Σελίδες

31/10/08

Ο Αστερισμός του Πάνα.



Ανοίγει η ξύλινη πόρτα και βγαίνει από μέσα το κορίτσι με ρούχα απλά καθημερινά, ο κότσος κρέμεται στο πλάι, μια αθώα ύπαρξη στον αστερισμό του Πάνα.

Γιατί ο κόσμος, σφυρίζει αδιάφορα με ρωτάει, δεν μπορώ να απαντήσω στέκομαι αδύναμος στην απάντηση.

Γιατί ο κόσμος κοιτάει τον εαυτό του με ρωτάει, το στομάχι σφίγγεται, την κοιτάω ανέκφραστος.

Γιατί όλοι κοιτάνε το συμφέρον τους, μια χαρακιά στην πλάτη με ματώνει, σφίγγω τα χείλια δεν θα ματώσω την ψυχή της.

Γιατί ! Γιατί ! Γιατί ! Γιατί ! Γιατί ! με χιλιάδες ερωτήσεις με μαστιγώνει και εγώ εκεί το τέρας της λογικής, ο ηθικός και επαναστατημένος, ανήμπορος να σηκώσω ένα δράμι από το βλέμμα μου πάνω της.

ΜΗΝ ΜΕ ΡΩΤΑΣ ΑΛΛΟ, της λέω κοφτά, δεν έχω απαντήσεις μόνο υποσχέσου ότι θα κάνεις αυτό που θα σου ζητήσω…

Τι; Με ρωτάει γλυκά κοιτάζοντας με στα μάτια, οι κόρες του ματιού μου άνοιξαν και την αγκάλιασαν.

Θα κοιμηθείς, και θα ξεχάσεις ότι ρώτησες, δεν είναι ερωτήσεις για ανθρώπους αυτές .. θα σε νανουρίσω, αυτό κάνω, αυτό κάνουμε, δεν απαντάμε ..

Γιατ… πήγε να ρωτήσει και η έκφραση μου έσπασε σαν τον καθρέπτη σε χίλια κομμάτια.

ΜΗΝ το κάνεις αυτό.. θα σου πω ψέματα, τα ίδια που ξέρω και εγώ, κάνε αυτό που σου είπα και ονειρέψου μια πεδιάδα, μια λίμνη, μια νεράιδα και όλα θα γίνουν απλά, άσπρα και αγνά, μέσα σου θα γαληνέψεις, όπως όλοι ..

Και είναι σωστό αυτό;, με ρώτησε, έκατσα στα γόνατα, πλέον παρακαλούσα..

Το σωστό είναι αυτό που θα σου μάθω, τίποτα άλλο.. δεν καταλαβαίνεις ; ακόμα και οι σκέψεις σου θα είναι οι δικές μου, των άλλων και των προηγούμενων, μόνο έτσι .. μόνο έτσι ..

Πάντως να ξέρεις σε αγαπώ.. ακόμα και αν κάποτε θα σε έχω μάθει να το αμφισβητήσεις…

28/10/08

Το υπέρτατο δώρο..




Έπιασε με το ένα του χέρι την κλωστή και την τράβηξε δυνατά, ένας κόσμος λαμπερός βγήκε μέσα από το κουτί, γεμάτος φώτα, λάμψη, θόρυβο. Σαν μια φωτεινή μπάλα παρουσιάστηκε μπροστά τα μάτια των θεατών και το περίεργο ήταν ότι ο καθένας έβλεπε κάτι το διαφορετικό από τους άλλους. Άλλος έβλεπε την ζωή του, άλλος μια ζωή που είχε ονειρευτεί και άλλος μια ζωή που ελάχιστα θυμόταν.

Οι άνθρωποι σκιρτήσανε, μια σιωπή και ένα μακρόσυρτο αααχχ.

Τα φώτα της αίθουσας χαμηλώσανε η λάμψη απο το κουτί έγινε πιο δυνατή, ο κύριος με την κόκκινη στολή και το πεταχτό μουστάκι σαν ουρά γάτας, ίδρωνε με το μαγικό που έκανε. Και άλλες φορές το είχε κάνει, αλλά αυτή την φορά του φάνηκε η καλύτερη. Συνέχισε να προσπαθεί, το μαγικό έπρεπε να κρατήσει όσο γίνεται περισσότερο…

Ένιωσε τα κόκκαλα του να πονάνε, οι σάρκες του να τον στενεύουν, τσιτώθηκε το πρόσωπο του. Έσφιξε τα δόντια απερίσπαστος, έπρεπε να συνεχιστεί αυτό το μαγικό, μέχρι όλοι να κατανοήσουν αυτό που βλέπουν. Ο ιδρώτας, έγινε αίμα, το στομάχι του ρουφήχτηκε μέσα, οι αναπνοές κοφτές άφηναν ένα μικρό επιφώνημα πόνου. Το κεφάλι στένευε σαν μια μέγγενη να το έσφιγγε. Λίγο ακόμα ..

Έπεσε στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες.

Όταν τον γυρίσανε στο πλάι, ήταν ήδη γέρος και το δέρμα του ζαρωμένο σαν του ελέφαντα. Φυσικά αίτια γράψανε στην αναφορά οι ιατροδικαστές. Πέθανε από γηρατειά, ο μόλις εικοσιπέντε χρονών ταχυδακτυλουργός.

Και το πιο περίεργο; Σαν τελείωσε η παράσταση, από την έξοδο του θεάτρου βγαίνανε για ώρες ολόκληρες παιδιά!

Ακόμα το θυμάμαι.. ο δρόμος γέμισε παιδιά, χαμόγελα, γέλια. Παίζανε, τρέχανε από εδώ και από εκεί , χοροπηδούσαν ευτυχισμένα. Όσοι τα βλέπανε, γελούσανε και αυτοί με την σειρά τους. Και εγώ..

Ίσως να επέστρεψε για μια τελευταία παράσταση ο Θεός στην πόλη ..

Ίσως πάλι να τα ονειρεύτηκα όλα αυτά..

26/10/08

One lovely morning you will rise up singing



- O.. Τζων Μπόι, μίλησε μου για σένα ..

Μια νωχελική φωνή από το σαξόφωνο στην σκηνή, νόθευε μουσικά την καπνισμένη αίθουσα με την μελωδία του summertime. Μια παχουλή μαυρούλα με αστραφτερό φόρεμα και κουρασμένα μάτια, κράταγε σφιχτά το μικρόφωνο και ναι, είχες την αίσθηση ότι μυξόκλαιγε πάνω του, σαν να εξομολογείται μια τρομερή αμαρτία ..

one of this days..

πίσω της μια ασπρόμαυρη μπάντα αναδευόταν στον ρυθμό και σιγοτραγουδούσε..

fish are jumping ..

Η αίθουσα δεν είχε μαζέψει πολύ κόσμο σήμερα, ίσως να έφταιγε ότι ήταν καθημερινή, ίσως και ο αγώνας να είχε μαζέψει τον κόσμο σήμερα στα σπίτια του. Έκανε και ένα βρομόκαιρο που σε μάζευε στα ρούχα σου. Όχι δεν ήταν μέρα για έξω.. ζήτημα αν θα έβγαζε τα λεφτά της μπάντας, ο Τζόναθαν – ιδιοκτήτης – του μπαρ. Κάποιες φορές όμως, αυτό το σκεφτόταν λίγο. Σημασία έχει να περνάς καλά, έλεγε συχνά και με αυτήν την μουσική, μόνο καλά μπορεί να περνάει κάνεις. Στεκόταν με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο μπαρ και νοσταλγικά κοίταζε την μαυρούλα Μάντι που τραγούδαγε το αγαπημένο του τραγούδι.

Σε μια γωνία ένας ψηλός με δεμένες πλάτες και μαλλί ποτισμένο στην μπριγιαντίνη, ο Τζων Μπόι και δίπλα του μια από τις κοπέλες του μπαρ, η Τζίνα, οπλισμένη με ένα χαμόγελο αφέγγαρο, κρατούσε το τσιγάρο της μακριά από το στόμα της με ύφος. Τα ρούχα της αν και ακριβά, ήταν φανερό ότι δεν της ταιριάζανε, ίσως και να έφταιγε το έντονο βάψιμο που γυάλιζε μέσα στα χαμηλωμένα φώτα, φαινόταν φθηνή, ανένταχτη στην πολυτέλεια.

-Τζων Μπόι, πες μου κάτι για σένα.. του ξαναείπε με λαγνεία και του έπιασε τον ώμο, αφήνοντας τις ψεύτικες βλεφαρίδες της να πεταρίσουν ναζιάρικα..

..Your mom is good looking....

Βάλε μου άλλο ένα ποτό, του ξαναείπε ψιθυριστά στο αυτί. Αυτός υπάκουα έκανε νόημα, στο γκαρσόνι με το μαύρο σακάκι και σε πολύ λίγο πάνω στο τραπέζι τους, ήρθε ένα μαρτίνι με μια ελιά στο χείλος του ποτηριού και ένα ουίσκι Καναδέζικο.

.. and the living is easy ..

Μίλησε μου, σε παρακαλώ , για οτιδήποτε.. του ξαναείπε και δευτερόλεπτα μετά τραβήχτηκε από πάνω του σαν εισέπραξε για άλλη μια φορά την σιωπή του. Έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι και σχεδόν αμέσως άναψε άλλο ένα. Το άναψε με τον ασημένιο αναπτήρα της και φύσηξε τον καπνό πάνω στην μούρη του Τζόν Μπου, που για άλλη μια φορά δεν αντέδρασε.

Ωραία λοιπόν, θα σου πω εγώ κάτι να συζητήσουμε .. είπε και σταύρωσε τα χέρια της, κρατώντας το τσιγάρο με τα ακροδάχτυλα.

- Σήμερα το πρωί με πήρανε τηλέφωνο από το Λούσβιλ, ξέρεις το χωριό του πατέρα μου. Το πρωί βρήκανε νεκρή την μητέρα μου στο χωράφι ενω περιποιόταν τις τριανταφυλλιές της.

..o.. your dad is rich and yours mom good looking ..

Ο Τζων Μπόι γύρισε το κεφάλι του κατά το μέρος της. Η Τζίνα είχε βουρκώσει.
- Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα μας Τζων Μπόι; δεν πιστεύουμε! δεν πιστεύουμε σε τίποτα ! Θέλω να πω, η μητέρα μου πίστευε ότι οι τριανταφυλλιές της ήταν πιο σημαντικές από εμένα. Τις περιποιόταν καθημερινά, ενώ εμένα... Ναι !Τζων Μπόι ένα μάτσο τριανταφυλλιές είναι πιο όμορφες από εμένα! Είμαι όμορφη Τζων Μπόι;. Δεν απαντάς ε ! Δεν πειράζει την ξέρω την απάντηση. Είναι φανερό ότι εσύ και η μητέρα μου είστε το ίδιο, δεν σας ενδιαφέρω. ..., σκούπισε τα μάτια της με προσοχή να μην φύγει το μέικαπ ..

Η τραγουδίστρια είχε σταματήσει να τραγουδάει και κάνοντας ένα βήμα πίσω άφησε το σαξόφωνο να σκίσει τον αέρα. Όλοι ρίγησαν και κοίταξαν τον σαξοφωνίστα που είχε σηκωθεί όρθιος. Ακόμα και ο Τζόν Μπόι.

- Δεν νομίζω ότι μπορώ να κάτσω άλλο μαζί σου, ξέρεις έχω και άλλους πελάτες να γνωρίσω.
Του είπε σαρκαστικά και άρχισε να μαζεύει τα πράγματα της. Και πάλι ο Τζων Μπόι δεν μίλησε, παρά κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά.

Η Τζίνα σηκώθηκε από την θέση της νευρικά, ελίχθηκε ανάμεσα στα τραπέζια και πλησίασε τον Τζόναθαν τον ιδιοκτήτη. Σε παρακαλώ, μην με ξανάστειλες σε αυτόν .. του είπε στο αυτί.. Ο Τζόναθαν την κοίταξε στα μάτια απορημένος.

- Σε ποιόν εννοείς ;
- Σε αυτόν, μωρέ .., του είπε και του έδειξε ένα τραπέζι στην γωνία που ήταν άδειο και το καρό τραπεζομάντιλο καλά στρωμένο έδειχνε ότι εκείνο το βράδυ κάνεις δεν είχε κάτσει εκεί .. Δεν είναι δυνατόν! αναφώνησε και με τα μάτια της έψαξε στην αίθουσα για τον Τζων Μπόι. Μάταια..
- Στο ορκίζομαι ! του είπε, ο Τζων Μπόι ήταν εκεί και μιλάγαμε ..!
- Τζίνα, αν θες πάρε ρεπό για σήμερα, ο Τζων Μπόι έφυγε χθες το βράδυ.. καρφώθηκε με την μηχανή του πάνω σε ένα αυτοκίνητο, στην Route 666, ξέχασα να στο πω.. δεν θα ξανάρθει…..,

από το τατουάζ στο μπράτσο τον αναγνωρίσανε, ένα μικρό κατακκόκινο τριαντάφυλλο..

..hush little baby, heee don᾽t you cry ..


Everything is an illusion. so please rise up singing
even the sky is high or the cliff is smiling ..*

25/10/08

Masters of Photography

Masters of Photography: Andre Kertesz



"Everything is a subject. Every subject has a rhythm. To feel it is the raison detre.
The photograph is a fixed moment of such a raison detre, which lives on in itself."

created by zafsot

Πρισματικές σταγόνες σκέψης..



Δεν είναι τα χρώματα, δεν είναι οι γραμμές, δεν είναι η τεχνοτροπία παρά το θέμα του πίνακα είναι αυτό που ξυπνάει μέσα σου, τον αγροίκο της τέχνης και τον δημιουργό. Ακουμπάει την φαντασία σου με τα στιβαρά του μπράτσα και με ένα τίναγμα των φτερών την απογειώνει σε μια άλλη πολιτεία, εκεί που εσύ ακόμα ονειροπολείς να βρεθείς μια μέρα. Και νιώθεις μέσα σου βαθιά την ανάσα του ζωγράφου να κοντανασαίνει με ένα παρακαλετό και να σου λέει :

κάτι έχω να σου πω, κοίτα για λίγο εδώ...

Έτσι με τέτοια θαμπωμένα μάτια κοίταζα ένα πρωί, το κάδρο της κουζίνας μου. Ένα απλό συνηθισμένο κάδρο, που χρόνια τώρα με συντροφεύει στην καθημερινότητα μου. Πότε το απέκτησα; Πότε το κάρφωσα στον τοίχο, ακόμα και τώρα δεν μπορώ να ανακαλέσω αυτήν την θύμηση αλλά και ελάχιστη σημασία έχει. Ο μύθος ότι αυτό υπήρχε εκεί πριν από εμένα με ικανοποιούσε, με έκανε να νιώθω μεγαλύτερο σεβασμό σε αυτό το κατασκεύασμα του ανθρώπου, που άθελά του μετέφερε το μήνυμα του καλλιτέχνη μέσα στα χρόνια, σαν το μπουκάλι στην θάλασσα.

Θάλασσα, γαλάζια και απέραντη, σαν ασπρισμένα κοχύλια ο αφρός και ένα παράθυρο άσπρο με μπλε νησιώτικο, που οδήγαγε το βλέμμα σου μέσα στο μεγαλείο της. Και αν το παράθυρο δεν ήταν διακριτό αρκετά, τα μάτια της ψυχής μου το έβλεπαν, ορθάνοιχτο. Αυτή ήταν ή ματιά του ζωγράφου, αυτά βλέπω και εγώ σήμερα εκεί.


Ένιωσα άσχημα, δεν το απαρνιέμαι, τόσα χρόνια μέσα στην κουζίνα μου, αυτό και εγώ, δύο ξένοι. Μα σήμερα του έκανα την τιμή και έκατσα απέναντί του, με σεβασμό. Παρατήρησα όλες τις ψευδαισθήσεις του καλλιτέχνη, τα βαθουλώματα του χρώματος στα σημεία που ίσως να υπήρχε από πίσω ένας γρίφος. Δεν τον έλυσα, ούτε καν προσπάθησα. Γρίφος λυμένος, δεν είναι γρίφος και αν εγώ ποτέ έβαζα γρίφο σε κάποιον, θα στεναχωριόμουνα τρομερά αν τον έλυνε.


Άφησα λοιπόν την μαγεία- αν υπήρχε- στην θέση της, δεν προσπάθησα να μαντέψω τίποτα, παρά χάραξα με τον νου μου την αύρα του καλλιτέχνη. Τον φαντάστηκα, να ετοιμάζει την παλέτα του με μαεστρία και τα πινέλα του στην σειρά, καλά καθαρισμένα. Φαντάστηκα την θάλασσα, ένα πρωινό στην Καλδέρα ίσως (είπαμε δεν θα τον λύσω ούτε αυτόν τον γρίφο) και τον άνθρωπο με τα ψαρά μαλλιά και το φαρδύ καπέλο να περνάει τα πινέλα του πάνω στον καμβά με την σιγουριά του θεού, την δύναμη του Δία και την αποφασιστικότητα του Ποσειδώνα. Τα ρούχα του ο άνεμος τα ανέμιζε, ένα παιχνίδι παιδικό που παίζει χρόνια τώρα. Τα μαλλιά του, αναδευόντουσαν, σαν έχωνε η νεράιδα την χτένα βαθιά μέσα..

Όλες τις αισθήσεις έβαλε μέσα εκεί, την θάλασσα, γυναίκα ξιπασμένη και ερωμένη μου, τα σύννεφα, σκεπή των ονείρων και της σκέψης μου και τέλος το παράθυρο, αυτό το συνειρμικό δισάκι που πάντα κουβαλάω.



Μια σκέψη όμως με τάραξε, σε μύρια κομμάτια τον νου μου έφερε. Μήπως απλά, η καινούργια ανακάλυψη των ματιών μου, έκανε τον πίνακα σημαντικό; Μήπως ο φόβος της νέας οπτικής με τρομάζει, μήπως ο καθημερινός θαυμασμός αποφέρει κορεσμό; Μήπως τώρα που ανακάλυψα το κάλος του, τα χρώματα ξεβάψουνε, η θάλασσα στερέψει και το παραθύρι αυτό σφαλιστά με κλείσει απ’ έξω; Μήπως ο μύθος, πρέπει να μείνει μύθος ; Μήπως κέρδισα το Κέρας της Αμάλθειας και έχω πια τον πλούτο, να ξεχωρίζω το όμορφο παντού; Η αμφιβολία, η αμάθεια και ο φόβος με τύλιξε όπως το γιασεμί βίαια αγκαλιάζει τον τοίχο ..

Ρίγησα, νευρικά τα δάχτυλα χτύπησα πάνω στο τραπέζι. Πήγα στο δωμάτιο, ένα σεντόνι έφερα το σκέπασα και το κατέβασα κάτω.

Εμείς οι δυο πρέπει να χωρίσουμε,.. του είπα και το έβαλα βαθιά στην αποθήκη.


..ας παραλάβει ο καθένας, αυτό που του λείπει ..