24/10/08
23/10/08
Show me God
Ο Θεός είναι αέρας, νερό , ήλιος, φωτιά
είναι η αγάπη και το μίσος ,
είναι ο κάθε άνθρωπος
και η κάθε ψυχή ..
αν..
τον βλέπαμε μπροστά μας
θα είχε συσταθεί προανακριτική επιτροπή
θα ήταν το βράδυ στίς "αποδείξεις" ειδικός καλεσμένος
θα τον κατηγορούσαμε για εγκλήματα πολέμου στις τρίτες χώρες
θα ζητάγαμε εξηγήσεις για αυτά που μας συμβαίνουν
θα τον είχαμε τρελλάνει
και θα αναγκαζόταν να φύγει, τρέχοντας
αρα..
ψάξε αλλού να τον βρεις,
ίσως να κρύβεται μέσα σε μια καλημέρα
σε ένα χαμόγελο
σε μία σοκολάτα
σε μια αγκαλιά
σε μια ελιά
παντού..
ο Θεός,
είμαστε
εμείς
-
εσύ!
είναι η αγάπη και το μίσος ,
είναι ο κάθε άνθρωπος
και η κάθε ψυχή ..
αν..
τον βλέπαμε μπροστά μας
θα είχε συσταθεί προανακριτική επιτροπή
θα ήταν το βράδυ στίς "αποδείξεις" ειδικός καλεσμένος
θα τον κατηγορούσαμε για εγκλήματα πολέμου στις τρίτες χώρες
θα ζητάγαμε εξηγήσεις για αυτά που μας συμβαίνουν
θα τον είχαμε τρελλάνει
και θα αναγκαζόταν να φύγει, τρέχοντας
αρα..
ψάξε αλλού να τον βρεις,
ίσως να κρύβεται μέσα σε μια καλημέρα
σε ένα χαμόγελο
σε μία σοκολάτα
σε μια αγκαλιά
σε μια ελιά
παντού..
ο Θεός,
είμαστε
εμείς
-
εσύ!
Break On Through
Έβαλα δύναμη, έτρεξα όσο άντεχα, μια αναπνοή σφιγμένη έφυγε από τους πνεύμονες μου, ανέβηκε στον φάρυγγα, ξεφύσησα δυνατά.
Ούρλιαξα και έπεσα πάνω στον τοίχο, που με το βάρος του σώματος μου άνοιξε στα δύο, κομμάτια τσιμέντου, σκόνης, τούβλου θρυμματισμένου εκσφενδονίστηκαν στον αέρα. Ένας θόρυβος εκκωφαντικός μοίρασε στον αέρα τρόμο και το σώμα μου πέρασε μέσα από το ανίκητο, το αδιάφθορο, το αδύνατο και νίκησε, βγάζοντας πρώτα τα χέρια, μετά το σώμα και τέλος το κεφάλι.
Τα πάντα καταλαγιάσανε, η σκόνη έπεσε στο πάτωμα, τα τσιμέντα σταμάτησαν να γυρνάνε ανεξέλεγκτα στον σύμπαν, σταθήκανε στο πάτωμα ακίνητα, ο θόρυβος κόπασε.
Τα μάτια μου ήταν θολωμένα, δεν μπορούσα να δω καλά ακόμα, μα μια ζέστη, αυτή της ανακάλυψης, του νέου, της αλλαγής με κυρίευσε και ένα χαμόγελο πότισε το πρόσωπο μου. Τα έτριψα να δω καλύτερα.
.
.
Ήμουνα σε ένα άλλο δωμάτιο, μα ήταν σαν το δικό μου, ολόιδιο. Κοίταξα το σώμα μου, ήμουνα ο ίδιος. Προσπάθησα να αγαπήσω το άλλο μέρος, την νέα μου ανακάλυψη, αλλά κοίτα να δεις τι ξέχασα να περάσω από τον τοίχο!.
Την καρδιά μου..
Ένιωσα άβολα. Το ίδιο βράδυ, ξαναγύρισα.., ξαναέχτισα τον τοίχο,.
Έχω και πόρτα, γιατί δεν το σκέφτηκα από την αρχή ;
Ούρλιαξα και έπεσα πάνω στον τοίχο, που με το βάρος του σώματος μου άνοιξε στα δύο, κομμάτια τσιμέντου, σκόνης, τούβλου θρυμματισμένου εκσφενδονίστηκαν στον αέρα. Ένας θόρυβος εκκωφαντικός μοίρασε στον αέρα τρόμο και το σώμα μου πέρασε μέσα από το ανίκητο, το αδιάφθορο, το αδύνατο και νίκησε, βγάζοντας πρώτα τα χέρια, μετά το σώμα και τέλος το κεφάλι.
Τα πάντα καταλαγιάσανε, η σκόνη έπεσε στο πάτωμα, τα τσιμέντα σταμάτησαν να γυρνάνε ανεξέλεγκτα στον σύμπαν, σταθήκανε στο πάτωμα ακίνητα, ο θόρυβος κόπασε.
Τα μάτια μου ήταν θολωμένα, δεν μπορούσα να δω καλά ακόμα, μα μια ζέστη, αυτή της ανακάλυψης, του νέου, της αλλαγής με κυρίευσε και ένα χαμόγελο πότισε το πρόσωπο μου. Τα έτριψα να δω καλύτερα.
.
.
Ήμουνα σε ένα άλλο δωμάτιο, μα ήταν σαν το δικό μου, ολόιδιο. Κοίταξα το σώμα μου, ήμουνα ο ίδιος. Προσπάθησα να αγαπήσω το άλλο μέρος, την νέα μου ανακάλυψη, αλλά κοίτα να δεις τι ξέχασα να περάσω από τον τοίχο!.
Την καρδιά μου..
Ένιωσα άβολα. Το ίδιο βράδυ, ξαναγύρισα.., ξαναέχτισα τον τοίχο,.
Έχω και πόρτα, γιατί δεν το σκέφτηκα από την αρχή ;
22/10/08
Όταν οι λέξεις περιττεύουν ..
.. Η υστερία της γυναίκας, είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Καθότανε δίπλα στον δάσκαλο και τον σκουντούσε, του φώναζε και γέλαγε δυνατά. Αυτή δεν χρειάζεται κήρυγμα, ψυχίατρο χρειάζεται, λέγανε οι γύρω που είχαν μαζευτεί να ακούσουν τον δάσκαλο.
- Ηρέμησε, της έλεγε ο δάσκαλος, ηρέμησε ..
Η γυναίκα γέλασε πιο δυνατά, μάζεψε την κοιλιά της με τα χέρια και κοίταζε τον δάσκαλο στωικά.
- Επειδή εσύ κάθεσαι πιο πάνω από εμάς, είσαι καλύτερος από εμένα; τον ρώτησε ανάμεσα στα γέλια και τις φωνές.
- Εσύ και εγώ είμαστε το ίδιο, της απάντησε. Εσύ είσαι Θεός, αυτοκράτορας στον θρόνο, έχεις τον ήλιο βοηθό και το φεγγάρι ζει για να αναπνέεις, της απάντησε με ένα χαμόγελο καρδιάς.
Η γυναίκα γέλασε πιο δυνατά αυτή την φορά.
- Είναι αστεία αυτά που λες, του είπε.
- Κάνε μου μια ερώτηση που θα την ξέρω μόνο εγώ.. την ρώτησε. Αν με ρωτήσεις κάτι που μόνο εγώ ξέρω την απάντηση και εσύ όχι, τότε είμαι ανώτερος σου, αλλιώς θα πρέπει να συμφωνήσεις ότι είμαστε το ίδιο.
- Ωραία τότε, είπε η γυναίκα γελώντας, θα σε ρωτήσω αυτό : Τι είναι η αγάπη ; αν μου το απαντήσεις αυτό θα συμφωνήσω μαζί σου και θα σταματήσω να είμαι ανάγωγη.
Ο Δάσκαλος σκέφτηκε αρκετά, ώσπου στο τέλος σηκώθηκε όρθιος. Πέρασε ανάμεσα από το πλήθος, βγήκε έξω και άρχισε να περπατάει στους δρόμους της Βαγδάτης. Το πλήθος μέσα στην αίθουσα σάστισε, κάπου θέλει να μας πάει, σιγομουρμούρισαν, ας τον ακολουθήσουμε.
Βγήκαν όλοι έξω από την αίθουσα και ακολούθησαν τον δάσκαλο από πίσω. Η γυναίκα περίεργη και αυτή, ακολούθησε τους άλλους. Ο δάσκαλος, έφτασε σε μια γειτονιά όπου μένανε φτωχοί ανθρώποι, σταμάτησε έξω από ένα σπίτι που στα σκαλιά καθότανε ένα μικρό παιδί, αδυνατισμένο από την πείνα. Δεν είπε τίποτα, μα στάθηκε να το κοιτάει. Ο κόσμος που τον είχε ακολουθήσει, αισθάνθηκε άσχημα που καθόταν έτσι και κοίταζαν το παιδί να κρυώνει και να πεινάει. Με νωχελικές κινήσεις, βγάλανε λίγα λεφτά απο την τσέπη τους και τα δώσανε στο μικρό παιδάκι, που απο το στόμα το αδυνατισμένο ένα χαμόγελο ανέτειλε. Η γυναίκα, αισθάνθηκε και αυτή τον πόνο εκείνη την ώρα και έβαλε και αυτή το χέρι της στην τσέπη. ψαχούλεψε αρκετά, αλλά δεν βρήκε χρήματα στην τσέπη, είχε ξεχάσει να πάρει εκείνη την ημέρα μαζί. Χωρίς να το σκεφτεί έβγαλε το κολιέ της, από πολυτελή μαργαριτάρια και το πέρασε στο λαιμό της μικρής. Το χαμόγελο που δέχτηκε, ζέστανε την καρδιά της.
Σαν την είδε ο δάσκαλος, έβγαλε τα παπούτσια του και τα έδωσε στην μικρή, εμένα μου είναι άχρηστα, της είπε, εσύ μπορείς να τα πουλήσεις.
Με μια κίνηση, γύρισε το κεφάλι και άρχισε να περπατάει ξανά μέσα στα σοκάκια της Βαγδάτης. Περπάτησε για πολύ ώρα, μέχρι που τα πόδια του ματώσαν και το πλήθος άρχισε να παραπατάει από την κούραση.
- Φτάνει! φώναξε η γυναίκα, γιατί μας τρέχεις από εδώ και από εκεί;
- Εγώ ; την ρώτησε ο Δάσκαλος, εγώ σας τρέχω ; εσείς με ακολουθείτε.
- Εμείς σε ακολουθούμε ... γιατί πιστεύουμε ότι θα μας δείξεις την απάντηση σε αυτό που σε ρώτησα..
- Πιστεύεις ότι έχω την απάντηση ; την ρώτησε πάλι.
- Ναι, απάντησε αυτή, το πιστεύω αυτό.
- Ωραία, άρα ξέρεις το πρώτο σκέλος της αγάπης, μόλις το είπες Πιστεύω!, τώρα για πες μου τι ένιωσες, όταν βοήθησες το μικρό κορίτσι;
- Ενιωσα ζεστασιά, απάντησε και χαμήλωσε το κεφάλι.
- Άρα ένιωσες τι σημαίνει να αγαπάς, μπορούμε να γυρίσουμε τώρα.
Η γυναίκα, αισθάνθηκε πολύ άσχημα που όλος αυτός ο κόσμος έφυγε από την αίθουσα, για να γίνει μάρτυρας για ένα δικό της καπρίτσιο. Συγνώμη εγώ φταίω που είσαστε όλοι εδώ, είπε σε όλους και έκατσε κάτω στην γη με τα γόνατα. Από τα μάτια της τρέξανε δάκρυα και η καρδιά της την έσφιγγε τόσο πολύ, που ένιωθε ότι θα σπάσει..
Οι υπόλοιποι σαν την είδαν έτσι λυπημένη, την πλησίασαν και την αγκάλιασαν στοργικά. Κάνεις δεν μας ανάγκασε, της είπανε, Και εμείς πιστέψαμε ότι θα πάρουμε μια απάντηση για αυτό ήρθαμε..
Η φωνή του δασκάλου έσκισε τον αέρα στα δυο σαν μαστίγιο.
- Μαρτύρησε τι νιώθεις τώρα, Πες μου και εμένα τι είναι η αγάπη ;
και η γυναίκα απάντησε με δάκρυα στα μάτια, αγκαλιασμένη από τους άλλους :
Η αγάπη δεν έχει λόγια, δεν έχει αναπνοή, δεν έχει σκέψη, είναι το φως το αέναο, κάθε μέρα ανατέλλει και κάθε μέρα δύει, μαζί με μια υπόσχεση ότι θα ξανάρθει, πιο δυνατή, πιο καυστική ... μα πρέπει να πιστεύεις ότι θα την βρεις, αλλιώς είναι μάταιο το ταξίδι..
Ο δάσκαλος, κοίταξε τα πόδια του που πόναγαν και πορφυρές στάλες από αίμα κυλούσαν στην γη, για να το διδάξεις αυτό όμως πρέπει να ματώσεις, μουρμούρισε ..
- Ηρέμησε, της έλεγε ο δάσκαλος, ηρέμησε ..
Η γυναίκα γέλασε πιο δυνατά, μάζεψε την κοιλιά της με τα χέρια και κοίταζε τον δάσκαλο στωικά.
- Επειδή εσύ κάθεσαι πιο πάνω από εμάς, είσαι καλύτερος από εμένα; τον ρώτησε ανάμεσα στα γέλια και τις φωνές.
- Εσύ και εγώ είμαστε το ίδιο, της απάντησε. Εσύ είσαι Θεός, αυτοκράτορας στον θρόνο, έχεις τον ήλιο βοηθό και το φεγγάρι ζει για να αναπνέεις, της απάντησε με ένα χαμόγελο καρδιάς.
Η γυναίκα γέλασε πιο δυνατά αυτή την φορά.
- Είναι αστεία αυτά που λες, του είπε.
- Κάνε μου μια ερώτηση που θα την ξέρω μόνο εγώ.. την ρώτησε. Αν με ρωτήσεις κάτι που μόνο εγώ ξέρω την απάντηση και εσύ όχι, τότε είμαι ανώτερος σου, αλλιώς θα πρέπει να συμφωνήσεις ότι είμαστε το ίδιο.
- Ωραία τότε, είπε η γυναίκα γελώντας, θα σε ρωτήσω αυτό : Τι είναι η αγάπη ; αν μου το απαντήσεις αυτό θα συμφωνήσω μαζί σου και θα σταματήσω να είμαι ανάγωγη.
Ο Δάσκαλος σκέφτηκε αρκετά, ώσπου στο τέλος σηκώθηκε όρθιος. Πέρασε ανάμεσα από το πλήθος, βγήκε έξω και άρχισε να περπατάει στους δρόμους της Βαγδάτης. Το πλήθος μέσα στην αίθουσα σάστισε, κάπου θέλει να μας πάει, σιγομουρμούρισαν, ας τον ακολουθήσουμε.
Βγήκαν όλοι έξω από την αίθουσα και ακολούθησαν τον δάσκαλο από πίσω. Η γυναίκα περίεργη και αυτή, ακολούθησε τους άλλους. Ο δάσκαλος, έφτασε σε μια γειτονιά όπου μένανε φτωχοί ανθρώποι, σταμάτησε έξω από ένα σπίτι που στα σκαλιά καθότανε ένα μικρό παιδί, αδυνατισμένο από την πείνα. Δεν είπε τίποτα, μα στάθηκε να το κοιτάει. Ο κόσμος που τον είχε ακολουθήσει, αισθάνθηκε άσχημα που καθόταν έτσι και κοίταζαν το παιδί να κρυώνει και να πεινάει. Με νωχελικές κινήσεις, βγάλανε λίγα λεφτά απο την τσέπη τους και τα δώσανε στο μικρό παιδάκι, που απο το στόμα το αδυνατισμένο ένα χαμόγελο ανέτειλε. Η γυναίκα, αισθάνθηκε και αυτή τον πόνο εκείνη την ώρα και έβαλε και αυτή το χέρι της στην τσέπη. ψαχούλεψε αρκετά, αλλά δεν βρήκε χρήματα στην τσέπη, είχε ξεχάσει να πάρει εκείνη την ημέρα μαζί. Χωρίς να το σκεφτεί έβγαλε το κολιέ της, από πολυτελή μαργαριτάρια και το πέρασε στο λαιμό της μικρής. Το χαμόγελο που δέχτηκε, ζέστανε την καρδιά της.
Σαν την είδε ο δάσκαλος, έβγαλε τα παπούτσια του και τα έδωσε στην μικρή, εμένα μου είναι άχρηστα, της είπε, εσύ μπορείς να τα πουλήσεις.
Με μια κίνηση, γύρισε το κεφάλι και άρχισε να περπατάει ξανά μέσα στα σοκάκια της Βαγδάτης. Περπάτησε για πολύ ώρα, μέχρι που τα πόδια του ματώσαν και το πλήθος άρχισε να παραπατάει από την κούραση.
- Φτάνει! φώναξε η γυναίκα, γιατί μας τρέχεις από εδώ και από εκεί;
- Εγώ ; την ρώτησε ο Δάσκαλος, εγώ σας τρέχω ; εσείς με ακολουθείτε.
- Εμείς σε ακολουθούμε ... γιατί πιστεύουμε ότι θα μας δείξεις την απάντηση σε αυτό που σε ρώτησα..
- Πιστεύεις ότι έχω την απάντηση ; την ρώτησε πάλι.
- Ναι, απάντησε αυτή, το πιστεύω αυτό.
- Ωραία, άρα ξέρεις το πρώτο σκέλος της αγάπης, μόλις το είπες Πιστεύω!, τώρα για πες μου τι ένιωσες, όταν βοήθησες το μικρό κορίτσι;
- Ενιωσα ζεστασιά, απάντησε και χαμήλωσε το κεφάλι.
- Άρα ένιωσες τι σημαίνει να αγαπάς, μπορούμε να γυρίσουμε τώρα.
Η γυναίκα, αισθάνθηκε πολύ άσχημα που όλος αυτός ο κόσμος έφυγε από την αίθουσα, για να γίνει μάρτυρας για ένα δικό της καπρίτσιο. Συγνώμη εγώ φταίω που είσαστε όλοι εδώ, είπε σε όλους και έκατσε κάτω στην γη με τα γόνατα. Από τα μάτια της τρέξανε δάκρυα και η καρδιά της την έσφιγγε τόσο πολύ, που ένιωθε ότι θα σπάσει..
Οι υπόλοιποι σαν την είδαν έτσι λυπημένη, την πλησίασαν και την αγκάλιασαν στοργικά. Κάνεις δεν μας ανάγκασε, της είπανε, Και εμείς πιστέψαμε ότι θα πάρουμε μια απάντηση για αυτό ήρθαμε..
Η φωνή του δασκάλου έσκισε τον αέρα στα δυο σαν μαστίγιο.
- Μαρτύρησε τι νιώθεις τώρα, Πες μου και εμένα τι είναι η αγάπη ;
και η γυναίκα απάντησε με δάκρυα στα μάτια, αγκαλιασμένη από τους άλλους :
Η αγάπη δεν έχει λόγια, δεν έχει αναπνοή, δεν έχει σκέψη, είναι το φως το αέναο, κάθε μέρα ανατέλλει και κάθε μέρα δύει, μαζί με μια υπόσχεση ότι θα ξανάρθει, πιο δυνατή, πιο καυστική ... μα πρέπει να πιστεύεις ότι θα την βρεις, αλλιώς είναι μάταιο το ταξίδι..
Ο δάσκαλος, κοίταξε τα πόδια του που πόναγαν και πορφυρές στάλες από αίμα κυλούσαν στην γη, για να το διδάξεις αυτό όμως πρέπει να ματώσεις, μουρμούρισε ..
..αφιερωμένο σε αυτούς που πιστέψαν με φαιδρότητα, ότι η αγάπη είναι μια εύκολη και αναίμακτη απάντηση ..
My name is Rodriguez
It was me and my monkey
Him with his dungarees and rollerblades
Smoking filter tips reclining in the passenger seat of my supercharged jet black Chevrolet
He had the soft top down
He liked the wind in his face
He said â'Son, you ever been to Vegas?' I said â'No' he said â'That's where we're gonna go, you need a change of place'
And when we hit the strip with all the wedding chapels and the neon signs he said
â'I left my wallet in El Segundo' and proceeded to take two grand of mine
We made tracks to the Mandalay Bay hotel
Asked the bell boy if he'd take me and my monkey as well
He looked in the passenger seat of my car and with a smile he said
â'If your monkey's got that kind of money sir, and we've got a monkey bed'
Me and monkey
With a dream and a gun
Hoping my monkey
Don't point that gun at anyone
Me and monkey
Like Butch and the Sundance Kid
Trying to understand
Why he did what he did
Why he did what he did
And at the elevator I hit the 33rd floor
He had a room up top with a panoramic view it's like nothing you've ever seen before
He went to sleep in the bidet and when he awoke
He ran his little monkey fingers through the yellow pages
Called up escort services and ordered some oki doke
Forty minutes later there came a knock at the door
In walked this big, bad-ass baboon into my bedroom with 3 monkey whores
â'Hi, my name is Sunshine. These are my girls. Lace my palm with silver baby oh yeah and they'll rock your world'
So I watched pay per view and polished my shoes and my gun
Was sticking on Kurt Cobain sing about lithium
There came and knocked at the door and in walked Sunshine
â'What's up?' - â'You better get your ass in here boy your monkey is having too much of a good time'
Me and my monkey
Drove in search of the sun
Me and my monkey
Don't point that gun at anyone
Me and my monkey
Like Billy the Kid
Trying to understand
Why he did what he did
Why he did what he did
Got tickets to see Sheena Easton
The monkey was high
Said it was a burning ambition to see her before he died
We left before encores
He couldn't sit still
Sheena was a blast baby
But my monkey was ill
When I played black jack
Kept hittin' 23
Couldn't help but notice this Mexican just staring at me
Or was it my monkey
I couldn't be sure
It's not like you've never seen a monkey in rollerblades and dungarees before
Now don't test my patience cause we're not about to run
That's a bad-ass monkey boy and he's packing a gun
â'My name is Rodriguez' he says with death in his eye
â'I've been chasing you for a long time amigos
And now your monkey is gonna die'
Me and my monkey
Drove in search of the sun
Me and my monkey
We don't wanna kill no Mexican
But we got ten itchy fingers
One thing to declare
When the monkey is high
You do not stare
You do not stare
You do not stare
Looks like we got ourselves a Mexican stand off here boy
And I ain't about to run
Put your gun down boy
How did I get mixed up with this fucking monkey anyhow
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)