Σελίδες

8/11/08

Συγνώμη..


Έχουμε βάλει τα χέρια πίσω στην πλάτη και το βλέμμα μας κοιτάει τον ουρανό, μας ενοχλεί μην βρέξει, όχι αν θα πατήσουμε καμιά λακκούβα..

Δεν θα ήταν μεγάλη, καμιά τριανταπενταριά χρονών, φτωχή, πιθανόν τσιγγάνα. Τα ρούχα της ήταν άγευστα, άμορφα, από τους ανθρώπους που τους παρατηρείς για την φτώχια που γαργαλάει την γαλλική μας μύτη. Σαγιονάρες πλαστικές και κάλτσα άσπρη αθλητική, συνδυασμός πρόχειρος μα αρκετά ζεστός για τους χειμωνιάτικες μήνες. Στο βλέμμα έκρυβε τον πόνο, την έλλειψη, την ανασφάλεια της κοινωνίας, την απόρριψη, δεν μπόρεσα να μην το δω.

Στην αγκαλιά της ένα παιδί, ντυμένο με τζιν ρούχα, παντελόνι και μπουφάν, καπέλο μοντέρνο. Το κοίταξα καλύτερα, είχε μέρες να πλυθεί, το σκουρόχρωμα δέρμα του είχε λωρίδες από βρώμα στο πρόσωπο, τσίμπλες στα μάτια. Το βλέμμα του περίεργο, το ένιωθε ότι ξεχώριζε.

Φτάσαμε στο ταμείο, αυτοί μπροστά, το παιδί χάζευε την κόρη μου, περιποιημένη με τα ροζ Ντίσνεϊ ρούχα της, το μαλακό άσπρο δερματάκι της, θα ήταν κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερη η κόρη μου από το πιτσιρίκι της τσιγγάνας.

Η τσιγγάνα κράταγε σφιχτά κάποια κέρματα, το μόνο που είχανε ψωνίσει ήταν κάτι μέσα τυλιγμένο καλά σε μια σακούλα. 1,5 ευρώ της ζήτησε η ταμίας, αυστηρά. Άφησε κάτω το παιδί, τα έδωσε με προσοχή, σαν να ήταν αυτή που έδινε ρέστα και δεν έπρεπε να κάνει λάθος.

Το παιδί, έφυγε από δίπλα της, πήγε στο δίπλα ταμείο και ζαχάρωνε τη δεσμίδα με τα χρήματα που η υπάλληλος μέτραγε τις εισπράξεις της ημέρας. Τον μάλωσε σιγανά, κουνώντας το δάχτυλο πέρα δώθε. Δεν παίρνουμε λεφτά από τους άλλους, φάνηκε να του λέει, μόνο άμα μας τα δώσουν οι άλλοι.

Εξαφανίστηκε από μπροστά μου, πάλι αγκαλιά με την μάνα του. Την σταμάτησε μια κυρία πιο κάτω, έβαλε το χέρι στην σακούλα με τα ψώνια που κουβαλούσε, έβγαλε τρεις γκοφρέτες, τις έδωσε στα χέρια της τσιγγάνας. Για το παιδί, της είπε. Ένα χαμηλόφωνο ευχαριστώ, γρύλισαν τα δόντια της τσιγγάνας, χαμήλωσε το βλέμμα εξαφανίστηκε.

Μάζεψα τις σακούλες, προβληματισμένος.

Βγήκα έξω από το μάρκετ αγαθών, μόνο για έχοντες χρήματα, την είδα να κάθεται σε ένα πρόχειρο φράχτη για τα αυτοκίνητα, ζητιάνευε ελεημοσύνη. Δίπλα της το παιδί, είχε ανοίξει την σακούλα και με τα χέρια έτρωγε κοτόπουλο με πατάτες φούρνου, αυτό είχανε ψωνίσει με το 1,5 ευρώ. Η ίδια, είχε απομακρυνθεί από το πρόχειρο μεσημεριανό του παιδιού. Δεν θα έτρωγε, για το παιδί χάλασε ίσως τα τελευταία της λεφτά. Δεν πλησίαζε το φαγητό, πρώτα θα έτρωγε το παιδί, μετά αν υπήρχε σάλτσα θα την έγλυφε, έτσι φαντάστηκα την σκηνή.

Με πιάσανε τύψεις, αισθάνθηκα αηδιαστικά πλούσιος που κρατούσα τρεις σακούλες. Είχα πάρει μάλιστα δύο φραντζόλες ψωμί, μη λείψει στα παιδιά.
Έβγαλα τα χέρια από την πλάτη, χαμήλωσα το βλέμμα από τους ουρανούς, άνοιξα τις σακούλες μου, έψαξα νευρικά μέσα. Έκοψα την φραντζόλα στην μέση, την έβγαλα από την σακούλα. Ντράπηκα, για μένα, για τον τρόπο που σκέφτηκα. Και μια φραντζόλα μου έφτανε, γιατί να κόψω την μισή, αφού είχα στο σύνολο δύο; Την έβαλα πάλι μέσα, έψαξα καλύτερα την σακούλα.

Έβγαλα τα μπισκότα των παιδιών. Τα έδωσα στην κόρη μου.
- Δώσε τα στο παιδί, να φάει. της είπα. Δεν χρειάστηκε να συζητήσουμε για πιο παιδί, ήξερε πολύ καλά.
- Γιατί, με ρώτησε με έκπληξη.
- Το βλέπεις που κάθετε και τρώει; Εσύ το μεσημέρι θα φας σε τραπέζι! Τι λες δεν πρέπει να το βοηθήσουμε ;

Δεν το σκέφτηκε παραπάνω, βούτηξε τα μπισκότα και πλησίασε το μικρό παιδί, του έδωσε τα μπισκότα και έτρεξε πίσω γρήγορα σε μένα. Το παιδί πήρε τα μπισκότα με ψεύτικη περηφάνια και τα έβαλε πίσω του, μην τα χάσει. Το θεώρησε πολύτιμο. Η μάνα δάκρυσε, ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ .. είπε και στένεψε το σώμα της με τα χέρια της, με αγκάλιαζε νοητά.

Δάκρυσα, ακόμα και αν τα μάτια δεν υγρανθήκανε, λύγισα ακόμα και αν δεν έσκυψα. Πήρα τις σακούλες να της βάλω στο αυτοκίνητο. Το ευχαριστήθηκες ; ρώτησα την κόρη μου. Ναι μου απάντησε η τεσσάρων χρονών κοπέλα και το στόμα της γέμισε με αυτήν την καταφατική λέξη.

Μετάνιωσα που δεν της έδωσα το ψωμί, ακόμα και κομμένο, μετάνιωσα που δεν πήγα στην ταμία να της αφήσω, όχι πολλά, είκοσι ευρώ και την παραγγελία να πληρωθούν ότι ψωνίσει η τσιγγάνα. Λεφτά στη ίδια δεν θα άφηνα, δεν θα με γέμιζε ποτέ αυτό, δώρα, πολλά και ακριβά για αυτούς δώρα.. ελάχιστα για μένα.

Δεν αξίζουν όλοι να σωθούν και για αυτό έχουμε ρίξει τις τύψεις στον καιάδα.. μια μερίδα, ανίκανων μας έχουνε κάνει να σκεφτόμαστε .. ή ακόμα καλύτερα να μην σκεφτόμαστε.

Τα χέρια μας είναι πίσω από την πλάτη, σφυρίζουμε αδιάφορα και κοιτάμε στον ουρανό, μη μας ζαλίσει το έδαφος. Αλλά στο έδαφος περπατάμε, όχι στον ουρανό, όσο απέραντος και όσο φωτεινός και να είναι ... Στεκόμαστε με τα πόδια στο έδαφος και το κεφάλι στο άπειρο... μα πάντα πιο κοντά θα είναι το έδαφος..



Συγνώμη τσιγγάνα, την άλλη φορά θα έχω έτοιμες τις σκέψεις μου...


5/11/08

σσστ...



-Καλημέρα σας κυρία μου.
-Καλημέρα σας κύριε Π., έρχομαι εκ μέρους της κυρίας Α. ..
-Δεν με ενδιαφέρει ποιος σας είπε να έρθετε, αν θα ξανάρθετε με ενδιαφέρει. Σας παρακαλώ προτού ξεκινήσουμε, θα ήθελα να κάνουμε μια μικρή προεργασία.
-Δηλαδή;
-Θέλω να κάτσετε ακίνητη για λίγα λεπτά
-Ακίνητη;
-Ναι, χωρίς να μιλάτε, απλά να με κοιτάτε στα μάτια, μπορείτε;
-Φυσικά, αλλά γιατί ..
-Σας παρακαλώ, ήσυχα όπως σας είπα.
-Ωραία, θα προσπαθήσω.
-Ήσυχα!

Η κυρία, έκλεισε το στόμα της, κάθισε καλύτερα στην δερμάτινη πολυθρόνα και για λίγα λεπτά κοίταζε τα ανέκφραστα μάτια του γιατρού. Δεν άντεξε για πολύ, γύρισε το βλέμμα της στο γραφείο του, μέτρησε τους συνδετήρες, είδε μερικά κίτρινα χαρτάκια, τον χαρτοκόπτη, όλα ήταν σε θέση στρατηγική, να τα φτάνει αλλά και τακτοποιημένα.

Για πόσο θα κάτσουμε έτσι; Πρέπει να του πω τα προβλήματα μου, για αυτό ήρθα! Άσε που χρεώνει με την ώρα, τι θα κάνουμε τώρα; Θα καθόμαστε έτσι;!!

Πήγε να πει κάτι αλλά το μετάνιωσε. Αυτός καθόταν ακίνητος.. και είχε και ωραία μάτια.. συμπαθητικός δεν λέω..

Τα παιδιά, πρέπει να του πω για τα παιδιά.. κοίτα τον, με κοιτάει σαν να φταίω!, εντάξει εγώ τα παραμέλησα, αλλά δεν υπάρχει λόγος να με κοιτάει έτσι. Ίσως και να μην δείχνω την αγάπη μου αρκετά, μα είναι και το σπίτι! Ποιος θα το καθαρίσει; Μόνη της θα φύγει η σκόνη; Α! τα νεύρα μου! Έτσι θα βρω λύσεις, ακίνητη, το έκανα και στο σπίτι μου αυτό! Δεν πάει να πνιγεί και αυτός!!



Ωραία, ας ηρεμήσω, βαθιές αναπνοές, μέσα, έξω. Ησυχία θέλει, ας παίξω το παιχνίδι του…

Ίσως αν ξέκλεβα λίγη ώρα από τις δουλειές…. Ίσως να καθόμουνα να ζωγραφίζω μαζί τους..
Έπεσε σε βαθιές σκέψεις, ώσπου στο τέλος δεν σκεφτόταν τίποτα. Έκλεισε τα μάτια της, ονειρεύτηκε.

Ήταν καλοκαίρι, διακοπές, στην άμμο. Τα παιδιά πιο πέρα ξεκουκιάζανε την ψιλή πέτρα από το αμμώδες χαλί που κράταγε με σθένος την πράσινο-γαλάζια θάλασσα, από το να ξεχυθεί στην στεριά… Αγκαλιές, γέλια …

..

- Φτάνει, της είπε ο άντρας απέναντί της. Πες μου τώρα γιατί ήρθες;

Άνοιξε τα μάτια της, τον κοίταξε.

- Τίποτα, του είπε χαμογελαστά, ευχαριστώ που με δεχτήκατε!

Άφησε μπροστά του, εκατό €, πήρε το παλτό της από την κρεμάστρα και βγήκε έξω σαν σίφουνας. Έκλεισε την πόρτα πίσω της απαλά.

Μια πινακίδα ήταν κρεμασμένη στην πόρτα που μόλις έκλεισε..

Κτηνίατρος

Κοίταξε στην διπλανή πόρτα..

Ψυχολόγος.

Ακόμα γελάει …



Hello darkness, my old friend,
Ive come to talk with you again,
Because a vision softly creeping,
Left its seeds while I was sleeping,
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence.
...
And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more.
People talking without speaking,
People hearing without listening,
People writing songs that voices never share
And no one deared
Disturb the sound of silence.
...
ησυχία!





Walking..



Έσκυψε, τα μαλλιά της ακούμπησαν στους ώμους, άνοιξε το κουτί με προσοχή. Κοίταξε μέσα, άδειο.

- Μα γιατί ; σκέφτηκε .. τον ψεύτη !

**

(μια μέρα πριν, σε ένα περιοδεύον τσίρκο)

Η σκηνή του ήταν λίγο μακρύτερα, από έξω όλες είχανε καρτελάκια με το όνομα του καλλιτέχνη, τζό ο ακροβάτης, Μαρουκος ο κλόουν, .. Μάγος, χωρίς όνομα. Εδώ είναι.
Τράβηξε την υφασμάτινη πόρτα και έβαλε το κεφάλι της μέσα. Τον είδε! από κάτω του είχε μια τεράστια μαξιλάρα, τα μάτια ήταν κλειστά, τα χέρια σταυρωμένα σαν να διαλογιζότανε. Παρατήρησε καλύτερα.. το σώμα του απείχε εκατοστά από το μαξιλάρι! αυτός ο άνθρωπος ήταν στον αέρα..

Μόλις την είδε, έπεσε κάτω με δύναμη ..

- Συγνώμη, θα χτύπαγα την πόρτα αλλά με υφασμάτινη πόρτα, το βρήκα κομματάκι αδύνατον.

- Δεν πειράζει, το παθαίνω συχνά. απάντησε ο μάγος γελώντας, ότι ανεβαίνει κατεβαίνει...

Πλησίασε το φως, τον είδε καλύτερα. Αυτήν την φορά δεν φορούσε τα φαρδιά ρούχα που είχε στην σκηνή, το σώμα του ήταν γυμνό, γυμνασμένο, διακοσμημένο με σχέδια παράξενα.. το πρόσωπο όμως ήταν ίδιο, μάτια μυστήριο με μαύρες ζωγραφισμένες γραμμές από κάτω..

- Σε τι μπορώ να βοηθήσω; ρώτησε ο μάγος.

- Ήθελα να σας συγχαρώ για την παράσταση, ήταν φανταστικά τα κόλπα σας!
- Ευχαριστώ, δεν υπάρχουν κόλπα.
- Μα τι λέτε, είναι δυνατόν να εξαφανιστείτε από την σκηνή και μετά από δευτερόλεπτα να βρίσκεστε πίσω μας, στις κερκίδες; κάποιο κόλπο υπάρχει.

Ο Μάγος γέλασε δυνατά! Τι άλλο θέλεις ,δεν ήρθες για αυτό ..

- Θέλω να μου δώσετε άλλο ένα κόλπο, κάτι που δεν θα ξεχάσω όσο ζω.. , τα μάτια της μικρής κοπέλας ανοίξανε διάπλατα..

- χμ.. για να σκεφτώ, είσαι σίγουρη;
- Ναι !
- Ωραία λοιπόν!

Άνοιξε ένα σεντούκι που είχε στο πλάι και έβγαλε ένα κουτί από παπούτσια.

- Πάρε αυτό!
- Μα αυτό είναι κουτί από παπούτσια! αναφώνησε η κοπέλα, απογοητευμένα.
- Δεν είναι. Κάτσε να σου πω μια ιστορία.

Η κοπέλα έκατσε κάτω στο χαλί που έντυνε την σκηνή οκλαδόν.

«Κάποτε, πριν από χρόνια ένα παιδί, χωρίς γονείς, χωρίς οικογένεια, χωρίς φίλους παρακαλούσε τον Θεό να τον ευνοήσει, να μοιάσει με όλους τους άλλους ανθρώπους, να νιώσει ευτυχία.
Ο Θεός δεν απαντάει όμως σε αυτούς που παραδίδονται στις προσευχές και δεν κάνουν τίποτα για να βελτιώσουν την ζωή τους. Ο Θεός ευλογεί την προσπάθεια, όχι το αποτέλεσμα. Να μην μακρηγορώ..

Κάποια στιγμή αγόρασε ένα ζευγάρι παπούτσια, να ήταν σε αυτό εδώ το κουτί. Δεν τα φόρεσε. Κάθισε πάνω τους και προσευχήθηκε δυνατά στο Θεό, να ευλογήσει τα παπούτσια αυτά να είναι τα τυχερά του. Μια φωνή του σφύριξε στο μυαλό του.

Αν είσαι ευλογημένος, αυτά θα είναι τα τυχερά σου παπούτσια, αν πάλι δεν είσαι ούτε τα παπούτσια σου δεν θα βρεις... Ευλογημένος σημαίνει να ξέρεις να περπατάς, ακόμα και με τα χέρια.

- Κατάλαβα! αν είμαι άξια, που είμαι, τα παπούτσια αυτά θα είναι τα τυχερά μου! πετάχτηκε η κοπέλα με φανερή χαρά για το δώρο της.
- Όπως θες, ελπίζω να φανεί χρήσιμο στην ζωή σου..

**

(Δυο μέρες μετά)

Άνοιξε το καπάκι από τα σκουπίδια.. για να δούμε, τι θα δούμε! έχει περισσέψει τίποτα και για εμάς;
- α! αναφώνησε ο ζητιάνος με τα σκισμένα ρούχα. Ένα κουτί από παπούτσια!

Άνοιξε το κουτί με φανερή λαχτάρα. Δυο γυαλισμένα σκαρπίνια χαμογελούσανε μέσα στο κουτί περήφανα.

Τα φόρεσε και πήγε στην ευχή του Θεού ...

3/11/08

Μια καραμέλα..


Δυο ρόδινα μαγουλάκια, με πυρόξανθα μαλλιά, συνοδευόμενα από ένα ζευγάρι διαπεραστικά μελί μάτια, ξεπρόβαλαν πίσω από τον πάγκο. Την κοίταξε με παιδική ντροπή. Το μικρό αγόρι, φανέρωσε ένα μεγάλο χαμόγελο που έφτασε από άκρη σε άκρη.

-Τι θες να σου δώσω μικρέ; ρώτησε η κυρία του ζαχαροπλαστείου.

Ο μικρός έδειξε με το δάχτυλο του, μια μεγάλη γυάλα που βρισκόταν στην αριστερή μεριά του πάγκου. Ήταν γεμάτη πολύχρωμες καραμέλες και τα γυαλιστερά χαρτάκια λαμπυρίζανε στην αντηλιά του πρωινού ήλιου.

-Έχεις λεφτά; ξαναρώτησε ξιπασμένα η υπάλληλος.

Το παιδί κούνησε το κεφάλι από άκρη σε άκρη, αρνητικά.

-Και; όλα τα παιδιά θέλουν καραμέλες, άμα ήταν να έδινα σε όλα τα παιδιά από μια δεν θα έμενε να πουλήσουμε. Χωρίς λεφτά, μισθό δεν παίρνω, χωρίς λεφτά δεν μπορώ να πληρώσω το νοίκι και τα λοιπά..

Το παιδί την κοίταζε περίεργα, πολλές άγνωστες λέξεις για ένα μικρό μυαλουδάκι. Στάθηκε εκεί να την κοιτάει αμίλητο, με ένα ζευγάρι αθώα μάτια.

-Η μαμά σου, ο μπαμπάς σου που είναι; ρώτησε κοφτά πάλι η υπάλληλος.

Το παιδί έκλεισε τα μάτια και χαμήλωσε το κεφάλι στεναχωρημένα.

Ξέρεις εγώ από μικρό παιδί, δουλεύω, τίποτα δεν μου χαρίσανε. Αυτή την φορά ο τόνος της μεσήλικης γυναίκας με τα σπασμένα μάτια και σκαμμένα χέρια έγινε πιο στοργικός.

Το παιδί γύρισε να φύγει, το πρόσωπο του είχε ένα σύννεφο πάνω του. Έφτασε μέχρι την τζαμένια πόρτα, άπλωσε το μικρό του χεράκι να αγγίξει την πετούγια όταν άκουσε μια φωνή από πίσω του.

-Περίμενε!

Η κυρία πίσω από τον πάγκο, έσκυψε στο κάτω μέρος του πάγκου, έβγαλε μια χάρτινη μικρή σακούλα, πλησίασε την γυάλα και έπιασε με την χούφτα της καραμέλες. Γέμισε την σακούλα μέχρι πάνω και την έκλεισε καλά. Άνοιξε ένα πορτάκι, έφτασε μέχρι την πόρτα που βρισκόταν ο μικρός.

Λύγισε στα γόνατα με δυσκολία, έφτασε το ύψος του μικρού παιδιού.

-Πάρε, του είπε, ας είναι! Αν δεις τον Θεό στον ύπνο σου, πες μια καλή κουβέντα και για μένα, έτσι ;

Το παιδί, πήρε την σακούλα και ξανά ανέτειλε στο προσωπάκι του ο ήλιος. Έφτασε την πετούγια, άνοιξε την πόρτα και ξεχύθηκε στο δρόμο, έφυγε σαν τον άνεμο...

Η κυρία έμεινε έτσι σκυφτή για λίγη ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα απότομα. Ήταν η κυρία Α. από απέναντι..

-Τι κάνεις εκεί, θα σε πιάσει η μέση σου πάλι; την ρώτησε με φανερή περιέργεια.

-Το είδες το παιδί που έφυγε; είδες χαμόγελο; τα παιδιά είναι οι άγγελοι του Θεού.

-Πιο παιδί; σε κοιτάω μια ώρα τώρα από την βιτρίνα να μιλάς μόνη σου..

2/11/08

Ο Ύμνος της Αγάπης



1. Εάν υποθέσουμε ότι ομιλώ την γλώσσα των ανθρώπων και των αγγέλων, δεν έχω όμως αγάπη, έγινα όμοιος προς τον άψυχο χαλκό, που βουίζει, όταν τον κτυπούν, ή προς το κύμβαλο, που βγάζει θορυβώδη και χωρίς σημασία ήχο.

Και αν γνωρίζω γλώσσες και τέχνες, το κενό της αγάπης μου ακούγεται σαν ήχος κυμβάλου μέσα στο σκοτάδι.

2. Και εάν έχω το χάρισμα της προφητείας και εάν γνωρίζω όλα τα μυστικά σχέδια των βουλών του Θεού και έχω όλη την γνώση, που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος, και αν έχω κάθε βαθμό πίστεως, ώστε να μεταθέτω και βουνά ακόμα, δεν έχω όμως αγάπη δεν είμαι τίποτε.

Και αν η πνευματικότητα μου είναι τέτοια, που μου επιτρέπει να γνωρίζω ή να μετακινώ βουνά, χωρίς αγάπη είμαι ακίνητος, κόκκος της άμμου, αδιαίρετος.

3. Και αν διαθέσω όλα τα υπάρχοντά για να θρέψω με ψωμιά τους πτωχούς, και αν παραδώσω το σώμα μου δια να καώ, δεν έχω όμως αγάπη, δεν ωφελούμαι τίποτε από τα θυσίες αυτές.

Και να ακόμα βίο Αγίου ζω, φιλόπτωχος ηρωικός και στόχος της ζωής μου είναι η βοήθεια των άλλων, χωρίς αγάπη, ούτε τον ίδιο μου τον εαυτό δεν θα μπορέσω να βοηθήσω.

4. Εκείνος, που έχει αγάπη, είναι μεγαλόψυχος, ανεκτικός και με πλατεία καρδία, γίνεται ευεργετικός και ωφέλιμος. Η αγάπη δεν φθονεί, η αγάπη δεν ξιπάζεται και δεν φέρεται με αλαζονεία και προπέτεια, δεν φουσκώνει από οίηση και περηφάνια.

Η αγάπη είναι ανίκητη, αδιάβλητη, δεν ζηλεύει, δεν φουσκώνει, δεν περηφανεύεται, περνάει σαν τον αέρα μέσα από τα σχίσματα των βράχων, με μεγαλοπρέπεια, γιάνει χωρίς να ζητάει ανταλλάγματα.

5. Δεν πράττει τίποτε άσχημο, δεν ζητεί τα δικά της συμφέροντα, δεν ερεθίζεται από θυμό και οργή, δεν σκέπτεται κακό κατά του πλησίον, ούτε λογαριάζει το κακό που έπαθε από αυτόν.

Δεν την ενδιαφέρει το κακό, δεν κερδίζει τίποτα, δεν νευριάζει, δεν αγανακτεί, δεν συναλλάσσεται, μα πάνω από όλα γυρνάει και το άλλο μάγουλο για να μην πληγώσει.

6. Δεν χαίρει όταν βλέπει να γίνει άδικο, χαίρει όταν βλέπει την αλήθεια να επικρατεί.

Αγανακτεί με την αδικία, τις συναλλαγές συμφέροντος, την αδιαφορία, υμνεί όμως τους αληθινούς κρατήρες της αλήθειας.

7. Σκεπάζει όλες τις ελλείψεις του πλησίον και δεν τις διαπομπεύει . Σχηματίζει ευμενή πεποίθηση υπέρ του αγαπωμένου εις όλα. Και όταν βρίσκεται ενώπιον παρεκτροπών του πλησίον ελπίζει, ότι θα διορθωθεί αυτός, εις όλα δεικνύει υπομονή δια τον πλησίον.

Έχει υπομονή, ακόμα και αν κανείς άλλος δεν θα είχε, ελπίζει το ανέλπιστο, μεταλαμβάνει τον αμετανόητο, τον δύσπιστο, στολίζει τους πάντες με ειλικρινή αισθήματα, ακόμα εκεί που δεν αξίζει να αναλωθεί, αναλώνεται.

8. Η αγάπη δεν ξεπέφτει ποτέ, αλλά μένει πάντοτε βεβαία και ισχυρά, ακόμη και μετά τον θάνατο μας. Είτε προφητείες υπάρχουν τώρα ως χαρίσματα του πνεύματος, θα καταργηθούν, είτε χαρίσματα γλωσσών υπάρχουν και αυτά θα παύσουν, είτε γνώση υπάρχει, θα καταργηθεί και αυτή.

Από όλα τα αγαθά του ανθρώπου, το αιώνιο είναι η αγάπη, τα άλλα φθίνουν. Οι λέξεις, τα γράμματα, οι τέχνες παρασύρονται στην λήθη, η αγάπη όμως μένει στην καρδιά, αυτό το μοναδικό όργανο που μας κρατάει στην ζωή. Η αγάπη ξεπερνά τον θάνατο.

9. Θα καταργηθούν όλα αυτά εις την μέλλουσα ζωή. Διότι τώρα μερικώς και ατελώς γνωρίζομαι και μερικώς προφητεύομαι. Εις το βίων αυτών η γνώση μας είναι περιορισμένη και οι προφητείες μέρος μόνον των μυστηρίων της θείας σοφίας μας αποκαλύπτουν.

Μην πιστεύετε στις ατελές γνώσεις που έχουμε, πολλά ακόμα να μάθουμε..

10. Όταν δε εις τον μέλλοντα βίο έλθει το τέλειο και μας δοθεί η τέλεια γνώση, τότε το μερικό και ατελές θα καταργηθεί.

Και ακόμα και αν όλες τις γνώσεις του κόσμου κερδίσουμε (στο μέλλον), τούτο θα ανακαλύψουμε : η γνώση (λογική, ορθολογισμός, έρευνα κ.α.) είναι ένα aπύθμενο πιθάρι που συνέχεια γεμίζει, κάθε στάθμη που ανεβαίνει προσθέτει βάρος, κάθε στάθμη που κατεβαίνει αφαιρεί βάρος. Η γνώση είναι ρευστή γιατί ποτέ δεν τελεύει (γίνετε επαρκής, τέλεια) ενώ η αγάπη αν την βάλεις σε ένα πιθάρι, το βάρος θα είναι πάντα ίδιο, και τώρα και τότε … γιατί η αγάπη δεν έχει βάρος, ούτε εκτόπισμα, διαπερνά τον χρόνο σαν να μην υπήρξε ποτέ ..

---------------------

(με πλάγια γράμματα, είναι δικά μου σχόλια)

Αυτός ήταν ο ύμνος της Αγάπης, γραμμένο από τον Απ. Παύλο (Προς κορινθίους κεφ. ιγ’ 1-9).
Δεν θα σταθώ στην χριστιανική χροιά του κειμένου, δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Το αναφέρω πιο πολύ ως φιλοσοφικό κείμενο που έχει διανύσει 2,000 χρόνια και συνεχίζει να είναι επίκαιρο.

Τι είναι η αγάπη; Για τον Απόστολο Παύλο, το τίποτε και τα πάντα. Κάτι που μένει αναλλοίωτο μέσα στους αιώνες, σε πλήρη αντίθεση με τις γνώσεις, την λογική, την φιλοσοφία και όλα τα άλλα που περιλαμβάνονται στην ύπαρξη μας.

Ποια είναι η έννοια της παιδικής αγάπης προς την μητέρα του; Ποια είναι η έννοια της αγάπης όταν ανδρωνόμαστε και εξομολογούμαστε την ειλικρινή αγάπη μας σε μια γυναίκα; Ποια η σχέση αυτών ανάμεσα σε άλλες μορφές αγάπης, ακόμα και της φιλικής;

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ τους, αυτή είναι πράγματι η πρώτη αντίδραση της λογικής μας. Μα αν το σκεφτούμε με αγάπη, χωρίς φιλοσοφικά θεωρήματα σε όλα αυτά δεν κλαίμε, όταν τα χάνουμε; Έχει σημασία το πόσο; Σε όλες τις περιπτώσεις ο λόγος που κλαίμε είναι γιατί μείναμε μονάχοι, δεν εισπράττουμε αγάπη πλέον, για αυτό θλιβόμαστε.

Άρα η αγάπη δεν είναι μόνο αυτή που δίνουμε, αλλά και αυτή που δεχόμαστε.

Πρέπει να είμαστε σε θέση να μεταδώσουμε

έτσι ώστε κάποια στιγμή να δεχτούμε,

Άδολα.

Μια σκέψη του φεγγαριού …