Σελίδες

11/8/08

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ




Ο κ. K πασπάτεψε με τα χέρια του την υφασμάτινη καρέκλα, έκατσε με απαλές κινήσεις και άφησε το βάρος του να εκμεταλλευτεί όλο το βάθος αυτής της υπέροχης, αναπαυτικής καλοκαιρινής καρέκλας.
Καθώς το κορμί του βυθιζότανε, ο κ. Κ κράτησε κλειστά τα μάτια, έκανε ένα μικρό απολογισμό, σαν αυτούς που κάνει κάθε εξάμηνο στην εταιρία μόνο πιο προσωπικό...

Έτρεξα ; Έτρεξα.
Δούλεψα ; Δούλεψα!
Έσπασα ; Άντεξα!
Ήμουν εντάξει προς τους άλλους ; Ναι!
Οι άλλοι ; Μπα ..
Έδωσα ; Του χρόνου να θυμηθώ να πάρω ...

Άνοιξε τα μάτια του, να δει το καλοκαιρινό τοπίο και έμεινε έτσι να ρεμβάζει ανόητα και ανώφελα.

Ο Άνεμος, τον είδε καθισμένο, άρχισε να γυρνά γύρω του και με μια γρήγορη κίνηση μπήκε μέσα στα αφτιά του και του ψιθύρισε ...
'Καλό καλοκαίρι κ. Κ ᾽....

3/8/08

The Witch Project







Τι θες να θυμηθώ;

Ήταν από αυτά τα καλοκαίρια που μένουν στην μνήμη σου ανεξίτηλα. Αλήθεια σου λέω, μνήμη ξέρεις ότι δεν έχω καλή, αλλά εκείνο το Σαββατοκύριακο στην Yδρα το θυμάμαι σαν τώρα. Έκανε ζέστη, όπως κάθε καλοκαίρι και εμείς συναντηθήκαμε στην προβλήτα νωρίς του Σάββατου. Με αυτά τα flying θα πηγαίναμε, που σε πηγαίνουν γρήγορα.


Τα λόγια του σταμάτησαν για λίγο και το πρόσωπο γέμισε σκιές από τις σκέψεις. Άναψε ένα τσιγάρο με το ένα χέρι κρατώντας το άλλο πάνω στο τραπέζι. Ο Γιώργος και ο Τάκης, φίλοι παιδικοί, ,είχανε να βρεθούνε πάνω από χρόνο μαζί. Είχαν πολλά να πούνε, ο ένας από το κολέγιο στην Αγγλία που σπούδαζε και ο άλλος από την καθημερινότητα του. Αν τους ρώταγες πως ξεκίνησε η συζήτηση για εκδρομές αξέχαστες, κάνεις δεν θα σου απαντήσει. Απλά το θέμα ήρθε μόνο του, σαν να ήταν η ώρα και η μέρα που κάποιες ιστορίες έπρεπε να ξυπνήσουν από την λήθη.

Πάνε χρόνια βέβαια, συμπλήρωσε ο Τάκης υπάρχουν και λεπτομέρειες που πλέον δεν μου έρχονται στο νου. Θα σου πω όμως αυτά που δεν μπορούν να φύγουν από μέσα μου.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε.

Ήταν πολύ όμορφη, έτσι την θυμάμαι. Ίσως για τα μάτια του άλλου κόσμου να ήταν μια απλή κοπέλα, αλλά για τα δικά μου.. αλλά καλύτερα μην σε ζαλίζω! Φτάσαμε πρωί, είχε κάνει κράτηση σε ένα ξενοδοχείο με αρκετά αλμυρές τιμές. Πάντα στα πιο ακριβά πηγαίναμε και ας μην είχαμε ποτέ μια δραχμή στην τσέπη. Δεν ξέρω, ίσως και αυτό να ήτανε χαρακτηριστικό της σχέσης μας, η σπάταλη. Ποιας σχέσης δηλαδή, χωρισμένοι ήμασταν! Περίεργο έτσι ; Είχαμε χωρίσει μερικούς μήνες πριν και από τότε το μόνο που άλλαξε είναι το σεξ. Δεν κάναμε πλέον. Όλα τα άλλα ήταν ίδια. Κάθε πρωί τηλέφωνο κάθε δεύτερο απόγευμα βόλτα στα σοκάκια της πλάκας, καφές και κουβεντούλα σαν παλιοί φίλοι. Το ταξίδι στην Υδρα το αποφασίσαμε μαζί, αυτή τα κανόνισε όλα και εγώ χαιρόμουνα που θα κοιμόμουν ακόμα ένα βράδυ μαζί της, ακόμα και αν δεν κάναμε τίποτα πλέον που να θύμιζε ερωτευμένο ζευγάρι. Η αλήθεια είναι ότι σεβόμουνα την επιθυμία της να μην την ακουμπάω. Αυτή είναι η αλήθεια, πρέπει να είμαστε ειλικρινής με τις αναμνήσεις έτσι ; εγώ λαχταρούσα να ξεχαστούνε όλα ... για αυτό μου άρεσε πολύ η ιδέα της Υδρας. Θα έκανα τα πάντα για να ήμασταν πάλι μαζί..

Να μην σε ζαλίζω, το ξενοδοχείο ήταν φίνο, μικρό το δωμάτιο αλλά ακριβά όλα του τα έπιπλα. Ένας σοφάς με καθρέπτη, ένα διπλό κρεβάτι και ένα μικρό τραπεζάκι με δύο καρέκλες είχε μέσα όλα και όλα. Πρώτη μας δουλειά σαν φτάσαμε εκεί ήτανε να αλλάξουμε ρούχα και να βολτάρουμε στην πόλη. Περάσαμε από όλα τα σοκάκια, ανεβήκαμε μέχρι πάνω στο βουνό και συζητάγαμε συνέχεια άλλοτε άσχετα πράγματα, άλλοτε πολιτική, σχέσεις, για την σχολή της.. ήταν όμορφα και ανέμελα και ο ζεστός ήλιος αναιρούσε από μέσα μας οποιαδήποτε αρνητική σκέψη. Σχεδόν είχα ξεχάσει ότι με αυτή την γυναίκα πλέον δεν είχα ερωτική σχέση, τόσο χαρούμενος ήμουν που συνέχεια γέλαγα, την αγκάλιαζα και την φιλούσα. Κάθε φιλί το δεχόταν ευχάριστα και αυτό μου έδινε μεγάλη δύναμη και ελπίδες ..

Το βράδυ πήγαμε να φάμε σε ένα επίσης ακριβό εστιατόριο, φορούσε ένα φόρεμα που εμένα με εξιτάρει στις κοπέλες να το βλέπω και από μέσα ελάχιστα εσώρουχα, τα απαραίτητα.. καταλαβαίνεις...

Την κοίταζα συνέχεια στα μάτια και φανταζόμουνα διάφορα με το μυαλό μου, δεν μπορώ να σου εξηγήσω πως ένιωθα εκείνη την νύχτα. Ήταν απίθανα, ήπιαμε και λίγα ποτηράκια παραπάνω και φεύγοντας σταματήσαμε σε ένα από τα πλακόστρωτα δρομάκια με το ελάχιστο φωτισμό, αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε παράφορα, αδιαφορώντας για τα περίεργα βλέμματα των γύρω περαστικών. Κάποιοι κούναγαν το κεφάλι περιφρονητικά, κάποιοι άλλοι μας κοίταγαν ζηλευτά για το πάθος που ανάδευε η σκηνή των δύο νέων να φιλιούνται κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι. Αν υπήρχε ζωγράφος να μεταφέρει την σκηνή σε καμβά, χίλια χρώματα θα ήταν λίγα, αν υπήρχε φωτογράφος να απαθανατίσει τα αισθήματα θα αισθανόταν ανίκανος να πλησιάσει το ελάχιστο της στιγμής, αν υπήρχε ο Θεός από πάνω μας θα χαμογέλαγε και χίλιους αγγέλους θα έστελνε να τραγουδάνε δίπλα. Έτσι ήταν φίλε μου, δεν έχω λόγια να σου περιγράψω αυτά που ένιωθα εκείνη την ώρα. Ο χρόνος έμοιαζε να γυρνάει αργά τους δείκτες του, μια αιωνιότητα αγκαλιά με αυτή που αγαπούσα... σε αυτά τα δύο χείλια εκείνη την ώρα, ευχάριστα θα άφηνα την πνοή μου.

Μα τόσο πολύ την αγαπούσες ;
Ρώτησε ο Γιώργος έκπληκτος ..

Δεν ξέρω, δεν μπορώ να σου το απαντήσω αυτό. Ίσως και να ήταν πείσμα και κάθε φιλί που κέρδιζα να ήταν τρόπαιο μια μάχης .. ίσως και απλώς να με είχε μαγέψει.. πιστεύεις στις μάγισσες ; ίσως να ήταν μάγισσα..


Ο Γιώργος γέλασε δυνατά. Για συνέχισε .. του είπε. Ο Τάκης ενοχλήθηκε από το γέλιο του φίλου του, αλλά αδιαφορώντας για το γέλιο του συνέχισε να μιλάει. Οι μνήμες ξύπνησαν και σαν το αγκάθι που ενοχλεί έπρεπε να βγουν από μέσα του.

Το βράδυ προσπάθησα να την πλησιάσω ερωτικά, απέτυχα! Γύρισε το σώμα της από την άλλη και σε πολύ λίγο κοιμήθηκε αποκαμωμένη από το κρασί που είχαμε πιει νωρίτερα. Ένιωσα ηλίθια, αλλά δεν επέμενα. Έδειξα αδιαφορία, ήταν και αυτό ένα κόλπο που ίσως έπιανε, αλλά για άλλη μια φορά δεν έπιασε. Αργά το βράδυ σηκώθηκα από το κρεβάτι και ξαγρύπνησα καπνίζοντας. Χαμένος μέσα στα δαχτυλίδια του καπνού μου, έκανα σκέψεις. Μα όσο και να πίεζα τον εαυτό μου να νευριάσω, να φωνάξω, σκέψεις κακές δεν μπόρεσαν να με καταβάλουν. Ακόμα στα χείλια μου είχα την μυρουδιά της και αυτό με γαλήνευε με ηρεμούσε και με έκανε .. ευτυχισμένο. Περίεργο πράγμα η ευτυχία έτσι ; όμως εγώ έτσι ένιωθα εκείνη την ώρα. Σαν ακουστήκαν τα κοκόρια από μακριά να διαλαλούν την νέα ημέρα που ανέτειλε, εγώ ξάπλωσα δίπλα της, μυρίζοντας τα μαλλιά της και αποκοιμήθηκα ήρεμα.

Εγώ θα την είχα σουτάρει .. Είπε ο Γιώργος σαρκαστικά.

Κρίμα γιατί δεν θα ζούσες την επόμενη ημέρα... Απάντησε απότομα ο Τάκης αγριοκοιτάζοντας τον φίλο του.

Την άλλη μέρα, πήγαμε για μπάνιο σε μια παραλία στο πίσω μέρος του νησιού. Δώσαμε λεφτά σε ένα βαρκάρη ο οποίος μας πήγε το πρωί και ήρθε το μεσημέρι και μας πήρε. Κάναμε μπάνιο, ξαπλώσαμε στον ήλιο χασκογελώντας συνέχεια με το παραμικρό. Μια κηλίδα της προηγούμενης νύχτας είχε μείνει ανάμεσα μας και αυτό ήταν φανερό σε κάθε μας ματιά. Αλίμονο όμως συζήτηση δεν κάναμε για αυτό. Το απόγευμα θα φεύγαμε, οπότε το μεσημέρι πήγαμε φάγαμε κάπου πρόχειρα και γυρίσαμε να ξαπλώσουμε για λίγο.

Η ώρα ήταν 6.00 το απόγευμα και καθισμένοι σε μια καφετέρια κοντά στο λιμάνι περιμέναμε το Flying να έρθει να μας πάρει από στιγμή σε στιγμή. Ο ήλιος έπεφτε στα μάτια μας, τυφλώνοντας μας, αλλά δύναμη πολύ δεν είχε πλέον να μας κάψει. Καθόμουν και την κοίταζα. Σαν πίνακας με έντονα χρώματα ήταν η θωριά της. Όμορφα μάτια, μακριά μαζεμένα μαλλιά, όμορφα ζυγωματικά και εκπληκτικό χαμόγελο. Ο θόρυβος του λιμανιού γαλήνεψε, δεν έμπαινε στα αυτιά μου. Ο μόνος ήχος που άκουσα και επισκίασε τα πάντα ήταν αυτός που βγήκε από τα χείλια της και κατευθύνθηκε κατευθείαν μέσα στην ταραγμένη μου καρδιά.. Σε αγαπώ .. μου είπε και μου χαμογέλασε έτσι όπως μόνο δύο ερωτευμένοι μπορούν να αναγνωρίσουν την αξία του.

Μια σιωπή απλώθηκε ανάμεσα στους δύο νέους. Το γκαρσόνι τους πλησίασε και γέμισε τα ποτήρια τους με νερό. Σαν απομακρύνθηκε, ο Γιώργος δεν άντεξε να ρωτήσει.

Από τότε πρέπει να τα ξαναβρήκατε έτσι δεν είναι ;

Ο Τάκης άρπαξε άλλο ένα τσιγάρο από το πακέτο, νευρικά , το έβαλε στο στόμα του και με το άλλο χέρι άρπαξε τον αναπτήρα. Ένα δαχτυλίδι καπνού βγήκε από το στόμα του και την μύτη του, ξερόβηξε και απάντησε με τρεμάμενη φωνή..

Τι είναι πιο σημαντικό ; η έκβαση του πολέμου ή μια κερδισμένη μάχη ; εγώ τον έχασα τον πόλεμο αλλά έζησα μια φοβερή μάχη !


27/7/08

Billy Elliot The Cosmic Dancer





Η γιαγιά καθόταν τις τελευταίες μέρες αμίλητη στο μεγάλο περβάζι του παραθύρου που έβλεπε στον δρόμο. Σε κάθε ήχο από άνθρωπο που πλησίαζε, έγερνε το κορμί της μπροστά και κοίταζε καλά να διακρίνει με την λιγοστή της όραση εάν η φιγούρα έμοιαζε με τον ταχυδρόμο.

Δεύτερα πρωί και ο ταχυδρόμος με το χαρακτηριστικό καπελάκι χαμογελώντας, προφανώς για δικούς του λόγους, πλησίασε την πόρτα της οικογένειας Έλιοτ. Κοίταξε το κουδούνι να βεβαιωθεί ότι δεν έκανε λάθος στην διεύθυνση και πριν προλάβει να ακουμπήσει με το δάχτυλο του το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε απότομα και μια ηλικιωμένη κυρία τυλιγμένη με μια ρόμπα κόκκινη και τα μαλλιά ανακατωμένα εμφανίστηκε μέσα από το σκοτάδι του σπιτιού.

Αυτό πρέπει να είναι για εμάς, του είπε χαμογελώντας και με μια γρήγορη κίνηση άρπαξε σχεδόν από τα χέρια του ταχυδρόμου το φάκελο κλείνοντας την πόρτα γρήγορα πίσω της. Έφερε στο φως το γράμμα να δει τον αποστολέα και χάθηκε μέσα στα δωμάτια του σπιτιού. Ο ταχυδρόμος πισωπάτησε σαστισμένος, με μια κίνηση απαξίωσης έδειξε την δυσανασχέτηση του και με γρήγορα βήματα απομακρύνθηκε από το μικρό κήπο του σπιτιού.

Το μεσημέρι ο πατέρας σαν άνοιξε με τα κλειδιά του την πόρτα, το πρώτο πράγμα που είδε, ήταν ένα φάκελο να τον περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας. Δέκα μέρες τώρα όποτε γύρναγε από την δουλειά, κοίταζε το ρημαδιασμένο το τραπέζι μήπως και βρει κανένα γράμμα να τον περιμένει. Σήμερα ήταν η μέρα και σαν το είδε να βρίσκεται πάνω στο τραπέζι, επίσημο και πολυτελές - έτσι του φάνηκε εκείνη την στιγμή-δεν μπόρεσε να μην βγάλει μια κραυγή χαράς που ρίζωσε, φούντωσε και εξαπλώθηκε μέσα από τον λάρυγγά του. Από πίσω του ερχότανε ο μεγαλύτερος γιος του ο Τζον, τα ρούχα του ήταν βρόμικα από την δουλειά στα ορυχεία. Σαν άκουσε την φωνή του πατέρα, αμέσως κατάλαβε ότι ήρθε το γράμμα που περιμένανε.

Με τα λασπωμένα παπούτσια και οι δύο άντρες μπήκανε στην κουζίνα και σαν να κάνανε έναν αγώνα ποιος θα το δει πρώτος, πετάχτηκαν κυριολεκτικά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ο πατέρας το έπιασε στα χέρια του πρώτος και το σήκωσε στο φως να εξακριβώσει το όνομα του αποστολέα. Σαν σίφουνας μπήκε σχεδόν τρέχοντας από το άλλο δωμάτιο η γιαγιά φωνάζοντας έφτασε, έφτασε,..
Το βλέπω, της απάντησε χαρούμενος ο πατέρας, ο οποίος πλέον το είχε φέρει στο φως προσπαθώντας να διακρίνει μέσα από τις σκιές του φακέλου την απόφαση της σχολής χορού που έκανε ακρόαση τον περασμένο μήνα ο μικρότερος γιος του ο Billy.

-Καταραμένοι, ψιθύρισε, χάθηκε να το γράψετε με μεγάλα γράμματα την απόφαση ; έτσι θα μπορούσα να το δω στο φως είπε ο πατέρας που ακόμα ψαχούλευε τον φάκελο.

-Βλέπεις τίποτα ; Ρώτησε ο μεγάλος γιος ανυπόμονα.
-Όχι ! δεν φαίνεται τίποτα!
-Άνοιξε το!
-Όχι θα έρθει ο Billy και αυτός θα το ανοίξει, εμείς δεν έχουμε καμία δουλειά να το ανοίξουμε...
Ο Tζόν το σκέφτηκε καλύτερα, συμφώνησε με το πατέρα και αποφάσισε να πάει στο μπάνιο να πλυθεί. Ο Billy θα έρθει σε καμιά ώρα οπότε είχε χρόνο να διώξει από πάνω του την βρόμικη σκόνη. Μπήκε στο μπάνιο κρατώντας στο δεξί του χέρι τα καθαρά ρούχα και εντελώς μηχανικά σαπουνίστηκε ολόκληρος και φόρεσε τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα. Κατέβηκε στην κουζίνα με γρήγορα βήματα και βρήκε τον πατέρα να κοιτάζει το γράμμα επίμονα.

-Περιμένεις να σου μιλήσει; Του είπε αστειευόμενος
-Μακάρι, απάντησε απελπισμένα ο πατέρας.

Η μικρή κουζίνα, μια τυπική Ιρλανδέζικη κουζίνα, φωτιζόταν αμυδρά από το ένα και μοναδικό παράθυρό της, κάνοντας την ατμόσφαιρα μέσα στο δωμάτιο αποπνιχτική και ανυπόφορη. Ο πατέρας μαζί με τον μεγάλο γιο και την γιαγιά καθόντουσαν γύρω από το στρογγυλό τραπέζι κοιτάζοντας μια το γράμμα και μια το μεγάλο ρολόι στο τοίχο. Ακόμα δεκαπέντε λεπτά και ο Έλλιοτ πρέπει να έρθει από το σχολείο. Το ένα τσιγάρο, διαδεχόταν το άλλο και σε κάθε ρούφηγμα από την πύρινη καύτρα, φωτιζόντουσαν τα ανυπόμονα μάτια του πατέρα. Ο Τζον δεν μπόρεσε να καθίσει άλλο στο τραπέζι άπρακτος και σηκώθηκε όρθιος, πλησίασε τον νεροχύτη, έσκυψε μπροστά το σώμα του και βύθισε το κεφάλι του ανάμεσα από τους ώμους.

Στον ήχο του κλειδιού όλοι γυρίσανε το κορμί τους προς την πόρτα. Ο Billy έμεινε για λίγο σαστισμένος βλέποντας τον πατέρα, τον Τζον και την γιαγιά να τον κοιτάνε με ένα χαμόγελο επίμονα. Στην αρχή το μυαλό φαντάστηκε ότι κάτι κακό συνέβη, αλλά σαν είδε το χέρι του πατέρα να κουνάει ένα φάκελο, πέταξε την τσάντα του κάτω και άρχισε να τρέχει καταπάνω τους γελώντας.

Αμίλητος κοίταξε τον αποστολέα, ήταν αυτός που περίμενε. Το γύρισε από την πάνω μεριά και σήκωσε το χέρι του ψηλά, έτοιμος να σκίσει τον φάκελο. Κάτι τον σταμάτησε και έμεινε για λίγο έτσι με το χέρι να αιωρείται πάνω από τον φάκελο.
Και αν δεν τον είχανε δεχτεί στην σχολή; Αν δεν είχε χορέψει καλά μπροστά στην επιτροπή ; αν όλες οι ελπίδες του πατέρα, του Τζον, της γιαγιάς δεν εκπληρωθούνε; Αν η απάντηση μέσα σε αυτό το γράμμα είναι αρνητική ; δεν ήξερε πως να το χειριστεί σε αυτήν την περίπτωση. Τι θα έλεγε στον πατέρα του; Ότι, λυπάμαι μπαμπά που πίστεψες σε μένα και χρεώθηκες σε φίλους και γνωστούς, λυπάμαι που πούλησες τα κοσμήματα της μαμάς ; λυπάμαι που αναγκάστηκες να ρίξεις τα μούτρα σου και έσπασες την απεργία, για να μαζέψεις χρήματα να με στείλεις στο Λονδίνο για την οντισιόν ; τι θα έπρεπε να κάνει σε μια τέτοια περίπτωση ; Ο πατέρας και ο Τζον τον κοιτάζανε στα μάτια περιμένοντας να κατεβάσει τα χέρια και να σκίσει το χάρτινο φάκελο.

Ο Billy δεν το έκανε όμως! Αντί αυτού έβαλε τον φάκελο στην τσέπη του παντελονιού του και με απαλά βήματα απομακρύνθηκε από κοντά τους. Τον κοιτάζανε όλοι σαστισμένοι.

-Πού πας ;του φώναξε ο Τζον!

-Άνοιξε το καταραμένο ! φώναξε ο πατέρας άγρια.

Ο Billy δεν απάντησε σε κανέναν τους και πίσω-βαδίζοντας πλησίασε με την πλάτη του την συρόμενη πόρτα που χώριζε το μικρό σαλόνι με την κουζίνα. Τα μάτια του λαμπύριζαν και το πρόσωπο του είχε μια λάμψη παιδική, σκανδαλιάρα. Έσυρε την πόρτα και εξαφανίστηκε μέσα, ο πατέρας κατάλαβε πως σκεφτόταν ο Billy και δεν επέμενε άλλο. Έπιασε με δύναμη τον ώμο του Τζον παροτρύνοντας τον να μην επιμείνει και αυτός.

Ο Billy έκλεισε την συρόμενη πίσω του και απομονώθηκε για να διαβάσει το γράμμα που του έστειλε η επιτροπή. Όλοι είχαν καρφωμένα τα μάτια πάνω σε αυτή την συρόμενη πόρτα.
Μέσα στην κουζίνα οι δύο άντρες και η γιαγιά αφουγκραζόντουσαν με προσοχή τον οποιαδήποτε θόρυβο ερχόταν από το σαλόνι. Αν άκουγαν κλάμα, αν άκουγαν γέλια δυνατά ήταν έτοιμοι να πεταχτούν μέσα.

Ο πατέρας άναβε τα τσιγάρα μηχανικά, σβήνοντας το προηγούμενο με δύναμη μέσα στο γυάλινο μικρό τασάκι. Η γιαγιά δεν μίλαγε και ο Τζον έβαζε το χέρι μια στο στόμα μια στην τσέπη, δαγκώνοντας ταυτόχρονα τα χείλια του από αγωνία.

Αν μπορούσε κάνεις να δει μέσα από τα πορφυρά μάτια του πατέρα που νευρικά κοίταζε μια την πόρτα, μια το μεγάλο ρολόι στο τοίχο θα μπορούσε να δει το αποκορύφωμα της πατρικής αγωνίας για τον μικρό γιο του. Θα μπορούσε να δεις τις θυσίες που έκανε για το όνειρο του Billy, θα μπορούσε να δει την γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του να χαμογελάει και να του δίνει δύναμη, θα μπορούσε να δει το πρόσωπο των απεργών που τον κοίταζαν με περιφρόνηση σαν έσπαγε την απεργία για να πάει να δουλέψει, θα μπορούσε να δει το υπεροπτικό μειδίαμα του κοσμηματοπώλη που έναντι πινακίου φακής αγόρασε το πανάκριβο ρολόι του γάμου τους. Το δέρμα στην περιοχή γύρω από τα μάτια είχε τσιτωθεί από την ανησυχία. Αν δεν περνούσε στην σχολή ; θα τον συγχωρούσε σίγουρα και θα τον βοηθούσε να ξαναδώσει εξετάσεις σε άλλη επιτροπή ξανά και ξανά μέχρι να τα καταφέρει. Ο μικρός Billy άραγε το ήξερε αυτό; Δεν του το είχε πει ποτέ .. του είχε φερθεί άσχημα τον τελευταίο καιρό! Του είχε σπάσει το πιάνο, τον είχε δείρει αλύπητα για να σταματήσει να χορεύει, αλλά το πείσμα που είχαν τα μάτια του τον έκαναν να δει την αλήθεια και να την χωνέψει όσο εξωπραγματική και αντίθετη ήταν από τον τρόπο ζωής τους, την κοινωνία του χωριού, για τους φίλους του που τον κοίταζαν περίεργα σαν τους ζήταγε δανεικά για να στείλει το γιο του να γίνει χορευτής σε ένα μεγάλο σχολείο. Πόσα λάθη έκανε ! Μια μικρή προσευχή ψιθύρισε μέσα του η οποία άρχιζε : Θεέ μου δεν είμαι αρκετός για να σε παρακαλέσω, αλλά με έκανες πατέρα και για τον γιο μου θα τα έδινα όλα, αυτό το ξέρεις..

Το μεγάλο ρόλοι στο τοίχο με τους μαύρους δείχτες κατέβαζε αργά τους λεπτοδείχτες, μια αιωνιότητα μετατράπηκαν τα λεπτά, δεν άντεξε.. και αν είναι στο πάτωμα και κλαίει, αν κάνει καμιά τρέλα ; σκέφτηκε και σηκώθηκε όρθιος σπρώχνοντας την καρέκλα πίσω. Με γρήγορα βήματα έτρεξε προς το σαλόνι σφίγγοντας τα δόντια του γερά, έτοιμος να αντιμετωπίσει το οτιδήποτε. Ο Τζον και η γιαγιά τον ακολούθησαν από πίσω.
Η πόρτα της συρόμενης άνοιξε με δύναμη και τρία κεφάλια εμφανίστηκαν δειλά να περιεργάζονται τον χώρο του σαλονιού. Πάνω στον καναπέ ο Billy είχε αγκαλιάσει το μαξιλάρι και έκλαιγε ασταμάτητα. Στο πάτωμα ήταν πεταμένο το γράμμα..

Billy μουρμούρισε ο πατέρας και στοργικά πλησίασε τον γιο του. Ακόμα και αν είχε σκεφτεί τι λόγια θα του πει σαν τον έβλεπε έτσι, ακόμα και αν έπρεπε να ξεπεράσει το σπάσιμο στην καρδιά του, ακόμα και αν ήξερε από πριν ότι ήταν διατεθειμένος να πράξει τις ίδιες θυσίες από την αρχή για να πετύχει ο Billy το όνειρό του, καμία τέτοια σκέψη δεν μπόρεσε να του δώσει δύναμη εκείνη την στιγμή. Το κορμί του το ένιωθε άψυχο, κούφιο , κενό και την ψυχή του χίλια κομμάτια. Τα μάτια του βουρκώσανε, πυρώσανε και ασημένια δάκρυα βρέξανε τα μαγουλά του. Ζαλισμένα πλησίασε το Billy που σπάραζε από τα κλάματα κουλουριασμένος πάνω στον καναπέ αγκαλιασμένος με ένα μεγάλο μαξιλάρι.

Τον πήρε αγκαλιά με μεγάλη στοργή, τον έσφιξε στην αγκαλιά του και πλησίασε το αυτί του προσπαθώντας να του πει μια κουβέντα θαρρετή, αλλά το στόμα του ήταν στεγνό, ο φάρυγγας ανύπαρκτος και το μόνο που άκουγε ήταν τους χτύπους της καρδιάς του ανακατεμένες με τους χτύπους του εντεκάχρονου Billy.

Μια σιγανή φωνή μπόρεσε να βγει από το στόμα του Billy που έφτασε στα αυτιά του πατέρα σαν ουράνια καμπάνα που βάραγε χαρμόσυνα.

-Μην κλαις πατέρα, πέρασα.. με πήρανε ... !



Εάν ο παράδεισος έπρεπε να έχει λέξεις πρέπει να άρχιζαν από τις λέξεις σε αγαπώ...

23/7/08

The Return to Innocence


Κάνεις δεν μπορούσε να καταλάβει την λύπη του ογδοντάχρονου παππού. Όλοι νομίζαν ότι τον είχε καταβάλει ψυχικά ότι δεν μπορούσε να περπατήσει εύκολα. Άλλοι πάλι νομίζανε ότι είχε νευριάσει από μια πολιτική συζήτηση που είχαν πιο πριν. Πάμε στην εκκλησία, τον προέτρεπαν όλοι αφού ξέρανε ότι εκεί ηρεμούσε και όλα τα ξέχναγε. Λίγο η κουβέντα, λίγο οι ψαλμωδίες σίγουρα θα του έκαναν καλό.

Κάνεις δεν μπορούσε να υποψιαστεί τον λόγο και κρυφά όλοι συζητάγανε τι μπορεί να είναι αυτό που τον είχε καταβάλει. Καθότανε σε μια καρέκλα και δεν μίλαγε, δεν απαντούσε σε καμία ερώτηση. Του φέρανε νερό, αλλά δεν το ήπιε. Του φέρανε ένα παξιμάδι και ένα καφέ. Δεν τον ακούμπησε. Μάταια τον ρωτάγανε τι είχε. Δεν μίλαγε. Δεν έλεγε κουβέντα. Κλεισμένος σαν ερμητικό βαρέλι κρατούσε το μυστικό μέσα του. Σκεφτήκανε τον γιατρό, αλλά σαν τον πήρε χαμπάρι ο παππούς τους αγριοκοίταξε. Και τι να του λέγανε;

Πέρασαν ώρες έτσι, ένα δωμάτιο σιωπής άνευ λόγου και αιτίας. Η τηλεόραση παρλάριζε μια πολιτική συζήτηση όπου όλοι είχαν τα μάτια τους καρφωμένα πάνω της, αλλά η σκέψη ήταν στον παππού και στο λυπημένο βλέμμα του.
Πήγε έντεκα η ώρα, μαζευτήκανε όλοι να πάνε για ύπνο. Πριν φύγει ο μικρός Πέτρος από το δωμάτιο, είχανε μείνει μόνοι τους, ο παππούς του ζήτησε να πλησιάσει. Του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο, τον καληνύχτισε και ο μικρός Πέτρος δεν άντεξε να μην ρωτήσει ξανά τον παππού γιατί είναι λυπημένος.

Σαν σήμερα πριν από 30 χρόνια, τέτοια ώρα αποχαιρέτησα την μητέρα μου. Δεν θα έπρεπε να είμαι λυπημένος ;

Η τρυφερή αγκαλιά του μικρού Πέτρου απορρόφησε ένα κομμάτι από την στεναχώρια του, τίναξε το κεφάλι ψηλά και χαϊδευτικά προέτρεψε το εγγονό να πάει για ύπνο.

Μεταξύ μας έτσι; Δεν θα το πεις πουθενά ;

Πουθενά, το υπόσχομαι...





14/7/08

MacBook (II) η συνέχεια..




..απάντηση στα σχόλια του προηγούμενου post...


Έξω από το πολυτελές σπίτι της κ. Μάρπλ, δύο σκύλοι τσακωνόντουσαν για ένα κόκκαλο σπρώχνοντας με την μουσούδα τους ο ένας τον άλλο. Το θέαμα ήταν ιδιαιτέρως απεχθές αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος του ενός σκύλου και την λύσσα που δάγκωνε το κόκκαλο ο άλλος, πιο μικρός και πιο τριχωτός σκύλος.

Στο βάθος πίσω από το βορινό παράθυρο μια κυρία κάποια ηλικίας – η κυρία Μάρπλ – καθόταν και κοίταζε το κήπο με τις νεραντζιές και τα μικρά αγαλματάκια που βρίσκονταν ανάκατα μέσα στο γκαζόν, σαν να ήταν έτοιμα να φύγουν με το πρώτο σφύριγμα του κηπουρού. Με το ένα χέρι κρατούσε το πολύχρωμο φλιτζάνι με το ζεστό τσάι που άχνιζε, έχοντας πάντα το μικρό δάχτυλο προτεταμένο, όπως ορίζουν οι καλοί τρόποι της.

- Μουλάρα !, φώναξε..
- Σουλάρα κυρία με λένε, απάντησε η μεσόκοπη με την φαρδιά μέση και το γεμάτο φακίδες πρόσωπο, υπηρέτρια της κυρίας τα τελευταία δύο χρόνια. Με το ένα χέρι κρατούσε το φτερό και με επιδέξιες κινήσεις σκούπιζε την σκόνη από τα πανάκριβα ασημικά της κυρίας Μαρπλ.
- Ακούω φωνές! είπε η κυρία Μαρπλ αδιαφορώντας για το διορθωτικό σχόλιο της υπηρέτριας. Ακούω κάποιον να φωνάζει συνέχεια MACBOOK MACBOOK! δεν είναι περίεργο ;
- Καθόλου κυρία, ο απέναντι κύριος φωνάζει έτσι. Παράξενο όμως... απάντησε η υπηρέτρια.
- Καλά δεν ξέρει ότι είναι άσπρο και λερώνει συνέχεια ; ότι δεν έχει δεξί κλίκ ; ότι τον ορθογράφο του word πρέπει να τον αγοράσεις extra ; μου φαίνεται απίστευτο το παραλήρημα του! είπε απορημένη η γηραιά κυρία και με μια κίνηση αληθινής αριστοκράτισσας, έφερε το φλιτζάνι στο στόμα της και κατάπιε απολαυστικά μια γουλιά ακόμα από το αχνιστό τσάι της,
- Τι να πεις .. συναίνεσε η υπηρέτρια, ο κόσμος πάει κατά διαβόλου..
- Δουλάρα, έχουμε κανένα στην αποθήκη ;
- Σουλάρα, κυρία ! Σουλάρα και ναι ! έχουμε δώδεκα στην αποθήκη. Με βάλατε να αγοράσω μια παλέτα το ξεχνάτε ;
- Α! ναι, ξέρεις η ηλικία ... το 2.4 έχουμε ή το 2,0 έ ;
- το 2,4 .. με τον 160GB HDD το άσπρο ...
- α... αυτό που λερώνει συνέχεια.. πέταξε του στο κεφάλι, μέσα απο το παράθυρο του... Αν η επιθυμία του πραγματοποιηθεί, είμαι σίγουρη ότι από αύριο θα θέλει την Canon 450D με φακό 18-55 κιτ ..

Η Υπηρέτρια γύρισε την πλάτη της και έκανε να φύγει από το δωμάτιο για να εκτελέσει την διαταγή την πάμπλουτης αφεντικίνας της. Δεν είχε ακόμα βγει από το δωμάτιο όταν ακούστηκε η φωνή της κυρίας Μάρπλ να λέει ...

- Πού 'σαι ; Μουλάρα. αγόρασε και μια παλέτα Canon 450D, το κίτ με τον 18-55.. θα του σπάσουμε τα αρχίδια του τύπου...



Για όσους δεν κατάλαβαν.. αυτό το post γράφτηκε σε macbook ...