπει να ομολογήσω.

Τα πόδια μου ολόισα σε διάταξη ευθεία όπως άρμοζε, τα γόνατα μου σε ελαφρά λυγισμένη θέση, ημί παρουσίαση της τριχωτής μου γάμπας, και το αριστερό μου χέρι στο ύψος των γοφών της Κοντέσσας, που με αναφιλητά άκουγε αυτή την θεσπέσια μελωδία ερωτικών εξομολογήσεων που με μεγάλη μαεστρία απάγγελνα. Το να παρουσιάζει Μάκβεθ κανείς, ξέρεις πολύ καλά δεν είναι εύκολο πράγμα και απαιτεί πολύ καλή γνώση του κειμένου άλλα και της ψυχολογίας του συγγραφέως. Εγώ χωρίς να το παινευτώ, είχα κάνει πολύ προετοιμασία ειδικά για αυτήν την δύσκολη ατάκα που θα παρουσίαζα.

Ξαφνικά και δίχως ιδιαίτερη σκέψη ή εντολή από άλλο σημείο του σώματος μου, το δεξί μου χέρι υψώθηκε αυτοβούλως με ταχύτητα αστραπής και όταν ξεπέρασε το ύψος του κεφαλιού μου, μια παλάμη με ανοιχτά δάχτυλα παρουσιάστηκε μπροστά στο έκπληκτο πρόσωπο της κυρίας Μ. Ν.

- Τώρα ακριβώς τι έγινε την μούντζωσε ? είπε ο υπεύθυνος παραγωγής και έτριβε τα μάτια του για να δει καλύτερα.
- Ω ρε μούντζα ! είπε ο ηχολήπτης και ανέβασε τον ήχο από το μικρόφωνο της Μ.Ν. ψάχνοντας τι άλλο ! τον μέγιστο χαβαλέ!

Η Κοντέσα Μαρία Βαγγυκάλου, χλόμιασε και αντάλλαξε γρήγορες ματιές με την Μ. Ν. και με μένα, σαν να περίμενε να σκάσει μία χειροβομβίδα αλλά μη όντας σίγουρη για το πού θα έσκαγε προσπαθούσε με γρήγορες ματιές να μαντέψει, έτσι ώστε να κάνει το σωστό σάλτο αποφυγής των θραυσμάτων.

Σου ορκίζομαι αγαπητέ Χάρη, αυτό σίγουρα δεν το έλεγχα, δεν είχα την δύναμη να ελέγξω το χέρι μου ακόμα και όταν την ίδια χειρονομία την επανέλαβε άλλες τέσσερεις φορές, το μη ευγενικό και συνάμα αντιπαθητικό χέρι μου! Ξανά .. και ξανά και ξανά….

Η κακόμοιρα η Μ. Ν. είχε πλέον πάθει υστερία! Ο πανικός που επικράτησε μέσα στην αίθουσα μετέτρεψε την audition σε κατήφορο τρένου σε Λούνα Παρκ όπου όλα τα παιδιά ουρλιάζανε από υστερία αδρεναλίνης και φόβου !

Ο ηχολήπτης πλέον είχε πέσει κάτω από τα γέλια, και το χαχανιτό του έβγαινε από τα ηχεία κάνοντας την M.Ν. ακόμα πιο έξαλλη. Ο παραγωγός δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, από την μία ήταν φίλη του η Μ.Ν. , και δεν ήταν επιτρεπτό να γελάσει, αλλά από την άλλη το θέαμα από μόνο του, έφερνε αρκετό γέλιο. Σφικτά λοιπόν προσπαθούσε να κρατήσει τα γέλια του, και πλησίασε την Μ.Ν. όπου σε κατάσταση πανικού και οργής ούρλιαζε :
- Διώξτε τον !! όχι Κρατήστε τον ! Την αστυνομία ! Θα του κάνω μήνυση !

Δάκρυα θυμού και οργής έτρεχαν από τα άσπρα πλαστικά μαγουλά της … και η μάσκαρα (plus η πλαστική) έκανε ένα κράκ … και έσπασε … κύματα ρυτίδων και κύτταρων ανακατεμένων με πούδρα , ρουζ και πανάκριβο μέικαπ απλώθηκαν με ορμή στο κέντρο του προσώπου της, κάτω από την μύτη. Και αμέσως μετά απλώθηκαν σαν το λεκέ σε πανάκριβο χαλί, σε όλη την επιφάνεια του προσώπου της, ανεβάζοντας την ηλικία της κατά μια τριακονταετία τουλάχιστον!

Ο ηχολήπτης όταν είδε και αυτήν την ατάκα είχε πλέον ξεραθεί στα γέλια, και πέφτοντας πίσω από την καρέκλα με γδούπο, το μόνο που κατάφερε να φωνάξει ήταν :

- Μην σταματάτε να τραβάτε !!

Πράγματι σε μία γωνία υπήρχε ένας καμεραμάν, ο οποίος από την ώρα την αυτόβουλης χειραγώγησης της Μιμής από το δικό μου χέρι, ζούμαρε μία στο χέρι μου .. μία στην Μιμή..
- Σταματήστε τον! – Σπάστε του τα πόδια – πάρτε του την κάμερα! Κάψτε το φιλμ !

Η τύχη του κάμεραμαν ακόμα και σήμερα είναι άγνωστη, αλλά το video αυτό το είδα πρόσφατα στο youtube οπότε μάλλον πιστεύω ότι την γλύτωσε με ένα δυο δικαστήρια ο άμοιρος βιοπαλαιστής.

Την υπόλοιπη τύχη μου, αν δεν την γνωρίζεις από τις εφημερίδες θα στην γράψω σε επόμενο γράμμα.

Αυτό που θα ήθελα λοιπόν από εσένα είναι καταρχάς να σου υποσχεθώ ότι το χέρι μου έδρασε αυτοβούλως και άνευ της δικιάς μου θελήσεως, και μάλιστα εξέφρασε απόψεις που δεν της συμμερίζομαι και επίσης δεν είμαι σύμφωνος με αυτές. Και για να γνωρίζεις, εγώ ουδέποτε δεν θα αντιδρούσα έτσι σε οποιαδήποτε αντίστοιχη περίπτωση λόγω του πολιτισμού και των αρχών με τις οποίες μεγάλωσα και ανατράφηκα.

Επιπλέων επί της παρούσης το χέρι αυτό δεν μπορεί πλέον να αποκτήσει αυτόβουλη άποψη, λόγω του ότι το περιβάλει περί τα 3 εκατοστά γύψος σε όλη την έκταση μέχρι τον ώμο. Άρα δεν είναι δυνατό να αποφασίσει και να πράξει χωρίς την σύμφωνη γνώμη μου, παρά μόνο εάν σπάσει τον γύψο, σκέψη που αντεύχομαι λόγω του πόνου που θα δημιουργηθεί σε αυτό το σημείο, και που δυστυχώς είναι η μόνη μου πλέον επαφή με αυτό το σημείο του σώματος μου.

Θα ήθελα λοιπόν να σε παρακαλέσω, να μιλήσεις της κυρίας Μ. Ν. καθότι γνωρίζω ότι μια προσωπική φιλιά την έχεις μαζί της, και ο λόγος σου μετράει στα αυτιά, αυτής της εξαιρετική αρτίστας, που συνοδευόμενη από το καταπληκτικό ταλέντο υποκριτικής τέχνης που κατέχει ανέρχεται στην φαντασία μου … σαν μια Σταρ!…

Γνωρίζω ότι κάτω από τον ίσκιο των τελευταίων καταστάσεων, δεν είναι εύκολο, αλλά η παράκληση μου είναι μεγάλη, και είσαι η μοναδική πόρτα που μπορώ να χτυπήσω, έτσι ώστε να μπορέσω να επιδιορθώσω τα λάθη του δεξιού μου χεριού!

Πάντα δικός σου

Αλέκος Δεξιός…

26/12/07

Επιστολή σε ένα φίλο


Αγαπητέ φίλε,


Σου γράφω αυτό το γράμμα, με την ευκαιρία της τελευταίας ερώτησης που έθεσες –εμμέσως πλην σαφώς – του τι είναι η φιλία. Σαφέστατα η ερώτηση σου δεν ετέθει έτσι πεζά, αλλά αποτελεί την ουσία της τελευταίας μας συζήτησης. Δεν θα διαφωνήσω μαζί σου σε κανένα από τα επιχειρήματα που πολύ εύστοχα μου έθεσες.


Στόχος μου δεν είναι να σε πείσω για κάτι που ο χρόνος έχει αποδείξει μέσα στις φλέβες σου. Το μόνο που θα προσπαθήσω είναι να εκφέρω την δικιά μου άποψη, απλά για να φανώ αντάξιος στο διάλογο που ανοίξαμε. Ο Φιλόσοφος δεν ρητωρεί και απαιτεί, ακούει τον άλλο και μαθαίνει. Φιλόσοφος είναι ο καθείς για τον εαυτό του και για κανέναν άλλον. Επέτρεψε μου λοιπόν να φιλοσοφήσω πρώτα για μένα και μετά χάριν της ωραίας μας συζήτησης.

Επίσης η οποιαδήποτε καταγραφή θεωριών, έρχεται αντιμέτωπη του δικού μου τρόπου επιχειρηματολογίας, και έτσι θα προσπαθήσω να μεταφέρω γλαφυρά τις απόψεις μου και να δώσω το έναυσμα στην δική σου ψυχή να ερμηνεύσει, και να κρίνει την δικιά μου άποψη.

«Κάτω στον κάμπο, πέρα από τις πορτοκαλιές, το χώμα στα σπλάχνα του σπόρο μεγάλωνε.
Ο σπόρος ρώταγε την μάνα γη :

- Μάνα εγώ τον κόσμο τον τρανό πότε θα μάθω. Πότε θα δω τον ήλιο λαμπερό και το φεγγάρι νύχτα?
- Με καρτέρι και υπομονή, και εσύ σαν όλα τα λουλούδια την σειρά σου θα πάρεις. Απαντούσε η μάνα στοργικά και με νερό βρόχινο ετάιζε τον σπόρο.

Μέρες πέρασαν όχι μήνες και ο σπόρος από την γη κεφάλι έσκασε, τον κόσμο είδε. Χλωρό κλαράκι έγινε και αγωνία μεγάλη αμέσως το έπιασε.
- Μάνα γη εσύ που όλα τα ξέρεις, πότε θα γίνω εγώ όμορφο δεντράκι με ζηλευτά λουλούδια , όπως όλα τα άλλα?
- Γιε μου, εγώ σε μεγάλωσα και τα ξέρω όλα, μεγάλο θα γίνεις και εσύ καρτέρι και υπομονή να ‘χεις και σαν τα άλλα και συ μεγάλο θα γενείς.

Μέρες πέρασαν και όχι μήνες και το λουλούδι όμορφο κλωνάρι άπλωσε και μίσχο δυνατό ετοίμασε. Κλαριά μεγάλα δυνατά απλώσανε στον χώρο. Με τον καιρό πέταλα κόκκινα σαν τις φωτιάς ξεπρόβαλαν που σαν μανδύες αυτοκρατορικοί φαινόντουσαν.

Μήνες πέρασαν όχι χρόνια και το λουλούδι τον ήλιο χόρτασε, και το φεγγάρι λαμπερό πλέον δεν του φαινόταν. Σκέψεις βαριές μέσα του γυρνούσαν.
- Μάνα γη, τα πόδια μου τις ρίζες μου σε εσένα μέσα τα’χω και τα πάντα γνωρίζεις.
Ξέρω, είμαι αυτό που πάντα ήθελα να ήμουν, αλλά τώρα μόνος νιώθω και δεν ξέρω τι μου λείπει.
- Θα το μάθεις γιέ μου μόλις έρθει, μέχρι τότε θα το περιμένεις. Εγώ είμαι η μάνα γη και όλα τα γνωρίζω ! Τις ερωτήσεις αυτές τις έχω ξανα ακούσει και την απάντηση την ίδια πάντα δίδω. Καρτέρι και υπομονή γιέ μου!

Ένα καλοκαίρι σταυλοχελίδονο μικρό, ήρθε και έκατσε στου λουλουδιού την άκρη. Κουβέντα και ιστορίες για μακρινές παρτίδες εξιστορούσε και το λουλούδι χαρά μεγάλη βρήκε. Παρέα καλή κάνανε και η γη καμάρωνε που ο βλαστός της, το νόημα της ζωής το βρήκε.

Το καλοκαίρι πέρασε και το σταυλοχελίδονο σε άλλη πατρίδα το ένστικτο καλούσε. Με δάκρυα χαιρέτησε το λουλούδι και υποσχέθηκε ότι η καρδιά του εκεί θα είναι πάντα.
- Υποσχέσου μου ότι θα ξανάρθεις. Εγώ δεν μπορώ να φύγω να πετάξω, φτερά σαν και εσένα δεν έχω, και τα κλαριά μου μόνο ο άνεμος μπορεί και τα κουνάει. Σε χρειάζομαι…
- Θα έρθω, ποτέ δεν θα σε ξεχάσω. Πάντα στην καρδιά μου θα ‘σαι, και το καλοκαίρι σαν πάλι έρθει, εδώ πάλι θα είμαι. Ιστορίες καινούργιες φανταχτερές θα σου φέρω και πάλι.
Και όλα σαν και τώρα θα ‘ναι.

Με δάκρυα επέταξε και προς τον ήλιο πήγε. Το λουλούδι κλάμα έριξε και την μάνα γη αναρωτούσε.
- Μάνα, το βρήκα αυτό που μου έλειπε και πάλι το έχασα. Γιατί ? μόνος δεν θέλω πλέον να ‘μαι.
- Εγώ είμαι η μάνα γη, και πολλά από αυτά τα ξέρω τα έχω δει. Σκέψου μόνο αυτό : αν δεν έφευγε, και ήταν σαν εσένα ακίνητο.. Θα σου έλειπε ? θα το ονειρευόσουν ποτέ? Θα έλπιζες ποτέ ? Απάντα μόνο σου και σκέψου. Τώρα ξέρεις τι έχεις ανάγκη. Καρτέρι και υπομονή και ο χρόνος όλα τα απαντάει, μόνο αυτό σου λέω γιε μου.
Μέρες γιορτινές για τους ανθρώπους ήρθαν, και η μικρή λουλούδια από τον κάμπο μάζευε πολύχρωμα και εντυπωσιακά το σπίτι της να λάμψει.

Το χέρι της άπλωσε και το λουλούδι τράβηξε, και με μεγάλη περιέργεια δύναμη πολύ χρειάστηκε , μάλλον οι ρίζες μεγάλες μες τον χώμα απλωνόταν.

Το λουλούδι φώναζε την μάνα γη καλούσε, δύναμη να βάλει τις ρίζες μην αφήσει.
- Μάνα γιατί ? που πάω ? κράτα γερά μην φύγω!
- Μάνα είμαι εγώ όλων των λουλουδιών και γιους και κόρες πολλές μεγάλωσα! Μα εσύ είσαι αγαπητό γιατί σκεφτόσουν και έλπιζες την κάθε μέρα. Κρατάω γερά τις ρίζες σου αλλά των ανθρώπων η δύναμη με ξεπερνάει. Κράτα αυτά που σου έμαθα και φρόντισε να τα πλουτίσεις. Η ευχή μου μαζί σου πάντα θα ναι. Να το ξέρεις…

Δάκρυα το χώμα έριξε και η γη στο τόπο εκεί σκούρυνε θλίψη άπλωσε τριγύρω. Το κοριτσάκι παραξενεύτηκε για τα νερά που έβρεξαν τα φανταχτερά παπούτσια της άλλα σκέψη άλλη δεν συνέχισε.

Μέρες πέρασαν όχι μήνες και το λουλούδι μαζί με άλλα μέσα σε βάζο με νερό, το σαλόνι του σπιτιού το στολισμένο, χάζευε μελαγχολικά.

Από το παράθυρο, με τις κουρτίνες στολισμένο, οι ακτίνες του ήλιου τα δάκρυα σκούπιζαν του λουλουδιού, αλλά χαμόγελο δεν του χάριζε, δεν είχε.

Τα άλλα τα λουλούδια κουβέντα ξεκίνησαν και τον ρωτούσαν γιατί πονάει γιατί κλαίει ?

- Την μάνα μου την γη, και σεις μάνα την είχατε. Άλλα να μας προσφέρει δεν μπορούσε. Μας τάισε μας πότισε, μεγάλους και σοφούς μας άφησε, άλλα δεν είχε να μας δώσει. Τον φίλο μου το σταυλοχελίδονο πότε θα το ξαναδώ? Αυτόν σκέφτομαι και κλαίω και την φιλία του νοσταλγώ. Υπόσχεση είχα δώσει, εκεί στο κάμπο να τον περιμένω… αλλά αυτή την υπόσχεση πλέον δεν μπορώ να την τηρήσω. Ποιος θα μου λέει ότι είμαι όμορφος, ποιος θα δίνει χαρά στα αυτιά μου με ιστορίες?

Τα άλλα λουλούδια σώπασαν και ξανά δεν του μίλησαν. Αυτά δεν τα καταλάβαιναν δεν τα έζησαν. Μουρλό και παλαβό τον έλεγαν και παρέα δεν ζητούσαν.

Ένα πρωί στο παράθυρο ο ήλιος δώρο μεγάλο στο λουλούδι χάρισε. Το σταυλοχελίδονο ήταν εκεί και του εφώναζε :
- Έρχομαι, ο ήλιος και η γη μου δείξανε που είσαι. Έρχομαι μην ανησυχείς.
- Φύγε, αν σε δουν οι άνθρωποι θα σε κυνηγήσουν. Λουλούδια μέσα στα σπίτια τους τα θέλουν. Πουλιά όμως δεν ανέχονται. Φύγε πριν σε κυνηγήσουν!
- Δεν με νοιάζει, θα πάρω το ρίσκο να σε δω. Ιστορίες καινούργιες έχω να σου πω. Τα δάκρυα σου να γιατρέψω, τα πέταλα σου να χαϊδέψω..

Ρώτησε τον ποντικό πώς μες στο σπίτι να τρυπώσει, και σύντομα πάνω στο βάζο είχε κάτσει.
Το λουλούδι και το σταυλοχελίδονο παρέα και χαρές αρχίσαν πάλι. Διόλου δεν το ένοιαζε που τα πόδια του στο χώμα πια δεν πατούσαν. Η κάθε στιγμή το κάθε δευτερόλεπτο ήταν γιορτή και χαμόγελα συνέχεια σκορπούσε. Ο ήλιος καταχάρηκε στην γη το αντιλαλούσε. Το χώμα πάλι καφέ εγίνηκε και η πλάση χρώμα πήρε.

Μετά από αρκετή ώρα το λουλούδι είπε :
- Εγώ στο βάζο καιρό δεν μπορώ να ζω. Φύγε και κάνε άλλους φίλους, δεν θέλω να με δεις να μαραζώνω! Αν φύγεις και με αφήσεις ζωντανό πάντα θα ελπίζεις ότι θα με ξαναδείς.

Αν περιμένεις να χαθώ και μετά φύγεις, η ελπίδα να με ξαναδείς θα πεθάνει μαζί μου. Σε παρακαλώ άσε αυτό να είναι το τελευταίο δώρο μου σε εσένα.. Σε παρακαλώ..

Το σταυλοχελίδονο το σκέφτηκε και με δάκρυα στα μάτια, άπλωσε τις φτερούγες του και με θόρυβο έφυγε από το δωμάτιο.

Κάθε χρόνο το σταυλοχελίδονο γυρνάει και ψάχνει για το λουλούδι, και κάθε χρόνο το λουλούδι περιμένει το σταυλοχελίδονο.

Η ελπίδα τους να ξανασυναντηθούνε ποτέ δεν πέθανε…»

Για να είμαι δίκαιος και ορθός ως προς τον διάλογο και τις σκέψεις σου, η ιστορία είναι μόνο η μία άποψη της Φιλίας. Δυστυχώς ο μόνο τρόπος για να οριοθετήσεις τις αρχές τις φιλίας είναι να την ζήσεις. Όριο είναι εκεί που μπορεί να την φανταστείς, και μοναδική σου απαίτηση πάντα πρέπει να είναι η ελπίδα ότι αυτός/αυτή θα είναι πάντα φίλος, και τότε που πραγματικά τον χρειάζεσαι..

Φιλικά nkarakasis

11/12/07

Τέσσερεις εποχές




Κάποτε πολύ παλιά, πριν τους επιστήμονες και πολύ πριν την εξάπλωση των θρησκειών , υπήρχε ένας μύθος…

Ο Μύθος της πριγκίπισσας Ζιρκάτα.

Ξάπλωνε το κορμί της στον πιο ψηλό βουνό, και όταν τέντωνε τα πόδια της τα δάχτυλα της άγγιζαν την θάλασσα. Άπλωνε τα χέρια της και αγκάλιαζε όλους τους ανθρώπους σε ανατολή και δύση.

Τόσο μεγάλη και καλή ήταν η πριγκίπισσα Ζιρκάτα.

Όταν ακούμπαγε την ράχη της στην πλαγιά του βουνού, ο ουρανός σκοτείνιαζε και ο ήλιος στενοχωρημένα αποχωρούσε, δίδοντας την σειρά του στον χορό των αστεριών.

Όταν φορούσε το άσπρο πέπλο στα μαλλιά της, όπου ακούμπαγαν οι άκρες, το τοπίο άσπριζε, και νιφάδες χιονιού κάλυπταν τα δέντρα και τα σπίτια, σαν μια λευκή μαγική κουβέρτα που αγκάλιαζε την πλάση.

Όταν ανακάτευε τα πόδια της στην θάλασσα, κύματα μεγάλα ανακάτευαν τον βυθό, και όστρακα μαζί με πέτρες, ξεκινούσαν ταξίδι μακρινό και άγνωστο.

Όταν ανάπνεε βαριά, αέρας και βουητό σηκωνόταν και οι άνθρωποι αγκαλιασμένοι γύρω από την φωτιά, παρακάλαγαν την γιαγιά παραμύθι να αρχινίσει.

Όταν έλυνε τα μαλλιά της τα ξανθά, στο τοπίο ήλιος φωτεινός, με μυρωδιά καλοκαιριού ζέσταινε του ανθρώπους, και η πλάση πανηγύρι έστηνε, φορώντας το πολύχρωμο φόρεμα της.

Όταν έκλαιγε, τα δάκρυα έπνιγαν τις πόλεις και τα σπαρτά χάνονταν. Οι άνθρωποι φοβόντουσαν, και προσευχή άρχιζαν, η πριγκίπισσα γρήγορα να γιάνει..

Όταν όμως χαμογελούσε, πόνος και θλίψη δεν χωρούσε στην ψυχή των ανθρώπων και όλοι ταπεινά ευχαριστούσαν την πριγκίπισσα Ζιρκάτα, για τα δώρα που άδολα χαρίζει στην καρδιά τους.

Τόσο μεγάλη ήταν η πριγκίπισσα Ζιρκάτα.

Και εγώ την θυμάμαι, γιατί την είδα..

Την είδα να με κοιτάει και να μου χαμογελάει.