Σελίδες

30/1/08

Living & Beleiving (I)








Παρατήρησα ότι γράφεις πολύ συχνά για τα Θεία. Είσαι τόσο πολύ θρησκευόμενος και γράφεις συνέχεια ιστορίες για τον Θεό ;

- Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς . Αν έγραφα για πόρνες θα ήμουνα πόρνη ? Και για να σου απαντήσω στο ερώτημα σου. Όχι, τουλάχιστον όχι με την έννοια που θέτεις. Δεν πάω στη εκκλησία τόσο συχνά και ζήτημα αν ξέρω απ’ έξω τόσα τροπάρια όσα ξέρουν οι γριές. Κάθε φορά που πάω στην εκκλησία ρωτάω «Και τώρα τι γίνεται.. θα μου εξηγήσει κάποιος;».

- Και τότε γιατί γράφεις; Προς τι η εμμονή σου για τον Θεό.

- Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Στον Θεό πιστεύω. Αλλά με τον δικό μου τρόπο. Όχι απαραίτητα με τον τετριμμένο. Ίσως κάποιος να πει ότι ζω εύκολα, γιατί το παίζω χριστιανός χωρίς – για παράδειγμα- να νηστεύω 40 μέρες. Και ναι δεν θα διαφωνήσω μαζί του. Τόσο θρησκόληπτος χριστιανός δεν είμαι. Αλλά τον θεό τον αγαπάω γιατί εγώ τον βλέπω.

- Τι εννοείς τον βλέπεις?

- Θα προσπαθήσω να στο εξηγήσω με όσο πιο απλά λόγια μπορώ. Όταν βλέπεις στον φούρνο ένα ταψί με μελομακάρονα, πιστεύεις ότι κατασκευάστηκαν εκ των ουκ άνευ ; Όχι βέβαια! Ξέρεις πολύ καλά ότι τα μελομακάρονα τα έφτιαξε ένας φούρναρης, και επίσης ξέρεις πολύ καλά , ότι χρησιμοποίησε μια φόρμα για να τα κάνει να μοιάζουν μεταξύ τους, χωρίς όμως να μπορέσει να τα κάνει ολόιδια. Όλα αυτά δεν τα βλέπεις εκείνη την ώρα, αλλά ο εγκέφαλος σου αυτόματα το γνωρίζει.

- Πράγματι κανένα μελομακάρονο δεν είναι ίδιο με ένα άλλο. Αλλά τι σχέση έχει αυτό με τον Θεό.

- Α είναι απλό. Όταν βλέπεις τα δώρα του Θεού δεν φαντάζεσαι τον ίδιο τον Θεό ? Εμένα τα δικά μου δώρα κοιμούνται αυτήν την ώρα στο δίπλα δωμάτιο, και ναι, σίγουρα είναι το πιο ακριβό δώρο που μπορούσε να μου κάνει ο Θεός. Και σίγουρα έχει χρησιμοποιήσει κάποια φόρμα αλλιώς το ένα μου παιδί θα έμοιαζε με άλογο. Κώδικα DNA την λένε την φόρμα οι επιστήμονες στις μέρες μας.

Κατάλαβες τώρα γιατί πιστεύω ότι τον βλέπω τον Θεό! Και επίσης πιστεύω ότι και κάποιοι άλλοι πολύ πριν από εμένα είδαν τα δώρα του Θεού και ζωγράφισαν τον ίδιο το Θεό, τρανή απόδειξη είναι τα βιβλία που διαβάζουμε σήμερα (Καινή και Παλαιά διαθήκη κ.α.) Τα πιο θετικά και ελπιδοφόρα βιβλία σε όλον τον κόσμο !

Απορώ μάλιστα γιατί κάποιοι άνθρωποι, από την δειλία τους να παραδεχθούν την Ανωτερότητα του Θεού, «ντοπάρονται» με βιβλία εμψύχωσης προσωπικότητας την στιγμή που κάθε ανάσα του Θεού περιλαμβάνει τέτοιες σκέψεις. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

Επίσης θα ήθελα να σε πληροφορήσω ότι για μένα ο Θεός δεν βρίσκεται στην εκκλησία απαραίτητα. Κατοικεί και μέσα στο σπίτι μου, και μάλιστα εκεί που δεν πάει το μυαλό σου. Να για παράδειγμα χθες το βράδυ κοιμόταν μαζί μου. Κάθε φορά που ξεσκεπαζόμουν με σκέπαζε να μην κρυώσω. Αν ο Θεός δεν απορρέει από την αγάπη που εισπράττουμε τότε που είναι ;

- Ναι άλλα, καμιά φορά ο ίδιος Θεός που φέρνει δώρα, κάποιες φορές παίρνει και πίσω αυτά που έδωσε, αφήνοντας στην θέση του συντρίμμια και κενό. Αυτό γιατί συμβαίνει ;

- Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι το εξής. Πες ότι έχεις ένα αμάξι που το αγαπάς πολύ. Κάποια στιγμή το αμάξι αυτό σταματάει να κινείται και πεισματωμένα δεν παίρνει μπρός. Παίρνεις τηλέφωνο τον κατασκευαστή και τον ρωτάς τι μπορεί να φταίει και το πολυαγαπημένο σου αμάξι δεν ξεκινάει. Και ο κατασκευαστής σου λέει από το τηλέφωνο δύο τινά :
  1. Aυτό το αμάξι ήθελε διαφορετική οδήγηση από αυτή που συνήθιζες να κάνεις εσύ, άρα καλά έκανε και χάλασε.
  2. Σε όλες τις παρτίδες κάποια μπορεί να βγούνε χαλασμένα. Απλά έτυχε σε εσένα.

Και αφού έρθει και δει το αμάξι σου από κοντά, σου λέει : Τυχερός είσαι γιατί τα λάστιχα θα έσκαγαν, αν πήγαινε το αμάξι πάνω από 10 km. Άρα και πάλι καλά έκανε και χάλασε. Η μεγάλη διαφορά με την ζωή είναι ότι δεν μπορούμε να συνομιλήσουμε με τον κατασκευαστή / αυτόν που στέλνει τα δώρα/ τον Θεό, απλά το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε είναι τούτο :

Όπως και σε ένα έργο τέχνης, φανταζόμαστε τον καλλιτέχνη και άθελα μας ερωτευόμαστε την αύρα του, έτσι και εδώ αν και δεν γνωρίζουμε τον Θεό προσωπικά, φανταζόμαστε το κάλλος της οπτασίας του, μέσα από τα όμορφα δημιουργήματα του.
Σκιαγραφούμε νοητά έναν αλάνθαστο και πάνσοφο εγκέφαλο εξετάζοντας την Σοφία και την Ακρίβεια που λειτουργούν τα πάντα γύρω μας.

Πώς λοιπόν αυτός ο Τέλειος, Αστείρευτος Ποιητής και Τέκτων των Πάντων και Παντοτινών μπορεί να πήρε κάποια λάθος απόφαση ή να αναίρεσε ένα από τα δώρα του ; Ταπεινή μου γνώμη.. μάλλον δεν έκανε.

Κάθε οντότητα είναι μόνο ένας κόκκος άμμου από το ατελείωτο ψηφιδωτό του Δημιουργήματός Tου. Και ναι, κάποιες φορές ο Τεχνίτης πρέπει να αφαιρέσει κάποιο κομμάτι για να δημιουργήσει κάποιο άλλο. Ίσως αυτήν να είναι η αιτία που συμβαίνουν κάποια πράγματα γύρω μας.

Εγώ πάντως ένα γνωρίζω για τον Θεό. Ότι δεν γνωρίζω τίποτα. Και αυτό μου δίδει έναυσμα να προσπαθώ να κατανοήσω τα έργα του ελπίζοντας μια μέρα να φανώ αντάξιος των δώρων που έλαβα.

27/1/08

Όνειρο..


Εκείνο το βράδυ, ύπνος βαρύς, το κορμί και το μυαλό μου είχε παρασύρει. Ένα όνειρο προσπάθησε να με αγκαλιάσει και εγώ έμεινα ακίνητος, το χάδι του να νιώσω και με τα μάτια της ψυχής μου στάθηκα να το χαζεύω…


Σε ένα χωμάτινο δρόμο ήμουνα και περπατούσα με σκέψεις φορτωμένος. Στα αριστερά του δρόμου, γέρικες πορτοκαλιές με λυγισμένα τα κλαριά από τους παρά-φορτωμένους της καρπούς, και στα δεξιά μου χώμα κόκκινο σαν αίμα οριοθετούσαν ένα μονοπάτι, αυτό που ακολουθούσα.

Κρατούσα ένα ξύλο χοντρό, ψηλό - για μπαστούνι μου το είχα - και από τα ρούχα που εφόραγα μάλλον για απλός άνθρωπος φαινόμουν. Ψηλάφησα το πηγούνι μου και έπιασα τα γένια μου ατημέλητα να κρέμονται κάτω από το πρόσωπο μου.

Πίσω μου άνθρωποι αρκετοί βαδίζανε μαζί μου. Δεν ήξερα γιατί το κάνανε αυτό αλλά φυσιολογικό αρκετά που φάνηκε εκείνη δα την ώρα.

Συνέχισα τον δρόμο μου και έφτασα πάνω σε ένα λοφίσκο. Κατευθύνθηκα στο κέντρο του, στο πιο ψηλό σημείο και ο κόσμος ευθύς με κύκλωσε τριγύρω μου να κάτσει. Στάθηκα ακίνητος και με τα μάτια μου τους ξεψάχνισα προσεκτικά. Ήταν όλοι φτωχοί, γυναίκες άντρες και παιδιά. Κάποιοι ήταν βρώμικοι άλλα από το πρόσωπο τους μια λάμψη ευδοκιμούσε. Κάποιοι άλλοι, που αν και ήταν αρχοντικά ντυμένοι, ήτανε φανερό ότι είχανε δωρίσει τα περιττά και μόνο τα ρούχα αυτά, τους είχαν μόνο περισσέψει.

Τα μάτια τους επίμονα με κοιτάζανε και ανέμεναν μια λέξη σωτηρίας ,ελπίδας απρόσμενα να έρθει. Κάποιος από αυτούς – ένας ψηλός αδύνατος με όψη αριστοκράτη – στο τέλος με ρώτησε, μπροστάζοντας το σώμα του, κάνοντας έτσι την φωνή του δυνατή.

«Πώς είναι ο Παράδεισος? Εσύ πρέπει να ξέρεις

Σήκωσα ψηλά τα μάτια μου και κοίταξα το ήλιο, προκαλώντας τον την τύφλωση να μου χαρίσει. Ήμουνα σίγουρος ότι ο ήλιος, εκείνη την ώρα πείσμα μεγάλο είχε βάλει, όλη τη γη αγκάλιαζε , θερμαίνοντας κάθε κύτταρο ζωντανού οργανισμού που από την γη τρεφόταν.

Ένα σύννεφο – προστάτης - εμφανίστηκε από την άκρη του ορίζοντα και γοργά κατευθύνθηκε πάνω από τον λοφίσκο. Το μπλε του ουρανού χάθηκε και τα γκρίζα σύννεφα, σκεπάσανε την γη. Σκόνη, άμμος ανακατεμένη με μυρουδιές της πλάσης σηκώθηκαν και σκέπασαν τον λοφίσκο.

«Πως είναι ο Παράδεισος ?» επανέλαβα βροντοφωνάζοντας και χάρισα στον άνθρωπο που ρώταγε δύο μάτια όλο φλόγες. Τότες, μου φάνηκε πώς άκουσα επτά σάλπιγγες να ηχούν από εφτά μεριές της γης, και είδα το αστέρι της βηθλεέμ να σκίζει τον ορίζοντα στην μέση.

Ο ουρανός χωρίστηκε από την μια με χρώματα απόκοσμα και μαγικά και από την άλλη απόηχος πολέμου ακούστηκε ανακατεμένος με κλάματα παιδιών και μάνες που σπάραζαν. Οι Δώδεκα Απόστολοι στο κέντρο κατοικούσαν. Με κοίταξαν κατάματα και με το φώς που στείλανε με ανάγκασαν το χώμα να φιλήσω.

Σκυφτός εκεί με δάκρυα, κατάλαβα ότι απάντηση καμία δεν είχα να επιστρέψω. Ο ουρανός απάνταγε μέσα από το υπερπέραν και η γη από την καρδιά της μέσα έσταζε στα πόδια μου το μέλι της σοφίας, αλλά στην γλώσσα μου λόγια σοφά δεν είχα να χαρίσω.

Τότε καταλάγιασα εσωτερικά, και το κενό του νου μου αποδέχτηκα θλιμμένα.

Με μάτια άδεια χάιδεψα το άνθρωπο αυτόν που με ρωτούσε και αυτός το βλέμμα χαμήλωσε σαν συγχώρεση να ζητούσε. Το μόνο που κατάφερα ήταν ετούτο να ψελλίσω :

“Πήγαινε σπίτι σου, και δες την κόρη σου αυτή, με τα μεταξένια τα μαλλιά και την κοιλιά χορτάτη. Πήγαινε μετά στου γείτονα απέναντι το σπίτι και δες τον γιό του τον αδύνατο, αυτόν που η κοινωνία έχει ξεχάσει. Αυτόν που από τον πρωί δούλευε και τώρα θα είναι ράκος. Πήγαινε και ρώτα τον ποια είναι η αλήθεια. Αυτός θα ξέρει καλύτερα γιατί εκεί έχει κατοικήσει. Κόλαση και παράδεισος μέσα στην κάρδια του κάστρα τρανά έχουν χτίσει. Και μετά γύρνα στην κόρη σου και δίδαξε την αυτά που εκείνη δεν γνωρίζει Και τότε μόνο την απάντηση μες στην καρδιά σου ψάξτην...»

Ιδρώτας σε όλο κορμί μου , και σφίξιμο μέσα απ’ την καρδία, με πέταξαν και τον ύπνο μου διακόψαν. Τα σκεπάσματα μου έδιωξα το όνειρο πια να με αφήσει. Αφού πλέον ανακάθισα καλύτερα στο κρεβάτι, τότε άρχισα να σκέπτομαι το νόημα του ονείρου.

Σοφός μάλλον δεν ήμουνα γιατί μια απλή απάντηση δεν άντεξα να δώσω, άγιος πάλι δεν ήμουνα γιατί στον κόσμο αυτό πολλάκις είχα σφάλει.

Άνθρωπος μάλλον ήμουνα και τύψεις κουβαλούσα..


13/1/08

Εν αρχή ην ο Λόγος



-Γεια σου πώς σε λένε. ?
- Μπορείς να με φωνάζεις Σταύρο ..
- Και τι δουλειά κάνεις Σταύρο?
- Τίποτα. Στο περισσότερο μου χρόνο είμαι Μάγος.
- Μάγος τι εντυπωσιακό, θες να μου εμφανίσεις ένα κέρμα που να βγαίνει από το αυτί μου.
- Θα ήθελα άλλα δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό.
- Καλά, κάνε κάτι άλλο βγάλε ένα μαντήλι από το χέρι σου.
- Δεν το ξέρω να το κάνω αυτό. Εσύ ξέρεις να μου δείξεις ?
- Εγώ δεν είμαι Μάγος, εσύ είσαι ο Μάγος. Εμ’ πας περιπτώσει μήπως μπορείς να βγάλεις φωτιές από το στόμα σου? Μήπως μπορείς να με εξαφανίσεις και να εμφανιστώ αλλού ?
- Μπα όχι, εξάλλου δεν θα ήταν καθόλου χρήσιμα όλα αυτά.
- Με έσκασες, τι σόι μάγος είσαι που δεν μπορείς να κάνεις τα τετριμμένα. Αυτά που και ο κάθε λογής ταχυδακτυλουργός τα κάνει έτσι για το κέφι του. Μάλλον με κοροϊδεύεις!
- Όχι όχι αλήθεια είμαι μάγος, απλά μάλλον δεν είμαι τόσο καλός όσο αυτοί που αναφέρεις. Εγώ κάνω πολύ πιο απλά πράγματα.
- Κατάλαβα, να σου φέρω μια τράπουλα ?
- Τι να την κάνω?
- Με έσκασες, φεύγω.
- Κάτσε κάτσε. Είπε ο Μάγος και έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό ραβδάκι. Είπε δύο κουβέντες ακαταλαβίστικες σιγανά και κούνησε το ραβδάκι γύρω γύρω τρείς φορές.

Μεμιάς η λίμνη που κοιτάζανε έγινε μπλε και μετά άσπρη. Σαν να κοκάλωσε η φύση από ένα απότομο παγετό, τα πάντα γύρω άσπρισαν. Η λίμνη είχε γίνει ένα απέραντο παγοδρόμιο. Το φεγγάρι σαν να το τράβαγε μαγνήτης έκανε την τροχιά του σε δευτερόλεπτα, και λίγο πριν εξαφανιστεί στην ανατολή, από το ίδιο μέρος άρχισε να εμφανίζεται λαμπρά ο ήλιος. Με ταχύτητα ανέμου έφτασε ως την μέση του ουρανού, και οι ακτίνες του χάιδεψαν την λίμνη που πλέον άρχισε να λιώνει την παγωμένη ανάσα της . Οι υάκινθοι στα πλάγια τις λίμνης τινάζανε χαρωπά τα χιόνια από τα φύλλα, και γύρναγαν το μίσχο τους προς τον ήλιο. Το άσπρο χρώμα του κάμπου έγινε πάλι πράσινο και το άσπρο της λίμνης έγινε πάλι μπλε.
Ο ήλιος συνέχισε την ξέφρενη πορεία του και βούτηξε με χάρη στην δυτική μεριά της λίμνης. Σαν αρμονία χορευτών, η σελήνη διαδέχθηκε τον ήλιο και μαζί καλούσε τα σύννεφα να κάνουνε παρέα. Σύννεφα γκρι και μαύρα τύλιξαν τον ορίζοντα, και από την πολύ ψιχάλα ο υάκινθος παρέα με τις ζέρμπερες έριξαν τον φύλλα τους, την γη να την ταΐσουν. Όλα τα δέντρα γυμνωθήκανε, και απολαμβάνανε τη βροχή μέσα στις ρίζες τους.

- Φτάνει, φτάνει δεν μπορώ να πιστέψω αυτό που βλέπω πως το κάνεις ?

- Δεν ξέρω, Εγώ τα έφτιαξα, αλλά κάποια στιγμή μου φάνηκαν βαρετά γιατί κανείς δεν τα έβλεπε. Μετά έφτιαξα τους ανθρώπους άλλα και αυτοί πάλι δεν τα βλέπανε. Τώρα κάθομαι και μιλάω με τους ανθρώπους και μου ζητάνε να κάνω κόλπα με την τράπουλα ή να βγάλω φωτιές από το στόμα μου. Όλοι ξέρουν τα μαγικά μου, αλλά λίγοι πλέον ξέρουν τον Μάγο. Τι έκανα λάθος δεν ξέρω, αυτό ψάχνω.


- Καταλαβαίνω τι λες. Έκανες του ανθρώπους με λογική και σκέψη, και τα ζώα με ένστικτο. Το Ένστικτο δεν μπορεί να σε θαυμάσει, γιατί δεν καταλαβαίνει, και ο άνθρωπος που κατέχει λογική και σκέψη, σε αμφισβητεί γιατί απλά δεν πιστεύει ότι είναι μαγικά. Υποστηρίζει θεωρίες όπως του Δαρβίνου και του big-bang, και αυτό γιατί δεν μπορεί να εκλογικεύει μαγικές πράξεις. Να σε ρωτήσω όμως κάτι : Είναι αλήθεια ότι μας έφτιαξες κατ’ εικόνα σου;


- Αλήθεια είναι. Τα πάντα είναι δημιουργήματα μου και σε όλα έχω δώσει κάτι απο την Ψυχή μου. Απλά στους ανθρώπους έβαλα και την σοφία μου, αλλά δεν απεκάλυψα τα μαγικά μου.

- Τότε έχε υπομονή, άσε μας να κάνουμε λάθη, άσε μας να σε αμφισβητήσουμε! Όπως τα παιδιά πρέπει να πέσουν, για να μάθουν να περπατάνε έτσι και μείς για να σε αποδείξουμε πρέπει πρώτα να καταρρίψουμε, και σιγά σιγά θα πλησιάσουμε στην Σοφία σου..
Εξάλλου :

“Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος.
Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν.
πάντα δι' αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν.”


Ένας ταπεινός θαυμαστής του Μάγου…

6/1/08

Το ημερολόγιο μιας Αγίας


Νωρίς πρωί εξύπνησα, μέσα στο μπάνιο μπήκα, μα αν και το κορμί μου καθαρό, ψυχή βαριά σαν πέτρα στην λίμνη καθισμένη.


Το πρωινό ήταν λιτό, φρούτα χυμός και πορτοκάλι, αν θα ‘πρεπε στην ζυγαριά επάνω να ανεβώ, και τα γραμμάρια μέτραγα, πάλι σαν χθες τα ίδια πρέπει να ‘ταν.

Ο ουρανός μουντός, με άσπρη σκόνη τα σύννεφα τριμμένα, άραγε σήμερα τι διάφορο θα μου συμβεί, τι να μου φέρνει η νύχτα?

Ντύθηκα φόρεσα ρούχα απλά, κορμί να μην μαγεύει. Πήρα την τσάντα την μπορντώ, αυτή με τα άστρα απέξω. Έβαλα μέσα χρήματα για να ψωνίσω φέτες, ψωμί του τοστ και βούτυρο που απ ’το ψυγείο λείπουν.

Στο γυμναστήριο έφτασα και ο διάδρομος με ρούφηξε, τις σκέψεις μου τραβούσε. Εικόνες από το χθες, πρόσωπα ιδρωμένα, και λεκιασμένα χρώματα μες στην ψυχή μου σκάλωσαν την νιότη μου τραβούσαν.

Άραγε σήμερα ο θεός ποιόν λίγδα ποιόν σατράπη, ποιός την τύχη μου τη στραβή απόψε θα υφάνει ?

Μετά το γυμναστήριο, βόλτα στο σουπερμάρκετ. Χρόνος υπήρχε ακόμη εδώ, οι τράπεζες μην κλείσουν.

Λόγια απλά καθημερινά, την βρώμα του κορμιού μου, κανείς τους δεν την πρόσεχε, κανένας δεν την ξέρει. Έτσι λοιπόν με χαιρετάν κάθε πρωί στο μαγαζί που τρόφιμα ψωνίζω. Και ‘γω μες τους ανθρώπους χάνομαι το πλήθος να με κρύψει.

Ώρα 12:00 ακριβώς όπως και κάθε μέρα, ο άνθρωπος πίσω από το γκισέ τα χρήματα μετράει. Και με το βλέμμα πονηρό απόδειξη εκδίδει.
- «Στο όνομα Θεοτοκάτου Μαίρη είπαμε, να μη το ξαναλέμε»
Χαμόγελο εισέπραξα, τα χρήματα επήρε,
- «Το όνομα του καταθέτη ξεχάσατε, εδώ το όνομα γράψτε..»
- «Ανώνυμα ,και πάλι όπως χθές. Δεν θέλω να μάθει το όνομα κανείς, ούτε και συ ο ίδιος!.»

Ώρα 14.00 ακριβώς, τρέχω λαχανιασμένη εκεί δίπλα στο στενό κάτω από τις πινακίδες. Εκεί όπου δεν φαίνομαι, και ‘γω τα βλέπω όλα.

Παιδιά πολλά, σχολείο σα σχόλασε, και απ έξω όλα τα δέντρα ανθήσαν. Η μουριά καρπό παρουσίασε, και το χαλί της φύσης φάνηκε, μέσα από το τσιμέντο.

Χαμόγελα παντού, γονείς τα περιμένουν. Νάτο και το καμάρι μου, στον ώμο την τσάντα είχε. Θαρρώ πολλά θα έμαθε και στο σχολείο πρώτο. Είχε το αστέρι του ουρανού πάνω από το κεφάλι, και με νεραιδόσκονη την είχανε ποτίσει, σωστή κοπέλα έγινε , μακάρι να την ήξερα, αλλά τι να την διδάξω?

Έτρεξε μπρός, και τα μαλλιά ανεμίζανε σαν χαίτη αλογίσια, όπου ο κύρης φούσκωνε και ο ιπποκόμος περήφανα γελούσε.

Θα θελα να ‘χα μια στιγμή, τόσο πολύ ντρεπόμουν. Φαινόταν πάντως μια χαρά, τα μάγουλα ροδίζαν, και από τα χείλια τα πλατιά, μόνο λόγος καλός μπορούσε να ανθίσει.

Έτρεξε και κρύφτηκε στην αγκαλιά, του θείου ,εκείνου που την πρόσεχε και όρκο ιερό είχε δώσει. «Η μάνα σου σε άφησε και τώρα δεν σε θέλει. Εγώ είμαι ο πατέρας σου, εσύ είσαι η ζωή μου.» Λόγια μεγάλα, βροντερά στον σύμπαν είχε βάλει. Και μάνα δεν εγνώριζε και τίποτα δεν ξέρει.

Μαζεύτηκα στην άκρη μου, χώρο στον χρόνο έδωσα και σπίτι μου γυρνούσα. Δεκαετία ολόκληρη την ίδια ιστορία. Κάποια στιγμή, θα ένιωθε και αυτή να με γνωρίσει και τότε θα κρινόμουνα, κατάρα μεγάλη θα έπινα, τόσα χρονάκια πάνε.

Την ίδια δεν την στήριξα, πολλά όμως της χρωστάω. Και ένα το πιο σημαντικό την ίδια την ζωή μου, αλλιώτικα εγώ το ποταμό των ζωντανών απέναντι ευθύς θα είχα περάσει. Σε ‘φχαριστώ μικρούλα μου, για σένα ακόμα πνέω, και ας είναι τα ολίσθια να πάνε παρά πέρα.
Να ζήσω την στιγμή, τα μάτια σα θα κλείσω, αλήθειες ρεαλιστικές να σου τις δώσω πίσω.
Ερχόταν βράδυ έπρεπε να κοιμηθώ λιγάκι. Από το απόγευμα νωρίς δουλειά με λίγα ρούχα θα πιανα, κορμιά θα συναντούσα. Κάποιες ψυχές θα λύτρωνα και κάποιες θα με τρώγαν. Χρήμα ακριβό να ‘φήνανε στο κομοδίνο δίπλα, και μένα δε με ένοιαζε, ποιά το είχα συνηθίσει.

LAST CHAPTER
«Μάνα εγώ δεν γνώρισα, ίσως να μην με θέλει. Αλλά εγώ την αγαπώ, και αυτή ας μη με ξέρει. Θεέ μου δώσε δύναμη στην μάνα μου να αντέξει, να μην με βλέπει να μη με αγαπά και όταν μια μέρα έρθει, εδώ εγώ θα την φιλέψω. Και αυτό της το αδίκημα, Θεέ μου μην το καταλογίζεις, όπως Εσύ έτσι και ‘γω όλο τον κόσμο συγχωρώ, και ο κόσμος με αγαπάει. »

Με αυτά τα λόγια τα μικρά το ημερολόγιο κλείνει, και ο Θεός απάντησε μέσα απ’ τα όνειρα της.

1/1/08

2008


Κάθομαι ακίνητος, και στοχάζομαι την χρονιά που έφυγε. Ο ορίζοντας μουντός σαν να τον έχεις τρίψει με χιόνι φοράει τα γιορτινά του.


Διακριτικές οσμές από καμένο ξύλο περιπλανιούνται στην ατμόσφαιρα και με την φαντασία μου ζωγραφίζω ανθρώπους γύρω από ένα τζάκι, άλλοι να βλέπουν τηλεόραση, άλλοι να διαβάζουν, και άλλοι - ίσως οι πιο τυχεροί – να είναι αγκαλιά με αυτούς που αγαπάνε.


Η φύση έξω από το παράθυρο ανίκητα ακίνητη εκμαιεύει τις σκέψεις. Μόνη κίνηση στον χώρο τα δακτυλίδια καπνού που βγαίνουν από το τσιμπούκι μου. Έχω βάλει το καλό ταμπάκο στην πίπα, αυτόν τον δανέζικο που μου έφεραν δώρο πρόσωπα αγαπημένα, και αναλογίζομαι τον χρόνο που πέρασε και αυτόν που θα έρθει.


Σταματάω τις σκέψεις, αυτές που πληγώνουν, και κοιτάω το παρόν. Ούτε καν το αύριο.


Είμαι όρθιος, ζωντανός και τα πρόσωπα που αγαπώ ταξιδεύουν στον κόσμο των ονείρων με καράβι το κρεβάτι τους στο δίπλα δωμάτιο. Όλα είναι καλά λοιπόν.

«Θεέ μου δώσε μου υγεία να πολεμώ τον χρόνο που ανελέητα κατασπαράζει την στιγμή, και κάνε την κάθε στιγμή μου να είναι σαν τώρα!»