Σελίδες

17/6/08

Το τέλος της ΕΔΕΜ ;



Μια καντίνα, μια προσπάθεια ζωής και μια τεράστια ανάγκη επιβίωσης.

Ένα πουλί αποδημητικό, στον δρόμο πεθαμένο, μια ελπίς που χάθηκε, μια ασήμαντη φωτογραφία του σήμερα.

Στο πόλεμο, παιδιά πεθαίνουνε, στρατιώτες κλαίνε. Σε πολλά σημεία του πλανήτη μας, η βροχή δεν ταΐζει πια την γη. Την τρώει!

Σε κάποια άλλα ο άνεμος δεν είναι πια φίλος των ναυτικών, μα σαν βρει τα όνειρα μας, τα καταπίνει στο διάβα του.

Και εγώ παρακολουθώ την μέρα και απορώ, τόσες εικόνες και εγώ μόνος και ανήμπορος να αλλάξω μία από αυτές. Μήπως είμαι μικρός, μήπως είμαι λίγος ή μήπως είμαι αρκετά αδιάφορος; Δεν κουνιέμαι όπως η βελανιδιά δεν μπορεί να κάνει κάτι στον κάμπο που καίγεται, δεν κουνιέμαι σαν τα βουνά που δέχονται τον σεισμό αγόγγυστα.

Η φρίκη θεριεύει και εμείς απλώς την φανταζόμαστε μέσα στα στενά όρια του μυαλού μας.

Η κάθε μέρα γίνεται παρελθόν και ο ήλιος θέλει πάντα να ανατέλλει στην ίδια θέση, δίχως ποτέ να λογαριάζει τα σκουπίδια που άφησε η νύχτα.

Αυτός ο πλανήτης μας βαρέθηκε …

Αυτόν τον πλανήτη τον κάναμε να μας βαρεθεί…

Και κάποιες ψυχές που αγαπάς.. τι να τους πεις; .. γιατί σιωπάς..;

Ένα παγκάκι, ένα όνειρο, μια ελπίδα από δύο ερωτευμένους που τρυφερά ο ένας αγκαλιάζει τον άλλο….

Μια νέα μέρα γεννιέται ;….


5/6/08

Ο Προφήτης..





- «Kαι τι έχεις να μας πεις για τον γάμο δάσκαλε;» ρώτησε η Αλίκη κοιτάζοντας στα μάτια τον γέροντα.

Και εκείνος απάντησε απλώνοντας την ματιά του στην πλατιά θάλασσα.

-«Μαζί γεννηθήκατε και μαζί θα μείνετε εσαεί. Μαζί θα είστε ακόμα και αν τα λευκά φτερά του θανάτου σας αγκαλιάσουν. Μαζί θα είστε στα δύσκολα αλλά και στα εύκολα.
Αλλά κρατήστε τις αποστάσεις σας. Αφήστε τον αέρα της συμβίωσης να περνάει ανάμεσα σας. Να πίνετε νερό από την ίδια βρύση αλλά ποτέ από το ίδιο ποτήρι. Αγαπήστε και αγαπηθείτε αλλά μην αφήσετε την αγάπη να στραγγαλίσει την σχέση σας. Τραγουδήστε και χαρείτε για το ίδιο πράγμα, αλλά ο καθένας τον χορό χώρια να τον τραβάει. Όπως οι χορδές της κιθάρας είναι μόνες τους και ομαδικά σε γλυκαίνουν με την μελωδία τους, έτσι και εσείς πρέπει να πορεύεστε μαζί, αλλά μόνοι σας. Αφήνετε τους αέρηδες της ελευθερίας να σας ανεμίζουν. Όπως η Βελανιδιά και η Κυπαρισσιά στο ίδιο χώμα μεγαλώνουνε αλλά ποτέ το ένα πάνω στην σκιά του άλλου.»


- «Πες μας και για την αγάπη..»

- «Όταν την γνωρίσετε παραδοθείτε άνευ όρων. Στροβιλιστείτε μαζί της, αφεθείτε στην μαγεία της. Ακόμα και αν σας παρασύρει στον γκρεμό, ακόμα και αν πιστεύετε ότι είναι μάταιη. Ακόμα και αν σας πληγώσει με το σπαθί που κρύβει μέσα της.
Και πιστέψτε την, αν σας μιλήσει. Ακόμα και αν τα λόγια της σας θρυμματίσουν την ψυχή. Η αγάπη έχει την δύναμη να σας ανεβάσει στο πιο ψηλό βουνό, αλλά και την κατάρα να σας ρίξει στο πιο απύθμενο βάθος. Η αγάπη ταΐζει τα χωράφια και η αγάπη εξαφανίζει τις σοδιές. Στο ίδιο ζύγι δύο δυνάμεις, αλλά πάντα ισορροπημένες. Μα όλα αυτά τα κάνει για να σας δώσει γνώση. Γνώση του εαυτού σας που δεν είχατε πριν την γνωρίσετε. Η Αγάπη είναι σοφή και η σοφία είναι αγάπη. Η Αγάπη δίνει μόνο αγάπη και δέχεται μόνο αγάπη. Μα και αν πιστέψεις ότι μπορείς να δείξεις τον δρόμο στην αγάπη, θα εκπλαγείς από το δρόμο που ξέρει η αγάπη. Κανείς δεν χαράζει τον δρόμο στην αγάπη, παρά μόνο η ίδια η αγάπη. Και αν κάποια στιγμή σου ζητήσει να θυσιάσεις κάτι, κάντο και μετά νιώσε όμορφα, μη σκεφτείς ούτε για μία στιγμή αν αξίζει! Έχεις πλησιάσει τον Θεό, από δρόμους που ούτε καν φανταζόσουν.

- «Μίλησε μας για την λύπη!» αναφώνησε μια άλλη κοπέλα από το βάθος.

- « Η λύπη είναι αδελφή της χαράς. Μετά την λύπη έρχεται η γαλήνη και μετά πάλι η χαρά. Χωρίς την χαρά η λύπη είναι ανούσια. Σαν φτιάχνεις μια κιθάρα δεν λαξεύεις τα ξύλα και λυπάσαι ; Τι όμορφη που είναι η μελωδία που απολαμβάνεις μετά! Η λύπη κάθεται στο ίδιο τραπέζι με την χαρά, οπότε να είσαι σίγουρος ότι μετά την λύπη η χαρά θα σε επισκεφτεί και τούμπλαλιν.



Εμπνευσμένο από το βιβλίο

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ & Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ

- ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ -

(παραφράσμένο με δικά μου λόγια)

29/5/08

Angie...



Angie, angie, when will those clouds all disappear?
Angie, angie, where will it lead us from here?
With no loving in our souls and no money in our coats
You cant say were satisfied
But angie, angie, you cant say we never tried
Angie, youre beautiful, but aint it time we said good-bye?
Angie, I still love you, remember all those nights we cried?
All the dreams we held so close seemed to all go up in smoke
Let me whisper in your ear:
Angie, angie, where will it lead us from here?
Oh, angie, dont you weep, all your kisses still taste sweet
I hate that sadness in your eyes
But angie, angie, aint it time we said good-bye?
With no loving in our souls and no money in our coats
You cant say were satisfied
But angie, I still love you, baby
Evrywhere I look I see your eyes
There aint a woman that comes close to you
Come on baby, dry your eyes
But angie, angie, aint it good to be alive?
Angie, angie, they cant say we never tried


Στους αγγέλους, που μας χάιδεψαν με τα φτερά τους και μας χτύπησαν με τις αδυναμίες μας αλλά πάντα θα τους θυμόμαστε χαμογελώντας …

20/5/08

Ο Κύκλος του Ονείρου



Κάθε όνειρο γεννιέται από τον απόηχο μιας ιστορίας μου ζήσαμε και κάθε ιστορία που ζούμε φωλιάζει μέσα της ένα άλλο όνειρο. Αυτή είναι η δύναμη του ονείρου και αυτή η αδυναμία του ανθρώπου. Τα όνειρα λυτρώνουν το μυαλό μας και υποσυνείδητα εξαντλούν την αντοχή της καθημερινότητας μας, ανακατεύοντας χρώματα και αισθήσεις ξεφτίζοντας τις έννοιες της φαντασίας και του ρεαλισμού.


**

Ένα βράδυ είδα ότι ήμουνα σε ένα χαλιφάτο αγκαλιασμένος από τέσσερεις γυναίκες και ο πλούτος ήταν διακριτός σε όλο τον χώρο. Χρυσοκέντητα υφάσματα ντύνανε το κορμί μου και τρείς υπηρέτες περιμένανε το πρόσταγμά μου για να με υπηρετήσουν. Είχα τα πάντα αλλά δεν είχα το ένα και μοναδικό .. την ησυχία μου.

Ένα άλλο βράδυ είδα ότι ήμουνα ένας φτωχός και ανήμπορος όπου σκυφτά ζητιάνευα για λίγο ψωμί και χρήματα. Ήμουνα ρακένδυτος και τα χέρια μου βρώμικα , ντυμένα με τρύπια γάντια ψαχούλευαν στην τσέπη μου για λίγα ψίχουλα μήπως η πείνα με ξεχάσει. Ένα ακριβό αμάξι πέρασε από μπροστά μου και από μέσα πρόσωπα χαρούμενα με ροδοκόκκινα μάγουλα και καλοχτενισμένα μαλλιά με κοίταξαν περίεργα. Ένιωσα τόσο μόνος..

Ένα άλλο βράδυ είδα ότι ήμουνα Θεός και κατοικούσα στον Όλυμπο. Στα δεξιά μου είχα μια Αθάνατη που συνέχεια με μάλωνε όταν έπαιζα με την τύχη των ανθρώπων. Είχα την δύναμη να πετάω κεραυνούς και την βροχή να φέρνω, αλλά ένα πράγμα δεν μπορούσα να κάνω… να πεθάνω..

Μα κάθε βράδυ ένα όνειρο με περίμενε κρατώντας τον καμβά του έτοιμο να ζωγραφίσει με φαντασία, εικόνες και αισθήσεις την νύχτα μου. Και εγώ ανάλαφρα ξάπλωνα περιμένοντας το απόλυτο όνειρο που ποτέ δεν θα έφευγε και το πρωί ακόμα θα το ζούσα. Μάταια! Κάθε πρωί ο ήλιος έπαιρνε μαζί τις αναμνήσεις.

Και τότε ανακάλυψα το άτοπο της σκέψης μου και το ανέλπιδο αίσθημά μου. Τα όνειρα είναι όνειρα γιατί ποτέ μας δεν τα ζούμε και έτσι αποφάσισα να κάνω την ζωή μου όνειρο όπως το μυαλό μου με θρασύτητα ζητούσε.

Πήρα την μέρα μου και την χώρισα σε τέσσερα κομμάτια. Το πρωί θα ανεχόμουνα το ψέμα και το θράσος, λεφτά στην τσέπη θα έβαζα χωρίς να τα μετρήσω. Το μεσημέρι νωρίς στο σπίτι θα ‘φτανα, να φάω και να κοιμηθώ, και σαν το σπέρας ζύγωνε όμορφα ρούχα θα έβαζα το βράδυ να γλεντήσω. Με την νύχτα αγκαλιά, ο έρωτας και η ανεμελιά θα με χόρευαν στους ρυθμούς της αμαρτίας και τα χρώματα της πόλης μου θα ζούσα.

Και έτσι πέρασε ένας μήνας ίσως και δυο και η ζωή μου κύλαγε με άλλο σκεπτικό ώσπου μια μέρα η λογική τα χρόνια μου μετρούσε.

Δεν έπρεπε άλλο μόνος μου στο όνειρο αυτό να υπάρχω! Τα λεφτά μου να τα μοίραζα με πρόσωπα δικά μου και δύο ματάκια παιδικά κάθε πρωί την ψυχή μου στον παράδεισο να στέλνουν.

Καινούργιο στόχο έβαλα, το όνειρο να πιάσω και κάποια στιγμή ο Καλός Θεός μου το έδωσε γελώντας. Και την γυναίκα που ‘ψαχνα αμέσως την εβρήκα και σύντομα σε ένα κορμάκι παιδικό πίστη αιώνια δώρισα! Τι όνειρο τρανό ήταν αυτό!

Και τα παιδιά μεγάλωσαν και η γυναίκα πιστά τον ώμο μου κρατούσε. Πλέον τα τέσσερα κομμάτια της ημέρας μου γίναν δυο. Από το πρωί δούλευα για το ψωμί ,το νοίκι και σαν το βράδυ ζύγωνε αγκαλιά κοντά στο τζάκι την ψυχή μου ένωνα με πρόσωπα αγαπημένα.

Μα το βράδυ που ξάπλωνα κανένα όνειρο καινούργιο δεν ερχόταν. Η κούραση της μέρας τα βλέφαρα βαριά κατέβαζε και ο ύπνος το κορμί σαν κούτσουρο μέσα στα σεντόνια ακουμπούσε.

Ξανά το άλλο βράδυ ήλπιζα ότι όνειρα σαν αυτά της νιότης μου να ζήσω, αλλά μάταια τίποτα καινούργιο δεν ερχόταν. Είχε στερέψει το μυαλό; μήπως τα γκρίζα τα μαλλιά, αλλάξανε την όψη μου κάνοντας τα όνειρα να ψάχνουνε για άλλον;

Μέρες πέρασαν πολλές και νύχτες άδειες από όνειρα τον χρόνο δρασκελούσαν. Το έβαλα κάτω το κεφάλι μου μήπως κάποια σκέψη ανθίσει και στο πρόβλημα αυτό μπορέσω να βρω λύση. Τίποτα όμως λογικό στου νου μου δεν ερχόταν.

Ώσπου μια μέρα ξαφνικά μες την δουλειάς την ζάλη, σκέψη με διαπέρασε απάντηση μου ήρθε. Αφού βρε φουκαρά το όνειρο την μέρα ζούσες, τι το ζητάς το βράδυ σου να σε τυραννήσει; Γκρίζα μαλλιά στην κεφαλή σαν τον δάκο περήφανα φυτρώσαν, αλλά ακόμα δεν φαντάστηκες το όνειρο που ζούσες ;

Έτσι είναι δυστυχώς ο άνθρωπος, θεριό ανήμερο είναι! Και δέκα να ‘χει αγκαλιά τα δώδεκα γυρεύει. Έτσι πλέον ηρέμησα και το όνειρο το ζούσα και τις ανήσυχες σκέψεις μου γλυκά παραμελούσα. Και μέσα από τις λύπες μου η ψυχή την ηρεμία αντλούσε και από τα γέλια χρόνια κέρδιζα, το θάνατο νικούσα.

Με υπομονή λοιπόν περίμενα από τον θάνατο το όνειρο να κλείσει αλλά ποτέ δεν ήξερα την ώρα και την μέρα! Σαν την σταγόνα αστείρευτα ο χρόνος πάντα κυλούσε και πάλι από τα μάτια μου δάκρυα ασημένια τρέξανε, για εγγόνια και δισέγγονα που στην αγκαλιά μου είχα. Φτάνει όμως είπα πια ! δεν πάει παρά πέρα!

Σαν ήρθε η ώρα τα έκλεισα τα μάτια όπως όλοι και τότε βρέθηκα μπροστά σε όνειρο καινούργιο. Όλα ήταν ήρεμα και εφησυχασμένα, τα πάντα άσπρα γύρω μου και αν ποτέ δεν τα ‘χα δει γνωστά μου φανήκαν όλα. Ψυχές πολλές μαζεύτηκαν τριγύρω μου να δούνε μήπως με ‘χουν ξαναδεί, αλλιώς να με γνωρίσουν. Δεν ξέρω αν ήταν ο Θεός αυτός που με ρωτούσε αλλά εγώ δεν τον φοβήθηκα και πήγα πιο κοντά του.
«Από την ζωή τι γνώρισες και τι μαντάτα φέρνεις;».. ερώτησε με βροντερή φωνή και λάμψη από το πουθενά τα μάτια μου θολώσαν.
«ο Άνθρωπος ανήσυχος σαν να του λείπει κάτι! Αλλά εγώ είδα τα καλά, τα άλλα δεν τα θυμάμαι!» απάντησα διστακτικά κοιτάζοντας στα μάτια.
«Τι λες μωρέ και τσαμπουνάς τίποτα δεν θυμάσαι ;» με ρώτησε ξανά και η γη σείστηκε όλη.
Τα μάτια έκλεισα σφικτά και είδα την ζωή μου, σαν σε καρέ του σινεμά εικόνες πέρασαν μπρός μου. Αφού λοιπόν το σκέφτηκα, απάντηση από το στόμα κύλισε σαν το νερό στ’ αυλάκι.
«Εγώ που λες κοιμόμουνα και ένα όνειρο είδα.. το ομορφότερο μου..! το έζησα το λάτρεψα, το ύμνησα το πόνεσα, μα τώρα που εξύπνησα την θύμηση δεν φέρνω! Μην με κατηγοράς έτσι είναι τα όνειρα πάντα..»

**

Όλα στην ζωή ξεκίνησαν από ένα όνειρο. Όταν γεννιέται ένα παιδί ή όταν κερδίζουμε μια μάχη ένα καινούργιο όνειρο δημιουργείται. Όταν ξεκινάμε μια καριέρα ή χτίζουμε ένα καινούργιο σπίτι ένα φανταχτερό όνειρο πάντα μας συντροφεύει. Όταν φεύγει ένας άνθρωπος παίρνει μαζί του και ένα από τα όνειρα μας. Και όταν χάνουμε την ελπίδα μόνο ένα όνειρο μπορεί να μας αναστήσει.

Και όσες φορές προσπάθησα να βγάλω από πάνω μου βιαία το καβούκι των ονείρων πάντα από κάτω κρυβότανε ένα καινούργιο όνειρο .. ατέρμονη αλληλουχία!

15/5/08

Reconciliation..







Στο δάσος το πυκνό, εκεί πάνω στον λόφο, διακοσμημένο από έλατα και βράχους σκληρούς και απάτητους, ένας άντρας λέγετε ότι κατοικεί. Μακρύ μαλλί μέχρι το ώμο έχει και στο δεξί του μάγουλο, σημάδι από χέρι αρκούδας τον έχει χαρακώσει. Φήμες ακούγονταν ότι μαγικά ήταν τα χέρια του και απόκοσμος ο λόγος του, μα λίγοι ήταν αυτοί που τον είχανε πραγματικά δει και ακόμα πιο λίγοι αυτοί που αντάλλαξαν ποτέ κουβέντα μαζί του.

Θαρρώ πως τα προβλήματα σου μόνο αυτός ξέρει να στα λύσει, για αυτό σε συμβουλεύω να δοκιμάσεις εκεί την τύχη σου, είπε ο γέρος στην κοπέλα που τα δάκρυα γυάλινα έτρεχαν από τα ροδοκόκκινα μάγουλα της.

Και πώς θα τον βρω; Ρώτησε αθώα.

Θα πάς στο δάσος και θα τον περιμένεις. Σαν κάνεις υπομονή αυτός θα δει ότι τον χρειάζεσαι και θα έρθει. Μην ανησυχείς για αυτό. Έχε πίστη και θα συναντηθείτε.

Μέρες πέρασαν και η γυναίκα με το άσπρο πρόσωπο και την λαβωμένη καρδιά περπάταγε μέσα στο πυκνότατο δάσος. Κάθε δρασκελιά, μια ακόμα επίμονη σκέψη, κάθε βήμα, λίγο πιο κοντά στην ελπίδα να μάθει. Όσο προχώραγε όμως τόσο πιο πολύ κρυβότανε ο ουρανός από τα πλούσια κλαδιά των ελάτων και των πεύκων. Που ακριβώς πήγαινε δεν ήξερε, αλλά της είχανε πει ότι όταν φτάσει εκεί που πρέπει, θα καταλάβει αμέσως. Τι όμως έψαχνε ακριβώς δεν ήξερε, ποια ήταν τα σημάδια που έπρεπε να παρατηρήσει ; τίποτα δεν γνώριζε.

Είχε πίστη όμως, αυτό δεν της έλειπε , παρόλη την κούραση που είχαν τα πόδια της. Δύο μέρες και δυο νύχτες περπάταγε έτσι σαν τον χαμένο το σκυλί που τον δρόμο έχει χάσει. Κανέναν δεν συνάντησε και αν κάποιες φορές νόμιζε ότι είδε κάποιον, ζώο του δάσους ανακάλυψε ότι ήταν και ένα κύμα απογοήτευσης την έπνιξε.

Την Τρίτη ημέρα το πρωί στάθηκε κοντά σε ένα ρυάκι πού ήρεμα κύλαγε, ούτε αργά, ούτε γρήγορα. Ο θόρυβος του νερού που χτύπαγε στα βραχάκια και το κελαίδισμα των πουλιών που κάθονταν πάνω σε ένα μεγάλο πλατάνι, την έκαναν να κάτσει να ξαποστάσει για λίγο. Δεν άργησαν τα όνειρα να την αγκαλιάσουν, έτσι που ήταν ξαπλωμένη με το πρόσωπο της να λούζεται από τις αχτίνες του ήλιου. Τι ηρεμία, σκέφτηκε και ο ύπνος γλυκά την ακούμπησε στον χώρο των ονείρων.

Μέσα από τον θάμνο απέναντι, ένα κλαδί σπασμένο την πέταξε πάνω και το χέρι στην ζώνη της έβαλε που είχε το μαχαίρι, το δίκοπο με την λαβή από δέρμα. Ποιος είναι εκεί; Φώναξε αλλά απάντηση δεν πήρε.

Ποιος είναι ; ξαναφώναξε και από το θάμνο ένας κοντός, κακάσχημος με πράσινη γραβάτα, κουστούμι γκρι λεκιασμένο και κοντά μαλλιά εμφανίστηκε.

Ποιος είσαι ; τον ρώτησε με αγριεμένο ύφος σαν λύκαινα που κόρδωνε να επιτεθεί σαν τα παιδιά της απειλούνταν.

Εγώ είμαι αυτός που ψάχνεις! Εμένα δεν γυρεύεις; Την ρώτησε και από το χαμόγελο μια σειρά κιτρινισμένα δόντια κάνανε την εμφάνιση τους.

Τι λες; Εσένα δεν σε ξέρω. Άλλον γυρεύω. Ποιο όμορφο, ποιο άντρα. Αυτόν που ψάχνω κατέχει γνώση και τα προβλήματα μου ξέρει να λύσει. Αυτός που ψάχνω έχει στο μάγουλο σημάδι από αρκούδα που με τα χέρια σκότωσε. Όχι είμαι σίγουρη δεν ψάχνω εσένα.

Υπερβολές! Ποια αρκούδα και πράσινα άλογα μου λες. Μικρός είχα πέσει από την κούνια, να το σημάδι, δες το εδώ. Όσο για τις γνώσεις, τις έχω. Θες να σε βοηθήσω σε κάτι ;

Η γυναίκα το σκέφτηκε από εδώ, το σκέφτηκε από εκεί. Τρείς μέρες περπατάει και το μόνο που βρήκε είναι το μπασμένο αυτό εδώ. Ας του το πω το πρόβλημα και ότι θέλει ας γίνει..

Κάτω στον κάμπο, εκεί στο λιβάδι, είναι το σπίτι μου και η οικογένειά μου, μαύρη κατάρα έχει πέσει και όλος ο κόσμος έχει στραφεί στις σκοτεινές τις σκέψεις. Κανείς δεν σκέφτεται τον άλλο, παρά μόνο τον εαυτό του. Φίλοι ελάχιστοι υπάρχουν πια και όσοι από αυτούς ακόμα φίλοι είναι μόλις το χρήμα μπει ανάμεσά τους, φωτιά στην σχέση βάζουν. Κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει η λέξη αγάπη, συμπόνια .. εντιμότητα. Σαν να έριξαν στο νερό φίλτρο μαγικό και τα μάτια τους κλειστά είναι σαν τον βράχο που κλείνει την σπηλιά και φως από έξω δεν χωράει να περάσει. Τα πάντα αγοράζονται και τα πάντα πουλιούνται. Στις σχέσεις το ζύγι του συμφέροντος έχει μπει ανάμεσα τους και μα τον θεό μέλλον δεν βλέπω στον τόπο τούτο..

Και λοιπόν; Ρώτησε ο κοντός με την πράσινη γραβάτα και από τα μάτια του μια σπίθα άναψε. Εδώ στην ησυχία σου αρέσει ; μήπως προτιμάς να κάτσεις εδώ και να γεράσεις; Είσαι έτοιμη να παρατήσεις την οποιαδήποτε μελλοντική σου ερωτική επιθυμία και να ζήσεις παρέα με τα έλατα; Είσαι διατεθειμένη να ζήσεις χωρίς την πολυτέλεια που έχει το διαμέρισμα σου; Έχεις αποφασίσεις να ζεις μόνο για την επόμενη μέρα, χωρίς να προϋπολογίζεις το μέλλον σου; αν είσαι έτοιμη παράτα όλα. Αλλιώς κάτσε εκεί που είσαι και πολέμα με τους ανθρώπους.

Νομίζεις ότι είναι κατάρα αυτό που έπαθαν οι άνθρωποι στην πόλη σου;. Ε όχι λοιπόν ! θα σου πω εγώ τι είναι, απλοί άνθρωποι είναι με ελαττώματα, ανασφάλειες , εγωισμούς… δηλαδή ότι έχεις και εσύ μέσα σου.

Ναι! Αλλά εγώ δεν αντέχω! Το καταλαβαίνεις ; δεν αντέχω ! όλη μέρα παλεύω όχι για να εξασφαλίσω το μέλλον μου αλλά το παρόν μου! κάθε μέρα ένας άνθρωπος σκοτώνεται και κανείς δεν γυρνάει να τον κοιτάξει! Κανείς δεν αγαπάει τον άλλο για αυτό που είναι, αλλά για αυτά που έχει! Δεν την θέλω αυτή την ζωή. Ναι ! είμαι έτοιμη να ζήσω εδώ στην ησυχία μακριά από τους ανθρώπους!

Έχεις δίκαιο, για αυτό και εγώ αποφάσισα να έχω σπίτι μου το δάσος και σκέπαστρο τον ουρανό. Έχεις απόλυτο δίκαιο και εγώ τα έχω δει αυτά και πολύ μου σφίγγουν την καρδιά και τον νου μου τον μαυρίζουν. Για αυτό είμαι εδώ, είπε ο άσχημος νέος και έσκυψε το κεφάλι μαλακώνοντας τα λόγια του.

Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό που ζητώ, είπε η γυναίκα. Μια κουβέντα, ένα συναίσθημα ίσως που δύναμη θα δώσει, μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Ίσως αυτό να ζητώ. Ίσως όμως και ποτέ μου να μην το βρω. Ρομαντική σαν είμαι, ποτέ το κάστρο όμορφο δεν θα το δω, μα στην σαπίλα μέσα θα το βλέπω.

Ανοησίες! Όταν ξεκίνησες μέσα στο δάσος μόνη, για να με βρεις τι είχες στο νου σου; Να βρεις ένα άντρα ψηλό δυο μέτρα με χέρια δυνατά σαν την αρκούδα και απαντήσεις στην κεφάλα του να κατέχει. Τι βρήκες ; εμένα! Τα ίδια που θα έλεγες σε αυτόν που έψαχνες τα ίδια είπες και σε μένα. Συμβιβάστηκες ; ναι , μάλλον συμβιβάστηκες. Το ίδιο να κάνεις και στην πόλη σου, στους ανθρώπους σου. μην είσαι χαζή αλλά ούτε και έξυπνη, μην είσαι ρομαντική αλλά ούτε και ρεαλίστρια, να είσαι πραγματική και στα πόδια σου καταστάσεις αληθινές θα απλωθούνε σαν το χαλί της φύσης που λογής λουλούδια έχει. Δεν είναι όλα τα λουλούδια ίδια, ούτε όλα τα φυτά έχουνε την ίδια μυρουδιά. Τα πάντα είναι μοναδικά και εσύ αυτό πρέπει να το ανακαλύψεις. Πάρε τώρα το μονοπάτι αυτό και γύρνα σπίτι σου. Στο δρόμο σκέψου τα αυτά και σαν στην πόλη φτάσεις μην λησμονήσεις να πεις καλημέρα σε όποιον συναντάς, καλό σε εσένα κάνει.

Η γυναίκα το μονοπάτι πήρε και σκεφτόταν τα λόγια του άσχημου ανθρώπου που γνώρισε. Δεν είχε και άδικο, ο συμβιβασμός δεν είναι μόνο η λύση, αλλά και το όπλο που θα ντύσει με ουδέτερα χρώματα αυτά που βλέπει και τώρα την πληγώνουν. Αχ μακάρι να ήταν όμορφος, να τον παντρευόταν, να έμενε πάντα μαζί του και λόγια τέτοια να είχε πάντα στο πλάι της να ακούει. Άλλο ένα όνειρο ; σκέφτηκε και προχώρησε με βήμα ταχύ, πίσω προς την πόλη.

Ο κοντός άσχημος με την πράσινη γραβάτα, σαν είδε την γυναίκα να φεύγει έβαλε το χέρι στο πρόσωπο και με μια κίνηση μαγική, το πρόσωπο του άλλαξε, ψήλωσε και τα μαλλιά του μακριά γινήκανε. Όμορφος σαν όλους τους πρίγκιπες, δυνατός σαν τα βουνά γίνηκε η μορφή του.

Ανέβηκε πιο πάνω στον λόφο, όπου η πόλη φαινόταν καθαρά στο βάθος, μέσα στο νέφος και στο καυσαέριο. Σαν να τους έχωσε κάποια δύναμη σε λαβύρινθο από τσιμέντο και την έξοδο δεν ξέρουν να την βρούνε.

Πατέρα.. Αλλιώς Το είχα φανταστεί .. σκέφτηκε και κλείστηκε στις σκέψεις του.