Ολη η συζήτηση μέχρι τώρα φαινόταν άκαρπη. Ο γέρος το είχε πάρει απόφαση. Θα κατέβαινε για δήμαρχος του χωριού του και κάθε μάταιη προσπάθεια της γυναίκας του και των δύο παιδιών του, να τον μεταπείσουν, κατέληγε σε μια τρύπα στο νερό.
Ο γέρος με την μυτερά στρογγυλή κοιλίτσα του και το περιβραχιόνιο από μαλλιά στην κεφαλή ήταν ανένδοτος.
«Αφού έχω συνεισφέρει στον τόπο μου, γιατί να μην δεχτώ; Στην τελική τιμή μου κάνουνε, δεν με βρίζουν.» έλεγε και ξαναέλεγε.
«Γιατί είσαι μεγάλος σε ηλικία, και αν μπλεχτείς με την πολιτική θα στεναχωρηθείς. Ο κόσμος γύρω σου δεν είναι τόσο αγαθός όσο νομίζεις.» είπε η γυναίκα του, φέρνοντας δάκρυα στα μάτια. Κόλπο παλαιό και ενστικτώδες που υπάρχει έμφυτο μέσα στις γυναίκες από την εποχή της πρώτης μύγας, και το χρησιμοποιούσαν όταν θέλανε να πείσουνε κάποιον και ειδικά δε τον σύζυγο..
Ο Αλέξης, το μικρότερο παιδί, μέχρι τώρα παρακολουθούσε την κουβέντα αμίλητος. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα λόγω του ότι είχε ξυπνήσει πριν από λίγο. Στις άκρες των ματιών του κατοικούσαν τσίμπλες και το πρόσωπο του ήταν ακόμα φουσκωμένο από τον πολύ ύπνο.
«Καφέ έχει..;» ρώτησε νυσταγμένα.
«Καλά δεν ακούς τι λέμε, ο καφές είναι στο μυαλό σου εσένα;» είπε η Αλίκη – κόρη του γέρου, τινάζοντας τα μακριά μαύρα μαλλιά της μπροστά.
«Καλά να πιώ μια γουλιά καφέ και θα τα πούμε μετά» είπε βαριά ο Αλέξης και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Η Αλίκη αδιαφορώντας για την απαξίωση του Αλέξη για την κουβέντα, απευθύνθηκε ξανά στο πατέρα της.
«Μπαμπά, το χωριό είναι μακριά. Θα πρέπει να οδηγάς συνέχεια πάνω κάτω. Δεν είσαι εσύ για τόσα ταξίδια.» είπε σχεδόν παρακαλετά.
«Γιατί δεν με θεωρείς ικανό οδηγό; Τι εννοείς;» είπε με παράπονο ο γέρος.
«Δεν είναι αυτό..» προσπαθώντας να μαλακώσει το επιχείρημα της, για να μην πληγώσει τον γέρο πατέρα της.
Σε μια γωνιά η γυναίκα του γέρου, σιγόκλαιγε και η Αλίκη επέβαλε την άποψη της στον γέρο με την σιωπή της.
«Όλα στραβά τα βλέπετε. Τι το κακό υπάρχει να κατέβω υποψήφιος;» είπε ο γέρος και πρόσθεσε :«Εντάξει ο Παπαλουκάς δεν με συμπαθεί, όλοι το γνωρίζουν αυτό, αλλά παρόλα αυτά επέμενε στην εκλογή μου. Είναι διαβόλου κάλτσα αυτός! Αλλά δεν είναι τιμητικό που με προτείνανε;» είπε φάσκοντας και αντιφάσκοντας.
Άλλα επιχειρήματα δεν είχαν να πούνε στον γέρο πατέρα και τον άφησαν εκεί στις σκέψεις του. Ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι πιάνοντας με τις άκρες των δακτύλων ένα μολύβι γυρνώντας το μηχανικά γύρω-γύρω. Το μυαλό του σκεφτόταν τώρα με γρήγορους ρυθμούς.
Ο γέρος ήταν παντρεμένος με την κυρά Βαγγελιώ και από αυτόν τον γάμο ο Θεός του χάρισε τον Αλέξη και την Αλίκη. Από την Αλίκη (που ήταν και η μεγαλύτερη) είχανε αποκτήσει έναν εγγονάκι τον Σταύρο ενώ από την άλλη ο Αλέξης αν και είχε αργήσει να προκόψει, είχε πλέον μπει στον κόσμο του Θεού. Μια κοπελιά με καταγωγή από την Λάρισα του είχε τιθασέψει τα λογικά και η σχέση τους προχωρούσε σοβαρά.
Μια οικογένεια αγαπημένη, και ευτυχισμένη! Τι άλλο να ζητήσει ο γέρος; Όσα ήθελε από την ζωή τα είχε λάβει. Και τώρα πριν το τέλος, του έδωσαν την ευκαιρία να αγωνιστεί και για τα ιδανικά του. Να μπει στον στίβο της πολιτικής και να διδάξει το καλό, να μιλήσει άγρια στους άδικους και να ευνοήσει τους αδικημένους. Για τον γέρο αυτό σήμαινε πολιτική. Όταν ο Παπαλουκάς του ανήγγειλε στο τηλέφωνο ότι πολλοί συγχωριανοί του τον παρακαλάνε να κατέβει στις επόμενες εκλογές, τα μάτια του δακρύσανε. Τέτοια τιμή δεν την περίμενε. Σαν να το περίμενε χρόνια, τα στήθια του φούσκωσαν και όνειρα πομπώδη κυριεύσανε τον ύπνο του.
Πρώτα από όλα θα κινούσε το θέμα του ποταμού και των παράνομων κτισμάτων στην όχθη. Έργα, σαν την εγκατάσταση φωτισμού σε κάθε γωνιά του χωριού, την συγκομιδή των σκουπιδιών σε συχνότερη βάση, την δημιουργία θέσεων παρκινγκ έξω από το κέντρο του χωριού – αν και αυτό θα έφερνε πολλές αντιδράσεις από τους εμπόρους – και πολλά άλλα ζωγράφιζε νοητά στο μυαλό του. Θα έκλεινε την ζωή του με έργα, και αυτό δεν είναι λίγο.
Και τότε θυμήθηκε τον αδελφό του. Αυτόν που από μικρός ήθελε να γίνει τραγουδιστής, και ο ίδιος τον μάλωνε και το προειδοποιούσε ότι δεν θα άντεχε το μικρόφωνο για χρόνια. Αλλά αυτός δεν το άκουσε και έβγαλε δίσκο. Πρώτα έναν και μετά από λίγο άλλον ένα. Το ήθελε πολύ ο φουκαράς, αλλά αυτό δεν έφτανε. Οι δίσκοι δεν πουλάγανε. Θυμάται καθαρά, τότε που τον συνάντησε μετά από μια ηχογράφηση σε ένα καφενείο στο κέντρο της Αθήνας.
Καθόντουσαν αυτός και ο αδελφός του μέσα από το τζάμι και κοιτάζανε τα αυτοκίνητα αδιάκοπα να περνάνε από τον δρόμο μπροστά από το μαγαζί. Δεν έλεγε κουβέντα, και το πρόσωπό του κουβάλαγε μια λύπη. Τα χαρακτηριστικά κόκκινα μάγουλα, είχανε γίνει άσπρα και τα μάτια του ήταν υγρά και βουρκωμένα. Δεν ήταν νευριασμένος, στεναχωρημένος ήταν και μάλιστα πάρα πολύ. Μάταια προσπαθούσε να τον κάνει να μιλήσει, αλλά αυτός απλά κοίταζε έξω. Στο τέλος εντελώς παγερά του είπε :
«Χρόνια τώρα μου λες ότι δεν θα αντέξω το μικρόφωνο, αλλά έκανες λάθος. Το πρόβλημα δεν είναι το μικρόφωνο, αλλά εγώ ο ίδιος. Το μικρόφωνο καταγράφει ότι πιάνει το αυτί του. Το δικό μου το αυτί όμως ακούει ότι επιθυμεί η ψυχή μου. Σήμερα άκουσα από το στόμα του παραγωγού, όσα ακούει το μικρόφωνο και ναι αδελφέ, η ψυχή μου δεν άντεξε την βοή της αλήθειας. Τελείωσα…»
Το ίδιο το απόγευμα η οικογένεια, θρήνησε ένα χαμό. Τέτοιο χαμό που ακόμα σαν λαβίδα πιέζει την καρδιά του γέρου. Αν δεν τον άφηνε μόνο του εκείνο το απόγευμα;
Σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του γέρου. Μήπως έτσι είναι και η πολιτική; Μήπως και εγώ πάω να κάνω αυτό που μου λέει η ψυχή μου και στο τέλος η ψυχή μου δεν αντέξει…
"Μήπως ; "
Φόρεσε το καπέλο του, αυτό με το κομμάτι δέρμα στο πλάι, και χωρίς να πει κουβέντα βγήκε έξω από το σπίτι. Πήρε τον κεντρικό δρόμο και κατηφόρισε προς το καφενείο που είχανε κάτσει τελευταία φορά με τον αδελφό του. Άμα ήταν τυχερός, μπορεί να είναι ακόμα εκεί και να του πει την γνώμη του.
Μακάρι να είναι εκεί ! μουρμούρισε ..
