H μουσική από την γιορτή, τρύπωσε μέσα από την κλειδαρότρυπα, πήρε μια βαθιά ανάσα και απλώθηκε στο φωτεινό δωμάτιο. Είδε τον άνθρωπο μπροστά απο το καθρέπτη να φτιάχνει την γραβάτα του, όρμηξε και μπήκε στα αυτιά του.. σίγουρα θα χαρεί σκέφτηκε και τρύπωσε βαθιά μέσα του.Αυτός όμως σοβαρός, άκουγε με τα αυτιά την μουσική, με τα μάτια κοίταζε στον καθρέπτη το είδωλό του, ένα νέο άντρα περιποιημένο με καθάριο πρόσωπο, προσεκτικά χτενισμένα μαλλιά και ένα παγωμένο χαμόγελο. Ο νούς του όμως δεν ήταν εκεί, ήταν καρφωμένος πάνω στο γραπτό που είχε αφήσει πρόχειρα πάνω στο μικρό γραφείο του, εκείνο με τα σκόρπια πολύχρωμα μολύβια, τις στοίβες με τα ιατρικά βιβλία ανακατωμένα με τον Καβάφη και τον Ρίτσο..
Ένας ακόμα στίχος λείπει από το ποίημα του, σκεφτόταν και ασυναίσθητα έλυσε την ήδη δεμένη γραβάτα του και την ξαναέδεσε από την αρχή...
Μια φωνή σαν λόγχη έσκισε το δωμάτιο.
«μην αργείς σε μισή ώρα θα ξεκινήσει η ορκωμοσία σου ...»
Επιτέλους η ορκωμοσία, σκέφτηκε από μέσα του. Εγώ ένας γιατρός, ένας άπειρος και επικίνδυνος γιατρός! Το μόνο που έμαθε στην σχολή είναι ότι ο άνθρωπος ζει κατά τύχη. Τόσες ασθένειες, τόσα φάρμακα, τόσες παρενέργειες.. και εμείς οι ασπροντυμένοι να τρέχουμε από πίσω και να ερμηνεύουμε τα σημάδια.. βήχεις; Πόσο καιρό σε ενοχλεί το στομάχι σου .. ; αδιάφορο .. σκέφτηκε, «όλα αυτά μου είναι αδιάφορα..» ξανάφερε το βλέμμα στο γραφείο, εκεί που είχε αφήσει το γραπτό του. Το βλέμμα του είχε μέσα τύψεις, σαν να ζήταγε συγνώμη από το ποίημα που το παράτησε στην μέση.. ένιωθε σαν ένας ερωτευμένος που φεύγει από την αγαπημένη του, μόλις αντιλήφθηκε τον έρωτα της.. ένας δειλός που παρατάει την μεγάλη αγάπη.. για να βγάλει χρήματα, για να ικανοποιήσει το μεγάλο εγώ του, αυτό το βαρέλι με τα απορρίμματα του ασυνείδητου εαυτού μας. Τέτοιο είναι το εγώ και ποτέ δεν γεμίζει το στομάχι του βαρελιού, κάθε φορά που ικανοποιείς το ένα εγώ, έρχεται ένα δεύτερο και σε κάνει να θες και άλλο, και άλλο .. μέχρι που ο εγωισμός σου πνίγει τον κάθε αδένα, την κάθε ανάσα.. και εκεί εσύ το μόνο που μένει να κάνεις είναι να προφέρεις ένα ακόμα «εγώ..».
Άνοιξε η πόρτα απότομα και μπήκε μέσα η μητέρα , τα μάτια του κρύφτηκαν απο ντροπή. Αυτή μπορούσε να τα διαβάσει όλα απο απόσταση. Τον τύλιγε και τον ξετύλιγε με ένα μόνο βλέμμα της.
«Ακόμα να ντυθείς;» τον ρώτησε..
«Ακόμα..» απάντησε κυνικά..
«Απο αύριο θα είσαι ελεύθερος, να κάνεις ότι θέλεις. Αν σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, βάλε το γραπτό σου στην τσέπη. Ετσι δεν θα νιώσεις ότι το απατάς..» του απάντησε και προτού κλείσει την πόρτα του είπε και τούτο..
«μόνο μην σε δει ο πατέρας σου.. καταλαβαίνεις...»
Η πόρτα έκλεισε αθόρυβα, ένα χαμόγελο πλάτιασε την ψυχή του νέου ..
«Σε αυτόν το κόσμο όλα χωράνε» σιγομουρμούρισε και ένας άνεμος τον βοήθησε να ντυθεί γρήγορα..