Σελίδες

14/7/08

MacBook (II) η συνέχεια..




..απάντηση στα σχόλια του προηγούμενου post...


Έξω από το πολυτελές σπίτι της κ. Μάρπλ, δύο σκύλοι τσακωνόντουσαν για ένα κόκκαλο σπρώχνοντας με την μουσούδα τους ο ένας τον άλλο. Το θέαμα ήταν ιδιαιτέρως απεχθές αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος του ενός σκύλου και την λύσσα που δάγκωνε το κόκκαλο ο άλλος, πιο μικρός και πιο τριχωτός σκύλος.

Στο βάθος πίσω από το βορινό παράθυρο μια κυρία κάποια ηλικίας – η κυρία Μάρπλ – καθόταν και κοίταζε το κήπο με τις νεραντζιές και τα μικρά αγαλματάκια που βρίσκονταν ανάκατα μέσα στο γκαζόν, σαν να ήταν έτοιμα να φύγουν με το πρώτο σφύριγμα του κηπουρού. Με το ένα χέρι κρατούσε το πολύχρωμο φλιτζάνι με το ζεστό τσάι που άχνιζε, έχοντας πάντα το μικρό δάχτυλο προτεταμένο, όπως ορίζουν οι καλοί τρόποι της.

- Μουλάρα !, φώναξε..
- Σουλάρα κυρία με λένε, απάντησε η μεσόκοπη με την φαρδιά μέση και το γεμάτο φακίδες πρόσωπο, υπηρέτρια της κυρίας τα τελευταία δύο χρόνια. Με το ένα χέρι κρατούσε το φτερό και με επιδέξιες κινήσεις σκούπιζε την σκόνη από τα πανάκριβα ασημικά της κυρίας Μαρπλ.
- Ακούω φωνές! είπε η κυρία Μαρπλ αδιαφορώντας για το διορθωτικό σχόλιο της υπηρέτριας. Ακούω κάποιον να φωνάζει συνέχεια MACBOOK MACBOOK! δεν είναι περίεργο ;
- Καθόλου κυρία, ο απέναντι κύριος φωνάζει έτσι. Παράξενο όμως... απάντησε η υπηρέτρια.
- Καλά δεν ξέρει ότι είναι άσπρο και λερώνει συνέχεια ; ότι δεν έχει δεξί κλίκ ; ότι τον ορθογράφο του word πρέπει να τον αγοράσεις extra ; μου φαίνεται απίστευτο το παραλήρημα του! είπε απορημένη η γηραιά κυρία και με μια κίνηση αληθινής αριστοκράτισσας, έφερε το φλιτζάνι στο στόμα της και κατάπιε απολαυστικά μια γουλιά ακόμα από το αχνιστό τσάι της,
- Τι να πεις .. συναίνεσε η υπηρέτρια, ο κόσμος πάει κατά διαβόλου..
- Δουλάρα, έχουμε κανένα στην αποθήκη ;
- Σουλάρα, κυρία ! Σουλάρα και ναι ! έχουμε δώδεκα στην αποθήκη. Με βάλατε να αγοράσω μια παλέτα το ξεχνάτε ;
- Α! ναι, ξέρεις η ηλικία ... το 2.4 έχουμε ή το 2,0 έ ;
- το 2,4 .. με τον 160GB HDD το άσπρο ...
- α... αυτό που λερώνει συνέχεια.. πέταξε του στο κεφάλι, μέσα απο το παράθυρο του... Αν η επιθυμία του πραγματοποιηθεί, είμαι σίγουρη ότι από αύριο θα θέλει την Canon 450D με φακό 18-55 κιτ ..

Η Υπηρέτρια γύρισε την πλάτη της και έκανε να φύγει από το δωμάτιο για να εκτελέσει την διαταγή την πάμπλουτης αφεντικίνας της. Δεν είχε ακόμα βγει από το δωμάτιο όταν ακούστηκε η φωνή της κυρίας Μάρπλ να λέει ...

- Πού 'σαι ; Μουλάρα. αγόρασε και μια παλέτα Canon 450D, το κίτ με τον 18-55.. θα του σπάσουμε τα αρχίδια του τύπου...



Για όσους δεν κατάλαβαν.. αυτό το post γράφτηκε σε macbook ...

5/7/08

Η καρέκλα




Άνοιξε με τα κλειδιά του την κεντρική πόρτα και οδηγήθηκε μηχανικά προς το σαλόνι, το κέντρο του σπιτιού. Η διακόσμηση ήταν φθηνή, δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο εκτός από τα παρακάτω δύο : ένα παράθυρο που βλέπει την δύση και μια καρέκλα από αυτές που συνειρμικά σαν την βλέπουμε, αισθανόμαστε την γιαγιά μας στο χώρο να ετοιμάζετε να μας πει ένα παραμύθι ή να πλέξει κουνώντας την ρυθμικά.

Την είχε βρει σε ένα παζάρι, καλή κατάσταση με ψάθινο κάθισμα και σκούρο καφέ χρώμα ξύλου. Ο έμπορος φάνηκε να μην θέλει να την δώσει, ίσως και αυτός να μην ήταν σίγουρος αν μια τέτοια «καρέκλα» έπρεπε να πουληθεί, αλλά αυτός την αγόρασε κάνοντας τον έμπορο κατσουφιασμένο και λιγομίλητο σαν κράταγε τα χρήματα στο χέρι.

Σε αυτή την καρέκλα, καθότανε αρκετά βράδια, αφήνοντας το κορμί του στο αθώο της κούνημα μέχρι που τα μάτια του χαμήλωναν και τέλος ένας ύπνος γλυκός του εύφραινε την ψυχή. Έστω και για λίγο, μέχρι να νιώσει πιασμένος από την ακινησία και να αναγκαστεί να πάει στο κρεβάτι του.

Εκείνο το απόγευμα δεν ήταν κουρασμένος, το κάθε άλλο, μπουχτισμένος ίσως, σαν το πληγωμένο ελάφι που κρυβόταν από τον κυνηγό. Κάθισε στην ξύλινη πολυθρόνα και άφησε το βλέμμα του να κοιτάει το άπειρο μέσα από το τετράγωνο παράθυρο που ήταν ακριβώς απέναντι. Μενεξεδένιο το χρώμα της δύσης στον ουρανό, μικρές σκοτεινές σκιές μοιράστηκαν μέσα στο δωμάτιο και αυτός προσπαθούσε να απωθήσει από μέσα του τις στενάχωρες σκέψεις..

Άρχισε να λικνίζεται, μηχανικά χωρίς να το καταλάβει, τόσο αθώα σαν να κάθετε σε μια παιδική κούνια και η καρέκλα άρχισε να τρίζει σαν γέρος που οι κλειδώσεις του πονούνε. Συνέχισε να κινείται πιο γρήγορα, βάζοντας δύναμη στα πόδια. Το ξύλινο πάτωμα άρχισε να αισθάνεται το βάρος πάνω του και άφησε και αυτό κάποιες πνιχτές κραυγούλες να ακουστούν μέσα στην ησυχία του δωματίου. Πιο δυνατά, πιο γρήγορα, πιο δυνατά.. το πάτωμα έτριζε κανονικά και η καρέκλα έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Πιο γρήγορα, πέρα δώθε, πέρα δώθε και από το στέρνο του μέσα μια φωνή άρχισε να ακούγεται στην αρχή σιγά μετά πιο δυνατά, μέχρι που ο ήχος από το λαρύγγι του έγινε βοή, σπαραγμός και δέηση …


«Θέλω το macbook … θέλω το Macboook…….”

2/7/08

Last Breath ...





Την κοίταξα στα μάτια και βυθίστηκα στις σκέψεις μου. Είδα το λυκαυγές τους τέλους και την άνυδρη ρωμιοσύνη της ψυχής μου. Χάθηκα μέσα στο αποφασιστικό βλέμμα των ματιών της που σαν τα την πέτρα απαξιεί τον άνεμο.

Είδα εμένα, όρθιο πάνω σε ένα βουνό. Δεν είδα κανέναν άλλο, ήμουνα μόνος μου σε μια έρημο άμμους και σκόνης. Κανείς δεν με έβλεπε και κανείς δεν μπορούσε να πει ούτε καλό ούτε κακό λόγο. Μοναξιά ένιωσα, σαν κόκκος σε ένα πλανήτη στρογγυλό που όλο γυρίζει, μόνος σε ένα πλανήτη γεμάτο κόσμο που δεν γυρνάει κανείς να σε κοιτάξει.

Θέριεψα, άρχισα να μιλάω δυνατά, λόγια αγγέλων είχα να πω, μα κανείς δεν με άκουγε. Σε γυάλινο τοίχο σταμάταγαν οι λέξεις μου, πιο πέρα δεν πήγαιναν.
Την κοίταξα καλύτερα.. ήμουνα εγώ μέσα εκεί, μα ήμουνα ανύπαρκτος σαν με κατασπάραζε το μίσος..

«Ώστε τελείωσαν όλα;»
«Ναι» μου απάντησε σκύβοντας το κεφάλι, φόρος τιμής σε κάτι που έφυγε.

Μοιράστηκε ανάμεσα μας η σιωπή, το δωμάτιο βάρυνε, η ατμόσφαιρα δεν σήκωνε άλλα λόγια.

Πλέον οι αποφάσεις σφραγίστηκαν, έσβησα το μισοτελειωμένο μου τσιγάρο στο μεγάλο τασάκι και σηκώνοντας τον γιακά μου βγήκα από το δωμάτιο. Το μόνο που μου έμεινε ήταν μια γλυκιά ευχαρίστηση που δεν απάντησα στην τελευταία της ερώτηση : «Αυτά που μου είχες πει, ένα βράδυ στην παραλία, τα εννοούσες ;» πήρα μαζί μου την απάντηση, αν και ήταν δύσκολο να μην πω : «ακόμα και τώρα τα πιστεύω…»

Ίσως αύριο, σαν πιούμε κάτι παραπάνω, να τα σκεφτούμε από καρδιάς και να κλάψουμε, μα δεν πειράζει.. ήταν όμορφα, δεν ήταν ;

26/6/08

Το Τρίκυκλο..





Σαν όλες τις μέρες ήταν και αυτή, βυθισμένη στο τέλμα της καθημερινότητας και της προσωπικής μου κούρασης. Ευτυχώς η ώρα ήταν εφτά το απόγευμα και εγώ κλείδωνα το γραφείο να ξεκινήσω να πάω στο σπίτι όπου δύο όμορφες αγκαλιές θα μου τα έσβηναν όλα, σαν την άμμο που παίρνει τα γραμμένα στο πρώτο κύμα.

Πήγα να ανοίξω το αυτοκίνητο, μηχανικά έβαλα την τσάντα στο πίσω κάθισμα και στο μυαλό μου ακόμα τριγύριζε η φούρια της ημέρας. Πελάτες που απαιτούσαν να δεχτείς το παράλογο με χαμόγελο, προμηθευτές που ζητούσαν τα υπόλοιπα με ανάγωγη φωνή, projects που πρέπει να τελειώσουν.. υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο..

Από το μέτωπο, ένας ιδρώτας του στρες έκανε την εμφάνιση του και με το αριστερό μου χέρι το σκούπισα, σαν να ήταν λάθος, ένα δικό μου μυστικό που κανείς δεν πρέπει να μάθει. Τι ανόητο, σκέφτηκα και άνοιξα την πόρτα του οδηγού.

Θόρυβος πίσω μου, μια μηχανή φασαριόζα ακουγόταν και γύρισα μηχανικά, ασυναίσθητα να κοιτάξω. Ένα τρίκυκλο, από αυτά που είσαι σίγουρος ότι στην στροφή η ρόδα δεν θα ακολουθήσει το όχημα, πράσινο με σαπισμένη λαμαρίνα. Στην θέση του οδηγού ένας σκυθρωπά σκυμμένος ανθρωπάκος, σαν να του κάθεται η κοινωνία στο σβέρκο και αυτός την αντέχει χαμερπής, χωρίς στωικότητα, χωρίς εγωισμό, χωρίς ανάσα. Θαρρείς ότι το μόνο που του αρκεί είναι να έρθει η επόμενη μέρα. Τίποτα άλλο, έτσι απλά ..

Δίπλα του μια γυναίκα επίσης θλιβερή και στα μάτια της έβλεπες σκοτωμένα όνειρα, πεθαμένες ελπίδες.. τα ρούχα της μανταρισμένα πρόχειρα και στο κεφάλι μια μαντήλα κρύβει τα ατημέλητα, λιγδιασμένα μαλλιά της. Για ποιόν να φτιαχτεί; Για ποιόν να γίνει αρεστή; Ότι χρειάζεται από την ζωή είναι δίπλα της, πίσω της στην καρότσα….

Σαν οι εικόνες, συνοδεύονται από σκέψεις ο χρόνος χάνει την σημασία του. Παρατηρείς τα πάντα, γρήγορα, αποφασιστικά. Δέχεσαι τα λεπίδια της σκέψης σου μέσα στο κρανίο σου να σε χτυπάνε στα απόμακρα σημεία του μυαλού σου, εκεί που νόμιζες ότι δεν κατοικεί κανείς πια, σε εκείνο το σημείο που ο νους ενώνεται με την καρδιά..

Στην καρότσα δύο παιδικά βλέμματα, αντίκρουσαν τα δικά μου. Τι κοιτάν ; Εμένα, ναι!
Εμένα να μπαίνω στο ακριβό για αυτούς αμάξι μου, σκεπτόμενα τα άκρως αντίθετα από μένα. Εγώ λυπόμουν την άχαρη εμφάνιση των δύο παιδιών, τα όνειρα που πιθανόν δεν θα γνωρίσουνε, την απόγνωση της θλίψης τους που είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Και αυτά κοίταζαν ζηλευτά τα σιδερωμένα ρούχα μου και το πανάκριβο για αυτούς αυτοκίνητο μου. Με το μυαλό τους πλάθανε ένα κόσμο, που περιείχε αυτά που όλοι θεωρούμε αυτονόητα..

Τα μάτια μας συναντήθηκαν, εκ διαμέτρου αντίθετες σκέψεις ανταλλάξαμε σε κλάσματα δευτερολέπτου.. και μετά χαρίσαμε ο ένας στον άλλον ένα χαμόγελο, σαν κρυφή συνεννόηση για αυτά που συζητήσαμε, σαν επισφράγιση μια φιλικής κουβέντας που ανταλλάξαμε, σαν μια σκέψη που μοιράστηκε στα δύο.

Μαζεύτηκε ο καθένας μας σε μια γωνιά αυτού του πλανήτη, κρατώντας τις σκέψεις του προσωπικές, στιγμιαίες.. μα πολύ σημαντικές.


21/6/08

Elisa Dancing..



Σήκωνε το πόδι της ψηλά, το έφερνε γύρω από το εαυτό της και με μια απότομη κίνηση πραγματοποιούσε μια πιρουέτα που θαρρείς ο κόσμος γύριζε κι αυτή έμενε ακίνητη. Σαν σταμάταγε να γυρνάει, έμενε πάνω στις μύτες των ποδιών της σαν να είχε γεννηθεί μέσα σε αυτά τα στενά υποδήματα. Τα μαλλιά της ανέμιζαν και μια ξανθοκάστανη τούφα έπεφτε απαλά πάνω στο πρόσωπο της. Ένα  λευκό φόρεμα σαν φτερά αγγέλου, έντυνε το κορμί της ανεμίζοντας  κάθε της κίνηση. Μια ρυθμική μπαλάντα του Elton John ακουγόταν από ένα φθηνό στερεοφωνικό πίσω της κι ο αγαπημένος της φίλος ο Τζον Μακ Κάρθυ κρατούσε την κάμερα σταθερά για να αποθανατίζει το θελκτικό κορμί της που χόρευε παθιασμένα με φόντο ένα λευκό φωτισμένο παράθυρο.

- «Πραγματικά εκπληκτικό!» της είπε κλείνοντας την κάμερα.
- «Θα το ανεβάσεις σήμερα;» τον ρώτησε προσπαθώντας ταυτόχρονα να κερδίσει μια ανάσα από το λαχάνιασμα.
- «Ναι. Το βράδυ..» απάντησε εκείνος κι αφού έβγαλε την κασέτα από μέσα πλησίασε τα χείλια της και της έδωσε ένα παθιασμένο φιλί.
- «το ξέρεις ότι με ανάβεις Elisa;» της είπε σιγανά πλησιάζοντας το αυτί της κι εκείνη άφησε ένα ναζιάρικο γέλιο να ξεχυθεί μέσα στο μικρό δωμάτιο της οδού Παντέτσι, παράλληλος  της φημισμένης Βία Κοντότι στο κέντρο της Ρώμης. Είχε κίνηση απ' έξω και τα αυτοκίνητα έφερναν την ζωή μέσα στο διαμέρισμα.

Το ίδιο βράδυ στο προσωπικό της blog είχε ανέβει ακόμη ένα video όπου η Elisa Betrino χόρευε μαγευτικά προσκαλώντας τον οποιαδήποτε ενδιαφερόμενο να αφήσει σχόλια για εκείνη, τον χορό της και γιατί όχι; Να ακολουθήσει όνειρα της από μια αντάξια πρόκληση ενός ατζέντη. Κοίταξε ακόμη μια φορά τον καθρέπτη με αυτοπεποίθηση.