Σελίδες

25/11/07

Αν μπορούσα να μιλήσω στην ζωή....




Πολύ με κουράζεις ζωή, τι σου έφταιξα. Καλά τόσοι υπάρχουν εμένα?

Από το πρωί με διώχνεις για την δουλειά. Και το βράδυ με βάζεις να κοιμηθώ ανήσυχα, φέρνοντας όλα τα προβλήματα της ημέρας στον ύπνο μου.

Πολύ με κουράζεις ζωή. Δεν μπορούσα και εγώ να είχα γεννηθεί πλούσιος σαν τον απέναντι μου? Πάλι για τα λεφτά με τρέχεις ?

Δεν σου ζήτησα λεφτά για λούσα, λεφτά για να ζήσω ζητώ.

Πολύ με κουράζεις ζωή. Θες να δεις τις αντοχές μου. Ίσως και να τις δεις. Δεν θα αντέξω και πολύ ακόμα.

Άλλα ένα δεν κατάλαβα, γιατί να μην δώσεις και μένα λίγη χαρά. Να δουλεύω για το κέφι μου. Να μην αναγκάζομαι να ζω! Αλλά να ζω!

-----------

Πάλι εσύ είσαι. Οι άλλοι έχουν τόσα άλλα προβλήματα δεν τα βλέπεις? Μόνο τα δικά σου βλέπεις. Τι κρίμα.

Πάλι εσύ είσαι. Και τις χαρές που έχεις δεν τις βλέπεις? Τα παιδιά σου είναι υγιή και σε αγαπάνε. Κάποια στιγμή η κούραση σου θα τα διδάξει κάτι. Καλά δεν το βλέπεις?

Πρέπει όλα τα ξέρεις, να στα εξηγώ? Ποιος είναι ο ρόλος μου? Φαντάζεσαι να ήταν όλα εύκολα. Πρέπει να αγωνιστείς, όχι για να νικήσεις του άλλους άλλα τον ίδιο τον εαυτό σου.

Πάλι εσύ είσαι. Νομίζεις ότι πλησιάζεις στις αντοχές σου. Κάνεις λάθος. Κοίτα γύρω τους άλλους και πες μου ποιανού το πρόβλημα νομίζεις ότι αντέχεις. Κανενός!. Μόνο τα δικά σου προβλήματα αντέχεις, και για αυτό και εγώ σου έδωσα μόνο δικά σου προβλήματα .

Θες την μάνα που δεν γνώρισε παιδί , θες τον φαντάρο που δεν γύρισε ποτέ ή τον ναυτικό που ακόμα ψάχνουν ?

Μην με ενοχλήσεις πάλι σε παρακαλώ. Μόλις ανοίξεις τα μάτια σου έλα, και τότε τα ξανακουβεντιάζουμε. Μην με ενοχλήσεις άλλο, αγωνίσου

Πίστεψε με δεν θες να ασχοληθώ μαζί σου..

11/11/07

Last Minute

- «Ο κάθε χωρισμός είναι και μια πικρή αλήθεια»

Έτσι ξεκίναγε συνήθως η συζήτηση μου με την Μαρία, η οποία προσπαθούσε να μου περιγράψει τον τελευταίο της χωρισμό. Η Μαρία είχε πολλούς ερωτικούς συντρόφους στην ζωή της. Εγώ πάλι τίποτα. Αν ισχύει αυτό που λένε ότι γίνεσαι ποιο σοφός ακούγοντας τα προβλήματα των άλλων, τότε πρέπει να είμαι πολύ σοφός. Την ζήλευα – με την καλή έννοια – γιατί εγώ ποτέ μου δεν έζησα τέτοιες καταστάσεις, ενώ η Μαρία ….

Η Μαρία ήταν καλή μου φίλη, εγώ όμως δεν την ήθελα για φίλη. Καμιά φορά εάν δεν έχεις περιθώρια επιλογών, απολαμβάνεις ότι περισσεύει.

Και αυτό που περίσσευε στην Μαρία ήταν η ανάγκη της για φίλους και όχι για ερωτικούς συντρόφους.

Άκουγα πάντα με προσοχή αυτά που μου έλεγε και προσπαθούσα να την βοηθήσω με τα πενιχρά μου επιχειρήματα. Μάταια όμως, γιατί αυτή μίλαγε για ερωτικές ιστορίες, ενώ εγώ τις απάνταγα με λογικά επιχειρήματα. Δεν είναι δίκαιος αυτός ο διάλογος.

Τα χρόνια περάσανε η Μαρία παντρεύτηκε και έκανε και ένα παιδί τον Αλέξανδρο. Εγώ δεν ευτύχησα σε αυτόν το τομέα! Ίσως η επιβλητική παρουσία της Μαρίας δεν με άφησε να δω.. μα τι λέω! ποτέ δεν έτυχε πραγματικά, εκτός από εκείνο το βράδυ σε μια εκδρομή με τους συναδέλφους από την δουλειά.. Μάλλον τα σκάτωσα και τότε..

Ακόμα και όταν η Μαρία ξεκίνησε το διαζύγιο με τον άντρα της, εγώ ήμουνα εκεί να την στηρίζω. Και όταν ο Αλέξανδρος έμπλεξε με κάτι αλήτες στο σχολείο, και τον έστειλαν στο νοσοκομείο, πάλι εγώ κάθισα στο πλάι του όλη νύχτα, για να μπορέσει να πάει να κοιμηθεί η Μαρία – Την άλλη μέρα είχε δικαστήριο και δεν έπρεπε να το χάσει.

Πάντα εκεί ήμουνα! Ο Ψυχίατρος μου – που επισκεπτόμουν τακτικά – μου έχει προτείνει να εξωτερικεύσω τα συναισθήματα μου, γιατί αλλιώς θα σκάσω.
Ας έσκαγα! αυτό δεν το ριψοκινδύνευα! Και αν η Μαρία έφευγε?…

Έφτασα πενήντα χρονών! Και τι κατάφερα? Από δουλειά δε λέω καλά τα κατάφερα.. αλλά μόνος. Μόνη συντροφιά κάποιες φωτογραφίες και το απογευματινό τηλέφωνο στην Μαρία.

Πριν δύο μήνες βρήκανε στην Μαρία, αυτήν την σπάνια ασθένεια στην καρδιά. Τσόνταρα και εγώ ότι είχα και δεν είχα να πάει στην Αγγλία να το ψάξει. Αγγλία σου λένε ! μεγάλοι γιατροί και επιβλητικά νοσοκομεία! Τρίχες . Μόνη γιατρειά ήταν η μεταμόσχευση, αλλά οι γιατροί μας το ξέκοψαν, έξι με επτά μήνες αναμονή αν είμαστε τυχεροί.

Καταλαβαίνεις τώρα λοιπόν μάνα ότι η καρδιά της και η καρδιά μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες? Από ιατρικής απόψεως είμαι συμβατός δότης, και χωρίς την Μαρία τι να την κάνω την καρδιά μου?.

Θα την σταματήσω τώρα μάνα και θα την δώσω εκεί που είναι ταγμένη. Έτσι θα ζήσω μέσα στην Μαρία και θα μάθει όλα τα μυστικά που δεν τις είπα τόσα χρόνια…

Σου στέλνω μαζί με αυτό το γράμμα, τα τελευταία ψήγματα αγάπης που μπορεί να παράγει η καρδιά μου. Ξέρω ότι θα στεναχωρηθείς, αλλά μην το κάνεις. Για πρώτη φορά μάνα νιώθω τι σημαίνει ευτυχία!

Σε αγαπώ πολύ και να ξέρεις, έκανα αυτό που αγαπούσα πάντα!...
Ο Γιός σου…
ΥΣ.
«Κάθε χωρισμός είναι και μία πικρή αλήθεια»





Σχόλια
Τέτοιες αγάπες συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια, και ναι , αυτά τα παραμύθια καμιά φορά τα διαβάζουμε σε μικρές λεζάντες στις εφημερίδες..

8/11/07

A dot IN Time….


Την έπιασε σφικτά από την μέση, και ένωσε το πρόσωπο του με το δικό της. Αυτή ανάσαινε βαριά, λες και η δύναμη που είχε βάλει στην μέση της, την έσφιγγε σαν φίδι το θύμα του. Το κάθε άλλο.

Το κορμί του έτρεμε με μικρούς σπασμούς κάνοντας όλους του μυς του σώματος να εκκρίνουν τον ποιο σεξουαλικό άρωμα που μπορεί να υπάρξει . Με αργές νωχελικές κινήσεις ακούμπησε τον γοφό της και πλησίασε το στόμα του στο αυτί της.

«Σε αγαπώ!» Άρχισε να την φιλάει με πάθος, και αμέσως το δωμάτιο άλλαξε όψη σαν να παρουσίασε ο καλύτερος μάγος του κόσμου την καλύτερη του παράσταση.

Ο καναπές μεταμορφώθηκε σε κήπο με τριανταφυλλιές που το άρωμά και το κόκκινο χρώμα τους, σκέπασαν την γη και κάλυψαν τον ορίζοντα με το μεθυστικό άρωμά τους.

Το κρεβάτι ανακατεύτηκε με την θάλασσα και το μαξιλάρι μεταμορφώθηκε σε ιστιοφόρο που κάλπαζε με μανία πάνω στα κύματα.

Από το παράθυρο φαινόταν πλέον καθαρά τα σύννεφα της καταιγίδας να πλησιάζουν ανακατεμένα με αέρα και αστραπές και το χαλί πήρε την μορφή πράσινου υδροβιότοπου που πάνω του κατοικούσαν τα ποιο σπάνια ζώα….

Με μία κίνηση την πέταξε στο κρεβάτι, ψιθυρίζοντας λόγια βγαλμένα από βιβλίο μεγάλου ποιητή, πλεγμένα με τα ποιο όμορφα λουλούδια του κόσμου.

Με τα χέρια του ανακάτευε τα ξανθά μαλλιά της, σαν τα στάχυα που τα λικνίζει ο άνεμος κάνοντας τον ήλιο να στεναχωριέται που πρέπει να δύσει.

Με λόγια ερωτικά, που μόνο κουρσάρος ψυχών μπορούσε να ξεστομίσει, έβγαλε και το τελευταίο ύφασμα από πάνω της. Τα ρούχα της έπεσαν στο πάτωμα σαν μετάξι που λικνίζεται με το απαλό αεράκι.

Μέσα στα κύματα του κρεβατιού, λικνίζονταν σαν ακυβέρνητο καράβι που το έχει πάρει το ρεύμα. Τα κορμιά τους παλλόντουσαν και το δωμάτιο άλλαζε με ταχύτητα μορφές και χρώματα. Ο χρόνος κυλούσε αργά σαν την σταγόνα που πέφτει από την πηγή σε αργή κίνηση.

Το πάθος τους αντήχησε σε όλη τη γη και η γη αφουγκραζόταν. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει την στιγμή αυτή.

Μετά από ώρα, ξαπλώσανε και οι δύο στο πλάι. Το δωμάτιο πάλι πήρε την μορφή του, και αυτός σηκώθηκε από το κρεβάτι.

«Την άλλη Παρασκευή πάλι! Έτσι?»
«Έτσι» αποκρίθηκε με ένα νόημα η γυναίκα. Φόρεσε τα ρούχα του και άφησε στο κομοδίνο τα χρήματα.

26/10/07

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ




ΚΕΦ1

Ξεφύλλισε την εφημερίδα με μένος. Τα μάτια του άλλοτε ψυχρού επιχειρηματία, τώρα ήταν κόκκινα από τόν θυμό. Αν και γενικά ψύχραιμος άνθρωπος, αυτή την φορά είχε φτάσει στα όρια. Έχοντας ζήσει μία ζωή με στερήσεις, δεν μπορούσε να δεχθεί την ανάγκη ελευθερίας της Κρίστυ. Μπορεί να ήταν κόρη του αλλά το κάθε πράγμα έχει και τα όρια του. Και αυτά είχαν ξεπεραστεί.

Στο σπίτι επικρατούσε μία σιγή που θύμιζε στρατιωτικό θαλάμο μετά απο σιωπητήριο. Μόνο η τηλεόραση στο βάθος ακουγόταν σιγανά. Ούτε που είχε προσέξει ότι άρχισε το παιχνίδι. Τώρα δεν ήθελε να δει ποδόσφαιρο.

Γύρισε στο πίσω μέρος της εφημερίδας. Δεν διάβαζε τίποτα. Σκεπτόταν έντονα. Ένιωθε τα μηνίγγια του να φουσκώνουν, και στο μυαλό του ερχόταν η φράση «Δεν σε θέλω, ποτέ δεν μου στάθηκες – ποτέ σου δεν με κατάλαβες. Σε σιχαίνομαι…».

Πως μπόρεσε .. πώς μπόρεσε…. Δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά, μόνο επαναλάμβανε τα τελευταία λόγια της Κρίστυ, πριν κλείσει την πόρτα πίσω της.

Τώρα ήταν μόνος. Σηκώθηκε – σχεδόν πέταξε την εφημερίδα στο πάτωμα – πήρε ένα χαμηλό ποτήρι από το ντουλάπι και το γέμισε με Ουίσκι. Ξέρει ότι ο γιατρός του είχε πει να μετριάσει το ποτό, αλλά αυτήν την στιγμή τον είχε γραμμένο και τον γιατρό και την κολωασθένια του.

Έπινε την μία γουλιά μετά την άλλη κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Μια κυρία στο πάρκο απέναντι έσπρωχνε ένα κόκκινο παιδικό καροτσάκι, και χαμογέλαγε.
Επαναλάμβανε τις τελευταίες λέξεις συνέχεια μέσα στο μυαλό του. Ένιωθε να χαράζονται οι λέξεις με ξυράφι μέσα στον εγκέφαλο του, και σχεδόν ένιωθε την λεπίδα κάθε φορά που τις επαναλάμβανε.

Με μια αίσθηση αηδίας, κάθισε πάλι στην μπεζέρα του και έκλεισε τα μάτια. Σιγά σιγά το ουίσκι έκανε την δουλειά του. Μια μικρή ζαλάδα, κατέβασε τους ρυθμούς της καρδιάς, και η πίεση στα μηνίγγια ελάττωσε τους ρυθμούς της.

Τα μάτια βούρκωσαν και στο μυαλό ήρθε η ανάμνηση μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που η Κρίστυ μωρό, πριν πάει για ύπνο ήθελε να φιλήσει τον μπαμπά της. Να ακούσει τις ιστορίες του, να πάει μαζί του στην δουλειά.

Πώς καταντήσαμε έτσι….

Ένας πόνος στο κεφάλι του δεν τον άφηνε να σκεφτεί. Και το είχε τόσο ανάγκη…

-------------------------------------------------

ΚΕΦ 2

Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα, όταν έπιασε το κινητό στα χέρια της. Δοκίμασε να πάρει την Σάσα, άλλα βούιζε. Το έκλεισε και περπάτησε με γοργά βήματα μέσα από το πάρκο.

Μια κυρία είχε πάρει αγκαλιά το μωρό της και του σκούπιζε το στόμα από τα σάλια. Δίπλα της ένα καρότσι παιδικό. Της έκανε εντύπωση το κόκκινο χρώμα του καροτσιού και η ευτυχισμένη φάτσα της μητέρας. Το τελευταίο πράγμα που είχε διάθεση να δει ήταν ευτυχισμένες φάτσες. Ο κόσμος ήταν όλος σκατά, και αυτή ήταν αναγκασμένη να ζεί μέσα σε αυτά.

Μόλις πέρασε το πάρκο, και έστριψε στην γωνία, κλάματα ήρθαν στα μάτια της. Τόσο δυνατά που άθελα της μούγκριζε σαν να πονούσε. Τα δάκρυα την ενοχλούσαν να βλέπει και στάθηκε για λίγο έξω από σε ένα μαγαζί με ρούχα, να ηρεμήσει.

«Μα είναι δυνατόν να μην με καταλαβαίνει. Είναι δυνατόν να μην θέλει να με καταλάβει..» έλεγε και ξανά έλεγε από μέσα της. Και όσο το επαναλάμβανε τόσο πιο πολύ έτρεχαν τα δάκρυα…

Η παρουσία ενός μικρού παιδιού που περνούσε τυχαία τον δρόμο, και που την κοίταζε περίεργα, την έκανε να διακόψει το έντονο κλάμα.
Φαινόταν πολύ φτωχό και .. μόνο. Τα ρούχα βρώμικα και τα παπούτσια λιωμένα. Τα μάτια του είχαν μια στεναχώρια, που πρώτη φορά έβλεπε.

Σκέψεις γρήγορες αντανακλαστικές της ήρθαν στο μυαλό. Τύψεις για αυτά που είπε στο πατέρα της φορτώθηκαν αυτόματα στο στήθος που παλλόταν τώρα πιο γρήγορα από ποτέ.
Ποτέ δεν του είχε μιλήσει έτσι. Πάντα ήταν ο ήρωας της. Ήταν ο άντρας της ζωής της .. πώς του μίλησε έτσι…

Δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ, αλλά δεν έπρεπε να του μιλήσει έτσι. Τώρα ήταν πιο μπερδεμένη όσο ποτέ. Τα πάντα ήταν μάταια.

-------------------------------------------------

ΚΕΦ3

«Είχαμε κάνει μια συμφωνία που να πάρει ο διάολος!» αναφώνησε από μέσα του. «20 χρόνια σου είχα ζητήσει να μεγαλώσει, και μετά ότι θες, ακόμα δεν είναι η ώρα!».

Ο νοσοκόμος του έβαλε τον αναπνευστήρα και του πέρασε τα λαστιχάκια πίσω από τα αυτιά. Ένας άλλος νοσοκόμος άρχισε να σπρώχνει το κρεβάτι με βιασύνη προς την αίθουσα ανάνηψης.

Είχε ακόμα τις αισθήσεις του, όταν εμφανίστηκε από την γωνιά τρέχοντας η Κρίστυ φωνάζοντας το όνομα του.

Τα μάτια του μαλάκωσαν, και ακούμπησε πιο αναπαυτικά στο μαξιλάρι. Εν κινήσει η Κρίστυ του έπιασε το χέρι, και του φώναζε «Μπαμπά σε αγαπώ, μη με αφήν…».

Ο ύπνος ήταν γλυκός και ήρεμος. Όλα ήταν ήρεμα και απλά. Μια νιρβάνα διαπερνούσε όλο του το σώμα, και για πρώτη φορά αντιλαμβανόταν την έννοια του παραδείσου.
Σαν όνειρο άκουγε μια φωνή από το υπέρ-πέραν. Η φωνή της Κρίστυ ήταν που έλεγε «Μπαμπά, Μπαμπά..»

Μπαμπά! Τι ωραία λέξη !

Σαν ταινία ασπρόμαυρη που κυλούσε γοργά, έβλεπε την ζωή του να περνάει σαν το νερό που τρέχει στο ρυάκι. Το ρυάκι της ζωής που άλλοτε πήγαινε αργά και άλλες φορές δύσκολα, τώρα πήγαινε γρήγορα και όδευε προς την θάλασσα. Ναι! την έβλεπε την θάλασσα από μακριά. Ένα απόλυτα όμορφο άσπρο φώς.

Όσα και να έβλεπε σε αυτήν την γρήγορη εναλλαγή εικόνων, οι μόνες που τον κάνανε να τινάζεται ήταν αυτά με την Κρίστυ..

Η γέννα – η πρώτη αγκαλιά – το πρώτο χαμόγελο – η πρώτη μέρα στο σχολείο ….

Όλες τις πρωτιές τις είχε αυτός. Και τότε συνειδητοποίησε ότι όλη του η ζωή ήταν η Κρίστυ και τώρα αυτή η ζωή έφευγε. Όδευε προς την θάλασσα, σαν ένα καράβι που τον είχε πάρει το ρεύμα και με καπετάνιο ένα ανήμπορο γέρο, χωρίς δύναμη να γυρίσει το τιμόνι.

Τότε άκουσε την Φωνή που δεν είχε κατεύθυνση, και ακουγόταν από παντού.

"Είσαι έτοιμος?"

Χωρίς ανάσα απάντησε :

«Όχι» «Αν έρθω τώρα θα με πάρεις δυστυχισμένο, αν περιμένεις θα με πάρεις με την θέληση μου» «Δεν έχω τελειώσει.» είπε φωνάζοντας.

«Πόσο πολύ την αγαπάς?»

Και ο πατέρας απάντησε χωρίς να σκεφτεί: «Την αγαπάω σαν Θεό μου!»

“Είσαι σε θέση να χάσεις τα πάντα για αυτήν?»

Και ο πατέρας απάντησε :
"Τα πάντα είναι αυτή, και εγώ είμαι τα πάντα για αυτή. Αν φύγω τώρα όλοι θα έχουμε χάσει αυτό το οποίο Μας δίδασκες. Την πίστη για την Αγάπη. Και Αγάπη μεγαλύτερη από του Γονιού δεν υπάρχει. Για αυτό με γέννησες, μην το ξεχνάς!»
Και συμπλήρωσε
"Απλά είμαστε ίδιοι χαρακτήρες, και διαφωνούμε καμιά φορά"

Και η Φωνή γέλασε, τόσο δυνατά που ακούστηκε παντού.

"Την ίδια ερώτηση έκανα και στην Κόρη σου! Και αυτή ήρθε εδώ. Και αυτή μου έδωσε τις ίδιες απαντήσεις! Δεν άντεξε τον θάνατο σου και ήρθε εδώ να σε βρει! Η δικιά σας Αγάπη είναι σαν την Αγάπη που δίδω εγώ στους Ανθρώπους. Δεν είναι πάντα δίκαιη και ούτε είναι εύκολο να ζεις μαζί της, αλλά ποτέ άδικη. Τώρα θα αγαπιόσαστε πιο πολύ και θα έχετε καταλάβει και η δύο ότι ο ένας είναι το αποτέλεσμα της Αγάπης του άλλου. Συχώρεσε τα λάθη της γιατί είναι δικά σου λάθη. Συγχώρεσε το πάθος της, γιατί εσύ πρώτος είχες αυτό το πάθος. Βοήθησε την κόρη σου να αποβάλει τα λάθη που εσύ της έδωσες."

Ένα δυνατό φώς, τύφλωσε τα μάτια του πατέρα. Φωνές ακουστήκαν από πάνω του.

"Συνέρχεται, ακούστηκε μια φωνή" «Θάυμα, μόνο Θαύμα μπορεί να είναι»….

«Ναι..» ψέλλισε αδύναμα ο πατέρας .. «Το θαύμα της Αγάπης… να το θυμάσαι…»



Σχόλια:
Δεν ξέρω ποιος αγαπάει πιο πολύ τον άλλο. Ο πατέρας την Κόρη ή Κόρη τον Πατέρα. Στο κάτω - κάτω είναι σαν μιλάμε για την ίδια αγάπη vice-versa. Απλά πολλές φορές για να το συνειδητοποίήσει κανείς πρέπει να είναι έτοιμος να το χάσει.. (ανθρώπινες αδυναμίες ή Θεϊκές υποδείξεις??)



“Σε αγαπώ γιατί στα μάτια σου βλέπω τον ευατό μου»
Όσκαρ Ουάιλντ.