Σελίδες

8/12/08

Και αν είναι πέτρα τηνε σπω..




Σε αυτήν την τσέπη μέσα, μια πέτρα κατοικεί. Την έχω χρόνια, ούτε που φέρω στην θύμηση τον χρόνο που την έβαλα, ποια δικαιολογία σκέφτηκα εκείνη τη φαιδρή μέρα. Κάθε που μου συμβαίνει ανάποδο, το χέρι βάζω μέσα, την χαϊδεύω, την σφίγγω, την στύβω και προσπαθώ να μην την βγάλω στο κόσμο να την δει. Είναι το μυστικό μου το άνομο, δεν τολμώ να το μοιραστώ δεν θέλω να το ξέρουν.

Μα από όλα αυτό που με τρομάζει είναι η μέρα που ο άλλος μου εαυτός, την πιάσει και την ρίξει.

Είναι φανερό ότι στόχος του θα είμαι εγώ, αργά η γρήγορα πάνω μου θα σκάσει..

7/12/08

Επι των ημερών μου..




«Η επανάσταση αποδείχθηκε ένα όνειρο, μία βολεμένη και ευφυής δικαιολογία. Διατηρούμε την εσώτερη τη βρώμα μας, με επαναστατική φρασεολογία!»
Νικόλας Άσιμος

4/12/08

Επιστροφή..



Το λεωφορείο πήρε την τελευταία μεγάλη στροφή, το χωριό σαν σφήνα μέσα στο περήφανο βουνό, μια πέτρινη παραφωνία μέσα στο δάσος, ξεπρόβαλε. Σαν την βροχή ήρθαν οι σκέψεις, σαν το δάκρυ οι αναμνήσεις, από το σπίτι, τα ίδια τα χώματα που τον μεγάλωσαν.. Αν έμπαινε κάνεις μέσα σε αυτόν τον νου θα διάβαζε :

«Στην αυλή αυτή, ένα μικρό τετράγωνο πλακόστρωτο έξω από το σπίτι, εκεί άφησα τα όνειρα μου σαν ήμουνα παιδί, εκεί ίδρωσα πάνω στα ξύλινα παιχνίδια μου, εκεί έτρεξα, καβάλησα, γέλασα, έκλαψα, μεγάλωσα...

Στο κέντρο της μια μηλιά, σαν κλόουν πορφυρός, ψηλός, πράσινη στολή και κόκκινες βούλες. Τα κλαριά της, αποθέτης των παιδικών μου φόβων, το πρώτο μου σπίτι μακριά από την φαντασία των μεγάλων. Και εκεί στο μεγαλύτερο κλαδί από όλα μια κούνια τραμπάλιζε φτιαγμένη από σχοινί χοντρό και μια σανίδα. Μια σανίδα μαγική, που με έπαιρνε από την αυλή, από τις ανόρεχτες, βαρετές στιγμές και με μια κίνηση με ανέβαζε στον ουρανό... στα άστρα..

Ένα τραπέζι σιδερένιο στο κέντρο , πλέον θα είχε σκουριάσει, σκεπασμένο με φθηνό νάιλον και πάνω του ένας περήφανος βασιλικός που σε κάθε ανάσα του, ευωδίαζε όποιον πλησίαζε. Σε μια γωνιά ένα πλακάκι μισό-σπασμένο, πόσα μυστικά έχει κρατήσει εκεί μέσα;... μια στεναχώρια; Μια πληγή; Αρκεί να το έγραφα σε ένα χαρτί και να το έβαζα από κάτω. Πάει το μάθαινε η γη, δεν ήταν πια μυστικό, το ίδιο βράδυ ερχόταν στον ύπνο μου η μηλιά και με χάιδευε στοργικά, δεν είχα πια λόγους να είμαι στεναχωρημένος, είχα ένα φίλο που με άκουγε, ανάσανε μαζί μου. Όχι δεν είχα λόγους .. Πλέον τα μυστικά μου είναι τέτοια που δεν θα ήθελε με τίποτα να τα διαβάσει η γη, θα με καταριόταν, θα με χαντάκωνε, ένας σεισμός θα με έπαιρνε ... μεγάλωσα..

Στα τοιχώματα της αυλής, γέρικες γλάστρες ξεφτισμένες, ξενοδόχοι των φυτών, έσφιγγαν τις ρίζες των πανέμορφων γερανιών να μην φύγουνε κάποια μέρα.. όπως εγώ..

Και τέλος αυτή η σιδερένια, από ατσάλι πόρτα. Στόχος παιδικός, η πύλη της παιδικής φυλακής μου. Βλέπεις ήθελα να μεγαλώσω και ότι έβλεπα έξω από αυτήν τη πόρτα ήταν πολύχρωμο, ζωντανό φώναζε να βγω, αλλά δεν είχα τις δυνάμεις, την άδεια, την αντοχή να την ανοίξω. Από έξω σειρήνες τραγούδαγαν, χόρευαν, το λίκνο της ηδονής και της αμαρτίας, το απαγορευμένο, δεν έπρεπε ποτέ να ανοίξω αυτήν την πόρτα μόνος μου, θα έπεφτα στην δίνη της ζωής, θα με ρούφαγε το σύμπαν, ένας φόβος.. ώσπου ήρθε η ώρα που αυτή η πόρτα άνοιξε από μόνη της. Ένα χέρι μου έγνεψε από έξω και είχε την πειθώ της ωριμότητας, μια πλάνη που την ζεις μεγάλος, μικρός ούτε που φαντάζεσαι το μέγεθος της, μια σειρήνα του γέρου χρόνου .. Απλά πλέον είναι αδύνατον να μπεις πάλι μέσα αγνός, έχεις μολυνθεί με την αρρώστια της ζωής, μια ασθένεια ανίατη που αν και υπάρχει γιατρικό, όλοι κομπιάζουν να το εφαρμόσουν, τέτοια η δύναμη της ασθένειας..

Λοιπόν, σαν πάω πάλι σε αυτή την μηλιά, θα την μαλώσω. Πολύ άσχημα. Το φαντάζεσαι; Να μαλώνω μια μηλιά; Όχι αγαπητή μου, θα της πω. Δεν έπρεπε απλώς να παίζεις μαζί μας, έπρεπε να μας δώσεις συμβουλές! Τέτοιος φίλος είσαι; Αν και να πω την αλήθεια, αν η μηλιά ήξερε, τα μήλα της θα ήταν μαύρα.

Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, θα την συγχωρέσω.. ίσως έτσι με πάρει πάλι αγκαλιά, όπως τότε ..

Η επιστροφή είναι δύσκολη, μια δοκιμασία ψυχής. Τα χώματα αναστενάζουνε και σε κοιτάνε επίμονα, άξιζες το ταξίδι; Έμαθες; Γνώρισες; Πόνεσες αρκετά; Αν όχι ξαναφύγε, δεν είσαι έτοιμος. Αυτό θα μου πούνε και εγώ θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα έχω λόγια να αντιμιλήσω. Το χώμα πρέπει να είναι περήφανο για αυτά που κουβαλάει πάνω του. Έπρεπε να γίνεις σημαντικός, θα μου πουν και πάλι δεν θα μιλήσω, έπρεπε να καλλιεργήσεις την ψυχή σου, όχι το πορτοφόλι σου και πάλι θα σκύψω το κεφάλι, θα έχει δίκιο ..

Εκεί στα ξένα τι νέα φέρνεις; Τι είναι αυτό που εγώ δεν ξέρω; Θα μου πουν οι βελανιδιές και δεν θα έχω απάντηση, πολύ το φοβάμαι αυτό.. έφυγες μας άφησες στην μοίρα μας, ούτε ένα βλέφαρο δεν αξιώθηκες να αφήσεις φεύγοντας, τώρα τι ζητάς από εμάς; Έφυγες με όνειρα, τα κατάφερες; Σε τι έγινες καλύτερος; Έχεις πιο πολλά λεφτά; Για πόσο; Το νερό είναι πιο πλούσιο σε μέταλλα από ότι η τσέπη σου, δεν το έμαθες αυτό; Πότε στερεύει το νερό, πότε η τσέπη σου;»

Ένας πόνος στο στομάχι τον θέρισε από άκρη σε άκρη, έσκυψε το κεφάλι.. μια ανάσα από το στόμα του ακούστηκε να λέει «Συγνώμη, την άλλη φορά θα φέρω μαζί μου και την ψυχή μου, τώρα απλώς δέξου το σώμα μου .. είναι ανάγκη να δω την μητέρα..»

Και ο ουρανός απάντησε με μια βροχή δυνατή..

(απόσπασμα)






3/12/08

Ο Χρόνος ..



Σήμερα θα είναι μια μεγάλη ημέρα, δηλαδή όχι και τόσο μεγάλη, απλά λίγο μεγαλύτερη από την χθεσινή, αν και η χθεσινή μου ημέρα ήταν σαν την αυριανή οπότε δυσκολεύομαι να περιγράψω αν πραγματικά θα είναι μεγάλη μέρα, απλά αν είναι ίδια με την αυριανή, η οποία ήτανε μεγάλη μέρα, τότε πιθανότητα να είναι και αυτή μια μεγάλη μέρα.

Αλλά ας τα πάρω από την αρχή τα πράγματα ...

Αύριο αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα, ένα μεγάλο περίεργο πείραμα. Το θυμάμαι καλά το πείραμα γιατί μου συνέβη αύριο, αν και το λογικό θα ήταν να είχε συμβεί χθες αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο συνέβη αύριο. Ξέρω ότι είναι παράλογο να λέει κάποιος ότι αυτό που μου συνέβη, πήρε χρόνο από την αυριανή μου μέρα, αλλά με λίγη προσπάθεια από την μεριά μου θα καταλάβετε.

Τα παίρνουμε όλα από την αρχή.

Αν και είναι δύσκολο κάνεις να περιγράψει ποια είναι η αρχή, καθότι μια αυριανή μέρα θα μπορούσε να είναι το τέλος και ελάχιστα θα μπορούσε να θυμίζει την αρχή. Αλλά πρέπει να παραδεχθώ ότι η αρχή είναι αύριο και μην σπάτε το κεφάλι σας να υποψιαστείτε πως συνέβη αυτό, διότι είστε συνηθισμένοι να έχετε αναμνήσεις από το παρελθόν και όχι από το μέλλον, κάτι που εγώ κατάφερα να αντιστρέψω κάνοντας το παρακάτω απλό πείραμα.

Αποφάσισα να τρέξω με δύναμη αετού το τετράγωνο του σπιτιού μου, με αυτόν τον τρόπο πίστευα ότι θα γυρνούσα ή θα επιτάχυνα τον χρόνο. Για να είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα, μετά από κάποιους γύρους, έστριψα το σώμα μου από την αντίθετη κατεύθυνση και άρχισα να τρέχω πάλι. Αν όλα πήγαιναν καλά θα γινόμουνα μια ανθρώπινη χρόνο-μηχανή ...

Δεν θα υπήρχε τρόπος να το ανακαλύψω ότι το πείραμα στέφθηκε με επιτυχία, αν δεν έγραφα σε ένα χαρτί – κάτι σαν ημερολόγιο ας το πούμε – τα στάδια του πειράματος. Να λοιπόν τι διάβασα σήμερα το πρωί σε ένα χαρτί που βρήκα στον κομό μου. Πάνω έγραφε την αυριανή ημερομηνία.

«Σήμερα είναι μια μεγάλη μέρα, , δηλαδή όχι και τόσο μεγάλη, απλά λίγο μεγαλύτερη από την χθεσινή...»

**

Πάνω από αυτό το σερβάν, είχαμε αραγμένο μεγαλόπρεπα ένα μεγάλο κουρδιστό κούκο. Άνοιγες το γυάλινο καπάκι του από μπροστά, έβαζες μέσα ένα κλειδί μεγάλο και τον κούρδιζες. Έβαζες λάδι στην λάμπα του χρόνου και φώτιζε το σπιτικό μας. Με τον ήχο του ξυπνάγαμε, με τον ήχο του κοιμόμασταν. Με τον κουδούνισμα του λυπόμασταν, με το χτύπο του, ρυθμό δίναμε στην καρδιά μας, αγαπάγαμε και αγαπηθήκαμε... μια ζέστη απλωνόταν σαν κόκκινη κορδέλα μέσα στο σπιτικό μας, σαν κελαηδούσε..

Από έξω είχε ξύλο ακριβό, τον είχε αγοράσει ο μπάρμπας μου από τα ξένα, όταν καπετάνιος σε μεγάλα φορτηγά, κάθε καλοκαίρι άνοιγε την βαλίτσα του, γέματος με εξωτικά δώρα και εμείς μικροί ιθαγενείς σαλιώναμε το πάτωμα από την αγωνία μας..
Τώρα αυτός ο κούκος είναι μια θύμηση, ένα χρώμα στον τοίχο που αχνοφέγγει στην ασπρόμαυρη ζωή μας, μα κάποια βράδια τον θυμάμαι, ίσως και να τον ακούω...

Τικ τακ...


Play it again Sam ..



1/12/08

Asbolute Beginners





Μια μέρα ένας σπόρος έπεσε στην γη και φύτρωσαν τα δέντρα.

Μια μέρα πάνω στην γη, κάτω από τα δέντρα
γεννήθηκε ο άνθρωπος.

Μια μέρα ένας άνθρωπος έπεσε στην γη και ήρθε ένα δάκρυ.

Μια μέρα ένα δάκρυ ακούμπησε το μάγουλο μας
και μάθαμε να αγαπάμε

Μια μέρα για μια αγάπη κάναμε τα πάντα.

Μια μέρα για τα πάντα ξεσηκώσαμε τους ανθρώπους
και αρχίσαμε τον πόλεμο.

Μια μέρα ένας πόλεμος σκότωσε όλους τους ανθρώπους,

Μια μέρα ένας άνθρωπος θα βάλει πάλι τον σπόρο στην γη.

Εκείνη την μέρα ο σπόρος δεν θα θέλει να φυτρώσει,
γιατί θα τρέμει το μέλλον του!

Τις νύχτες κοιμόμαστε, την μέρα θεριεύουμε και το απόγευμα
αράζουμε για φραπεδιά στο Κολωνάκι,
ζωή το λένε αυτό...

we are the absolute beginners and the last of a kind...