
Τι να’ ναι οι θύμησες;
Παρά ένα καράβι που αχνοφέγγει στο μεστό φεγγάρι;
Σάμπως χιλιάδες μάτια κάτω από το πέπλο του αφρού
δεν σε κοιτάνε; δεν σε σουβλίζουν κάθε που κοιτάς;
Επειδή δεν τα θωρείς με την ματιά σου,
δεν υπάρχουν;
Σε κοιτούν και αμυδρά τα κύματα ταρακουνούν,
κάθε κυψέλη του μυαλού σου,
Σαν να σου λένε,
Μη φεύγεις, εδώ είναι ακόμα όλα αυτά...
Άγρια μνήμη,
φούσκωμα της θάλασσας, τεράστιο στόμα,
χίλιες ψυχές μια δαγκωνιά, άντε να ψάξεις μετά.
Ήρεμη μνήμη,
πλατσούρισμα μωρών στην παραλία,
μικρά βότσαλα χτίζουν κάστρα, όνειρα σωρό,
Έντονη μνήμη,
νευρικό χτύπημα του νερού πάνω στην καρίνα,
σαν προσευχή σε γκόγκ θιβετιανού μοναχού,
καπετάνιοι που δίνουν δάκρυ στον Ποσειδώνα,
με αντάλλαγμα μια νηνεμία, μια στιγμής σιωπή..
Όλη η ζωή μια θάλασσα,
και εμείς ανεμοδούρες,
κατά συνθήκη εμπνευστές...