Σελίδες

20/3/09

Απλώς μια τέλεια ημέρα...



Απλώς μια τέλεια ημέρα.

Ανοίγεις το παράθυρο και αφήνεις τον ήλιο να χυμήξει στο δωμάτιο. Πηγαίνεις στο μπάνιο και βλέπεις ένα άνθρωπο που χθες ήταν κατάκοπος, κουρασμένος. Χαμογελάς. Το πρόσωπο τώρα είναι πιο ξεκούραστο, τα μάτια πιο χαρούμενα. Σιγοτραγουδάς ένα σκοπό που ακούγεται σαν μικρό σφύριγμα χαράς, μια ανάσα ρυθμική ξετρυπώνει μέσα από τα πνευμόνια σου.

It’s such a perfect day,

Ακούς τον γαλλικό να χαρχαλεύει στην κίτρινη καφετιέρα και ανοίγεις το ψυγείο να βγάλεις το ψωμί και το βούτυρο. Γεμίζεις την αγαπημένη σου κούπα με το μαυριδερό υγρό και γεύεσαι το καυτό του βάλσαμο στα χείλια.

You just keep me hanging on,

Μηχανικά καταπίνεις το μαλακό ψωμί, η ματιά τραβάει στο παράθυρο. Η πόλη ξυπνάει νυσταγμένη. Κοιτάς το δωμάτιο του μικρού, ακόμα σκοτάδι έχει μέσα. Μια αγαλλίαση σε κρατάει από την καρδιά και σου τραβάει τις φλέβες με δύναμη.

Πατέρα, αντηχεί ακόμα η φωνή του στο μυαλό σου σαν κατέβαινε από το αεροπλάνο Πατέρα..

Θυμάσαι το τρέξιμο που έκανες, η καρδιά σου πονούσε, σαράντα χρόνια κάπνισμα σε έπνιγαν σε κάθε βήμα μα τα πόδια πήγαιναν, έτρεχαν ανεξέλεγκτα με σημαία το χαμόγελο, με άγκιστρο τα ανοιγμένα σου χέρια..

You made me forget myself.

Άστον να κοιμηθεί, μέχρι το πρωί ξαπλωμένος εκεί στον καναπέ με βουρκωμένα μάτια και η γλώσσα του αιχμάλωτη των μαύρων σκέψεων και των πληγωμένων αναμνήσεων, ξερνούσε σάλιο και πίκρα για κάθε φίλο που έχασε σε αυτόν το ηλίθιο πόλεμο. Μέχρι το πρωί, ο λαιμός ξεροκατάπινε τα δάκρυα. Του έπιανες το χέρι και άκουγες τα πάντα με ευλάβεια. Πονούσε, γύρισε σαν πληγωμένο ελάφι..

I'm glad I spent it with you.

Είσαι χαρούμενος ε;

It’s such a perfect day,

Και εγώ. Πιάσε τώρα την κιθάρα..

Last night i picked my 22 yr old son corporal ian c carpenter ,up at the ft lauderdale airport at 130am,he finished his 4 years in the marines ,and is now safe at home,i spent the day with him ,now i can breath again. it was a, perfect day

19/3/09

The First of Autumm




Είναι στιγμές που είναι σαν τα φύλλα που πέφτουν το πρώτο-Σεπτέμβρη, σαν να νερά που αναβλύζουν από το συντριβάνι, χαρούμενες, όμορφες, δροσερές. Σε γεμίζουν με ένα συναίσθημα πληρότητας και αναρωτιέσαι : Τι είναι αυτό που νομίζεις ότι μπορεί να σε κάνει να αισθανθείς σαν το Διόνυσο σε γιορτή;

Μια συνένωση, παλαιών φίλων, παλαιών συγγενών. Να κάτσεις με κάποιους ανθρώπους σε ένα τραπέζι και να νιώσεις σαν συνέχεια της δικής σου ζωής, της δικής τους ζωής. Να γελάσεις και να κλάψεις μαζί τους, σαν ενιαίο κομμάτι της ύπαρξής σου. Να νιώσεις ότι και χθες μαζί ήσασταν και αύριο πάλι μαζί θα είστε. Να μηδενίσεις τα χαμένα χρόνια και να αποδείξεις εσώτερα ότι είσαι αυτό που είσαι ..

Και αυτό που είσαι είναι πάρα πολύ σημαντικό...! όχι για κανένα άλλο λόγο,αλλά γιατί και τα γύρω σου είναι σημαντικά και όμορφα συνεπώς δε θα μπορούσες να διαφέρεις.
Πίνω στις ωραίες στιγμές, τις μικρές αυτές χαρούμενες στιγμές που σε κάνουν να αισθανθείς ανθρώπινα και κάτι ξεχωριστό από την μίζερη κάποιες φορές πραγματικότητα.

Εβίβα!




17/3/09

There is a House..




..γνώρισα τα πολύβουα τα στέκια
είδα και τους μαιτρ με τις καπελαδούρες,
τα ακριβά κοσμήματα,
τις δανεικές τις γούνες,
μα με τράβηξαν οι μεθυσμένοι ναύτες,
κι οι ναρκωμένες πόρνες,
στα έρημα σοκάκια,
εκεί που η μοναξιά τους τοίχους χάραζε,
σα νύχι που μπήγεται στο κρέας,
εκεί που επιτέλους,
τα λόγια μου στέγνωσαν το αίμα.



Και οι Μάνες, αγκάλιασαν
Όταν Πατέρες, έκλαψαν
Σαν τα Παιδιά γέλασαν,
Οσμή γέννεσης.

12/3/09

El Corazon



Ο στήμονας κορδώνεται,
το σώμα παρατάει,
θαρρείς κάποιος του σφύριξε
ο ουρανός είναι κοντά,
κι απλώθηκε να φτάσει,

μα τούτη την ιστορία δω,
σκύψε να την ακούσεις..

Κιθάρα και ένας άνθρωπος,
τον ουρανό ακούμπησαν,
με τα ακροδάχτυλα τους.
Και ας ήταν η νύχτα ασέληνη,
κι ο Βέγας μέγας Βασιλιάς,
και η Αφροδίτη νύφη.

9/3/09

Βιολοντσέλο



Στάση ερωτική, θεσπέσια. Ανοιγμένα τα πόδια διάπλατα σφιχταγκαλιασμένα με ένα σατέν γαλάζιο του πάγου ύφασμα, που σε κάνει να μαντεύεις την καλλιγραφία της θηλυκότητας. Ανάμεσα τους ένα βιολοντσέλο, μικρή λατρεία ζωής, γερτή με τα μαλλιά από μαύρο έβενος φανταχτερά στο έγχρωμο σκοτάδι. Τα μάτια σφαλιστά, γεύονται την μουσική να μαστιγώνει το σκοτάδι σε κάθε δοξαριά. Τινάζει τους θεατές, απλώνει ένα αμυδρό φως μέσα στην κάθε έμβια ψυχή.

Καλωσόρισες άνοιξη, μουρμούρισε ένα παιδί και στο ασπρόμαυρο σκοτάδι, ένα κόκκινο τριαντάφυλλο με πορφυρή πανοπλία, έφυγε από τα χέρια του μικρού, πέταξε, πέρασε πάνω από τα κεφάλια. Στάθηκε πάνω από τους βιολονίστες, άφησε ένα πέταλο να πέσει και σαν μεταξένιο ύφασμα ξάπλωσε πάνω στο βιολοντσέλο. Γλίστρησε μαλακά και ακούμπησε το σκονισμένο δάπεδο..

υπόκλιση



8/3/09

Fly me to the humanity..



Άνθρωποι μωροί, απόλυτα αφοσιωμένοι σε ένα πιάτο φαγητό και μια κόκα κόλα. Μόνο έτσι μπορώ να τους δω με τα 4.000 μάτια μου. Σαν γελάνε χαρούμενα, πάνω από ένα πλαστικό μπιφτέκι, -ω, μην νομίζετε το έχω δαγκώσει είναι σίγουρα πλαστικό- και ρουφάνε την κοκα-κόλα με μανία λες και την έχει δαγκώσει φίδι και πρέπει να της βγάλουν το δηλητήριο.

Τους παρατηρώ για ώρες, παλιά μάλιστα πήγαινα κοντά τους, κανείς δεν με κοίταγε αλλά, να, τα φτερά μου κάνουν θόρυβο και με άκουγαν με αποτέλεσμα να πετάει το χέρι τους ασυναίσθητα δεξιά και αριστερά. Είχα μια θεία, έτσι την έχασα από την ατυχία μια μεγάλης μυγοσκοτώστρας. Είναι γνωστό ότι είμαστε γρήγορες σαν τον άνεμο, όπως γνωστό είναι ότι η ατυχία δεν είναι μόνο ανθρώπινη κατάσταση. Έχουμε και εμείς τις άτυχες στιγμές μας. Σε μια τέτοια έχασα την θεία μου. Μια άτυχη στιγμή, που κόλλησαν τα φτερά της στην πλάτη.. αλλά αρκετά με αυτήν. Ούτως η άλλως δεν την συμπάθησα ποτέ πολύ.

Βγήκα έξω από το εστιατόριο, ήταν εξάλλου βαρετό να βλέπεις τα δίποδα να κάνουν όλοι το ίδιο πράγμα. Άσε τις φωνές τους που μέχρι το ταβάνι έφταναν, έπρεπε να βγω έξω να πάρω αέρα. Περίμενα υπομονετικά να ανοίξει η πόρτα και με το πρώτο παγωμένο αέρα που έλουσε τα φτερά μου, βγήκα με αργές κινήσεις στο φώς. Κάθε φορά μου αρέσει να βγαίνω έτσι, αργά και απολαυστικά. Νιώθω σαν κάτι μεγάλο, κάτι σημαντικό που πρέπει να κάνει εντύπωση φεύγοντας. Δεν έχει σημασία.

Κάτω αριστερά, στο δρόμο υπήρχαν δύο μεγάλοι κάδοι σκουπιδιών. Το καλύτερο και το μεγαλύτερο ταχυφαγείο για πλάσματα σαν εμένα. Χωρίς ανθρώπους, χωρίς κάποιον να σε διώξει με το ανόητο χέρι του. Αρκεί να έχεις λίγη τύχη και κάποιος θα έχει πετάξει λίγο από το .. hamburger το λένε αυτό το άθλιο πράγμα; Αυτό. Θα κάτσω πάνω σε ένα τέτοιο και θα περιδρομιάσω. Ω το να είσαι μύγα έχει και τα καλά της. Κάποιοι ίσως να μας βλέπουν σαν μαύρα άχρηστα πλάσματα, - ίσως και κάποια να είμαστε, δεν λέω – αλλά αν δεν ήμασταν εμείς .. δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα τι θα είχε αλλάξει. Να! Δεν θα έτρωγε κανείς αυτό το παρατημένο σάντουιτς!
Πλησίασα, οι μυρουδιές ήταν εξαίσιες, το καπάκι ορθάνοιχτο με καλούσε σε γεύμα τεσσάρων αστέρων. Κοίταξα στο έδαφος, μια μικρή λακκούβα από καθάριο νερό – περίπου – εκεί θα πλυθώ και θα δροσιστώ, μόλις φάω το γεύμα που τόσο γλυκά ορέγομαι. Δύο τεράστιοι μεγάλοι κάδοι σκουπιδιών, πράσινοι, ο ένας δίπλα στον άλλο.. και με τα καπάκια ανοιχτά! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τύχη για μια μύγα.
Τα επόμενα βήματα μου, έγιναν μηχανικά, ανακλαστικά. Τα φτερά μου ζουζούνισαν και έπεσα με ορμή μέσα στον πρώτο κάδο.

Ένας ήχος από τα τοιχώματα, σαν κάτι να κλώτσαγε τον πράσινο κάδο στο πλάι του. Περιέργεια. Πέταξα πιο πάνω και είδα. Μια γριά – μάλλον γριά πρέπει να ήταν – ξαπλωμένη ανάμεσα στους δύο κάδους, με το πρόσωπο στην γη και τα χέρια ακούμπαγαν στο πεζοδρόμιο σε στάση προσευχής. Τα ρούχα της σκισμένα, βρώμικα, θαρρείς είχε μπει σε μηχανή αλωνίσματος και τα είχε κάνει κομμάτια. Ήχος δεν ακουγόταν, μόνη ακτίνα ζωής το ένα πόδι που σάλευε δεξιά και αριστερά και χτύπαγε τον κάδο. Στην άκρη των δαχτύλων της ένα μικρό πλαστικό ποτηράκι, σαν αυτά που πίνανε τα δίποδα κόκα-κόλα μέσα στο ταχυφαγείο. Έστησα αυτί προσεκτικά. Άκουσα μια ανάσα, βαριά, ρόγχος θανάτου, αγκαλιά με την τελευταία λέξη. Μάντεψα μέσα από τα ρούχα της. Κενό, σάρκα βαριάς μυρουδιάς, πεθαμένη, κολλημένη με τα υφάσματα που πιθανόν είχαν χρόνια να βγουν. Ένιωσα ένα σφίξιμο. Και τι μπορούσα να κάνω, μια μύγα μικρή με 4,000 μάτια. Άχρηστη για την ανθρωπότητα, αυτή την υψηλή την κραυγαλέα κοινωνία που καταλήγει τους ανθρώπους της σε αυτόν τον δρόμο. Με τα χέρια σε στάση προσευχής.

Να ζουζουνίσω, μόνος ήχος που μου έδωσε ο Θεός. Πέρασε ο πρώτος περαστικός, σχεδόν έπεσα πάνω στη μούρη του αναγκάζοντας τον να κοιτάξει χαμηλά. Είδε. Και έφυγε χωρίς να αλλάξει ρυθμό η καρδιά του. Πέρασε και μια κυρία με ένα παιδάκι στο χέρι. Το παιδί κοίταξε απορημένο. Πόσες σκέψεις να τον μαστίγωσαν. Έβαλε το χέρι στην τσέπη, θα έβγαζε φαγητό πρόσμενα. Είδα την άκρη ενός nintendo , το ξαναέβαλε βιαστικά και το βήμα της κυρίας επιτάχυνε πιο γρήγορα ανεβάζοντας το κεφάλι στον ουρανό. Εκεί που ανήκει η ανθρωπότητα. Μόνο που εμείς οι μύγες πετάμε πιο ψηλά απο αυτούς και αυτοί δεν το ξέρουνε ή δεν θέλουν να το μάθουν.
Πλησίασα το ποτηράκι, μέτρησα τα νομίσματα. Ελάχιστα.

Και άλλη μια οικογένεια, τρία παιδιά, τέσσερις μεγάλοι. Ο μεγάλος σάστισε σαν είδε το ποτηράκι. τους τράβηξε όλους και τους πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Αρνήθηκε να περάσει ούτε ο ίδιος, ούτε τα παιδιά από μπροστά της αδιάφορα, σαν να ήταν ένας δρόμος, απλός, πλακόστρωτος. Από αυτούς που περπατάς αμέριμνα και χαμογελάς. Όχι το πεζοδρόμιο ήταν γεμάτο αίματα, είχε την κατάντια του πολιτισμού τους, την ανικανότητα των ιδρυμάτων, την ηλιθιότητα του δήμου και των καλοπληρωμένων υπαλλήλων του. Λεπτά αργότερα, ο μεγάλος ξαναγύρισε βρίζοντας. Πάλι δεν πέρασε το δρόμο. Έριξε με μεγάλη αγανάκτηση πολλά ψιλά μέσα στο ποτηράκι, ώσπου γέμισε.
Τι άλλαξε;
Τίποτα.

Είμαι μια μικρή άχρηστη μύγα, σε μια άχρηστη κοινωνία. Νομίζω ότι θέλει δουλειά για να αλλάξει κάτι. Αν αντάλλασσα τα 4,000 μάτια μου με τα δύο των ανθρώπων; Αν οι άνθρωποι αποκτούσαν 4,000 μάτια; Θα έφτανε;





7/3/09

Είναι δώδεκα η ώρα



Είναι δώδεκα η ώρα
Είν' η ώρα των τρελών
Κάπου θα σε συναντήσω
Κάπου θα σε βρω

Στα κελιά τους οι ανθρώποι
ύπνο κάνουν ελαφρό
Ειν΄ ελεύθεροι οι δρόμοι
για κυνηγητό

Είναι δώδεκα η ώρα
Είν' ώρα των τρελών
βραχνό γέλιο αν ακούσεις
κλείσε το ρολό

Λύκε -λύκε μου καλέ μου
Λύκε -λύκε μου είσ' εδώ
Βγαίνω από τη φωλιά μου
και σε κυνηγώ

Λύκε -λύκε μου καλέ μου
Λύκε -λύκε μου είσ' εδώ
Είσαι η μόνη μου ελπίδα
Και σ' ακολουθώ

Όμορφο μου προβατάκι
Τι γυρεύεις μες το δρόμο
Είμαστε' όλοι μπερδεμένοι
Στο δικό του νόμο

Δόντια βγάζουνε τα αστέρια
Νύχια φύτρωσαν στους δρόμους
Ξέφρενη η νύχτα παίζει
κλέφτες κι αστυνόμους

Όταν πέφτει το σκοτάδι
Βγαίνει ο λύκος στην πλατεία
Στη χαμένη πολιτεία
Και ζητά τροφή

Κλειδωμένα είναι τα αρνάκια
Ζαχαρένιο το κλειδί
Κάτι απόμερα παγκάκια
Θάμνοι και σιωπή

Λύκε -- λύκε μου καλέ μου
Λύκε- λύκε είσαι εκεί
Είν η άγρια πλευρά σου
που με συγκινεί

5/3/09

Comfortably Numb




Προσεκτικά ακουμπισμένος στην καρέκλα,
κοιτάω το παράθυρο και αισθάνομαι,
μακρινές φωνές να βιοπαλεύουν,
ανθρώπους ζαλισμένους,
ζωή να πνίγεται.

Αναπαυτικά γυρνάω τις σελίδες,
σταματάω να ακούσω τις ανάσες,
αυτές, που βγαίνουν δύσκολα,
αυτές, που ασθμαίνουν για το δίκιο,
ανάσες, ιδρωμένες και χαμένες,
σε μια ζωή δηλητήριο.

Χάνομαι στην γλύκα ενός πιοτού
και ένας κρίνος της θάλασσας παλεύει να ανθίσει,
μέσα στην άμμο της Aμοργού,
ελπίζοντας το κύμα να το λυπηθεί,
τους σπόρους να απλώσει,
ζωή, ελπίδα να μοιράσει.

Το αγκαλιάζω,


Τέλος!


3/3/09

Por Una Gabeza - Carlos Gardel



Version en castellano
Por una cabeza de un noble potrillo
que justo en la raya afloja al llegar
y que al regresar parece decir:
no olvides, hermano,
vos sabes, no hay que jugar...

Por una cabeza, metejon de un dia,
de aquella coqueta y risueña mujer
que al jurar sonriendo,
el amor que esta mintiendo
quema en una hoguera todo mi querer.

Por una cabeza
todas las locuras
su boca que besa
borra la tristeza,
calma la amargura.

Por una cabeza
si ella me olvida
que importa perderme,
mil veces la vida
para que vivir...

Cuantos desengaños, por una cabeza,
yo jure mil veces no vuelvo a insistir
pero si un mirar me hiere al pasar,
su boca de fuego, otra vez, quiero besar.

Basta de carreras, se acabo la timba,
un final reñido yo no vuelvo a ver,
pero si algun pingo llega a ser fija el domingo,
yo me juego entero, que le voy a hacer.

----------

(ελεύθερη μετάφραση)
Χάνοντας το στοίχημα από ένα ευγενές άλογο
θα πεις,
δεν βαριέσαι αδελφέ,
το ήξερες ότι δεν έπρεπε να ποντάρεις..

Χάνοντας όμως μια έντονη ιστορία,
από μια ερωτική γυναίκα,
που σου υπόσχεται αγάπη,
με ψεύτικα χαμόγελα,
είναι σαν να καις στην πυρά όλη σου την αγάπη.

Χάνοντας όλη αυτή την τρέλα,
εκείνου του φιλιού που έχει την δύναμη,
να σκουπίζει την θλίψη με ένα μονάχα άγγιγμα,
μια πύρινη πίκρα μόνο μπορείς να νιώσεις.

Και αν ξεχάσει το πρόσωπο μου,
τι με νοιάζει πια να ζω,
χίλιες φορές να χάσω την ζωή μου.
Σκοπός στην γη δεν θα υπάρχει πια για μένα!

Κι όσες φορές ορκίστηκα: Ποτέ ξανά δεν θα αγαπήσω,
μα αν αυτά χείλη της τα δω ξανά,
για μια τελευταία φορά επιθυμία μου θα είναι
πριν φύγω να τα νιώσω.

Φτάνουν τα τυχερά παιχνίδια!
Τέλος τα εντυπωσιακά φινάλε!
και αν ένα άλογο δείχνει σίγουρο την Κυριακή,
ανήμπορος θα παίξω πάλι.
τι άλλο να μου έχει μείνει;

Καρακάσης Νίκος (c)
Ύμνος στον έρωτα ...





1/3/09

Wim Mertens Struggle for pleasure





"Από ένα θρόισμα φύλλου,
γεννήθηκε η μουσική..
από μια ανάσα
ζωγραφίστηκαν
εκατομμύρια χρώματα,
από μια πινελιά
γεννηθήκαμε,
και από ένα φύσημα,
θα φύγουμε.."

26/2/09

Γραφή & Χρόνος..



«Γραφή είναι ο χρόνος και ο χρόνος ψεύδεται μέσα στην γραφή.

Μέχρι να τελειώσω αυτή την πρόταση, οι σκέψεις μου θα γίνουν παρελθόν και εσείς θα τις διαβάσετε στο μέλλον μου. Ποτέ ο δικός μου χρόνος δεν θα συμβαδίσει με τον δικό σας. Οι σκέψεις μου γεννήθηκαν και αποτυπώθηκαν τώρα και το δικό μου τώρα είναι παντελώς διαφορετικό από το δικό σας τώρα. Συνεπώς χρησιμοποιώντας μερικές απλές λέξεις, σαν αυτές που χρησιμοποιούμε καθημερινά στην ζωή μας, καταφέρνω το ανέφικτο. Να αποδείξω ότι το παρελθόν και το μέλλον είναι μια κατασκευή, ένας δόλιος μύθος που μπορεί να αποδειχθεί εύκολα χρησιμοποιώντας ένα φτηνό μολύβι και ένα χαρτί Α4.

Εγώ ένας γραφιάς, κατάφερα να εκμηδενίσω την έννοια του παρελθόντος και του μέλλοντος. Ότι συμβαίνει, συμβαίνει τώρα και ότι μπορεί να αλλάξει στο μέλλον και στο παρελθόν εξαρτάται από το παρόν το δικό μου...»

- πα πα! Αναφώνησε ο φοιτητής.. Και πότε το έγραψε αυτό ο τρελός; Ρώτησε τον Καθηγητή του, απλώνοντας ένα σαρκαστικό χαμόγελο ..
- Σύμφωνα με τα λεγόμενα του.. τώρα.
- Μα αυτό υπάρχει εδώ και χρόνια!
- Και λοιπόν; Τώρα δεν το διάβασες; Θα άλλαζε κάτι αν το είχε γράψει πριν από δέκα δευτερόλεπτα; Εσύ τώρα το έμαθες..
- Όχι, δεν είναι λογικό αυτό που λέτε .. αν και δεν έχει άδικο σε αυτό που γράφει. Η γραφή έχει αυτό το παράδοξο και ναι, το παρελθόν αποτελείτε από αποφάσεις ή τυχαία γεγονότα του τώρα ...
- Και το μέλλον; Τον ξαναρώτησε ο Καθηγητής ..
- Το μέλλον.. το μέλλον εξαρτάται κατά πολύ απο τις αποφάσεις που θα πάρουμε τώρα.. αλλά υπάρχει και η έκπληξη του αναπάντεχου..
- Στην ζωή ναι, στην γραφή; Όταν διαβάζεις τους Άθλιους είναι δυνατόν στο τέλος να καταντήσεις να διαβάζεις για την πρώτη επίσκεψη του ανθρώπου στο φεγγάρι;
- Μόνο αν σε κάθε σελίδα αλλάζεις το τώρα... αναφώνησε ο φοιτητής και το πρόσωπο του άλλαξε..
- Αν έγραφες μια ιστορία για την χθεσινή σου ημέρα τι θα έγραφες; Υπό ποιο πρίσμα ; ξαναρώτησε ο καθηγητής..
- Θα έγραφα με γνώμονα τις σημερινές μου σκέψεις. Θα έκρινα το παρελθόν με σημερινά κριτήρια ... ξαναείπε σκεπτικός..
- Άρα και το μέλλον πώς θα το έγραφες...;
- Βάση των γνώσεων που έχω σήμερα.. θα φανταζόμουν προεκτάσεις των σημερινών μου γνώσεων ...
- Όμορφα.. τώρα μπορείς να μου γράψεις τι έφαγες χθές ;

Ο φοιτητής, στάθηκε για λίγο, πήρε το μολύβι και άρχιζε να σημειώνει στο χαρτί. Στάθηκε μετά από λίγο το διάβασε και το έδωσε στον καθηγητή, ο οποίος το σήκωσε ψηλά και διάβασε με βροντερή φωνή..

«Χθες έφαγα κάτι πολύ νόστιμα σουβλάκια.. ακόμα και τώρα έχω την γεύση τους στον ουρανίσκο μου...»





23/2/09

Κάποτε θα 'ρθουν



Κάποτε θα 'ρθουν να σου πουν
Πως σε πιστεύουν, σ' αγαπούν
Και πως σε θένε

Έχε τον νου σου στο παιδί
Κλείσε την πόρτα με κλειδί
Ψέματα λένε...

Κάποτε θα 'ρθουν γνωστικοί
Λογάδες και γραμματικοί
Για να σε πείσουν
Έχε τον νου σου στο παιδί
Κλείσε την πόρτα με κλειδί
Θα σε πουλήσουν...

Κι όταν θα έρθουν οι καιροί
Που θα 'χει σβήσει το κερί στην καταιγίδα
Υπερασπίσου το παιδί
Γιατί αν γλυτώσει το παιδί
Υπάρχει ελπίδα...

(Από την ταινία ο "Ασυμβίβαστος" του Ανδρέα Θωμόπουλου
Παύλος Σιδηρόπουλος)

21/2/09

Μιαν απάντηση γυρεύω...



Θαρρείς ο όφις, στα σπλάχνα μου ξάπλωσε,
Και μια απάντηση γύρευα,
Ακόμα και αν κάστρα στην αραπιά έστησα,
και αν με δράκους αναμετρήθηκα,
ακόμη και αν η ζέστη με έλιωσε σαν την ασήμαντη σάρκα
Απάντηση δεν έλαβα,

Ακόμα και αν,
σε βασιλείς στην αυλή τους χόρεψα,
με Βεδουίνους σε οάσεις το νερό μου αντάλλαξα,
καραβάνια μουσκεμένα από την σκόνη ακολούθησα,

Ακόμα και αν,
έκλεψα την Ζεχμέτ μια νύχτα με φεγγάρι,
στον Νείλο την φίλησα,
τα δάκρυα μου άπλωσα μέχρι την νότια άκρη.

Ακόμα και αν,
Αλεξάνδρεια διέσχισα, το Μαρόκο, το Ντακάρ,
ακόμη και αν από μια μάγισσα έκλεψα το φίλτρο της αγάπης,
καράβια πήρα, τρεχαντήρια, φορτηγά,
με μούτσους λέξεις αντάλλαξα,
σε καπετάνιους αντιμίλησα,
μπολσεβίκους κυνήγησα,
έφτασα μέχρι την βόρεια άκρη.
μα και πάλι, απάντηση δεν πήρα..

Ώσπου,
αποκαμωμένος έκατσα στις ρίζες της ελιάς,
χαμερπής, άδειος, μια έρημη φιγούρα.
Ρώτησα με απελπισία τον άνεμο,
βαρδάρης σηκώθηκε, με χώρισε στα δύο,
«Αγάπη είναι ..» μου είπε σφυρίζοντας
«το θρόισμα των καλαμιών και η βοή της πόλης,
γιατί ο άνεμος αγάπη εστί ...»

18/2/09

Blue moon...



Έσκυψε το κεφάλι χαμηλώνοντας την αντρική του αύρα κάτω απο το πηγούνι της. Την έπιασε πιο σφιχτά, τόσο που το άσπρο με βιολετί ρίγες φόρεμα, τσιτώθηκε, ανέβηκε εκατοστά και αποκάλυψε ακόμα λίγα εκατοστά απο άσπρη ελκυστική επιδερμίδα. Τα χείλη της ζωγράφισαν με το έντονο κόκκινο κραγιόν μια πεδιάδα ευχαρίστησης, τα πελώρια καστανά της μάτια κατάπιαν την στιγμή, σφαλίζοντας μαλακά..
Αρσενικοί μυς, σφίχτηκαν και χαλάρωσαν αμέσως.

-Το ακούς ; της ψιθύρισε, τα λόγια του ακούστηκαν σαν ανάσα...
- Ακούω.
- Μπλέ φεγγάρι, πλαφασμός χρωμάτων ..
- Η νυχτα φόρεσε τον ουρανό και μας τραγουδά..
- Το πρωί, θα είσαι ακόμα εδώ; διστακτικά βγήκαν οι λέξεις, πνιγμένες από το στόμα του άντρα.
- Σφίξε με, μην μιλάς άλλο και σφίξε με..

blue moon...

Πόσος είναι ο κόσμος..

Γύρισα και τον ρώτησα. Πόσος είναι ο κόσμος;

Με κοίταξε με βλέμμα συμπάθειας, κατανόησης, όπως κοιτάς ένα παιδί που μόλις είδε τα άστρα και πρώτο-αναρωτήθηκε, τι να ανασαίνει από ΄κει πίσω.; Σαν το παιδί που αμόλησε, την πρώτη του παρθενική απορία.
Μαλάκωσε τα χείλη του, άνοιξε διάπλατα το στόμα και μια ωριμασμένη σοφία που ερχόταν από τα βάθη της θύμησης του μου την χάρισε.

«Νικόλα μου, Η Αθηνά μου έλεγε: Ότι χωρά στην χούφτα σου γιόκα μου είναι ο κόσμος ολάκερος....»





17/2/09

Παρουσίαση Βιβλίου

Μόλις διάβασα το Βιβλίο του Κώστα Καρακάση, ο Βιολονίστας και θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τα αισθήματα και τις εντυπώσεις που αποκόμισα από την ανάγνωσή του.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που σε αφήνει με μια αίσθηση πληρότητας καθότι κυλάει άνετα, κελαρυστά μέσα στον νου. Βασισμένο σε ηθικές αξίες, σε πολύ διδαχτικά μηνύματα και σε περιγραφές, που έχουν την δύναμη να σε μεταφέρουν νοητά σε άλλους κόσμους, το διάβασμα γίνεται προσωπική ευχαρίστηση. Το απολαμβάνει κανείς, όπως ακριβώς θα έπινε ένα ποτήρι νερό, δροσιστικά , λυτρωτικά και μαγευτικά. Κατεβαίνει αβίαστα, χωρίς να σε αφήνει να βαρεθείς ούτε στιγμή, λαχταρώντας πάντα την επόμενη γουλιά. Ο τρόπος ο μαγικός που εκτυλίσσονται οι σκηνές μέσα από τις λέξεις, σε αναγκάζει ευχάριστα να γυρνάς την μια σελίδα μετά την άλλη, χωρίς να διακόπτεις για τίποτα. Μέσα σε αυτό το βιβλίο ο αναγνώστης θα βρει τον έρωτα, το κυνήγι του ονείρου, την νεώτερη ιστορία μας και διδαχτικά μηνύματα μέσα από τις πράξεις των προσώπων του βιβλίου. Θα ακούσει νοητά τους ήχους του βιολιού και θα μαγευτεί από την δοξαριά του Ίων, του Ζέφη και του Μιχάλη.

Προσωπικά το βιβλίο το διάβασα .. σε χρόνο ρεκόρ!. Με συνεπήρε η πλοκή, μα πιο πολύ η αντίδραση του οργανισμού μου στην μαγεία ενός παραμύθιoυ της ζωής. Μύθος και πραγματικότητα που εναλλάσσονται με τον πιο όμορφο άρρηκτο δεσμό μεταξύ τους. Τοποθεσίες, λέξεις, ιδιωματισμοί της γλώσσας κάνουν τον αναγνώστη να ζει μέσα σε αυτές τις πόλεις, να ζει με τους ανθρώπους του βιβλίου και ναι.. να σκέφτεται μήπως ήρθε η ώρα να μάθει βιολί..!

Αν και γνωρίζω προσωπικά τον Κώστα Καρακάση, παρόλα αυτά κάθε φορά εκπλήσσομαι όταν τον βλέπω να εκφράζεται γραπτώς. Το βιβλίο και ο άνθρωπος είναι το ίδιο ακριβώς. Σου αφήνουν την ίδια αίσθηση, να ελπίζεις να μην τελειώσει ποτέ η όποια συζήτηση σας. Και το βιβλίο αυτό είναι ένα κομμάτι του συγγραφέα..

Τα μηνύματα του βιβλίου πολύ χρήσιμα στις εποχή που ζούμε, διότι γνωρίζοντας τις εποχές του «τότε» και βλέποντας το τώρα, η οπτική μας αλλάζει για την καθημερινότητα μας, για τα πιστεύω μας και για τους στόχους ζωής μας.

Όλα ξεκινάνε από την Αθήνα, από τον Ίων Δαγκλή, ένα άριστο βιολονίστα όπου τον γνωρίζει μια πλούσια κληρονόμος και αποφασίζει να τον «προωθήσει» στα μεγάλα σαλόνια. Στην αρχή του βιβλίου, ο αναγνώστης θα γνωρίσει μία έκπληξη. Την πρώτη Αθήνα, την Αθήνα που μόλις της βάλανε φανάρια στους δρόμους και ο κόσμος δεν ξέρει πώς να αντιδράσει.. την Αθήνα όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν στο δρόμο χωρίς να σκέφτονται την εγκληματικότητα και αγόραζαν σπίτια μόνο «πέντε λεπτά από την Αθήνα!». Η Αλεξάνδρας έρημη από σπίτια και οι Αμπελόκηποι προάστιο των Αθηνών.. ! Τι έχουμε χάσει εμείς οι νεώτεροι …!

Ο συγγραφέας, θα μας μεταφέρει αριστοτεχνικά στην Κωνσταντινούπολη αρχές του 20ου Αιώνα για να παρακολουθήσουμε την ρίζα της οικογένειας Δαγκλή. Εκεί άλλη μια έκπληξη μας περιμένει με απίστευτες περιγραφές της Κωνσταντινούπολης, του εμπορίου και τις συνήθειες των Σουλτάνων. Με ένα μαγικό χαλί, ο αναγνώστης μεταφέρεται σε επόμενους πολιτισμούς. Της Αλεξάνδρειας. Και πάλι εδώ βρίσκουμε περιγραφές αρίστου κάλλους και λεπτές πινελιές της εκεί ζωής που ελάχιστοι συγγραφείς μπορούν να αποδώσουν.

Και συνεχίζεται το ταξίδι.

Γερμανία στην εποχή του Χίτλερ και των ολυμπιακών αγώνων, Ισπανία στο πόλεμο με τον Φράγκο, Ελλάδα 1941, η διχόνοια των Ελλήνων και τέλος η ατυχής – απάνθρωπη και άδικη εκτέλεση της Ελένης Παπαδάκη. Και για κατάληξη το βιβλίο μας παραδίδει λίγο πριν το οπισθόφυλλο, μια αναπάντεχη έκπληξη. Δεν θα την αναφέρω, αξίζει να φτάσετε μέχρι εκεί..

Προσωπικά πιστεύω, ότι για να γραφτεί ένα τέτοιο βιβλίο πρέπει ο άνθρωπος την ζωή του να την απολαμβάνει με αγάπη προς τον άνθρωπο και την ίδια την ζωή. Η βαθιά γνώση αυτού του συγγραφέα για την ζωή, τους ανθρώπους, την κλασσική μουσική .. και το όνειρο, έκανε δυνατή την σφιχτή συρραφή των λέξεων και τις προτάσεις να υποκλίνονται μπροστά στον αναγνώστη.

Ένα βιβλίο που δεν θα πλήξει, θα ευχαριστήσει και θα ξεκουράσει. Επίσης θα γνωρίσει σε κάποιους από τους σημερινούς νέους, ότι ναι, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει – ζούσε – χωρίς ψυγείο και εντομοαπωθητικά ..

Ν.Κ.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός στις 16/2.

Μπορείτε να δείτε περισσότερα στην ιστοσελίδα του συγγραφέα εδώ.



14/2/09

Χίλιες Ανάσες...




Χίλιες ανάσες, μια μυρουδιά,
Δεν σε ξεχωρίζω με την όραση
Ούτε με την ακοή,
Παρά με την αίσθηση,
Αυτή την παλαβή, ενστικτώδη ουσία,
Που εκκρίνει ο σαρκικός εαυτός μας,

Μια αίσθηση απλή και συνάμα πολύπλοκη,
μια βροχή δυνατή αλλά και μελαγχολική,
μια ανάσα Θεού, δυνατή σαν το σφυρί,
διαπεραστική σαν τον αέρα,
όμορφη σαν τριαντάφυλλο που ανατέλλει στην πρώτη αυγή.

Κάθομαι στην προκυμαία και κοιτώ τα πλοία που φεύγουνε,
αναμετρώ τα κύματα,
που γλυκά χαϊδεύουν την καρίνα,
του πλοίου που κατέχει,
στα αμπάρια τις αναμνήσεις μου,
στα κατάρτια τις ελπίδες μου,
στην άγκυρα την σιγουριά μου,
και καπετάνιος εγώ,
ένα ασήμαντος μικρός,
ένας καραβοκύρης αισθήσεων, σκέψεων και αντιθέσεων.
Ένας αυτο-παρατηρητής της ζωής μου,
ένα ταξίδι ατέρμονο στην θάλασσα
των ονείρων, των ελπίδων και της λήθης.

Ένα μικρό μα και πολύπλοκο μωσαϊκό κυττάρων,
που διακοσμεί την αυλή της ζωής.

13/2/09

Forever Lost





Ξύπνα σου λένε, και εσύ ξυπνάς

Κοιμήσου τώρα, και εσύ κοιμάσαι,

Ένα ρολόι καλά κουρδισμένο, μια χορδή καλά τεντωμένη ..

Σκέψου σου λένε, και εσύ σιωπάς.

Τι να σκεφτώ;

Μια ζωή, τρέχω, κυνηγιέμαι, τρώω τον χρόνο μου στο αυτοκίνητο, στο σπίτι, στον ύπνο σε ανούσια πράγματα. Και σαν έρθει η ώρα να διαβάσω ένα βιβλίο το μυαλό τρέχει σε χίλιες κατευθύνσεις... μια ζωή ποδήλατο...

Τρέχα μου λένε, και τρέχω πατώντας τα πόδια στο έδαφος με δύναμη, παίρνω βαθιές ανάσες, γελάω, χοροπηδάω πάνω στο πλακόστρωτο του δρόμου, τινάζω τις πέτρες μακριά, η φόρμα μου τινάζεται με τον αέρα.. και γελάω, γελάω δυνατά... ανοίγω τα χέρια σε ανατολή και δύση, γέρνω το κεφάλι πίσω και κοιτάω το βουνό πασπαλισμένο με άσπρο χιόνι, την θάλασσα να φιλοξενεί την ζωή έχοντας στην χαίτη της μικρά κυματάκια, τον ουρανό – έναν απέραντο γαλάζιο ουρανό – και σκέφτομαι δυνατά, ασθμαίνοντας την υγρασία του χειμώνα, την ανάσα της βροχής, μυρίζοντας να νοτισμένα δέντρα, την υγρή γη..

Στο πρόσωπο μου κατοικεί ένα πλατύ χαμόγελο..

Αν αυτά δεν είναι ο Θεός, ποιος είναι;...


9/2/09

Waltz of the Lost Dreams



Γρικώ την ανάσταση μέσα σου,
οσφραίνομαι την επανάσταση στα σπλάχνα σου,
Ασθμαίνω άφωνος την αίσθηση του ποταμού στα σωθικά σου.
Μα μην λυγάς, μην μεμψιμοιρείς .
Τα βήματα της ζωής είναι μπροστά,
και εσύ ακριβώς από πίσω.
κοιτάς σαν την πιο μικρή αμαρτία, πίσω από τα στάχυα,
σαν την μικρή κουκκίδα που ελπίζει να γίνει σφαίρα,
σαν την μπίλια που αγωνιά να ενωθεί με τις άλλες,
σαν το λουλούδι που ξεδιπλώνει τα φύλλα του να βρει το φως..
Και σου λέω τούτο :
της σαϊτιάς η δόξα είναι κούφια,
μα της καρδιάς το χαμόγελο πλατύ και απέραντο,
σήκω κόρη μου, αυτό το βαλς είναι δικό σου
κρατάει μια ζωή και μια ζωή ποτέ δεν φτάνει...

6/2/09

Ένα πιάτο φαί..



T
ο να βρίσκεσαι πάνω από ένα πιάτο φαί, αν μη τι άλλο είναι βασανιστικό. Ένα σωρό τύψεις σε αρπάζουν απο τα μαλλιά, ο ήχος του διαιτολόγου σε μαστιγώνει με τις εντολές του ασταμάτητα. Ενστικτωδώς κάνεις τους υπολογισμούς σου, 40 θερμίδες το κοτόπουλο, 30 το ρύζι στο σύνολο, κλάπ κλάπ -> μπάμ.. πολλές ! λογίζεται η κούτρα σου. Άλλος ένας υπολογισμός, σαν τους πολλούς που κάνεις καθημερινά, 600 το νοίκι συν 88 τα κοινόχρηστα, πάει ο μήνας και πότε θα ξαναπληρωθώ;;.. Ακόμα δέκα λεπτά μέχρι την δουλειά, στις πέντε σχολάω κατά τις έξι θα είμαι σπίτι. Μια ζωή μέσα στους υπολογισμούς, στις προβλέψεις χρόνου και χρήματος.

Και το μόνο που σου μένει είναι να απολαύσεις ένα πιάτο γεμισμένο με θεάρεστες λιχουδιές. Και το μυαλό, σαν να γυρνάνε αργά τα γρανάζια κάποιου παλιού ρολογιού, αρχίζει να παίρνει στροφές. Χλομιάζεις, παίρνεις μια ανάσα και βουτάς το πιρούνι! Δεν βαριέσαι, δεν πάνε να πνιγούν όλοι τους!

Μέσα στο πιάτο, μια ντομάτα παρέα με λίγο άνηθο και άσπρο μακρύκοκο ρύζι έχει περικυκλώσει το κοτόπουλο, φωνάζοντας του απειλητικά «παραδώσου!». Από τα πλάγια, ξεμυτίζει το ψωμί και με κλεφτές ματιές παρατηρεί την μάχη που εκτυλίσσεται μέσα στο πιάτο, σαν στρατηγός στο λόφο. Ξάφνου ένα θεόρατο μεταλλικό κατασκεύασμα με μυτερές άκρες, κατεβαίνει με δύναμη από τον ουρανό και καρφώνει το κοτόπουλο στο κέντρο. Φωνές θριάμβου από το ρύζι, πανικός από την ντομάτα. «Ευχαριστώ Θεέ!» φωνάζει το ρύζι, η ντομάτα σφίγγεται και γίνεται πιο κόκκινη ακόμα από την χαρά της. Το κοτόπουλο αφήνει μια στερνή φωνή, ένα τελευταίο ρόγχο και αιματοκυλίζει την σάλτσα στο πιάτο. Ένα κομμάτι του κοτόπουλου ανεβαίνει στο ουρανό, μπαίνει στην σπηλιά με τα χίλια δόντια και χάνεται ...

Ανακατεύεται στον ουρανίσκο,διαμελίζεται από δόντια κοφτερά και σαν η βαρύτητα να πήρε τα σκήπτρα απο τον όγκο, αρχίζει να λιώνει και να βυθίζεται μέσα στο λαρύγγι σου.. μια τελευταία κραυγή .. και η κόλαση κάνει την εμφάνιση της.

«Θεσπέσιο το κοτόπουλο με αυτή την σάλτσα» συλλογίζεσαι και σκέφτεσαι, κάποια παιδιά στην Αφρική δεν έχουν να φάνε και εγώ εδώ έχω πάθει γαστρική βουλιμία. «Σε τι κόσμους ζούμε! Θεέ μου!» κάνεις τον σταυρό σου και κόβεις μια γωνιά από το ψωμί, θρυμματίζοντας το σε μια έκταση εκατοστών γύρω του.

Το ρύζι, σαν βλέπει τον στρατηγό να διαμελίζεται και να μοιράζει τα σαρκικά του γύρω, κράζει δυνατά «κράτα στρατηγέ μου!»
«Μην σκιάζεσαι» φωνάζει το ψωμί, σφίγγοντας τα δόντια απο τον πόνο. «Προσπαθεί να μας κάμψει την ψυχολογία, αλλά εγώ αμόλυσα τα κομμάτια μου παντού, να μήν μπορεί να με φάει όλο!»
«Σοφός ο Αρχηγός» φωνάζει η ντομάτα! «Πανούργος» παραμιλάει το ρύζι..

Τι πιο σκληρό σε μία μάχη, από το να αναγκάσεις τον στρατηγό να φάει τους στρατιώτες του. Με μία κίνηση το υπόλοιπο του στρατηγού ψωμιού, σκουπίζει τα απομεινάρια του ρυζιού και τις ντομάτας από το πιάτο που γίνηκε η μάχη..
Τίποτα στο πεδίο της μάχης δεν έχει απομείνει παρά μια ασπρίλα και κάποια ίχνη απο την αιματοβαμμένη σάλτσα του υποχθόνιου κοτόπουλου.

«Σε ευχαριστώ θεέ μου, για το λουκούλλειο γεύμα» παραμιλάς και δένεις τις παλάμες σου ευλαβικά. Σειρά έχει η ξεκούραση μετά από μια τέτοια μεγάλη μάχη.

Μέσα στην ησυχία της νύχτας, το ψωμί φωνάζει στον τελευταίο κόκκο ρυζιού.
«Μην ανυσηχείτε άνδρες μου, ακόμα και εδώ που είμαι την δολιοφθορά μου την έκανα!»
«Τι έκανες αρχηγέ;»
«Του ανέβασα το ζάχαρο..»

4/2/09

Ο Αστεγος..




[.] Μια ώρα και τριάντα λεπτά μετά, είχε φτάσει στη πλατεία που στο κέντρο της είχε χτιστεί η Εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος από τους Οθωμανικούς Χρόνους. Με τον παπά της Εκκλησίας είχε γνωριστεί στο παρελθόν, οπότε ένιωθε μια άνεση να μπαίνει μέσα στην εκκλησία αυτή. Μπήκε λοιπόν και γύρεψε μια γωνιά να κρύψει το κορμί του από τους άλλους ανθρώπους.

Ο Παπά-Γιάννης με την αηδονήσια φωνή του έψαλε τα τροπάρια και οι ψάλτες συνόδευαν με περίσσια δύναμη φωνής. Η Εκκλησία λόγω του ότι ήταν μικρή σε μέγεθος πρόσφερε απλόχερα την ζεστασιά του Θεού και της Ιεροσύνης με το που πάταγε το πόδι του στο κατώφλι. Γύρω γύρω αγιογραφίες παλιές διακοσμούσαν τους τοίχους με φανταχτερά χρώματα. Στο κέντρο της Εκκλησίας, ένας μεγάλος πολυέλαιος με χρυσά στο γείσο και ψηλά από πάνω η ζωγραφιά του Παντοκράτορα κοιτούσε με εμμονή τους πιστούς μέσα στα μάτια. Αδύνατο να μην προσέξει κανείς αυτήν την επιβλητική ζωγραφιά στο εσωτερικό του τρούλου.

Με τον παπά Γιάννη ο Χρήστος είχε την άνεση να μιλήσει. Από τους λιγοστούς ανθρώπους που δεν εξαφανιστήκανε όταν του απεύθυνε τον λόγο.

«Πάτερ» του είπε. «Θέλω να μου πεις ειλικρινά αν σε ενοχλεί να έρχομαι που και πού στην Εκκλησία σου.»
«Όχι παιδί μου. Ο Οίκος δεν είναι δικός μου. Του Θεού είναι και αυτόν πρέπει να ρωτήσεις.» και πρόσθεσε.
«Θες να σου βρω φαγητό; Άμα θες υπάρχει .»
«Σε ευχαριστώ πάτερ. Φροντίζει ο δήμος για αυτό. Ρούχα αν έχεις θα βοηθούσαν»

Ο πάτερ του έδωσε κάποια ρούχα, όπως του ζήτησε ο άστεγος. Από τότε συχνά πυκνά ο Χρήστος ερχόταν στην εκκλησία και παρακολουθούσε την λειτουργία του Παπά Γιάννη.

Ο Παπά Γιάννης ήταν ένας γεματούλης γέροντας με άσπρα γένια που απλωνόντουσαν ίσια πάνω από το μαύρο ράσο του. Στο κεφάλι λίγα μαλλιά και δύο χαρωπά μάτια γεμάτα καλοσύνη πρόδιδαν την ευγενική ψυχή αυτού του ανθρώπου.
Εκεί στα αριστερά της Εκκλησίας καθόταν ο Χρήστος κουλουριασμένος, έτσι ώστε κρύβει το κορμί του από τα εξεταστικά μάτια των άλλων ανθρώπων και άκουγε προσεκτικά τα λόγια που έλεγε ο Παπάς. Πολλά δεν τα καταλάβαινε αλλά όσα λόγια μπαίνανε ολόκληρα στα αυτιά του, τα επαναλάμβανε να μη τα ξεχάσει. Κάποιες παρέες αντρών και γυναικών ήταν μαζεμένοι στις δυο γωνιές τις Εκκλησίας, χωρισμένοι όπως προστάζει ο Εκκλησιαστικός Κανόνας. Στο παγκάρι η γριά Τασούλα ,κοντή με γκρίζα μαλλιά μαζεμένα σε κότσο, καθόταν πίσω από το ξύλινο παγκάρι επανδρώνοντας το ρόλο υποδοχέα – επίτροπου που βοηθούσε στην πώληση των κεριών και διάφορων Εκκλησιαστικών βιβλίων. Ο Χρήστος την γνώριζε αλλά ποτέ δεν της είχε μιλήσει. Λεφτά δεν είχε ποτέ να ρίξει στο παγκάρι και κεριά δεν άναβε, από τακτ μην του πει καμιά κουβέντα η γριά Τασούλα.

Με την άκρη του ματιού του όμως είχε δει μερικές φορές την γριά να ανάβει ένα κερί, έτσι χωρίς λόγο και με νόημα τον κοίταζε επίμονα πριν εξαφανιστεί στην συνήθη θέση της πίσω από το παγκάρι.
«Ο Χριστός Είναι Παντού. Προσέχει τους πάντες και βρίσκεται μέσα στην ψυχή σας.» Είπε ο Παπά-Γιάννης αφήνοντας την φωνή του να αντιλαλήσει σε όλους τους τοίχους της Εκκλησίας.
«Ακούστε την φωνή του και απαντήστε στο Κάλεσμα του». Και πρόσθεσε με βροντερή φωνή :
“Μακάριοι οι καθαροί τη Καρδία ότι αυτοί τον θεό όψονται»
Καθαροί στην καρδιά.. Οι σκέψεις αυτές τριγύρισαν τον Χρήστο και ζώσανε τα κουρέλια του με αγάπη. Τι σημαίνει «καθαροί στην καρδιά;” Αυτός τι κακό μπορεί να προκαλέσει? Γιατί η καρδιά του να μην είναι καθαρή ? Είναι ένας άνθρωπος που περνάει αόρατος από μία κοινωνία που στις αρτηρίες της κυλάει η κακία και ο φθόνος. Αυτός δεν συμμετέχει πλέον σε αυτήν την σαπισμένη κοινωνία.

«Φανταστείτε ότι είστε σε ένα κήπο με όμορφα λουλούδια» είπε πάλι ο Παπά-Γιάννης.

«Έχετε την αίσθηση της όσφρησης, την αίσθηση της όρασης και την αίσθηση της αφής, και με αυτά τα προσόντα η καρδιά σας γεμίζει ευχαρίστηση βλέποντας αυτό το όμορφο κήπο. Έτσι και για να δείτε τον Χριστό και τον Θεό και να κερδίσετε επάξια μια θέση δίπλα του χρειάζεστε μία ακόμα αίσθηση αυτήν της Καθαρής Καρδιάς. Μόνο αυτοί που θα αποκτήσουν αυτήν την αίσθηση θα μπορέσουν να πάρουνε μια θέση Δίπλα Του.»

Ο Χρήστος έκατσε εκεί κουλουριασμένος ακόμα και όταν ο Παπά-Γιάννης μπήκε στο Ιερό του δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο το τέλος της λειτουργίας. Ο κόσμος με αργά βήματα συζητώντας φωναχτά έβγαινε σε ομάδες από την Εκκλησία. Περίμενε να φύγει και ο τελευταίος για να σηκωθεί από την θέση του.

Έφτασε στο κατώφλι, και δειλά έκανε τον σταυρό του κοιτάζοντας προς το ιερό. Ένιωσε πάνω του την ματιά του Παπά – Γιάννη αν και θα ήταν πολύ δύσκολο λόγω της απόστασης.

Βγήκε στον κεντρικό τον δρόμο και κατηφόρισε. Το κέντρο αστέγων ήταν περίπου τέσσερα στενά πιο κάτω. Ο θόρυβος της πόλης δεν τρυπούσε πλέον τα αυτιά του.

Μέσα στο μυαλό του κατοικούσαν τα τελευταία λόγια του Παπά ..
(απόσπασμα..)

2/2/09

Ο Βιολονίστας..





**
'Ένα νέο βιβλίο του Κώστα Καρακάση που κυκλοφορεί στις 16/2
από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

------------------------
Αν και δεν συνηθίζω να κάνω αναφορές σε βιβλία, αυτή η περίπτωση είναι ιδιαίτερη για μένα. Εύχομαι κάθε επιτυχία - αν και την θεωρώ δεδομένη!

για περισσότερες πληροφορίες. click εδώ

Dragster wave


Η ψυχή κουλουριασμένη, ακούει τις νότες και
οι νότες κουλουριάζονται μπροστά στα μάτια μου,
εγώ σκυφτός σεργιανίζω σε ένα δρόμο από μετάξι,
με το δερμάτινο μπουφάν να κολλάει στο δέρμα.

Σκέφτομαι τις νύχτες τις βροχερές,
αυτές τις θύμησες που ακόμα
μυρίζουν αλκοόλ και αγκαλιά
και χαίρομαι, που πάτησα, που περπάτησα,
που μέθυσα, που χόρεψα, που έζησα,
που πέθανα, που έκλαψα, που προχώρησα,
γιατί η ζωή τι άλλο θα μπορούσε να είναι;
παρά όμορφες μνήμες,
που σου καλυτερεύουν το μέλλον..

καλημέρα...

30/1/09

Βαθιά ανάσα χρόνου..



Βαθιές ανάσες χρόνου,
σαν το πρωινό αχνό, υγρό στόμα του χειμώνα.
Γεύομαι την ζωή σαν ένα περίπατο
μέχρι την τελευταία υπόκλιση,
την τελευταία παράσταση του θιάσου.

Τον γεύομαι στα σαρκοβόρα χείλη μου
Τον περιμένω δίχως βιάση,
Χορεύοντας σιωπηλά,
πάνω στις νότες της ζωής μου.
Μένει η έκπληξη,
η τελευταία βαθιά ανάσα του γέρου χρόνου,

28/1/09

Η εφεύρεση..

Πάντα με ταλάνιζε αυτή η απορία. Τι είναι αυτό που μετατρέπει τους ανθρώπους σε εφευρετικούς; Θέλω να πω, δεν αρκούν οι γνώσεις, χρειάζεται και κάτι παραπάνω. Παράδειγμα ο αδελφός μου, ένας νέος ψηλός με πλούσιο σγουρό μαλλί και μάτι τέτοιο, που λες ότι φτιάχτηκε για να αποκρυπτογραφήσει τον κόσμο. Από μικρός εκεί μέσα στα κατσαβίδια και στα χαρτιά. Εμείς διαβάζαμε λογοτεχνία, αυτός εγχειρίδια οδηγιών για μηχανήματα, φυσική, χημεία. Ζούσε σε ένα κόσμο εφευρέσεων. Όχι, βέβαια ότι αυτό δεν μας βόλευε, το κάθε άλλο. Ποιός θα έφτιαχνε το καζανάκι σαν χάλαγε; Ποιός θα επιδιόρθωνε τον θερμοσίφωνα; Εμείς; Με τίποτα.

Σε ηλικία δέκα χρονών έφτιαξε την πρώτη του εφεύρεση. Δεν μπορώ να ορκιστώ ότι κατάλαβα τι έκανε εκείνη η εφεύρεση, αλλά θυμάμαι ότι έδειξα μεγάλη χαρά σαν την είδα. Αν έβλεπε κανείς το στρογγυλό προσωπάκι του, πίσω από τα γυαλιά με το μεταλλικό σκελετό, δεν θα μπορούσε να μην τον χειροκροτήσει. Είχε μια τέτοια χαρά ζωγραφισμένη πάνω του..

Τελείωσε το σχολείο και όπως ήταν επόμενο, συνέχισε σπουδές πάνω στην μηχανολογία και αργότερα πήρε και ένα μεταπτυχιακό στους υπολογιστές. Δεν άργησε να βρει δουλειά στο αντικείμενο του, αλλά παρόλο τον χρόνο που του έτρωγε η βιοποριστική εργασία χάριζε αρκετό από τον ελεύθερο του χρόνο σε προσωπικές «εφευρέσεις». Είχε νοικιάσει μάλιστα ένα σπίτι μικρό με μεγάλο γκαράζ, όπου εκεί μέσα είχε απλώσει το «βιός του». Κατσαβίδια, βιβλία και παράξενα όργανα δηλαδή. Πουκάμισα, σακάκια και γενικώς πράγματα που συνηθίζουμε εμείς να έχουμε στα σπίτια μας, για τον αδελφό μου ήταν είδη πολυτελείας και μάλιστα τα χαρακτήριζε «βαρετά» αντικείμενα...

Πάει ένας μήνας που μου χτύπησε το κουδούνι. Από το κουδούνισμα κατάλαβα ότι ήταν αυτός, το χτύπαγε με μια μανία λες και θα το ξεζουμίσει. Όταν άνοιξα την πόρτα και είδα το χαμόγελο του, πλέον ήμουν σίγουρος ότι θα παρακολουθούσα μια καινούργια διάλεξη περί μια νέας εφεύρεσης. Δεν έσφαλα. Άνοιξε μια σακούλα και έβγαλε από μέσα ένα μικρό κουτί. Το έβαλε στην πρίζα και χαμογελώντας περήφανα μου είπε.

- Ορίστε, το θαύμα της επιστήμης!
- Τι ακριβώς κάνει η τοστιέρα που έφερες; Ρώτησα εγώ αφελέστατα.
- Τοστιέρα! Μιλάμε για την μεγαλύτερη εφεύρεση που μπορεί ποτέ να κατασκευαστεί από άνθρωπο!

Τον κοίταξα με μάτια αγελάδας. Σχεδόν ηλίθια.

- Σταμάτα να με κοιτάς έτσι και κάτσε να ακούσεις! Μου είπε με αυστηρότητα, όπως θα μιλούσες σε ένα πεκινουά που είναι έτοιμο να κατουρήσει τον καναπέ.
- Αυτή η εφεύρεση, διώχνει .. την λύπη!
Άρχισα να γελάω ασταμάτητα.. Τι γελάς με παρατήρησε πάλι αυστηρά.
- Δεν είναι λυπηρό που κατασκευάστηκε τέτοιο μηχάνημα; Είπα και με το ζόρι κρατούσα τα γέλια μου..
- Καλά, αηδίες! Εγώ σου μιλάω σοβαρά και εσύ κοροϊδεύεις. Θα στο αφήσω λίγες μέρες εδώ και θα δεις ότι δουλεύει...
- Καλά, άφησε το, πάει και το χρώμα του με το χαλί. Σου υπόσχομαι να το αφήσω στην πρίζα και θα σου πω αν δουλεύει..
- Ωραία! Να με πάρεις τηλέφωνο για το οτιδήποτε! Ακούς! Αν δεις τίποτα περίεργο να με πάρεις αμέσως τηλέφωνο !
- Καλά, καλά, του απάντησα συναινετικά...

Την υπόλοιπη μέρα μου την σπατάλησα να διαβάζω ένα βιβλίο, ένα κλασσικό βιβλίο που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο τόσα χρόνια είχα αποφύγει να ασχοληθώ μαζί του. Το είχα ξεκινήσει από τη προηγούμενη και ομολογώ ότι είχα δεθεί με την δραματική ιστορία του. Οι σελίδες προχωράγανε, η μάνα - ήρωας του βιβλίου- σκότωσε τα παιδιά της, την κυνήγαγε ο άντρας της... αν και αντιλαμβανόμουνα το δραματικό θέμα του βιβλίου καμία λύπηση, καμιά αίσθηση δράματος δεν ένιωθα. Για την ακρίβεια, στο αποκορύφωμα της υπόθεσης, εκεί που θεωρητικά θα έπρεπε να δακρύσω, εγώ γελούσα ασταμάτητα! Το άφησα στην άκρη, ήταν φανερό ότι δεν ήμουνα σε κατάσταση να το διαβάσω.

Κοίταξα το ρολόι. Πέντε το απόγευμα. Δεν πείναγα. Έκανα να σηκωθώ να βάλω φαγητό αλλά καμία διάθεση για φαγητό δεν είχα. Ξαναέβαλα προσεκτικά το φαγητό στο ψυγείο και απλώθηκα στον καναπέ να δω τηλεόραση. Πατούσα τα κανάλια συνεχώς μήπως και πέσω σε καμιά ταινία. Τελικά βρήκα μια κωμωδία, με τίτλο Το τελευταίο αντίο με τον Ξανθόπουλο. Ήταν ξεκαρδιστική ταινία.. Σε κάποια στιγμή μάλιστα, το κανάλι έκανε μια διακοπή στην ταινία για να δείξει κάποιο έκτακτο δελτίο. Ένας χαμογελαστός βουτυρομπεμπές ντυμένος στην τρίχα άρχισε να αναγγέλλει με τρομερή διάθεση, ότι οι Ισραηλινοί βομβάρδισαν πέντε σχολεία στην Παλαιστίνη. Ο παρουσιαστής γελούσε σαν το έλεγε, εγώ χαμογελούσα ευχάριστα σαν το άκουγα. Ζοομ πλάνο και δείχνει ένα δημοσιογράφο να παίρνει συνέντευξη από έναν χαμογελαστό Παλαιστίνιο.

- Μπορείτε να μας πείτε πώς νιώθετε για τον σημερινό βομβαρδισμό; ρώτησε ο δημοσιογράφος με περιπαιχτική διάθεση τον κουρελιασμένο, μελαμψό άνδρα..
- Α...! έκτακτα! Σήμερα χάσαμε γύρω στα πενήντα με εξήντα παιδιά, αν είμαστε τυχεροί θα πέσει και καμιά οβίδα πάνω μας τώρα που μιλάμε..
- Που τέτοια τύχη, μονολόγησε ο δημοσιογράφος και ξαναρώτησε.
- Οι σχέσεις σας με τους Ισραηλινούς; Θα σας αφήσουν ποτέ να αποκτήσετε δικό σας κράτος;
- Τι λέτε τώρα; Τι να το κάνουμε; Σκοπός είναι να μαλώνουμε. Περνάει η ώρα ευχάριστα.. Καταπληκτικά παιδιά οι Ισραηλινοί..!
Ο δημοσιογράφος είχε τρελαθεί στο γέλιο, το ίδιο κάτι Παλαιστίνιοι στο βάθος της κάμερας. Για το μεγαλόπρεπο κανάλι, Μ. Δημοσιογραφάκος.. είπε και έκλεισε το έκτακτο.

Μία ώρα μετά, τελείωσε και η ταινία που με άφησε με μια τρομερή διάθεση.. Θα με πήρε ο ύπνος φαίνεται γιατί ξύπνησα αργά την νύχτα. Ακόμα δεν πείναγα..
Περάσανε μέρες, μπορεί και μισός μήνας και εγώ ακόμα δεν είχα φάει. Δεν ένιωθα ότι πείναγα.. Τα χέρια μου είχανε σκελετωθεί, το στομάχι μου είχε κολλήσει στην πλάτη, στην δουλειά δεν πήγαινα. Τους είχα τηλεφωνήσει ότι δεν θέλω να πάω, δεν έχω καμία διάθεση, ούτε ανάγκη. Βγήκε το αφεντικό στο τηλέφωνο και με ένα γέλιο μου απάντησε ότι καλά κάνω και έτσι πρέπει να κάνουν όλοι. Μάλιστα και ο ίδιος δεν θα ξαναπάταγε εκεί ..

Χτύπησε το τηλέφωνο με δύναμη. Ήταν ο αδελφός μου μέσα στην καλή χαρά.
- Τι χαρούμενα νέα έχεις;
- Αυτό είναι το θέμα, μόνο χαρούμενα νέα έχω... δεν μου λες την συσκευή που σου είχα δώσει την έχεις ακόμα στην πρίζα ε;
- Α! Ναι, την είχα ξεχάσει. Δεν νομίζω ότι δουλεύει ...
- Σε παρακαλώ βγάλε την από την πρίζα.. στάσου! Έχεις φάει καθόλου όλο αυτόν τον καιρό;
- Όχι, δεν πεινάω..
- Πήγαινε πάρε φαγητό, βάλτο στο τραπέζι .. τράβα την συσκευή από την πρίζα και κάτσε να φας. Αργότερα τηλεφώνησε μου...

Οποιοσδήποτε πόνος είναι λυπηρός, μου εξήγησε αργότερα ο αδελφός μου. Εγώ ήμουνα στο νοσοκομείο ξαπλωμένος, καρφιτσωμένος με ορούς στις φλέβες μου. Η συσκευή μου πήρε την λύπη, συνεπώς τον πόνο της πείνας, τον πόνο του φόβου, τον οποιαδήποτε πόνο που μπορεί να καταλήξει σε λύπη. Ακόμα και ο πόλεμος είναι λύπη και αν δεν τον αισθανόμαστε έτσι, αλλά τον περιλούζουμε με χαρά, τίποτα δεν μπορεί να τον κάνει να σταματήσει...
**
Γιατί ο Θεός μας έδωσε τον πόνο, την θλίψη; Με ρώτησε ύστερα από χρόνια ο γιός μου.
Μιαν άλλη φορά θα σου απαντήσω, τώρα έχω να γράψω μιαν άλλη ιστορία..

ΚΑΡΑΚΑΣΗΣ ΝΙΚΟΣ (c) 2009

25/1/09

Ταξιδεύοντας..



Πλαντάζει η φύση και απορεί, ποιανής αγάπης κτήμα είμαι;

Το παραθύρι με δύναμη πλαταίνω, γροικώ τον κόσμο που σφικταγκαλιαστά την μια με την μέγγενη του σύνθλιψη μου δίνει και άλλοτε με την λιγδιάρα γλώσσα του σκύβει και με γλύφει. Ορέγομαι τις διαθέσεις του και την κακομοιριά του, σαν να ήταν δράκοντας με δόντια δεκατρία, φαντάζομαι το λερωμένο στόμα του, την άπλυτη ματιά του.

Σαράντα χρόνια δίποδο, οσμή, εικόνα δεν κατέχω από το σχεδιαστή, ενορχηστρωτή της θάλασσας του κόσμου. Σαν αμοιβάδα κόλλησα στην λογικής τον βράχο. Τι να ‘ναι αυτό που βαριανασαίνει σαν τον σοφό διαλογιστή, πίσω από τον κόσμο αυτόν που τα έκπληκτα μάτια μου γεμίζει; Τι να είναι αυτό που κυμβαλίζει της ακοής το βλέμμα;

Άγνωστο. Μηδέν, τα πάντα.

Μα κάποιο ψυχανέμισμα με κάνει να ορκίζομαι, σαράντα ακόμα χρόνια και άλλα τόσα δεν αρκούν τον θαυμασμό να λύσω, για τούτο μένει το αγκάλιασμα και η πίστη να με τρέφει.

Μια σπίθα, ένα κουδούνισμα του νου, αυτό θαρρώ είναι όλα. Ζεύομαι τις ελπίδες μου, τη διάθεση στην ζώνη, ανασκουμπώνομαι ορθά, βαραίνω με δύναμη του σώματος το πρώτο σκαλοπάτι. Η δράση είναι η δύναμη, τα άλλα είναι ο ύπνος, δυο αντιθέσεις σταθερές, αν και στην όψη αντίθετες, σαν δίδυμα στην ζώνη μου κρεμάω.

Και όταν στο κεφαλόσκαλο στερνή ματιά, την γκρεμίλα του σταυρού, σκύψω και αντικρίσω, μια προσευχή έχω στο νου, να δω αυτά που ελπίζω. Έναν απολογισμό, προσωπικό, εξομολογητικό θα κάνω και αν παρ’ ελπίδα, ζαβός, μίζερος, ελαφρόμυαλος κριθώ, την άβυσσο θα ερωτευτώ, τον θίασο στο νου μου θα στεριώσω,

αυτόν που με χαροποιούσε ψεύτικα τις θλιβερές τις ώρες..

23/1/09

La Vie en Rose II

Αυτή την νύχτα η υγρασία νότιζε τους κορμούς με όλες τις μυρουδιές του δάσους. Δυο μάτια λαμπύρισαν μέσα στο σκοτάδι, κάποια αλεπού ή άλλο ζώο του δάσους, ξάγρυπνο πετάχτηκε πάνω από τον βάρβαρο ήχο του αυτοκινήτου που πλησίαζε. Κοίταξε καλύτερα να δει...

Δυο φώτα -προβολείς- ξέσκισαν την καταχνιά, ένας ήχος μηχανής που επιτάχυνε και ένα .. γλυκό τραγούδι που έβγαινε από το ξέσκεπο αυτοκίνητο ήταν τα σημάδια ότι κάτι πλησίαζε την ομορφιά της νύχτας, ανατάρασσε γλυκά την ησυχία της φύσης..
Το φεγγάρι πλησίασε να ακούσει καλύτερα, τα κλαδιά μάζεψαν και αγκάλιασαν τα νυχτοπούλια.. Αν η νύχτα είχε φωνή θα σφύριζε στο ρυθμό της αλαβάστρινης φωνής της κοπέλας που μάγευε την πλάση με τούτο το τραγούδι ..

Des yeux qui font baiser les miens,
Un rire qui se perd sur sa bouche,
Voila le portrait sans retouche
De l'homme auquel j'appartiens

Quand il me prend dans ses bras
Il me parle tout bas,
Je vois la vie en .... rose.

- ω, το καπέλο σου είναι στραβό, είπε η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά και τα γλυκά μάτια . Τα χείλια της γέλασαν ελαφρά, με τσαχπινιά κούνησε το κορμί της, έπιασε το καπέλο και το έστρωσε σωστά στο κεφάλι του οδηγού.

Κοίταξε στα μάτια τον Χάμφρευ, έναν ώριμο πενηντάρη, με πρόσωπο έμπειρο, τσαλακωμένο από την βαρύτητα του χρόνου με δυο μάτια εξημερωμένης σκληράδας. Θα έλεγες, εκείνη την στιγμή η ψυχή του ήταν βουτηγμένη στην αγγελική φωνή της νεαρής δίπλα του. Η καρδιά του χτύπαγε με τρελούς ρυθμούς, μα η λογική τον κράταγε σταθερό, στα λόγια, στις αποφάσεις του. Έσφιξε το τιμόνι με δύναμη.

- Που θα βρω κάποιον να προσέχει την εμφάνιση μου στο Παρίσι; Που θα βρω κάποιον να με βοηθάει στα Γαλλικά μου; Ρώτησε ο οδηγός και κάρφωσε την ματιά του πάνω της.
- Ω.. σίγουρα θα βρεις κάποια στο πλοίο, πάντα βρίσκεις...
- Νομίζεις;
- Σίγουρα... τουλάχιστον υποθέτω, τα μάτια της κοπέλας μαλάκωσαν, έβαλε το χέρι της στον ώμο του, χάιδεψε την αύρα του.
- Αν υποθέσουμε .. άρχισε να μουρμουρά με σκυμμένο το κεφάλι ο οδηγός... Αν υποθέσουμε ότι εσύ δεν ήσουνα παντρεμένη με τον Ντείβιντ.. Αν υποθέσουμε ότι εγώ ήμουνα δέκα χρόνια νεότερος... ας υποθέσουμε ... ω! Μα τι λέω! Όλο υποθέσεις είμαι! Απλά ας υποθέσουμε ότι λέω βλακείες αυτήν την στιγμή! Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε το σκοτάδι στα πλάγια του αυτοκινήτου, τα μάτια του βούρκωσαν, δεν έπρεπε να το δει η κοπέλα αυτό.

Μια μικρή σιωπή, η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι και δεν απάντησε αμέσως. Η καρδιά της έσφιξε, τα δόντια της κρύφτηκαν παίρνοντας μαζί τους το χαμόγελο, τα χέρια άσπρισαν από την δύναμη που τα ζούληξε, σχεδόν έχωσε τα νύχια μέσα της για να ξυπνήσει από τις σκέψεις, τις παράλογες, τις απίθανες.. του έρωτα..

- ας υποθέσουμε, ότι ναι! λες βλακείες ... σιγομουρμούρισε με σπαστές λέξεις και μεμιάς το μετάνιωσε αυτό που είπε, τινάζοντας το κεφάλι της ψηλά.

Ο οδηγός έφερε την ματιά του πάνω της, την χάιδεψε στοργικά με το βλέμμα του και την παρακάλεσε για μια τελευταία φορά.

- Ας υποθέσουμε τότε ότι θα συνεχίσεις να τραγουδάς, αργά αυτή την φορά, να το απολαύσω..

.. η νύχτα κατάπιε την παράνομη αγάπη μέσα της...





20/1/09

Creep...






Όταν η φωνή συνοδεύει την ψυχή
σε ένα γεύμα αισθήσεων.

μουσική, η μέθη της ακοής.



Creep Lyrics
Artist(Band):Radiohead



When you were here before,
Couldn't look you in the eye
You're just like an angel,
Your skin makes me cry

You float like a feather
In a beautiful world
I wish I was special
You're so very special

But I'm a creep,
I'm a weirdo
What the hell am I doin' here?
I don't belong here

I don't care if it hurts,
I wanna have control
I want a perfect body
I want a perfect soul

I want you to notice
when I'm not around
You're so very special
I wish I was special

But I'm a creep
I'm a weirdo
What the hell am I doin' here?
I don't belong here, ohhhh, ohhhh

She's running out the door
She's running out
She run run run run...
run... run...

Whatever makes you happy
Whatever you want
You're so very special
I wish I was special

But I'm a creep,
I'm a weirdo
What the hell am I doin' here?
I don't belong here

I don't belong here...

19/1/09

Ενα βράδυ στο χωριό..

Παγωμένος αέρας έσφιγγε τα δόντια, με μάζευε στα ρούχα μου. Θα ‘ταν οκτώμισι το απόγευμα, δεν θα το έλεγε κανείς για βράδυ και το χωριό έδειχνε ερειπωμένο, άδειο από κατοίκους, παιδικές φωνές δεν νότιζαν τα στενά. Μπορεί να είχαν απαγορεύσει στους κατοίκους να κυκλοφορούν, μια τέτοια εντύπωση σου άφηνε. Μόνος ήχος, από μακριά η αγριεμένη θάλασσα που μαστίγωνε τα βράχια, κατέτρωγε την παραλία, ροκάνιζε τα βότσαλα. Πέρα από την αγριάδα αυτής της θαλασσοταραχής, κάποια φωτάκια αναβοσβήνανε, σε μια άλλη πόλη, άλλη νέκρα..

- Δεν μου αρέσει αυτή η ησυχία, είπε η Πηνελόπη.
- Γιατί το λες; Δεν είναι τόσο όμορφη η ησυχία εδώ; Απάντησα με έκπληξη.

Από μακριά ένα αυτοκίνητο ζύγωσε με τα φώτα ανοιχτά.

- Να ένας άνθρωπος, φώναξα αστειευόμενος. Γύρισε και με κοίταξε με ύφος σαν να είπα την μεγαλύτερη κοτσάνα.

Περπάτησα σκυφτός, αφέθηκα στις σκέψεις μου. Τα χέρια μου σφίχτηκαν στις τσέπες, θύμησες από το ίδιο καλοκαίρι μου γέμισαν το κεφάλι. Κόσμος, αυτοκίνητα, φωνές, φώτα αναμμένα στα μπαλκόνια και μυρουδιά αρμύρας ανακατεμένη με μοσχομυρισμένους μεζέδες από το απέναντι ουζάδικο. Σήκωσα το κεφάλι μου. Και αυτό κλειστό, χωρίς φώτα και οι καρέκλες μαζεμένες.

- Πάμε μέχρι την πλατεία, είπα και δυνάμωσα το βήμα μου.

Ο μόνος ήχος που πλήγωνε τα στενά ήταν από τα σκληρά παπούτσια μου και ένας βήχας που με τράνταξε. Σταμάτησα να αφουγκραστώ, ο ήχος αντιλάλησε στο πλακόστρωτο, τον απορρόφησε το σκοτάδι. Φτάσαμε στην πλατεία, ήταν και αυτή άδεια, ακόμα και ο πάγκος του καλαμποκά ήταν μαζεμένος με πανιά και λάστιχα, οι λάμπες φώτιζαν τις τσιμεντένιες, άδειες από πατημασιές, πλάκες. Με κοίταξε στα μάτια τρυφερά,

- Επιστρέφουμε;

Γιατί ήρθαμε;



16/1/09

Το βιολί μου..



Το κάθε βήμα ασταθές, η κάθε ανάσα δίπλα μου μύριζε σαν πρωινή βαριά ανάσα αρρώστου, κάθε άνθρωπος απέναντι μου κλεισμένος στο κλουβί της σκέψης του, ένας μικρός ύπνος προσωπικός. Λένε ότι τα μάτια είναι η ψυχή των ανθρώπων, ε λοιπόν πίσω από αυτά τα μάτια κανείς δεν μπορούσε να δει τίποτα, μια ξέρα, μια νησίδα απαξίωσης είχε απλωθεί πίσω από αυτά τα μάτια. Ο ψηλός με το τζήν, κρυμμένος καλά πίσω από τα μαύρα του γυαλιά, η νεαρή, φοιτήτρια μάλλον, με το ξεφτισμένο παντελόνι, μια έκφραση νυσταγμένη και απόκοσμη, ένας κουστουμαρισμένος καθαρός, καλοχτενισμένος επαγγελματίας από τους πολλούς, καμία ιδιότητα δεν είχε πάνω του να ξεχωρίζει, σαν τους ανακατέψεις με άλλους τόσους, δύσκολα θα τον ξεχώριζες.. και μια γυναίκα όπου κάτω από τα μάτια, μια σκοτεινιά βάραινε την ψυχή της. Και τι θα γινόταν άμα την ρώταγες, ποιοί καημοί την κάνανε να βαριανασάνει; Τι ζει στην ζωή της που υφαίνει τις ρυτίδες στο πρόσωπο της;

Ω.. ο κάθε σταυρός για τον καθένα είναι προσωπικός ...και ο πιο βαρύς. Ο Γολγοθάς διαφέρει από άτομο σε άτομο, αλλά το βάρος του σταυρού είναι ανάλογο με την σωματική του δύναμη, την ψυχική θα έλεγα εγώ..

«Στάση Σύνταγμα» ακούστηκε μια γυναικεία μεταλλική φωνή και ο κόσμος σαν να τους τράβηξε ένας αόρατος μαγνήτης τραβήχτηκε έξω με ταχύτητα. Μια θάλασσα ανάσας και πολύχρωμων υφασμάτων, μια θάλασσα χωρίς κύμα μα με ρυθμό ανέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες, ο ένας πίσω από τον άλλο πειθαρχημένα, αυτοματοποιημένα. Κάποια παιδιά, νεαροί φοιτητές γέμιζαν το υπόγειο του τρένου με τα γέλια τους, ελάχιστη νότα αλλαγής στους μουντούς ανθρώπους.

Σαν το ποντικό που βγάζει την μύτη έξω από το χώμα, ένιωσα μόλις είδα το φώς της ημέρας, μια ημέρας μουγκής από ήλιο με ένα απέραντο γκρίζο-άσπρο σύννεφο να απλώνεται σαν μπαμπάκι από πάνω μας.

Πάτησα τα βήματα μου με δύναμη, έσπρωξα και κάνα δύο στο διάβα μου και χωρίς σκέψη οδηγήθηκα κοντά στο ταχυφαγείο, στην αρχή της Ερμού.
Στάθηκα να δω αν με κοιτάει κανείς.. ανόητη σκέψη, κανένα μάτι δεν με κοιτάει και τι να δει; Άλλη μια μέρα, σαν την χθεσινή. Άλλη μια μέρα θα καταπιώ το γάργαρο νερό της λύπησης και την ελάχιστη συνδρομή των περαστικών και με την σειρά μου θα χαρίσω.. ότι έχω να χαρίσω. Έβγαλα το βιολί από την θήκη, το έφερα στον ώμο μου, ξεροκατάπια, δάγκωσα τα χείλια μου..

Το βιολί ήταν κρύο, μουδιασμένο, το χάιδεψα με την άκρη των δαχτύλων μου, «πάμε» του είπα τρυφερά και άρχισα να τρίβω το δοξάρι πάνω στις χορδές του. Σαν δέντρο που φυτεύτηκε σε εμπόλεμη περιοχή, σαν το λουλούδι που λαχτάρησε τον ήλιο, η μουσική μου περιπλανήθηκε, πλησίασε τους ανθρώπους, χάιδεψε τα αυτιά τους, τους τράβηξε από την σκέψη τους, ένα χαμόγελο άνθισε μέσα τους. Μου το έδωσαν, μαζί με κάποια ψιλά που κουδούνισαν μέσα στο φθαρμένο καπέλο μου.

Τι ποιο όμορφο από το να βλέπεις τον κατσούφη χαμογελαστό; Τον άρρωστο να τρέχει; Τον καταδικασμένο να έχει ελπίδες; Δεν είμαι εγώ αυτός που έδωσα τα τέτοια δώρα, αυτοί ανακαλύψανε τον άλλο τους εαυτό μέσα από τις σάρκες τους και έστω για δέκατα του δευτερολέπτου τον αμόλησαν να ακούσει, να δει την μουσική του βιολιού μου. Και δεν το κρύβω όσο πάλευα με τα αισθήματα των ανθρώπων, δεν έκοβα στιγμή να παίζω, δεν σταμάταγα τον πόλεμο μαζί τους. Σαν ευωδιαστό παρτέρι, μύριζε ο ήχος του βιολιού, πολλοί σταμάταγαν για λεπτά να μυρίσουνε με βαθιά ανάσα τις νότες μου.. ω ναι, τι καλύτερο από ένα χαμόγελο στιγμής; Για χρόνια νόμιζα ότι τα λόγια είχαν την δύναμη του Αιόλου, ώσπου το βιολί μου έδειξε έναν άλλο δρόμο, πιο δραστικό, πιο ευθύ, πιο ανθρώπινο. Βλέπεις, ο άνθρωπος έχει μέσα του την σοφία, τις απαντήσεις, την αλήθεια και το ψέμα και όλη η ζωή του είναι ένας πόλεμος αντιθέσεων, ένας πόλεμος μεταξύ λογικής και αισθημάτων. Ω ναι, οι απαντήσεις είναι μέσα τους, το βλέπω σε κάθε δοξαριά, τις βλέπω να βγαίνουν αγκαζέ με ένα χαμόγελο!

Κάθε νότα, κάθε λύγισμα της χορδής, μια ελπίδα, ένα δάκρυ, ένα χρώμα της φύσης, μια πινελιά από χαρά, ένα πόνος λύπης. Μια ιστορία, μια μικρή παιδική ιστορία, από αυτές που όταν είσαι μόνος κλαίς, όταν το λες στα παιδιά γελάς, όταν την θυμάσαι μελαγχολείς. Ίδια ιστορία μα τόσο διαφορετική κάθε φορά..

Σούρουπο, να τα μαζεύω..



14/1/09

Παρουσίαση έργων

Μέσα από αυτές τις λίγες γραμμές θα ήθελα να σας γνωρίσω κάποια διηγήματα ή ακόμα και μυθιστορήματα που έχω γράψει κατά καιρούς. Ο τρόπος ανάγνωσης μοιάζει αρκετά με βιβλίο (αν και είναι αδύνατο να αντικατασταθεί το βιβλίο) και από το να ροχαλίζουν μέσα στον σκληρό μου δίσκο, σκέφτηκα ένα τρόπο ώστε να διαβάζονται εύκολα-καθότι πολυσέλιδα.


σημ. κάντε κλικ στο όνομα του έργου






Elisa (το πείραμα)
Τα όρια της επιστήμης
και ο άνθρωπος.

(σύντομα και άλλα)

UPDATE1: Δυστυχώς, το σημείο που τα είχα αναρτήσει καταργήθηκε,
οπότε δεν είναι δυνατή η ανάγνωση. Στο μέλλον πιθανόν να επιδιορθώσω το link.. 

Αερολογώντας



Κοίτα, του λέει ο γλάρος και ανοίγει τις φτερούγες του, άσπρες σαν το απάτητο χιόνι και μεγάλες όσο πιάνει το μάτι σου.

Σιγά, του απαντάει το παγόνι και μια βεντάλια χρωμάτων ανοίγεται από πίσω του, ένα κάλος, μια περήφανη παλέτα μυρίων χρωμάτων. Το λειρί του κρεμάει περήφανα, στέκεται σοβαρό και ακίνητο, να τονώσει την αγαλματένια του κορμοστασιά..

Τι να την κάνεις την ομορφιά, αν δεν πετάς ψηλά να βλέπεις τα πάντα; Απάντησε ο γλάρος

Τι να το κάνεις το πέταγμα αν δεν είσαι όμορφος; Απάντησε το παγόνι και μάζεψε την ουρά του με θόρυβο, νευριασμένο.

Δεν πάτε καλά, ακούστηκε μια φωνή από χαμηλά.. Κοίταξαν και οι δύο χάμω, ψάξανε στα χορτάρια να δούνε από πού έρχεται αυτή η μικρή φωνούλα..

Έ! Εσείς! Εδώ είμαι, ένα ταπεινό σκουλήκι είμαι! Αλλά βέβαια που να με δείτε; Μήπως κοιτάτε κάτω; Όλο δεξιά και αριστερά κοιτάτε, να δείτε ποιος σας κοιτάει, έχετε πάθει με την ομορφιά σας και δεν βλέπετε τι σας γίνεται!

Γιατί βρε σκώληκα μιλάς έτσι; Δεν είμαι όμορφος γλάρος εγώ; Ρώτησε ο γλάρος και τίναξε τα φτερά του ξανά για να τα δει καλύτερα ο σκούληκας.
Αχχ.. από εδώ που είμαι και οι δύο έχετε κακάσχημα νύχια. Εγώ αυτό βλέπω και πιο ψηλά δεν μπορώ να δω!

Έχει δίκιο, λέει το παγόνι. Από εκεί χαμηλά που βρίσκεται δεν μπορεί να δει ολόκληρο το κορμί μας, μόνο τα πόδια μας βλέπει.

Τα πάντα είναι θέμα οπτικής, απάντησε το σκουλήκι και η κοιλιά του τραντάχτηκε από το δυνατό γέλιο. Είστε γελοίοι και οι δύο, ξαναείπε .. !

Το παγόνι κοίταξε τον γλάρο στα μάτια, μια κρυφή συνεννόηση και με μια γρήγορη κίνηση έκανε μια χαψιά το σκουλήκι. Τώρα αυτή η οπτική εξαφανίστηκε.

Λοιπόν, που είχαμε μείνει; Ρώτησε με ύφος τον γλάρο, μασώντας ακόμα το άμοιρο σκουλήκι.

**

Δυο φιλόσοφοι, μπαίνουν στο κήπο όπου συνήθιζαν να μαζεύονται και από όπου μεταξύ κρασιού και σταφυλιού, ανταλλάσανε απόψεις για την ζωή, το μέλλον, τα πολιτικά και άλλα..
- Τι είναι η αλήθεια; Ρώτησε ο ένας τον άλλο.
- Τι είναι; Μα αυτό που θα πεις στην συνέχεια, απάντησε ο άλλος.
- Και αν αυτό που πω δεν στέκει; Αν αποδειχθεί ψέμα; Ξανά-απάντησε ο πρώτος.
- Εξαρτάται τι θα πεις! Αν το πιστεύεις για αληθινό, τότε για σένα αλήθεια θα είναι. Αν το αντικρούσω και σε πείσω ότι λες αερολογίες θα γίνει ψέμα. Αυτή είναι η αλήθεια. Απάντησε ο δεύτερος.
- Άρα η Αλήθεια είναι αλήθεια όσο την πιστεύω για αλήθεια, μόλις αλλάξω γνώμη γίνεται ψέμα, εκεί καταλήγουμε; Επίσης η αλήθεια δεν είναι αιώνια, έχει ένα χρονικό περιορισμό μέχρι να ανατραπεί. Άρα μια αλήθεια θα μπορούσε κανείς να την πει και ως εικασία ..;
- Σωστά. Τώρα πες αυτό που ήθελες να πεις. Είκασε μια αλήθεια δικιά σου.
- Την είπα, δεν την άκουσες;



12/1/09

Requiem..



Το κόκκινο φόρεμα, ταλαντευόταν στα θέλγητρα του αέρα, η μέση σφιγγόταν προκλητικά στο στενό κορμάκι, σήκωνε τα πόδια, καθόταν στις μύτες, γύρναγε το πρόσωπο στο πλάι, μια αιγυπτιακή φιγούρα με φόντο την καταχνιά του πολέμου, το αίμα …

Ποιο το όνειρο που ελισσόταν ανάμεσα στα μικρά πόδια της χορεύτριας που κουρδιστά έστριβε τον εαυτό της μέσα στα μικρά παπούτσια, άπλωνε τα χέρια, αγκάλιαζε τα κλαμένα προσωπάκια, έσφιγγε στο στέρνο της την μάνα, παρηγορούσε τον πατέρα..

Τι είναι η ελπίδα που έσταζε, σαν ιδρώτας μύριζε τον πόνο, απέστρεφε το κεφάλι σε κάθε κίνηση μίσους.

Ένας μικρός χορός πάνω από τα κούφια, μια μικρή ανάσα, μέσα από τα καμένα.

Μια φλόγα, χαρωπά έκαψε μέσα από την ψυχή της, μια ανέστια προσευχή για ένα καλύτερο κόσμο..

11/1/09

Declan Galbraith - Why!



In my dreams children sing
A song of love for every boy and girl
The sky is blue the fields are green
And laughter is the language of the world
Then I wake and all I see is a world full of people in need

Tell me why, does it have to be like this
Tell me why, is there something I have missed
Tell me why, I don't understand
When somebody needs somebody
We don't give a helping hand
Tell me why

Every day I ask myself what I have to do to be a man
Do I have to stand and fight
To prove to everybody who I am
Is that what my life is for
To waste in a world full of war

Tell me why, does it have to be like this
Tell me why, is there something I have missed
Tell me why, I don't understand
When somebody needs somebody
We don't give a helping hand
Tell me why
Tell me why
Tell me why
Just tell me why

Why why, do the tiders run
Why why, do we shoot the gun
Why why, do we never learn
Can someone tell us why we cannot just be freinds
Why Why.

----------------------------
Στα όνειρα μου τα παιδιά τραγουδάνε
μελωδίες αγάπης για κάθε αγόρι και κορίτσι της γης.
Ο ουρανός φαντάζει απέραντα γαλάζιος και ο κάμπος πράσινος, ευωδιαστός
Ένα γέλιο τυλίγει τον πλανήτη μου, τον κόσμο, τις λέξεις μου,
Μέχρι που ξύπνησα και είδα τους ανθρώπους να φωνάζουνε,
"φτάνει"..

Πες μου! Πρέπει να είναι έτσι;
Πες μου! Τι είναι είναι αυτό που δεν πρόσεξα;
Πες μου! Τι αυτό που δεν καταλαβαίνω;
Όταν κάποιος χρειάζεται κάποιον,
Δεν τον βοηθάμε,
Πες μου γιατί συμβαίνει αυτό;

Κάθε μέρα σκέπτομαι, τι κάνει έναν άνδρα;
Πρέπει να είμαι ετοιμοπόλεμος,
για να αποδείξω την αξία μου;
Είναι αυτή η αξία της ζωής μου;
Να χαραμίζεται σε πολέμους ;

Πες μου! Πρέπει να είναι έτσι;
Πες μου! Τι είναι είναι αυτό που δεν πρόσεξα;
Πες μου! Τι αυτό που δεν καταλαβαίνω;
Όταν κάποιος χρειάζεται κάποιον,
Δεν τον βοηθάμε,
Πες μου γιατί συμβαίνει αυτό;


γιατί, γιατί, κάνουμε επίθεση;
γιατί, γιατί, δεν μαθαίνουμε ποτέ;

Μπορεί κάποιος να μου πει γιατί,
δεν γινόμαστε απλώς ΦΙΛΟΙ;

γιατί, γιατί;


(προσπάθεια ελεύθερης
μετάφρασης Ν.Κ.)





9/1/09

Άτιτλο...




Κοιτάζω την πόλη, σαν σεντόνι απλώνεται στο εύρος των ματιών μου. Λίγοι καπνοί την στολίζουν από πάνω, κάποια ουρλιαχτά σχίζουν την ησυχία των αυτιών μου.

Είμαι στρατιώτης, φοράω την ένδοξη στολή που με αίμα οι πρόγονοι φρόντισαν να την κάνουν περήφανη. Ακόμα μια αποστολή και τελεύω, δεν πρόκειται να ξαναπολεμήσω. Θα βιάσω, θα σκοτώσω θα κυνηγήσω εις το όνομα της χώρας μου, μιας χώρας που πρέπει να είναι ασφαλής, μια χώρας όπου ταΐζει την οικογένεια μου. Οι άπιστοι, ο εχθρός μου, πρέπει να αφανιστούν.

Σαν πάρτι συνταξιοδότησης μου φαίνεται η σημερινή μέρα.

Ένα παράγγελμα από τον Λοχία και όλη η ύλη άρχισε να τσουλάει προς την μικρή πόλη. Τα μάτια δεκατέσσερα, «ότι κινείται πέρα από εμάς, το πυροβολείτε και ας είναι και η μάνα σας..» φώναζε ο Λοχίας και είχε δίκιο, δεν υπάρχει χρόνος για σκέψη όταν κρατάς το όπλο. Οι ερπύστριες σκάβανε το χώμα από κάτω κάνοντας θόρυβο, τα ουρλιαχτά με ενοχλούσαν, πλησίασα να καλυφθούν από τον θόρυβο του σιδερένιου τέρατος στα πλάγια μου.

Πυροβόλησα, σκότωσα, σημάδεψα, δεν σκέφτηκα. Πάτησα πάνω στα πτώματα, δεν πρόσεξα αν ήταν νέοι, γέροι και παιδιά, ποια η διαφορά; Και ένα παιδί μπορεί να σε σκοτώσει σαν έχει μίσος στην καρδιά, τα πάντα είναι εχθροί.

Είμαι ένας καλά εκπαιδευμένος στρατιώτης, η σκέψη μου είναι στην επιβίωση, δεν βρίσκεται στα χέρια μου. Τα χέρια μου πατάνε την σκανδάλη αβίαστα, το πρόσωπο μου σοβαρό, οι χτύποι της καρδιάς σταθεροί, τα δόντια σφιγμένα.

Η εντολή ήταν ξεκάθαρη, αδειάστε τα σπίτια, σκοτώστε τους κάτοικους. Μπήκα σε σπίτια με το όπλο καδραίνοντας δε κοίταζα, πέταγα μέσα την χειροβομβίδα και δευτερόλεπτα μετά την έκρηξη, έμπαινα μέσα με σφιγμένα τα δόντια και ξύριζα με το όπλο μου όλα τα δωμάτια.. αίμα, πτώματα, ουρλιαχτά..

Πλησίασα στο μπλε σπίτι με τα σπασμένα κεραμίδια, μια γυναίκα βγήκε έξω τρέχοντας, την σημάδεψα στο κεφάλι όταν είδα να κρατάει με τα χέρια της δύο μικρά παιδιά. Το βλέμμα της ήταν παγωμένο, μεταλλικό, τα χείλια της μπλαβιασμένα. «Τρέξτε» φώναξε στα παιδιά, δεν πρόλαβα να αντιδράσω, με αγκάλιασαν και τα δύο με δύναμη, σκαρφάλωσαν πάνω μου. Κούνησα το σώμα μου τα διώξω από πάνω μου, ήταν καλά γραπωμένα, με σφίξανε σαν αρκουδάκια το δέντρο. Άρχισαν να με φιλάνε όπου βρουν, στο μάγουλο, στα χείλια στο σώμα, σφίγγανε και δεν μπορούσα να τα ξεκολλήσω. Έβαλα δύναμη, είχανε χώσει τα νύχια τους στο δέρμα μου.. «σε αγαπώ..» φώναξε το ένα.. «αγάπησε μας...» είπε το άλλο. Η γυναίκα απέναντι μου, στεκόταν ακίνητη και με κοίταζε με μεταλλική απάθεια, πλησίασε με αργά βήματα, μου χάιδεψε το όπλο και με φίλησε στο στόμα με πάθος. Δεν ήξερα τι να κάνω, όπλισα το όπλο μου να τους φοβίσω, να απομακρυνθούνε, το φιλί της ήταν γλυκό, τα παιδιά φωνάζανε ξανά και ξανά «σε αγαπώ!» .. «σε αγαπώ..»

Φοβήθηκα, όχι αυτούς μα πιο πολύ εμένα...

Πετάχτηκε ένας στρατιώτης από την γωνία, μας είδε έτσι αγκαλιασμένους, σήκωσε το όπλο του, του έκανα νόημα «μη πυροβολήσεις» φώναξα..

Τέσσερα κροταλίσματα, μια μυρουδιά μπαρουτιού και σκόνη που σηκώθηκε σαν πλαντάξαμε όλοι μαζί στο έδαφος.. , αγκαλιασμένοι ..

Stop the War...


6/1/09

One Man´s Dream..



Σαν η θάλασσα άφριζε από κάτω, το κουπί την χτύπαγε με δύναμη, δείχνοντας στον Ποσειδώνα, την δύναμη της ψυχής μου να σκίσει τις δυνάμεις του, την απόφαση να επιβληθώ στο κύμα της αγανάκτησης του ανέμου.

Η πρύμνη χωνόταν χορευτικά μέσα στο μπλε της θάλασσας και η πλώρη σηκωνόταν στον ουρανό σαν ανοιγμένα χέρια παράκλησης στον ουράνιο θεό και εγώ στη μέση να τραμπαλίζομαι ανάμεσα στην άβυσσο και στα σύννεφα. Το φορτίο μου πολύτιμο, η αποστολή ιερή το πείσμα έσκιζε τα χείλια, μάτωναν και τα ξέπλενα με άφθονη βροχή. Αρκετές ώρες πολέμου με την φύση, το λιμάνι φάνταζε με τα φώτα του σαν χαμόγελο στην αγριάδα του καιρού, πλησίασα με τις τελευταίες μου δυνάμεις.

Σαν μπήκα στην αγκαλιά του νησιού, τα χέρια μου χαλάρωσαν την δύναμη που έσφιγγαν το κουπί, χάιδεψαν το ξύλινο πάτωμα, του μίλησα σαν να είχε ψυχή.

- φάνηκες σαν πεισματωμένο άλογο, μουρμούρισα.

Το μαλακό ρεύμα με τράβηξε στην αποβάθρα, βγήκα αποκαμωμένος, ματωμένος, μια τσαλακωμένη φιγούρα ανθρώπου. Σαν πάτησα τα πόδια στην στεριά, κοίταξα τον Ποσειδώνα με ύφος στρατιωτικό, τον χαιρέτησα για τον τίμιο αγώνα, μου απάντησε με μια λάμψη, ένα κεραυνό που χώρισε στην μέση την φωτογραφία της μαύρης νύχτας.

Έβγαλα με προσεκτικές κινήσεις το φορτίο μου, ένα μικρό κουτί καλά σκεπασμένο από πάνω, το έβαλα στον ώμο μου και κίνησα για το βουνό. Η φύση, τα λουλούδια, οι ελιές και τα πουρνάρια, με κοίταζαν με περιέργεια, τι να θέλει ο ανεμοδαρμένος; Ποια ντράβαλα μας φέρνει;

Βρήκα ένα κομμάτι γης στεγνό, το έσκαψα με τα χέρια και μόλις μικρό λαγούμι φάνηκε, άνοιξα το κουτί προσεκτικά. Το μικρό λουλούδι με τα λεπτά φυλλαράκια του είχε σταγόνες βροχής πάνω του, ένα δάκρυ συγκίνησης για το ταξίδι που μόλις έκανε, τα χρωστούσε όλα σε μένα. Το έπιασα προσεκτικά, σαν στάχτη που δεν πρέπει να την πάρει ο άνεμος, το έχωσα στο λαγούμι και έσφιξα το χώμα γύρω του. Εκείνο στάθηκε ακίνητο να με κοιτάει.

- Ζήσε, του είπα και ότι έμαθες, έμαθες..

Μια μικρή φωνούλα ακούστηκε ανακατεμένη με τον ήχο του ανέμου, σφύριγμα παιδικό, αδύναμο.

- Νομίζεις ότι αυτό είναι το σωστό για μένα; Με ρώτησε.

Δεν του απάντησα, εξάλλου ψέματα θα έλεγα. Το σωστό μένει σωστό μέχρι να γίνει λάθος και το λάθος δείχνει με το δάχτυλο το σωστό, γελώντας ειρωνικά.

Ας με αμφισβητήσει και ας το προστατέψω, δουλειά μου, δουλειά του.

3/1/09

στο μικρό καφέ..



Η νεαρή κοπέλα βούτηξε το πανί στο νερό και με απαλές κινήσεις κέρασε το πάγκο σταγόνες δροσιάς, το έπιασε και το έσφιξε δυνατά πάνω από τον νεροχύτη να φύγουν από μέσα όλες οι ιστορίες που είχαν ακουστεί κατά καιρούς μέσα σε εκείνο τον μικρό καφέ της οδού Σόλωνος.

Άνοιξε η τζαμένια πόρτα τρίζοντας, μπήκανε με βιάση οι τέσσερις, περάσανε πάνω από τον σκύλο, που είχε ξαπλώσει σαν όμικρον μπροστά στην πόρτα, με επιδέξιες χορευτικές φιγούρες κατευθυνθήκανε στο ξύλινο τραπέζι στην γωνία με τις αναπαυτικές μικρές πολυθρονίτσες. Στην αρχή η μιλιά ήταν σταθερή, ζεστάθηκαν τα αίματα, σήκωσαν τα μανίκια, η φωνή ανέβηκε, ο ψηλός αδύνατος ανεβοκατέβαζε το μουστάκι με ταχύτητα σαν οι λέξεις εκσφενδονίζονταν με φόρα έναντι του άλλου του Θηβαίου με την καλοσυνάτη ματιά. Πετάχτηκε και ο αξύριστος ψιλόλιγνος στην κουβέντα, πέταξε ακόμα πέντε λέξεις στο τραπέζι, σηκωθήκανε όλοι όρθιοι με δύναμη, ο τόνος ανέβηκε πνεύματα συναντήθηκαν, διαφωνήσανε, συμφωνήσανε, αγκαλιαστήκανε, χορέψανε και πλατύνανε μέσα σε ένα δροσερό γέλιο

Το ξύλινο ρολόι πάνω από το μπαρ σήκωνε τους λεπτοδείχτες με βαρύτητα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο πλήθος που –κατά την αλαζόνα γνώμη του- μαζεύτηκε για να το θαυμάσει. Με ιδρώτα έβγαλε ένα κράξιμο περηφάνιας. Ήταν οχτώ.

Απότομα μαζεύτηκαν οι τέσσερις, αγκαλιάστηκαν, χαιρετηθήκανε και χωρίς κουβέντα τους πήρε η Αθήνα στους κόλπους της, σαν να τραβήχτηκε το σχοινί που τους κράταγε χώρια τόσα χρόνια.

Βλέπεις, τα μεγάλα πράγματα στην ζωή καμιά φορά χωράνε πάνω σε ένα μικρό τραπέζι.


2/1/09

Gustavo Montesano





Θυμώνεις, νευριάζεις, γελάς,
αγκαλιάζεις πετάς, ζεις
αγαπάς,
μείνε εκεί..




και μη σταματάς να χορεύεις,
η γη γυρίζει πιο γρήγορα έτσι..

1/1/09

2009


December 31st, 2008 by colorcubic

Δρασκελίζοντας το ρυάκι του γέρου χρόνου και ανταμώνοντας την αύρα του καινούργιου, σκέψεις μύχιες σε αναστατώνουν, σε νευρώνουν, σε κάνουν να σκέφτεσαι πονηρεμένος.

Θα είναι άραγε η τρυφερότης ίδια, θα είναι η αίσθησης του νέου απαλή; Θα είναι άραγε τα άνθη φρέσκα και ευωδιαστά σαν τα γνώριμα;

Άγνωστα τα καινούργια ερείσματα που είναι να ‘ρθουνε, άγνωστα τα νέα σκιρτήματα και οι εκπλήξεις και αυτό σε μαζεύει σε γλυκιά φαντασίωση σε κάνει να αναριγείς και να ελπίζεις.

Δεν ήταν ο παλαιός ο χρόνος πανάγιος, το κάθε άλλο, σκληρός και αδυσώπητος με τις σκέψεις σου, βίαιος με τα συναισθήματα σου, μα σαν καταλαγιάσει ο καπνός, τούτο σκαρφαλώνει στον νου : είμαι ακόμα στις επάλξεις και ο κάμπος απέναντι φαντάζει υπέροχος, μυστήριος, μακρινός και απέραντος.
Είναι μια σκέψη θετική που μου ηρεμεί τα σωθικά και για τούτο την ενστερνίζομαι ..

Καλώς ήρθες νέε χρόνε, σε προκαλώ να δείξεις την καλοσύνη μέσα σου, να χαμογελάσεις στους πεινασμένους, να σκύψεις και να δεις τους ατυχείς. Και τούτα τα προβλήματα τα μύρια που μας περικυκλώνουν, κάνε τα απλά, ξεσκαρτάρισε από μέσα τους τα σάπια, δώσε πνοή στα σημαντικά, πλούτισε την αγάπη γύρω μας..

Και μένα άσε με στην ευτυχία μου, αυτήν την απλή, σπίτι-δουλειά-οικογένεια, μην μου την ανακατέψεις, αυτό το τελευταίο στο ζητάω για χάρη...


Καλή χρονιά σε όλους,