Σελίδες

5/5/08

Στούς γενναίους.. (Ητανε μια φορά..)

..Γυρίζει κι αρμενίζει, καλέ,
τα πέλαγα τους πειρατές θερίζει, καλέ,
και τους χαλά
στον ήλιο, στο φεγγάρι
και στη βροχή ..
και μένανε μ' αφήνει έρμo και μοναχό ..


Γαλέρα ανοίχτηκε μάτια μου
με το βοριά στη μάχη ρίχτηκε μάτια μου
και στον καυγά
Μέσα σ' ένα σινάφι πειρατικό
είδα φωτιά ν' ανάβει και φονικό

Στίχοι: Κώστας Φέρρης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης





Το πέλαγο είναι βαθύ και κάπου στο βάθος
ένα μικρό ψάρι κολυμπάει ανέμελα, ανώφελα, ατέρμονα…
μα την χαρά μες την ψυχή την κουβαλάει πάντα,
σαν να’ναι φυλαχτό ακριβό στον κόρφο του την κρύβει.
Ήλιε μου, φώτισε τον δρόμο του, αυτός εκεί γνωρίζει ..

24/4/08

Παιχνίδια





Σε ένα ονειρεμένα μαγικό κόσμο ζούσε μια τουλίπα. Είχε πέταλα ωραία με μίσχο ζηλευτό και οι μέλισσες, αυτήν την γύρη διάλεγαν σαν έβγαιναν σεργιάνι. Ο ήλιος και η δροσοσταλιά της νύχτας σμιλεύανε το χρώμα του και τελειοποιούσαν την εικόνα του θεού πάνω του, κάνοντας το να νιώθει περήφανα και υπεροπτικά.

Παραδίπλα εκεί κοντά στα στάχυα τα ψηλά και λυγερά, ζούσε ένα ταπεινό σκουλήκι καφέ στο χρώμα και άσχημο σαν τους λεπρούς. Κάθε που κινιότανε λύγιζε το σώμα του και ξανά μπροστά πετούσε το κορμί του. Σαν ο θεός να το ήθελε να είναι ο απόπατος της πλάσης το άφηνε βρώμικο να σέρνεται στις λάσπες και στο χώμα. Όταν ο ήλιος σκαρφάλωνε στους ουρανούς αυτό αμέσως κρυβότανε, γιατί ντροπή μεγάλη για την ασχήμια του είχε.

Ένα σούρουπο σαν όλα τα άλλα, ο σκώληκας πλησίασε την όμορφη τουλίπα και αποφάσισε να δαγκάσει το κλωνάρι της για να τραφεί.

-«Τι κάνεις εκεί;»
-«τι κάνω ; τρώω..»
-«Εμένα που είμαι τόσο όμορφη και ξακουστή, για τα ωραία χρώματα και την αξεπέραστη μυρουδιά μου; Τράβα φάε κάτι άλλο!»
-«Δεν μπορώ. Μου πήρε ώρες να έρθω μέχρι εδώ και έχω πεινάσει. Δεν αντέχω να πάω παραπέρα.»
-«Έλα τώρα ! Δεν λυπάσαι να χαλάσεις το όμορφο κορμάκι μου και την λυγερή κορμοστασιά μου;»
-«Όχι. Εγώ από φυτά τρέφομαι είτε είναι όμορφα είτε είναι άσχημα. Δεν βλέπω κάποια διαφορά σε σένα!»
-«Δεν είναι δυνατό να μην βλέπεις διαφορές! Εγώ τώρα είμαι όμορφη ας ερχόσουν όσο ήμουν μικρή και ασήμαντη. Όχι τώρα!»
-«Η συμφωνία μου με τον Θεό ήταν να τρώω τα πάντα!»
-«Δεν ισχύει αυτή η συμφωνία! Τουλάχιστον όχι τώρα που χρειάζομαι την ομορφιά μου!»
-«Τι λες ; και πότε θα ισχύσει αυτή η συμφωνία;»
-«Όταν γεράσω και η λάμψη μου χαθεί μαζί με τα πέταλα μου. Τότε έλα και φάε από το κλωνάρι μου. Δεν θα σου πω κουβέντα.»
-«Αυτό μπορεί να αργήσει»

Η τουλίπα έμεινε σκεπτική γιατί δεν είχε άλλα επιχειρήματα να παρουσιάσει στον χαμερπές σκώληκα.

-«Ωραία θα κάνουμε μια άλλη συμφωνία.» είπε ο σκώληκας και εξήγησε τους όρους του :
-«Εγώ δεν θα σε φάω τώρα, αλλά θα περιμένω μέχρι να φύγει η νιότη από μέσα σου αλλά τότε θα κάτσεις να σε φάω όλη, γιατί θα είμαι πολύ πεινασμένος τότε. Εντάξει; Εγώ το φαγητό μου δεν σκοπεύω να το χάσω! Με αυτόν τον τρόπο θα ήμαστε και οι δύο ευχαριστημένοι! »

-«Εντάξει» απάντησε η τουλίπα λυπημένη γιατί άλλη δύναμη δεν είχε μέσα του για να διαπραγματευτεί.

Η αλήθεια αυτή ήταν! Όπως την είπε. Η συμφωνία ήταν να γίνει τουλίπα με κλωνάρι και όμορφα φύλα για να έρχεται ο σκώληκας να τρώει. Αλλά και αυτός ο κερατάς, από την μία σεβάστηκε την επιθυμία της τουλίπας να μην θέλει να χαλάσει την ομορφιά της και από την άλλη δεν δέχτηκε να χάσει έστω και προσωρινά το φαί του. Θα κάνει υπομονή αλλά σας έρθει η ώρα θα πάρει πίσω όσα δικαιούται και με τόκους από πάνω.

Ο Θεός όμως είναι μεγάλος και τα μάτια του τα έχει παντού και όλους μας κοιτάει από όλες τις πλευρές με τρόπο τέτοιο που μπορεί να μας γνωρίζει καλύτερα από τους ίδιους τους εαυτούς μας. Αυτός μοιράζει την τράπουλα και αυτός τραβάει το φύλλο, ακόμα και όταν γνωρίζει από πριν την αξία του φύλλου που θα έρθει…

Ο σκώληκας περίμενε υπομονετικά να έρθει η ώρα που η τουλίπα θα τινάξει από πάνω την θαμπάδα της και οι μέλισσες θα σταματήσουν την καθημερινή τους θωπεία και σαν φυσικό επόμενο τις επισκέψεις τους. Θα περίμενε μέχρι να ακουστεί το βουητό του κόσμου που θα συζητάει για την πτώση της βασίλισσας και την αρχή του τέλους. Θα περίμενε όπως είχε τάξει, αλλά ο χρόνος συμφωνίες δεν κοιτά, μα κυλάει σταθερά και ανεξάρτητα από τις επιθυμίες μας. Ένα σούρουπο το στομάχι του πιέστηκε πολύ και τα γουργουρητά από την πείνα ακουγόντουσαν όλο και δυνατότερα ώσπου στο τέλος έπεσε λιπόθυμο στις ρίζες της τουλίπας.

-«Δεν είσαι εντάξει! Εγώ προσφέρθηκα να σε βοηθήσω και εσύ με αφήνεις να πεθάνω από την πείνα. Σε παρακαλώ τελείωνε με την νιότη σου να σε φάω!» είπε στην τουλίπα και δάκρυα πόνου έτρεχαν από τα τριακόσια μάτια του.
-«Γιατί δεν είμαι εντάξει; Είχαμε κάνει μια συμφωνία ; δεν είχαμε κάνει;»
-«Ναι είχαμε κάνει και πρέπει να την τηρήσουμε ..» απάντησε ο σκώληκας και κατέβασε το κεφάλι του λυπημένα.
-«Ελπίζω τώρα λίγο πριν πεθάνεις από την πείνα να καταλάβεις τι λάθος έκανες» του είπε η τουλίπα.
-«Εγώ ; τι λάθος έκανα;»
-«Ενώ φαινομενικά έκανες καλή πράξη και δεν με έφαγες, έτσι ώστε να διατηρήσω την ομορφιά μου, στην ουσία το έκανες για να φας περισσότερο μετά από λίγο. Αυτή και μόνη η σκέψη σου η πονηρή, αναιρεί τις οποιαδήποτε καλές σου προθέσεις. Κανείς δεν πίστεψε ότι με λυπήθηκες και δεν με έφαγες τότε, ούτε καν εγώ, αλλά προφασισμένος την καλή σου την καρδιά φανταζόσουνα μια καλύτερη συμφωνία με περισσότερο φαί! Έτσι δεν είναι;»
-«Ναι αυτή είναι αλήθεια! Έχεις απόλυτο δίκαιο. Θα μπορούσα απλά να σε αφήσω - γιατί πραγματικά ήθελα να σε βοηθήσω, ακόμα και αν δεν με πιστεύεις τώρα - και να πήγαινα κάπου αλλού να φάω. Έπρεπε απλά να κάνω την καλή μου πράξη χωρίς ανταλλάγματα και όρους. Τώρα θα ήμουνα χορτάτος και όχι ένα βήμα πριν την αυλή του Θεού!» απάντησε ο σκώληκας φανερά μετανιωμένος και πρόσθεσε. «Πλέον δεν έχω δύναμη να πάω παραπέρα να φάω και μάλλον τελικά εγώ θα ξαπλώσω κοντά στις ρίζες σου να γίνω λίπασμα και να τραφείς εσύ από εμένα …»


19/4/08

Η Ζωή και ο Μύθος..



«Θεέ μου θέλω να την παντρευτώ τι να κάνω ;» ρωτούσε τον ουρανό κοιτάζοντας τα σύννεφα που με σοβαρότητα τον κοίταζαν πάνω από το κεφάλι του.

«Δεν αντέχω άλλο να είμαι φτωχός!» είπε στα στάχυα που λύγιζαν σε κάθε ψίθυρο του ανέμου.

«Πώς να της το πω; Αυτή είναι πλούσια και εγώ είμαι φτωχός!» τον άκουσαν να ρωτάει οι δρυοκολάπτες και σταμάτησαν το τραγούδι.

Ένα μικρό τριαντάφυλλο γύρισε το κεφαλάκι του προς το μέρος του και του ψιθύρισε κάτι.. που αυτός δεν μπορούσε να το ακούσει γιατί η φωνή του ήταν σιγανή και ίσα που ακουγόταν. Το τριαντάφυλλο φώναξε τις μέλισσες που πάντα ήταν φίλοι και αυτές του έδωσαν μια τσιμπιά στο χέρι για να γυρίσει να κοιτάξει το τριαντάφυλλο.

«Τι μέλισσες έβαλες να με τσιμπήσουν; Τι σου έκανα; Ούτε σε πάτησα ούτε σε ενόχλησα;» είπε ο νεαρός θυμωμένα και έσκυψε πιο κοντά να δει το τριαντάφυλλο.

Μια μικρή φωνούλα έφτασε στα αυτιά του. «Κόψε με!» Ο νέος δεν πίστευε στα αυτιά του.

«Γιατί να σε κόψω; Δεν με πείραξες; Δεν με ενόχλησες!»

«Κόψε με και πρόσφερε με στην καλή σου!» ακούστηκε να λέει.

«Μα τι λες τώρα! Δεν μπορώ να το κάνω αυτό! Αν σε κόψω, η ζωή σου θα σταματήσει και ποτέ δεν θα ξαναμιλήσεις με τι μέλισσες τις φίλες σου!»

«Κόψε με σου λέω, ότι είχα να πω με τις μέλισσες το είπα. Δεν έχουμε άλλες κουβέντες να πούμε.»

«Δεν μπορώ μην επιμένεις. Αν επιθυμείς να σταματήσεις την ζωή σου κάντο με άλλο τρόπο εγώ δεν μπορώ να σου πάρω την ζωή σου»

«Πρέπει δεν καταλαβαίνεις; Αυτή είναι η μοίρα μας και των δύο»

Ο νέος σκέφτηκε από μέσα του ότι ένα τριαντάφυλλο λιγότερο δεν θα κάνει την διαφορά. Εξάλλου ήταν ένας τρόπος να πει στην αγαπημένη του ότι την αγαπάει. Έδωσε μία και έκοψε το τριαντάφυλλο με το χέρι. Ένα από τα φύλα του έπεσε στο χώμα και από την ψυχή του τριαντάφυλλου μέσα ακούστηκε ένας θόρυβος σαν κάτι να έσπασε. Οι μέλισσες που ήταν τριγύρω πλησίασαν το φύλο που ήταν πεσμένο στην γη, το μάζεψαν όλες μαζί και πήγαν πάνω στον λόφο να το θάψουν.

Ο νέος εξομολογήθηκε τον έρωτα του στην καλή του και της πρόσφερε ένα τριαντάφυλλο πορφυρό σαν την φωτιά και δροσερό σαν τα νιάτα του. Η καλή του τον παντρεύτηκε και ζήσανε χρόνια πολλά και μονιασμένα. Αυτός έγινε έμπορος και λεφτά μάζεψε αρκετά ώστε να αγοράσει ένα σπίτι, ένα εξοχικό και τέσσερεις άμαξες με δέκα πανέμορφα άλογα.

Όλοι είχαν να λένε για το πλούτο του νεαρού που ροκανίζοντας τον χρόνο απέγινε άντρας, πατέρας και παππούς.

Σαν πλησίαζε η ώρα να φύγει και αυτός από αυτόν τον κόσμο, πήγε κουτσοπερπατώντας στο χωράφι που είχε πάει στα νιάτα του και κάθισε πάλι χάμω στο χώμα όπως τότε.

«Τα έκανα όλα στην ζωή μου» τον άκουσε να λέει το πυκνό χορτάρι. Δίπλα του βρισκόταν μια τεράστια βελανιδιά που το ύψος της έφτανε στον ουρανό και οι ρίζες της απλωνόντουσαν πέρα μέχρι την πόλη.

«Και τα χρωστάω όλα σε ένα μικρό τριαντάφυλλο που μου χαρίστηκε για να ικανοποιήσω όσα ήθελα να κάνω! Παράξενο δεν είναι ; να χρωστάω ευγνωμοσύνη σε ένα ταπεινό τριαντάφυλλο!» είπε και από τα μάτια του έτρεξαν δάκρυα που με βάρος πλαντάξανε πάνω στο καφέ της γης το χώμα.

«Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι το τριαντάφυλλο σου έδωσε την ζωή που έζησες;» ακούστηκε να λέει η βελανιδιά και τα κλαριά της κουνηθήκανε απαλά με την δύναμη του ανέμου.

Ο γέρος γύρισε το κεφάλι του και προσπάθησε να δει την κορφή της βελανιδιάς αλλά δεν μπορούσε γιατί ο ήλιος του τύφλωνε τα μάτια.

«Αν δεν ήταν το τριαντάφυλλο τι ήταν τότε; Από τότε που παντρεύτηκα με την προίκα που απέκτησα άνοιξα ένα μικρό μαγαζάκι και αυτό το μαγαζάκι σιγά αλλά σταθερά το έκανα επιχείρηση, πλούτισα έκανα παιδιά, ζήσανε όλοι πλουσιοπάροχα και έχουνε μείνει τόσα λεφτά ώστε να ζήσουν και τα παιδιά των παιδιών τους ακόμα! Δεν χρωστάω χάρη στο τριαντάφυλλο; Μέχρι εκείνη την στιγμή η ζωή μου ήταν μαύρη και η πείνα είχε θερίσει την οικογένεια μου. Η μάνα μου κάθε μέρα έκλαιγε και την ποδιά του κάθε αφέντη φίλαγε για να φέρει λίγο ψωμί μέσα στην αχυρένια μας καλύβα» είπε ο γέρος και η φωνή του σαν τα έλεγε αυτά ούτε κόμπιαζε ούτε κουραζόταν. Αλλά σαν την ριπή του ανέμου ακούστηκαν τα λόγια του και η βελανιδιά αντέδρασε κουνώντας τα κλαδιά της τόσο δυνατά που όλα τα πουλιά που ήταν πάνω φοβισμένα πέταξαν μακριά για να κρυφτούνε.

«Πήγαινε πάνω στον λόφο» είπε με βροντερή φωνή η βελανιδιά «εκεί θα δεις ένα ψηλό δέντρο με μια μεγάλη πέτρα στον ίσκιο του. Θα δεις λουλούδια και χαμηλά χόρτα. Θα δεις γρασίδι στο χώμα και το χώμα θα είναι τόσο αφράτο που σαν το πιάσεις από τα δάχτυλά σου μέσα θα γλιστράει. Θα δεις από εκεί πάνω να απλώνεται η πόλη στα πόδια σου σαν γκρίζο χαλί που ασφυκτικά πιέζει την γη κόβοντας την αναπνοή της. Οι άνθρωποι μέσα εκεί σαν τα ποντίκια έχουν εγκλωβιστεί και δεν θυμόνται από πού μπήκανε. Ο αέρας είναι δύσοσμος και αποπνιχτικός. Οι μυρουδιές, το χαμόγελο και η περηφάνια έχουν ξεφτίσει σαν να ήταν παιχνίδι παιδικό.

Σαν κοιτάξεις όμως δυτικά, στην άλλη μεριά του λόφου, θα δεις την απέραντη κοιλάδα που ακόμα άνθρωπος δεν έχει πατήσει ακόμα, όπου η ομορφιά υφάνθηκε με τα καλύτερα χρώματα και ποτίστηκε με το καλύτερο άρωμα που έχεις ποτέ μυρίσει και τότε σίγουρα η αναπνοή σου θα κοπεί και η καρδιά σου θα λυγίσει. Θα δεις με το μάτι σου την χάρη του θεού και με την καρδιά σου θα αγκαλιάσεις την αγάπη και την αγνότητα.

Εκεί σε αυτόν το τόπο είναι τώρα θαμμένη η τριανταφυλλιά που έκοψες και αγναντεύει μια την ματαιοδοξία των ανθρώπων και μια την γαλήνη του Θεού. Αυτό ήθελε να κάνει από τότε που γεννήθηκε αλλά ο θεός της έδωσε ρίζες για να μην μπορεί να το κάνει. Αλλά αυτή αγνάντευε τον λόφο και η καρδιά της σπάραζε που οι ρίζες δεν την αφήνανε να πραγματοποιήσει το όνειρο της. Και τότε ήρθες εσύ. Σε έπεισε ότι θυσιάζεται για σένα αλλά στην πραγματικότητα ο καθένας εξυπηρετούσε τον σκοπό του. Κανείς δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν.»

«Χαζό δέντρο» είπε ο γέρος και γύρισε στην πόλη του και στα παιδιά του.

Ο Θεός του έδωσε άλλα λίγα χρόνια για να δει τα παιδιά του να τσακώνονται και τα εγγόνια να σφάζονται για λίγη παραπάνω γη και λίγα παραπάνω άλογα. Στεναχώρια μεγάλη τον έπιασε και η λύπη του έσφιξε τόσο την καρδιά ώσπου σταμάτησε να χτυπάει.

Μια μέλισσα σαν ξεψύχαγε στην μύτη του πάνω έκατσε και κοίταζε με περιέργεια τα μισόκλειστα μάτια του. Μια κουβέντα μπόρεσε να πει πριν το ταξίδι του αρχίσει.

«Σε παρακαλώ μέλισσα πες μου.. η τριανταφυλλιά είναι ευτυχισμένη εκεί που είναι τώρα;»

Και η μέλισσα κουνώντας τα φτερά απάντησε:

«Όχι γέρο δεν είναι. Ο Θεός την έκανε τριαντάφυλλο και ένα τριαντάφυλλο έχει μίσχο, φύλα και κλωνάρι. Εμείς οι φίλες της θάψαμε μόνο το φύλλο. Το φύλλο δεν έχει δύναμη να γίνει τριαντάφυλλο και το χώμα είναι πιο βαρύ και δυνατό από την θέληση της. Εκεί είναι ακόμα και κλαίει που δεν κατάφερε στην ζωή της να δει τίποτα από αυτά που ονειρευόταν…»

«Παράξενο πράγμα η ζωή!» είπε ο γέρος και γέλασε τόσο δυνατά που η μέλισσα φοβήθηκε και πέταξε μακριά. Τα μάτια έκλεισε και αφέθηκε στα έμπειρα χέρια των αγγέλων.

12/4/08

Ονειρεύομαι...



Για σας ήρθα ο ίδιος για να σας δείξω την οδό ονείρων. Έχει πολύ χώμα, πολλά παιδιά, πολλές ελπίδες σκεπασμένες από έναν τρυφερό και απέραντο ουρανό. Εδώ μέσα γεννήθηκαν όνειρα, ελπίδες και εδώ ο γλυκός επιτάφιος τραγούδησε ένα πένθιμο τραγούδι.


Θα σας πω για ένα όνειρο πού είδα. Ένα όνειρο που αν και τα μάτια μου ήταν σφαλιστά η καρδιά μου ήταν διάπλατη σαν το τριαντάφυλλο που ανταμώνει τις ακτίνες ενός τρυφερού και απέραντου ήλιου. Ενός ήλιου που στέκεται από πάνω μας είτε τα σύννεφα τον κρύβουν είτε όχι, φωτίζοντας σταθερά με τον ίδιο τρόπο όλους τους ανθρώπους.

Μέσα από το κελί ο μελλοθάνατος τον ίδιο ήλιο βλέπει με τον Άγιο που προσεύχεται, με το παιδί που παίζει στο δρόμο με την γυναίκα που περιμένει τον γιό της να γυρίσει. Ο δολοφόνος, ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ, ο Καρτέσιος, ο Πλάτωνας, ο John Lennon, ο Χίτλερ, η Μητέρα Τερέζα όλοι τον ίδιο ήλιο έβλεπαν όπως εγώ. Αυτόν τον ήλιο ένιωσα και αυτή την θέρμη αγκάλιασα μέσα στο δικό μου όνειρο.

Ήμουνα ηθοποιός μα θλιβερός, ήμουνα πλούσιος μα πολύ φτωχός, ήμουνα φτωχός μα δεν είχα υπομονή. Ήμουνα ερωτευμένος μα δεν είχα να αγαπήσω. Ήμουνα σοφός μα πολύ παιδί. Ήμουνα παιδί μα δεν ήθελα να μεγαλώσω. Ήμουνα μεγάλος μα φοβόμουν μην γεράσω.

Είχα τα πάντα αλλά δεν είχα τίποτα. Δεν είχα τίποτα και ήθελα τα πάντα. Σκεπτόμουν για ένα μέρος που δεν σκέπτονται. Ονειρευόμουνα ένα μέρος που δεν υπάρχουν όνειρα. Ζούσα ένα ρεαλισμό που δεν μπορούσα να φανταστώ.


Κάθε κήπος έχει μια γωνιά για τα πουλιά.
Κάθε δρόμος έχει μια γωνιά για τα παιδιά.


[..] Μα όταν δεν ονειρεύομαι τραγουδώ..

2/4/08

Stairway to Heaven…

Αυτή η πόλη μου αρέσει όταν εγώ νιώθω ασφαλής μέσα σε ένα σύνολο αλουμινίου, πλαστικών και λαδιού, και με εκατό χιλιόμετρα την ώρα σκίζω την βροχή σαν να ήταν μεταξένιο ύφασμα.

Ο ορίζοντας γκρίζος και στο ραδιόφωνο μια πυρωμένη φωνή μου ψιθυρίζει τραγουδιστά..

Όσοι αυτήν την στιγμή ζείτε μέσα στην πόλη σκεφτείτε : Τα πάντα είναι γκρίζα γύρω μας και το γκρι πάει με όλα.. [..] και τώρα ας ακούσουμε τους καταπληκτικούς Led Zeppelin στο Stairway to Heaven…

Κιθάρες .. ρυθμικά ακόρντα εκμαιεύουν τις σκέψεις μου, αδειάζοντας την ματιά μου πάνω στο γκρι του ουρανού και στο υγρό στοιχείο που σκάει με μένος πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου.

.. And she is buying a stairway to heaven…

Έξοδος 13 βγαίνω από την Αττική Οδό…

Αυτήν η πόλη πλέον δεν μου αρέσει, όταν βγαίνω από το αυτοκίνητο…