
Άνοιξε με τα κλειδιά του την κεντρική πόρτα και οδηγήθηκε μηχανικά προς το σαλόνι, το κέντρο του σπιτιού. Η διακόσμηση ήταν φθηνή, δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο εκτός από τα παρακάτω δύο : ένα παράθυρο που βλέπει την δύση και μια καρέκλα από αυτές που συνειρμικά σαν την βλέπουμε, αισθανόμαστε την γιαγιά μας στο χώρο να ετοιμάζετε να μας πει ένα παραμύθι ή να πλέξει κουνώντας την ρυθμικά.
Την είχε βρει σε ένα παζάρι, καλή κατάσταση με ψάθινο κάθισμα και σκούρο καφέ χρώμα ξύλου. Ο έμπορος φάνηκε να μην θέλει να την δώσει, ίσως και αυτός να μην ήταν σίγουρος αν μια τέτοια «καρέκλα» έπρεπε να πουληθεί, αλλά αυτός την αγόρασε κάνοντας τον έμπορο κατσουφιασμένο και λιγομίλητο σαν κράταγε τα χρήματα στο χέρι.
Σε αυτή την καρέκλα, καθότανε αρκετά βράδια, αφήνοντας το κορμί του στο αθώο της κούνημα μέχρι που τα μάτια του χαμήλωναν και τέλος ένας ύπνος γλυκός του εύφραινε την ψυχή. Έστω και για λίγο, μέχρι να νιώσει πιασμένος από την ακινησία και να αναγκαστεί να πάει στο κρεβάτι του.
Εκείνο το απόγευμα δεν ήταν κουρασμένος, το κάθε άλλο, μπουχτισμένος ίσως, σαν το πληγωμένο ελάφι που κρυβόταν από τον κυνηγό. Κάθισε στην ξύλινη πολυθρόνα και άφησε το βλέμμα του να κοιτάει το άπειρο μέσα από το τετράγωνο παράθυρο που ήταν ακριβώς απέναντι. Μενεξεδένιο το χρώμα της δύσης στον ουρανό, μικρές σκοτεινές σκιές μοιράστηκαν μέσα στο δωμάτιο και αυτός προσπαθούσε να απωθήσει από μέσα του τις στενάχωρες σκέψεις..
Άρχισε να λικνίζεται, μηχανικά χωρίς να το καταλάβει, τόσο αθώα σαν να κάθετε σε μια παιδική κούνια και η καρέκλα άρχισε να τρίζει σαν γέρος που οι κλειδώσεις του πονούνε. Συνέχισε να κινείται πιο γρήγορα, βάζοντας δύναμη στα πόδια. Το ξύλινο πάτωμα άρχισε να αισθάνεται το βάρος πάνω του και άφησε και αυτό κάποιες πνιχτές κραυγούλες να ακουστούν μέσα στην ησυχία του δωματίου. Πιο δυνατά, πιο γρήγορα, πιο δυνατά.. το πάτωμα έτριζε κανονικά και η καρέκλα έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Πιο γρήγορα, πέρα δώθε, πέρα δώθε και από το στέρνο του μέσα μια φωνή άρχισε να ακούγεται στην αρχή σιγά μετά πιο δυνατά, μέχρι που ο ήχος από το λαρύγγι του έγινε βοή, σπαραγμός και δέηση …
Την είχε βρει σε ένα παζάρι, καλή κατάσταση με ψάθινο κάθισμα και σκούρο καφέ χρώμα ξύλου. Ο έμπορος φάνηκε να μην θέλει να την δώσει, ίσως και αυτός να μην ήταν σίγουρος αν μια τέτοια «καρέκλα» έπρεπε να πουληθεί, αλλά αυτός την αγόρασε κάνοντας τον έμπορο κατσουφιασμένο και λιγομίλητο σαν κράταγε τα χρήματα στο χέρι.
Σε αυτή την καρέκλα, καθότανε αρκετά βράδια, αφήνοντας το κορμί του στο αθώο της κούνημα μέχρι που τα μάτια του χαμήλωναν και τέλος ένας ύπνος γλυκός του εύφραινε την ψυχή. Έστω και για λίγο, μέχρι να νιώσει πιασμένος από την ακινησία και να αναγκαστεί να πάει στο κρεβάτι του.
Εκείνο το απόγευμα δεν ήταν κουρασμένος, το κάθε άλλο, μπουχτισμένος ίσως, σαν το πληγωμένο ελάφι που κρυβόταν από τον κυνηγό. Κάθισε στην ξύλινη πολυθρόνα και άφησε το βλέμμα του να κοιτάει το άπειρο μέσα από το τετράγωνο παράθυρο που ήταν ακριβώς απέναντι. Μενεξεδένιο το χρώμα της δύσης στον ουρανό, μικρές σκοτεινές σκιές μοιράστηκαν μέσα στο δωμάτιο και αυτός προσπαθούσε να απωθήσει από μέσα του τις στενάχωρες σκέψεις..
Άρχισε να λικνίζεται, μηχανικά χωρίς να το καταλάβει, τόσο αθώα σαν να κάθετε σε μια παιδική κούνια και η καρέκλα άρχισε να τρίζει σαν γέρος που οι κλειδώσεις του πονούνε. Συνέχισε να κινείται πιο γρήγορα, βάζοντας δύναμη στα πόδια. Το ξύλινο πάτωμα άρχισε να αισθάνεται το βάρος πάνω του και άφησε και αυτό κάποιες πνιχτές κραυγούλες να ακουστούν μέσα στην ησυχία του δωματίου. Πιο δυνατά, πιο γρήγορα, πιο δυνατά.. το πάτωμα έτριζε κανονικά και η καρέκλα έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Πιο γρήγορα, πέρα δώθε, πέρα δώθε και από το στέρνο του μέσα μια φωνή άρχισε να ακούγεται στην αρχή σιγά μετά πιο δυνατά, μέχρι που ο ήχος από το λαρύγγι του έγινε βοή, σπαραγμός και δέηση …
«Θέλω το macbook … θέλω το Macboook…….”


