Σελίδες

25/6/09

Somewhere Over The Rainbow...




Πέρα από το ουρανό, πέρα από το ουράνιο τόξο,
Πάνω από τα αστέρια και την όμορφη σελήνη,
Κάπου στο σύμπαν,
Θα σε βρω,
Πάνω στο άλογο που αγαπούσες,
Να γελάς και να χαίρεσαι,
Να νικάς και να κλαις,
Για ένα κλωνάρι που έγινε δέντρο,
Για ένα χελιδόνι που μόλις γύρισε από τον νότο,
Για κάθε φαντάρο που γύρισε σπίτι του,
Για κάθε γωνιά που σκόνη δεν έκατσε,
Για κάθε χαμόγελο,
Σε κάθε άνοιξη,
Σε κάθε χειμώνα.

Κάπου λίγο πιο μακριά από το ουράνιο τόξο.
Θα σε βρω,
Θα με ανοίξω και θα σε βρω.

**

Απόψε βάφω το σπίτι μαύρο,
Μα δύο παράθυρα ασπρίζω,
Σαν έρθει το περιστέρι να με βρει,
Στο γραφείο μου, να γράφω,
Για κείνες τις στιγμές,
Για εκείνη την ώρα που το περιστέρι,
Με πλησίασε..
Άραγε το μήνυμα που φέρνει, ποιο να είναι ;

Πάντα της άρεσαν οι βιολέτες,
Πόσο χαιρόταν κάθε φορά που της έφερνα λουλούδια,
Δεν ζήταγε, γιατί δεν είχε ανάγκη από κάτι άλλο,
Παρά την ομορφιά του Θεού, τίποτα άλλο.
Τα όνειρά σου, μια αγάπη για τον κόσμο,
Τα όνειρά μου, μια αγάπη για σένα..

Τώρα ο Θεός την ζητά,
Βλέπεις θέλει και αυτός να δει από κοντά,
Τα παιδιά του.

Να ξέρεις όμως Θεέ μου,
Απόψε πρέπει να παλέψεις...

22/6/09

Ευρυνόμη




«Πες μας, πες» σιγοτραγούδαγαν οι κόρες.
Η μια το μαλλί έξαινε,
η άλλη τα προικιά της
και η τρίτη φτιασιδωνόταν στον ολόχρυσο καθρέπτη.

«Τι να σας πω κόρες μου, πλέον τα ξέρετε όλα!»
απαντούσε η Ευρυνόμη,
τα μάτια της πλέον δεν βλέπανε,
τα αυτιά της δεν θελαν να ακούνε.

«Πες μας, για τον προπάππου μας, το Χάος»
λικνίστηκαν τα ματάκια τους,
στάλα μύθου ζητούσαν να αδράξουν.

Φωνή μελωδική, από τα βάθη της θύμησης,
το δωμάτιο έξυσε, τούτα τα λόγια βγήκαν :

«Το Χάος,ήτανε, δεν ξέρω αν υπάρχει πλέον.
κόρη μία και μονάκριβη κέντησε,
εμένα, ακούμπησε στην γη,
με στόχο και σκοπό.
Ευθύς, δίχως σκέψη, τα υφαντά της μοίρας άπλωσα,
όπως προσταγή είχα πάρει.
Τα λόγια του ήταν σταθερά,
Ακόμα τα θυμούμαι,
Τέτοια φωνή ακόμα μέσα μου αντηχεί,
Σαν βασιλιάς, που δυνατά προστάζει.


Τα τρία στοιχεία ξεχώρισε,
τον ουρανό με την θάλασσα,
έτσι ώστε πάντα να αντικρίζονται,
ο ένας από τον άλλο να ζει,
ποτέ όμως παρέα, τροφή να δοκιμάζουν.
Έπειτα, τιθάσευσε τον άνεμο,
πάρε του την δύναμη και
φτιάξε, σύζυγο που να έρπει στην γη,
τον ουρανό ποτέ, να μην μπορεί να φτάσει.
Και με τον καρπό αυτού,
πλάσε μόνη σου τα αστέρια,
την σελήνη, τον ήλιο,
τα λουλούδια, τους ανθρώπους,
σε αυτό είσαι ελεύθερη να κάνεις ότι θέλεις..»


Οι κόρες την πλησίασαν,
Την πήραν αγκαλιά,
Χαμόγελο μητρικό, με τα χέρια τις χάιδεψε,
Με την οσμή τις χόρτασε,

«ξέρω ότι είστε περήφανες για όλη την πλάση,
μα γνώμη αντίθετη έχετε,
για τον Πελασγό άνθρωπο που έφτιαξα,
από πηλό και χώμα,
αλλά να ξέρετε μια μέρα,
την μέρα εκείνη που θα σας σκοτώσει,
αυτός Θεός θα γίνει,
θα μοιράσει ζωή με θάνατο ,
θα ταΐσει την θάλασσα με ουρανό,
την γη με πίκρα και αίμα,
και από την αρχή θα ζητήσει να φτιαχτεί,
το σύμπαν όλο.

Όπως το Χάος έφτιαξε εμένα..
Και εγώ το Χάος έφτιαξα
και ήταν το ομορφότερο πράγμα που έκανα ποτέ μου..»

----
Μύθος
Μία από τις παλαιότερες θεότητες και σύμφωνα με τον πελασγικό μύθο, θεά των πάντων που προέκυψε από το πρωταρχικό Xάος. Eκείνη διαχώρισε τον ουρανό από τη θάλασσα κι έπλασε από το Bόρειο Άνεμο το σύζυγό της Oφίωνα με μορφή φιδιού. H Eυρυνόμη έφερε στον κόσμο ένα Aβγό, το οποίο χωρίστηκε στη μέση δημιουργώντας τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα, τα βουνά, τα ποτάμια και τα ζωντανά πλάσματα. Tο ζευγάρι κυριάρχησε στον Όλυμπο μέχρι τη στιγμή που η Eυρυνόμη γκρέμισε τον Oφίωνα στα βάθη της γης και δημιούργησε τους Tιτάνες και τις Tιτανίδες και τον Πελασγό, τον πρώτο άνθρωπο, που προήλθε από τη γη της Aρκαδίας.

Όταν κυριάρχησαν ο Kρόνος και η Pέα, η Eυρυνόμη αποσύρθηκε στη θάλασσα, όπου εκεί μαζί με τη Θέτιδα υποδέχτηκε τον Ήφαιστο όταν εκείνος εκδιώχθηκε από τον Όλυμπο.

Mετά την επικράτηση των Oλύμπιων θεών παρουσιάζεται σαν κόρη του Ωκεανού και της Tηθύος. Mαζί με το Δία γέννησε τις Xάριτες (Aγλαΐα, Eυφροσύνη, Θάλεια).

H Eυρυνόμη είχε έναν πολύ παλιό ναό και γιορτή στη Φιγαλεία της Aρκαδίας στις όχθες της Nέδας ή Nέδης. O ναός της υψωνόταν στη μέση ενός δάσους από κυπαρίσσια. Eκεί φυλασσόταν το λατρευτικό άγαλμα της που την παράσταινε σαν γοργόνα, από τη μέση και πάνω με τη μορφή γυναίκας και από τους γοφούς και κάτω ψάρι.
πηγή (http://www.theogonia.gr/theoi/theoie/evrinomi.htm)


20/6/09

Ένα μεσημέρι στην αγορά..



Δρόμοι με κίνηση, χρώματα που φεύγουν,
ήλιος φαεινός, πυροκαίει λαμαρίνες,
τζάμια φιλοξενούν εδέσματα, όμορφα υφάσματα,
ρούχα και ελπίδες, μια σπατάλη φαιάς ουσίας,
ένας στόχος, ένας σκοπός,
μάλλον μελαγχολικός,
σιγο-χτυπιέται στις σκέψεις,
τα βαλάντια μετράνε,
άντρες υποταγμένοι στις επιθυμίες,
και σε καταναλωτικούς στοχασμούς,
ανάγκες οικογενειακές εκπληρώνονται...
ανάγκες;

Στάσιμη νεολαία,
ανταλλάσσει κουβέντες, ρουφώντας με θόρυβο,
λέξεις ανούσιες, σκοπός η παρουσία τους,
στόχος η ψευδαίσθηση της ηρεμίας, ελευθερίας.
Χρόνος σκοτωμένος, μέσα σε κόκκους καφέ.
Μάλλον η επανάσταση θα αργήσει..

Μερικά ζευγάρια, σκοτώνουν την πλήξη τους
λίγο πιο πέρα,
κάνοντας την προκλητική γκαρσόνα,
να ανεβοκατεβαίνει τα σκαλιά,
σαν πλήκτρα πιάνου,
τρελοί ρυθμοί,
ξένοιαστη μελωδία..

Μια συνηθισμένη σαββατιάτικη μέρα,
στην αγορά του Χαλανδρίου.

Επιστροφή το μεσημέρι,
στους τέσσερις τοίχους,
όλα κλείνουν με μια μακαρονάδα..
καλό μεσημέρι...

17/6/09

Wild Horses



Αδράνεια, ασθένεια του νου. Σαν ποτάμι κυλάει στο σώμα, σαν το λάδι που χύνεται από το στόμιο της φιάλης σου λερώνει τις σκέψεις. Αργά, σαν πύρινη λαίπαπα σε ζυγώνει, τέλος καψαλίζει την ψυχή σου...

Πολύχρωμες, δύσμορφες, βασανιστικές εικόνες, απλώνονται στα πόδια σου με μόνο σκοπό να σε τυφλώσουν και το καταφέρνουν. Στέκεσαι στωικά μα και ανήμπορος να αντιδράσεις, λες, αυτή είναι η ζωή και πως να την αλλάξεις.

Ήξερα κάποιον που επειδή δεν είχε την δύναμη να μαλώσει τον κόσμο, σώπαινε και τους άκουγε όλους. Και τους καλούς και τους κακούς. Οι καλοί, τον βοηθούσαν να ανέβει, οι κακοί τον έστελναν στο πάτο. Σήκωνε τα χέρια ψηλά να πιαστεί, κάποιες φορές το κατάφερνε, όχι πάντα όμως. Όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο λιγότερο το κατάφερνε. Οι κακοί δίπλα του γίνανε ποιο πολλοί, ώσπου πίστεψε, ότι το να είσαι κακός είναι γενετήσια ιδιότητα του ανθρώπου, συνεπώς μόνη λύση να κλωτσήσει και αυτός με την σειρά του, άλλους ανθρώπους, στον ίδιο πάτο, στον ίδιο απόπατο που είχε κολυμπήσει και αυτός στο παρελθόν. Βρήκε και δικαιολογία. Μόνο εγώ, θα είμαι στα σκατά;

Έτσι είναι, άμα το τζάμι λερωθεί και δεν σε ενδιαφέρει να κοιτάξεις έξω δεν το σκουπίζεις, το αφήνεις στην λίγδα του. Μόνο αυτό είναι άσχημο, γύρω σου άραγε;
Είναι μια αδράνεια, που σε ανακατεύει κάποιες νύχτες, αλίμονο αν σε γραπώσει...

Και στεναχωριέμαι, πολλές φορές που δεν μπορώ να τους δείξω το λίκνο της ζωής, το έχω μπροστά στα μάτια μου, αλλά δεν μπορώ να το περιγράψω, ανίκανος θαρρείς, τυφλός σαν μύγα πάνω σε ελέφαντα που νομίζει ότι πάτησε σε βουνό..

15/6/09

Εψές αργά...



Εψές αργά, λύγισα, σου ψιθύρισα ένα λόγο, μονότονο,
από το στέρνο, που φυλαγμένο είχα καλά,
έβγαλα ετούτο το, μονόπετρο,
το δάχτυλό σου έντυσα,
με ένα χαμόγελό σου, πέταξα,
χιλιάδες περιστέρια σμίξανε,
και με χρυσή κορδέλα με τυλίξανε.

Το κορμί σου έσπασε,
με αγκάλιασε και ξέσπασε..

Εψές αργά, μου μίλησες ερωτικά
αλήθεια, με αναστάτωσες.

Μου είπες για την ωραία Σεβιδάχ,
που σαράντα την ' θέλανε,
μα εκείνη πήρε την καρδιά της, ένα βράδυ
και ταξίδεψε, στο ποταμό τον Γάγγη..

Μου είπες για τον ήρωα Καντίμ,
που είχε την τιμή,
να έχει στο στήθος χαραγμένο ένα όνομα,
και ένα τριαντάφυλλο.
Μόνο σαν του ξεριζώσαν την καρδιά,
μάθαν για την αγάπη του,
και όλα 'γίναν,
ένα βράδυ, σαν και αυτό,
με την ολόγιομη Σελήνη, μάρτυρα..

Μου άλειψες το παραμύθι σου στα χείλια,
τόλμησα να πιστέψω την αλήθεια.

όλα αυτά, μου είπες,
εψές το βράδυ,
και σε ερωτεύτηκα..

παρόλο που ήξερα,
την άλλη μέρα μάγισσα,
απλά δεν θα, υπάρχεις..

Εψές αργά...