
Το λεωφορείο πήρε την τελευταία μεγάλη στροφή, το χωριό σαν σφήνα μέσα στο περήφανο βουνό, μια πέτρινη παραφωνία μέσα στο δάσος, ξεπρόβαλε. Σαν την βροχή ήρθαν οι σκέψεις, σαν το δάκρυ οι αναμνήσεις, από το σπίτι, τα ίδια τα χώματα που τον μεγάλωσαν.. Αν έμπαινε κάνεις μέσα σε αυτόν τον νου θα διάβαζε :
«Στην αυλή αυτή, ένα μικρό τετράγωνο πλακόστρωτο έξω από το σπίτι, εκεί άφησα τα όνειρα μου σαν ήμουνα παιδί, εκεί ίδρωσα πάνω στα ξύλινα παιχνίδια μου, εκεί έτρεξα, καβάλησα, γέλασα, έκλαψα, μεγάλωσα...
Στο κέντρο της μια μηλιά, σαν κλόουν πορφυρός, ψηλός, πράσινη στολή και κόκκινες βούλες. Τα κλαριά της, αποθέτης των παιδικών μου φόβων, το πρώτο μου σπίτι μακριά από την φαντασία των μεγάλων. Και εκεί στο μεγαλύτερο κλαδί από όλα μια κούνια τραμπάλιζε φτιαγμένη από σχοινί χοντρό και μια σανίδα. Μια σανίδα μαγική, που με έπαιρνε από την αυλή, από τις ανόρεχτες, βαρετές στιγμές και με μια κίνηση με ανέβαζε στον ουρανό... στα άστρα..
Ένα τραπέζι σιδερένιο στο κέντρο , πλέον θα είχε σκουριάσει, σκεπασμένο με φθηνό νάιλον και πάνω του ένας περήφανος βασιλικός που σε κάθε ανάσα του, ευωδίαζε όποιον πλησίαζε. Σε μια γωνιά ένα πλακάκι μισό-σπασμένο, πόσα μυστικά έχει κρατήσει εκεί μέσα;... μια στεναχώρια; Μια πληγή; Αρκεί να το έγραφα σε ένα χαρτί και να το έβαζα από κάτω. Πάει το μάθαινε η γη, δεν ήταν πια μυστικό, το ίδιο βράδυ ερχόταν στον ύπνο μου η μηλιά και με χάιδευε στοργικά, δεν είχα πια λόγους να είμαι στεναχωρημένος, είχα ένα φίλο που με άκουγε, ανάσανε μαζί μου. Όχι δεν είχα λόγους .. Πλέον τα μυστικά μου είναι τέτοια που δεν θα ήθελε με τίποτα να τα διαβάσει η γη, θα με καταριόταν, θα με χαντάκωνε, ένας σεισμός θα με έπαιρνε ... μεγάλωσα..
Στα τοιχώματα της αυλής, γέρικες γλάστρες ξεφτισμένες, ξενοδόχοι των φυτών, έσφιγγαν τις ρίζες των πανέμορφων γερανιών να μην φύγουνε κάποια μέρα.. όπως εγώ..
Και τέλος αυτή η σιδερένια, από ατσάλι πόρτα. Στόχος παιδικός, η πύλη της παιδικής φυλακής μου. Βλέπεις ήθελα να μεγαλώσω και ότι έβλεπα έξω από αυτήν τη πόρτα ήταν πολύχρωμο, ζωντανό φώναζε να βγω, αλλά δεν είχα τις δυνάμεις, την άδεια, την αντοχή να την ανοίξω. Από έξω σειρήνες τραγούδαγαν, χόρευαν, το λίκνο της ηδονής και της αμαρτίας, το απαγορευμένο, δεν έπρεπε ποτέ να ανοίξω αυτήν την πόρτα μόνος μου, θα έπεφτα στην δίνη της ζωής, θα με ρούφαγε το σύμπαν, ένας φόβος.. ώσπου ήρθε η ώρα που αυτή η πόρτα άνοιξε από μόνη της. Ένα χέρι μου έγνεψε από έξω και είχε την πειθώ της ωριμότητας, μια πλάνη που την ζεις μεγάλος, μικρός ούτε που φαντάζεσαι το μέγεθος της, μια σειρήνα του γέρου χρόνου .. Απλά πλέον είναι αδύνατον να μπεις πάλι μέσα αγνός, έχεις μολυνθεί με την αρρώστια της ζωής, μια ασθένεια ανίατη που αν και υπάρχει γιατρικό, όλοι κομπιάζουν να το εφαρμόσουν, τέτοια η δύναμη της ασθένειας..
Λοιπόν, σαν πάω πάλι σε αυτή την μηλιά, θα την μαλώσω. Πολύ άσχημα. Το φαντάζεσαι; Να μαλώνω μια μηλιά; Όχι αγαπητή μου, θα της πω. Δεν έπρεπε απλώς να παίζεις μαζί μας, έπρεπε να μας δώσεις συμβουλές! Τέτοιος φίλος είσαι; Αν και να πω την αλήθεια, αν η μηλιά ήξερε, τα μήλα της θα ήταν μαύρα.
Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, θα την συγχωρέσω.. ίσως έτσι με πάρει πάλι αγκαλιά, όπως τότε ..
Η επιστροφή είναι δύσκολη, μια δοκιμασία ψυχής. Τα χώματα αναστενάζουνε και σε κοιτάνε επίμονα, άξιζες το ταξίδι; Έμαθες; Γνώρισες; Πόνεσες αρκετά; Αν όχι ξαναφύγε, δεν είσαι έτοιμος. Αυτό θα μου πούνε και εγώ θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα έχω λόγια να αντιμιλήσω. Το χώμα πρέπει να είναι περήφανο για αυτά που κουβαλάει πάνω του. Έπρεπε να γίνεις σημαντικός, θα μου πουν και πάλι δεν θα μιλήσω, έπρεπε να καλλιεργήσεις την ψυχή σου, όχι το πορτοφόλι σου και πάλι θα σκύψω το κεφάλι, θα έχει δίκιο ..
Εκεί στα ξένα τι νέα φέρνεις; Τι είναι αυτό που εγώ δεν ξέρω; Θα μου πουν οι βελανιδιές και δεν θα έχω απάντηση, πολύ το φοβάμαι αυτό.. έφυγες μας άφησες στην μοίρα μας, ούτε ένα βλέφαρο δεν αξιώθηκες να αφήσεις φεύγοντας, τώρα τι ζητάς από εμάς; Έφυγες με όνειρα, τα κατάφερες; Σε τι έγινες καλύτερος; Έχεις πιο πολλά λεφτά; Για πόσο; Το νερό είναι πιο πλούσιο σε μέταλλα από ότι η τσέπη σου, δεν το έμαθες αυτό; Πότε στερεύει το νερό, πότε η τσέπη σου;»
Ένας πόνος στο στομάχι τον θέρισε από άκρη σε άκρη, έσκυψε το κεφάλι.. μια ανάσα από το στόμα του ακούστηκε να λέει «Συγνώμη, την άλλη φορά θα φέρω μαζί μου και την ψυχή μου, τώρα απλώς δέξου το σώμα μου .. είναι ανάγκη να δω την μητέρα..»
Και ο ουρανός απάντησε με μια βροχή δυνατή..
(απόσπασμα)