Σελίδες

6/4/09

η ορκωμοσία...

H μουσική από την γιορτή, τρύπωσε μέσα από την κλειδαρότρυπα, πήρε μια βαθιά ανάσα και απλώθηκε στο φωτεινό δωμάτιο. Είδε τον άνθρωπο μπροστά απο το καθρέπτη να φτιάχνει την γραβάτα του, όρμηξε και μπήκε στα αυτιά του.. σίγουρα θα χαρεί σκέφτηκε και τρύπωσε βαθιά μέσα του.

Αυτός όμως σοβαρός, άκουγε με τα αυτιά την μουσική, με τα μάτια κοίταζε στον καθρέπτη το είδωλό του, ένα νέο άντρα περιποιημένο με καθάριο πρόσωπο, προσεκτικά χτενισμένα μαλλιά και ένα παγωμένο χαμόγελο. Ο νούς του όμως δεν ήταν εκεί, ήταν καρφωμένος πάνω στο γραπτό που είχε αφήσει πρόχειρα πάνω στο μικρό γραφείο του, εκείνο με τα σκόρπια πολύχρωμα μολύβια, τις στοίβες με τα ιατρικά βιβλία ανακατωμένα με τον Καβάφη και τον Ρίτσο..

Ένας ακόμα στίχος λείπει από το ποίημα του, σκεφτόταν και ασυναίσθητα έλυσε την ήδη δεμένη γραβάτα του και την ξαναέδεσε από την αρχή...

Μια φωνή σαν λόγχη έσκισε το δωμάτιο.
«μην αργείς σε μισή ώρα θα ξεκινήσει η ορκωμοσία σου ...»

Επιτέλους η ορκωμοσία, σκέφτηκε από μέσα του. Εγώ ένας γιατρός, ένας άπειρος και επικίνδυνος γιατρός! Το μόνο που έμαθε στην σχολή είναι ότι ο άνθρωπος ζει κατά τύχη. Τόσες ασθένειες, τόσα φάρμακα, τόσες παρενέργειες.. και εμείς οι ασπροντυμένοι να τρέχουμε από πίσω και να ερμηνεύουμε τα σημάδια.. βήχεις; Πόσο καιρό σε ενοχλεί το στομάχι σου .. ; αδιάφορο .. σκέφτηκε, «όλα αυτά μου είναι αδιάφορα..» ξανάφερε το βλέμμα στο γραφείο, εκεί που είχε αφήσει το γραπτό του. Το βλέμμα του είχε μέσα τύψεις, σαν να ζήταγε συγνώμη από το ποίημα που το παράτησε στην μέση.. ένιωθε σαν ένας ερωτευμένος που φεύγει από την αγαπημένη του, μόλις αντιλήφθηκε τον έρωτα της.. ένας δειλός που παρατάει την μεγάλη αγάπη.. για να βγάλει χρήματα, για να ικανοποιήσει το μεγάλο εγώ του, αυτό το βαρέλι με τα απορρίμματα του ασυνείδητου εαυτού μας. Τέτοιο είναι το εγώ και ποτέ δεν γεμίζει το στομάχι του βαρελιού, κάθε φορά που ικανοποιείς το ένα εγώ, έρχεται ένα δεύτερο και σε κάνει να θες και άλλο, και άλλο .. μέχρι που ο εγωισμός σου πνίγει τον κάθε αδένα, την κάθε ανάσα.. και εκεί εσύ το μόνο που μένει να κάνεις είναι να προφέρεις ένα ακόμα «εγώ..».

Άνοιξε η πόρτα απότομα και μπήκε μέσα η μητέρα , τα μάτια του κρύφτηκαν απο ντροπή. Αυτή μπορούσε να τα διαβάσει όλα απο απόσταση. Τον τύλιγε και τον ξετύλιγε με ένα μόνο βλέμμα της.
«Ακόμα να ντυθείς;» τον ρώτησε..
«Ακόμα..» απάντησε κυνικά..
«Απο αύριο θα είσαι ελεύθερος, να κάνεις ότι θέλεις. Αν σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, βάλε το γραπτό σου στην τσέπη. Ετσι δεν θα νιώσεις ότι το απατάς..» του απάντησε και προτού κλείσει την πόρτα του είπε και τούτο..
«μόνο μην σε δει ο πατέρας σου.. καταλαβαίνεις...»

Η πόρτα έκλεισε αθόρυβα, ένα χαμόγελο πλάτιασε την ψυχή του νέου ..
«Σε αυτόν το κόσμο όλα χωράνε» σιγομουρμούρισε και ένας άνεμος τον βοήθησε να ντυθεί γρήγορα..




4/4/09

Η Άνοιξη..

Ανέβηκε στον βράχο, εκείνο τον κοφτερό, κουτσαίνοντας και ασθμαίνοντας. Πιάστηκε από τα κλαδιά της ρίγανης που ξεμύτιζαν από την άγρια γη, ακούμπησε το κορμί του σε μια ελιά να πάρει μιαν ανάσα. Ογδόντα χρόνια αυτήν την ανάβαση την έκανε κάθε τέτοια εποχή, δεν θα μπορούσε σήμερα να κάνει κάτι διαφορετικό. Μακριά άκουγε την γυναίκα, τα παιδιά να τον φωνάζουν. Κώφευσε επίτηδες, «άστους να σκάνε..» είπε στον πεισματωμένο εαυτό του.

Έσυρε βαριά τα πόδια, κλώτσαγε τις μικρές πέτρες, ένιωθε την ζέστα του πρωινού ήλιου να του καίει τα χέρια, μα αυτός με σφιγμένα τα χείλι ανέβαινε πιο ψηλά, σαν να ήταν Γολγοθάς και το πονεμένο κορμί του ένας σταυρός που έπρεπε να σούρει για μιαν τελευταία φορά.

«Δύο ακόμα βήματα και τέλος» σκέφτηκε από μέσα και το κορμί του τσίτωσε, πόνοι τον ζώσαν στις κλειδώσεις, στον αυχένα, μια πνιχτή ανάσα τον έκανε να λυγίσει στα γόνατα. Κοίταξε τον ήλιο κατάματα, βλαστήμησε, έβγαλε λίγο σάλιο απο τα τρεμάμενα χείλη, σταγόνες ιδρώτα σκαρφάλωσαν στο μέτωπο. Με το ανάποδο της παλάμης, σκούπισε το πρόσωπο, έβαλε το χέρι στην καρδιά που χτύπαγε σαν τούμπανο. Ρυθμικά και επικίνδυνα..

Έβαλε και άλλη δύναμη στα πόδια, πήρε μιαν ανάσα πείσματος και σχεδόν τραβώντας το κορμί στάθηκε στην κορφή του βράχου. Έκατσε καταγής, παραμερίζοντας κάποια κοφτερά πετραδάκια. Βαθιά ανάσα, κλειστά τα μάτια. Έβγαλε ένα μαντήλι με δυσκολία από την δεξιά τσέπη, το τίναξε, μάζεψε το πρόσωπο του. Ο ιδρώτας είχε κολλήσει τα ρούχα στο ζαρωμένο κορμί.

Άνοιξε τα μάτια και ρούφηξε την πεδιάδα χάμου. Κάθε σταγόνα φυσικής ομορφιάς την στάλαξε στον νου του και μια ευδαιμονία τύλιξε κάθε κύτταρο του γέρικου κορμιού του.

Σαν η γη τον είδε εκεί πάνω, σαν άρχοντα περήφανο για τον λαό του, πρόσταξε τα φυτά, τα δέντρα να παρουσιάσουν ότι καλύτερο είχαν. Παπαρούνες, χρυσάνθεμα, άγρια χόρτα, τεντώθηκαν, τίναξαν την πρωινή δροσοσταλιά με δύναμη, σαν μοντέλα που γυρνάνε στον φακό. Οι ελιές κούνησαν τα κλαδιά τους σε ένα χορό με τον αγέρα που σιγοτραγουδούσε μέσα από το θρόισμα των φύλων.

«Σαν θες να αλλάξεις ένα λαό, άλλαξε την μουσική τους..» σιγομουρμούρισε ο γέρος και άκουσε την μελωδία του ανέμου..

«Σαν θες να ομορφύνεις τον κόσμο, πότισε τον με άρωμα..» ξαναείπε και οσφρήστηκε το πιο ακριβό άρωμα που έφτιαξαν οι στήμονες του κάθε λουλουδιού, το χημείο της φύσης.

«Σας θες να τον κατανοήσεις, άκουσε τον..» και έστησε αυτί να ακούσει τις μέλισσες να τσιμπάνε με μανία την γύρη στα πόδια τους, να μεταφέρουν την ζωή από μέρος σε μέρος με βοή..

Ο ήλιος αγκάλιασε το σοφό γέροντα με θέρμη, η καρδιά του χαροχτύπησε δυνατά ετούτη την ώρα...
**

«Σαν πας στην κορφή του βράχου..» μου είπε ένας κάτοικος του χωριού μετά απο χρόνια «θα δεις ένα σταυρό εκεί πάνω.. εκεί θάφτηκε ένα σοφός γέροντας, ένας σπάνιος άνθρωπος, που τον βρήκαμε με το χαμόγελο στα χείλι, και η χούφτα του η σφαλιστή φύλαγε πεισματωμένα μια μπουκιά χώμα, αγνή γη....»

Η άνοιξη ήρθε.. για όλους και για όλα..