Σελίδες

3/5/10

MONIKA- EXCUSE MY FRIENDS (FALLACY)




Look, there's a star, a bright falling star
For every man, for every woman
Just throw your sexual life to a million hundred eyes

Like you and me, behind that screen
An intercourse, an intercourse
It's all we need, we can reflect to their romance

But have you ever thought of passing through this glass
In any case, come on, forget of what you've done last night
And set me free today, I'm free today

"I hope our memories succeed to rescue both"
I'm such a fool.

Now, we are one, a sweat naked one
It's rock & roll, It's rock & roll
What could be better after crowded concert nights?

Both walk again, in two separate ways
I wave goodbye, I'd wave goodbye
If all this vanity could break the magic spells

If love would not seem like a knife into our chests
Forget your innocence that only made us
One by one becoming free today
I'm free today

I was the one to love you more that you deserved
I was the one to hate you more just like I've said
I was the only one to care about respect

I'm just a fool.

Monika - Over the hill




Μέσα απο ένα παράθυρο, φαντάζομαι την άνοιξη, μέσα απο την ψυχή αγναντεύω την θαλλασα, εκείνη την ατσαλένια δύναμη που κινεί.... ω τι μπορεί να κινήσει. 

Ανεβαίνω το λόφο, πιάνομαι, αφουγκράζομαι, προχωρώ. Δεν σταματώ, κρατιέμαι απο τα σχίνα, σταμάτω κατά στιγμές να σκουπίσω τον ιδρώτα, μα προχωρώ, άλλοτε σιγά, άλλοτε πιο γοργά. Κάτω μου πέτρες, βράχος και ζωή. Χώμα, εγω προχωρώ δεν κοιτάω άλλο. Κλείνω τα ματια και προχωρώ. Δεν ξέρω τι θα βρώ, δεν ξέρω τι με περιμένει. Λάθος; λάθος. Αγωνία να δω το λάθος. Αγωνία να δω στο λόφο πάνω τι κατοικεί; να είναι άνθρωποι ή ζώα; Να είναι δέντρα για πουρνάρια, να είναι σκίουροι ή τσιμεντένιες κολώνες; προχωρώ.. 
Καθότι πίσω πάντα κάτι θα είναι που θα με κάνει να προχωρώ. Αυτή είναι η αλήθεια, πίσω πάντα θα υπάρχει κάτι που θα σε κάνει να προχωρείς.. 

Στο λόφο, εκεί που η ζωή φαίνεται πιο μικρή. Μια κουτσουλιά, μια φευγαλαία σκέψη. Εκεί πηγαίνω .. 
Ανέκαθεν σε τούτη τη ζωή, θα αναρωτιέμαι, ζω για να προσφέρω ή προσφέρομαι για να ζω..


29/4/10

Η μοναξιά του αλκοόλ..



Κανείς δεν θα μάθει πραγματικά τι είδαν τα μάτια του μέσα στο κιτρινωπό ουίσκι. Κάθε χάλικινη σταγόνα έκανε χαρακιές κατά μήκος του στέρνου. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, τι έκανε μόνος στο μπαρ. Άλλοι λένε ότι έπινε, άλλοι ότι έκλαιγε. Ο σερβιτόρος θα ορκιζόταν ότι τον είδε να γράφει με ένα μολύβι στιχάκια πάνω σε μια κάρτα που βρήκε πεταμένη πάνω στον ξύλινο πάγκο. Εικασίες. Κανείς δεν ήταν εκεί να δει πραγματικά. Όλοι κάνανε υποθέσεις, μάλιστα ο κοντόχοντρος με το μούσι στην γωνία είπε αργότερα ότι τον είδε να μιλάει μόνος του. Τι να έλεγε; Και σε ποιόν να μιλούσε; Το θεωρήσαμε όλοι άτοπο, καθόλου λογικό. Μάλιστα το ίδιο βράδυ που το συζητούσαμε, είχαμε μεγάλη διαφωνία ακόμα και στο τι φορούσε. Μαύρο παλτό ή σακάκι με ρίγες; Μαύρα παπούτσια ή καφέ; Φορούσε πουκάμισο ή πουλόβερ; Η κυρία με την φίλη της που είχε πάει από νωρίς στο μαγαζί είπε ότι τον είδε να καπνίζει τσιγάρα το ένα μετά το άλλο. Ο σερβιτόρος το απέρριψε. Δεν υπήρχε τασάκι γύρω του. Τι θα μπορούσε να είχε κάνει τις στάχτες; Μάλλον διάβαζε, ίσως ένα βιβλίο για αυτό ήταν σκυφτός. Όχι, όχι, εφημερίδα θα ήταν είπε η άλλη φίλη της κοπέλας που είχε καλύτερη οπτική από εκεί που καθότανε. Δεν έβγαινε αποτέλεσμα, όλοι ξέραμε ότι εκείνη την ημέρα οι εφημερίδες είχαν απεργία. Ίσως και η μοναδική Πέμπτη σε όλο τον χρόνο που οι εφημερίδες δεν βγήκαν στα περίπτερα.
Η μια κουβέντα έφερε την άλλη, ώσπου η διαφωνία μας κορυφώθηκε σε μια απλή διαπίστωση που άρχισε να χαράζει μέσα από όλα αυτά τα αντιφατικά λόγια και επιχειρήματα. Μήπως ποτέ του δεν είχε έρθει στο μαγαζί;
Κανείς δεν ξέρει, γιατί κανείς δεν κάθισε δίπλα του, είπα εγώ στο τέλος. Κανείς δεν τόλμησε να του μιλήσει ανοιχτά. Μείναμε με τις υποθέσεις, τις εικασίες και ακόμα μια τύψη στο ενεργητικό μας.Της τύψης που δημιουργείται από την μοναξιά του αλκοόλ.
Κανείς τελικά, δεν πρέπει να πίνει μόνος.

23/4/10

Πρώτη παρουσίαση του Βιβλίου μου Βασιλιάς Ικελος
κλικ εδω :
http://books.matia.gr/logotechnika-vivlia/elliniki-logotechnia/vasilias-ikelos-tou-nikou-karakasi.html

Χαράζω..




Χαράζω, λέξεις στα βλέφαρα,
οι φλέβες ποτίζονται από αγωνία,
παρέα, ο φόβος ντύνεται άγχος,
και το άγχος, ελπίδα.

Μια εσώτερη έκρηξη ανθίζει,
Πασχίζω να δω.
Μα τα χαραγμένα βλέφαρα,
δεν αντέχουν,
είναι βλέπεις αυτές οι σκέψεις
που ανέκαθεν μου βάραιναν το βλέμμα.

20/4/10

Audrey Hepburn La Vie En Rose





Αυτή την νύχτα η υγρασία νότιζε τους κορμούς με όλες τις μυρουδιές του δάσους. Δυο μάτια λαμπύρισαν μέσα στο σκοτάδι, κάποια αλεπού ή άλλο ζώο του δάσους, ξάγρυπνο πετάχτηκε πάνω από τον βάρβαρο ήχο του αυτοκινήτου που πλησίαζε. Κοίταξε καλύτερα να δει...

Δυο φώτα -προβολείς- ξέσκισαν την καταχνιά, ένας ήχος μηχανής που επιτάχυνε και ένα .. γλυκό τραγούδι που έβγαινε από το ξέσκεπο αυτοκίνητο ήταν τα σημάδια ότι κάτι πλησίαζε την ομορφιά της νύχτας, ανατάρασσε γλυκά την ησυχία της φύσης..
Το φεγγάρι πλησίασε να ακούσει καλύτερα, τα κλαδιά μάζεψαν και αγκάλιασαν τα νυχτοπούλια.. Αν η νύχτα είχε φωνή θα σφύριζε στο ρυθμό της αλαβάστρινης φωνής της κοπέλας που μάγευε την πλάση με τούτο το τραγούδι ..
Des yeux qui font baiser les miens,
Un rire qui se perd sur sa bouche,
Voila le portrait sans retouche
De l'homme auquel j'appartiens

Quand il me prend dans ses bras
Il me parle tout bas,
Je vois la vie en .... rose.

- ω, το καπέλο σου είναι στραβό, είπε η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά και τα γλυκά μάτια . Τα χείλια της γέλασαν ελαφρά, με τσαχπινιά κούνησε το κορμί της, έπιασε το καπέλο και το έστρωσε σωστά στο κεφάλι του οδηγού.

Κοίταξε στα μάτια τον Χάμφρευ, έναν ώριμο πενηντάρη, με πρόσωπο έμπειρο, τσαλακωμένο από την βαρύτητα του χρόνου με δυο μάτια εξημερωμένης σκληράδας. Θα έλεγες, εκείνη την στιγμή η ψυχή του ήταν βουτηγμένη στην αγγελική φωνή της νεαρής δίπλα του. Η καρδιά του χτύπαγε με τρελούς ρυθμούς, μα η λογική τον κράταγε σταθερό, στα λόγια, στις αποφάσεις του. Έσφιξε το τιμόνι με δύναμη.

- Που θα βρω κάποιον να προσέχει την εμφάνιση μου στο Παρίσι; Που θα βρω κάποιον να με βοηθάει στα Γαλλικά μου; Ρώτησε ο οδηγός και κάρφωσε την ματιά του πάνω της.
- Ω.. σίγουρα θα βρεις κάποια στο πλοίο, πάντα βρίσκεις...
- Νομίζεις;
- Σίγουρα... τουλάχιστον υποθέτω, τα μάτια της κοπέλας μαλάκωσαν, έβαλε το χέρι της στον ώμο του, χάιδεψε την αύρα του.
- Αν υποθέσουμε .. άρχισε να μουρμουρά με σκυμμένο το κεφάλι ο οδηγός... Αν υποθέσουμε ότι εσύ δεν ήσουνα παντρεμένη με τον Ντείβιντ.. Αν υποθέσουμε ότι εγώ ήμουνα δέκα χρόνια νεότερος... ας υποθέσουμε ... ω! Μα τι λέω! Όλο υποθέσεις είμαι! Απλά ας υποθέσουμε ότι λέω βλακείες αυτήν την στιγμή! Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε το σκοτάδι στα πλάγια του αυτοκινήτου, τα μάτια του βούρκωσαν, δεν έπρεπε να το δει η κοπέλα αυτό.

Μια μικρή σιωπή, η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι και δεν απάντησε αμέσως. Η καρδιά της έσφιξε, τα δόντια της κρύφτηκαν παίρνοντας μαζί τους το χαμόγελο, τα χέρια άσπρισαν από την δύναμη που τα ζούληξε, σχεδόν έχωσε τα νύχια μέσα της για να ξυπνήσει από τις σκέψεις, τις παράλογες, τις απίθανες.. του έρωτα..

- ας υποθέσουμε, ότι ναι! λες βλακείες ... σιγομουρμούρισε με σπαστές λέξεις και μεμιάς το μετάνιωσε αυτό που είπε, τινάζοντας το κεφάλι της ψηλά.

Ο οδηγός έφερε την ματιά του πάνω της, την χάιδεψε στοργικά με το βλέμμα του και την παρακάλεσε για μια τελευταία φορά.

- Ας υποθέσουμε τότε ότι θα συνεχίσεις να τραγουδάς, αργά αυτή την φορά, να το απολαύσω..
.. η νύχτα κατάπιε την παράνομη αγάπη μέσα της...



16/4/10

Buena Vista Social Club - Chan Chan



Η παλιά πράσινη μπούικ απ' έξω με την άσπρη οροφή, παπούτσια, άσπρα με μαύρο, ριχτό άσπρο ιδρωμένο πουκάμισο, χαμόγελο χαμένο στις σκέψεις και με τους αγκώνες σκυφτά πάνω σε ένα βρώμικο μπαρ να μετράω τα λεπτά μέχρι να λυγίσει ο ρυθμός στα αυτιά μου. Από πάνω μας, ένας ανεμιστήρας στην οροφή δίκαζε και εκτελούσε με συνοπτικές διαδικασίες τον ζεστό αέρα του μαγαζιού. Κάθε γουλιά, και μια σκέψη ... 
Έτσι το είδα.

13/4/10

Ανοησίες #1


Ούτε που ήθελα να του απαντήσω. Απλά έπρεπε μετά την χοντρή κουβέντα που εκστόμισε ο κύριος με το στενό πουκάμισο, ένα πανάκριβο σίγουρα, που έκρυβε μέσα του μία ασφυκτική κοιλιά σαν ψημένο κείκ. Το πρόσωπο του περιποιημένο, γύρω στα πενήντα καλοαναθρεμμένος. Σαν όλους τους επαρχιώτες με το γυαλιστερό πρόσωπο από τον καθαρό αέρα, την σειρά με τα καθαρά δόντια και το ύφος, εγώ είμαι και κανένας άλλος.

«Μα δεν αγαπάτε το αμάξι σας;» Αν δεν το αγαπώ; Φυσικά και δεν το αγαπώ, αλλά ποτέ δεν θα δεχτώ να το πω δημόσια. Με ποιο δικαίωμα με ρωτάει τέτοιο πράγμα; Το μόνο που κάνω με το αμάξι μου είναι να λυπάμαι τα λεφτά του φαναρτζή, δεν το αγαπάω με την στενή ερμηνεία του λόγου, αν με εννοείτε.
«Σας παρακαλώ κύριε..» είπα ενοχλημένος .
«Εμ! Αν το αγαπούσατε δεν θα παρκάρατε στην γωνία! Να, τις προάλλες προσπάθησα να στρίψω, είχε παρκάρει και άλλος ένας απέναντι, και με το ζόρι κρατήθηκα να μη σε χτυπήσω! Για αυτό λέω δεν το αγαπάτε το αμάξι σας..»
«Καλά και δεν χωρούσατε να περάσετε; Και άντε, δεν χωρούσατε, αυτός είναι λόγος για να μην αγαπάω το αμάξι μου;»
«Μα κύριε, πεντέμισι μέτρα αμάξι έχω, που να στρίψει;» κάπου ένιωσα άβολα όταν άκουσα το μήκος του αμαξιού του. Για ώρες βαρούσα το κεφάλι μου μετά, αλλά εκείνη την ώρα ένιωσα να απολογηθώ που είχα παρκάρει στην γωνία και ο κύριος με τα πεντέμισι μέτρα μαούνα, δεν μπόρεσε να στρίψει. Εξάλλου, και εμένα μου έχει τύχει να δω κάποιο αμάξι κακοπαρκαρισμένο, σχεδόν παρατημένο σε κάποια γωνία και να αναφωνήσω «Καλά δεν αγαπάνε το αμάξι τους;»
«Ξέρετε, είναι το δεύτερο αμάξι μου, το πρώτο είναι στο γκαράζ και δεν βρήκα αλλού να παρκάρω..» δικαιολογήθηκα.
«ε και; Ένα μόνο γκαράζ έχετε; Να πάρετε και δεύτερο.. όπως όλοι μας..» αυτό το "όπως όλοι μας" ήταν μαχαίρι στα σπλάχνα, αν ήθελε μάλιστα να το γυρίσει δεξιόστροφα έτσι ώστε να ουρλιάξω από τον πόνο θα πρόσθετε «Δεν είχατε λεφτά να αγοράσετε δεύτερο γκαράζ; έτσι δεν είναι ;» αλλά ευτυχώς δεν το έκανε. Τον συμπάθησα για αυτό.

«Ε! Δεν έχω, τι να κάνουμε.. Άλλη φορά όμως αν δεν χωράτε, να κάνετε το τετράγωνο, και εγώ αυτό κάνω όταν με στριμώχνουν...»

«Καλά.. καλά.. δεν ήρθα για τσαμπουκά..» είπε και εξαφανίστηκε στο βάθος του δρόμου..
Χωρίς βιασύνη, έβαλα την κόρη μου στο πίσω κάθισμα, έβαλα την ζώνη στον μικρό , έβγαλα το παλτό μου και άναψα την μηχανή. Για ώρα ήμουν αρκετά αναστατωμένος, χωρίς όμως να ξέρω γιατί.. άκου, δεν αγαπώ το αμάξι μου.. και ακόμα χειρότερο, δεν ήρθε για τσαμπουκά. Και εγώ νευρίασα, για το πιο απλό πράγμα του κόσμου..

Ανοησίες...

11/4/10

εκείνο τον πίνακα τον θυμάσαι;


Και εκεί που εσύ βλέπεις ένα κοριτσόπουλο να κάνει νάζια στο φακό, εγώ βλέπω μια μέλλουσα μητέρα με το τσιγάρο στο χέρι, ‘κει που βλέπεις δυο ματάκια όλο απορίες εγώ βλέπω δυο ρυτιδιασμένα, πρόχειρα βαμμένα μάτια, που στο βάθος του μυαλού τους προσπαθούν να θυμηθούν αν βάλανε αλάτι στο φαί. Προσπάθησες πολύ, στο καταλογίζω, αλλά βλέπεις ότι δεν υπάρχει εύκολος τρόπος.

Μα αν υπάρχει κάτι που μας ενώνει είναι η οπτική σαν γεγονός, οι σκέψεις είναι απλώς δικές σου και πίστεψε με, δεν θέλω να τις ακούσω γιατί προέχει να ακούσω τις δικές μου σκέψεις πρώτα. Σε αυτό δεν φταίς εσύ, βλέπεις, μιλάνε δυνατά οι σκέψεις μου και κάποιες φορές δεν σε ακούω καθαρά..

Και εκείνο τον πίνακα, μαζί τον πήραμε, άραγε ποιες σκέψεις μας κοινώνησαν σε αυτήν την απόφαση; Ποτέ δεν θα μάθω, ούτε θα μάθεις. Υπάρχει βλέπεις ακόμα μια  παράμετρος ανάμεσα μας, η συμπάθεια. Δέχομαι και δέχεσαι να είμαστε διαφορετικοί και αυτό αυτόματα μας κάνει ομάδα, ίδιους όμως ποτέ.

Όπως λέει και η μητέρα μου δύο ίδια είναι άχρηστα και εσύ δεν είσαι άχρηστος..

Όχι για μένα.

Σήκω, πάμε τώρα. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να δούμε εδώ, εξάλλου η οπτική μένει η ίδια, οι σκέψεις αλλάζουν και μα τον θεό δεν είναι ανάγκη να στεκόμαστε μέσα στο κρύο. Στο βάθος του μυαλού μας θα μείνει η εικόνα σε αυτό που μαζί είδαμε και η ταραχή της σκέψης μας θα υπάρχει επίσης για μέρες ακόμα μέσα μας, ακόμα και αν έχουμε φύγει..

Σήκω, πάμε, ο καθένας στον ευατό του..


Another Cup of coffee..





Κάτσε να σου πω μια ιστορία, για ανθρώπους που δώσανε την ψυχή τους στον διάβολο για μια αγκαλιά με τον Θεό. Για ψυχές που κλάψανε στην ποδιά των ληστών, έκλαψαν τόσο που τα δάκρυα στεγνώσαν. Δεν είχαν να δώσουν κάτι να ανταλλάξουν, παρά μόνο εκείνη την μαυρισμένη καρδιά που τους βάραινε τα στήθη. Και την έδωσαν, για ένα χαμόγελο.

Μα δεν άκουσες το χειρότερο, υπήρξαν περιπτώσεις που το πήραν το χαμόγελο που γύρευαν, πήραν την γεύση στον ουρανίσκο τους..

Μα κάνεις ότι δεν ξέρεις ότι η γεύση δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια μνήμη ευχάριστη ή δυσάρεστη. Λες ότι κάποτε δοκίμασες και θέλεις πάλι να ζήσεις τα ίδια, μα δεν γίνεται πια, δεν γίνεται.. μπαίνει ανάμεσα σε εσένα και στο άπιαστο όνειρο το τοίχος της ηλικίας, των πραγμάτων, των ανθρώπων, εκείνο το αδιαπέραστο συρματόπλεγμα που ονομάζεις λογική και εμπειρία. Και αναρωτιέμαι ώρες, ώρες, τι είναι αυτό ή ποιος το έστησε εκεί εμπρός σου..

Και ξάφνου ανακαλύπτεις τον χρόνο που έχασες, και επιστρέφεις στην πόρτα που βγήκες σαν ήσουν μικρός. Αλλά ο δρόμος είναι διαφορετικός, πλέον καμία γοητεία δεν υπάρχει, κανένα μυστήριο δεν περιβάλλει τον δρόμο. Γιατί ξέρεις. Ξέρεις πολύ καλά..

Τι καλά που θα ήταν να μπορείς επιλεκτικά, να μην ξέρεις. Τι καλά που θα ήταν....

1/4/10

The Walkabouts - Life full of holes



life full of holes... χμ.. δεν χρειάζεται να πω κάτι παραπάνω..

Φοινικόδεντρα




Όσο και να δοκίμαζα τις εσωτερικές μου δυνάμεις να καταλάβω τις σκέψεις, την αντίληψη που ντύνει αυτόν τον άνδρα, αδύνατο μου φάνηκε. Σε ένα κόσμο που για να πείσεις πρέπει να μιλήσεις παραμυθένια, να αναστήσεις ανθρώπους, να κάνεις θαύματα αυτός επιμένει να μιλάει για αγάπη, για συμπόνια, για ανθρωπισμό. Αρετές; Ιδιότητες; Συναισθήματα; Ακριβώς δεν ξέρω, αν και μέσα μου κυμβαλίζει κάθε λέξη σαν ουράνια καμπάνα, ευφραίνεται η σάρκα μου σε κάθε πράξη που συμβολίζει τις λέξεις τούτες. Και Αυτός μου τις δίδαξε. Αυτός πάτησε μέσα, - όχι δίπλα μα μέσα – στην δύσφημη ζωή μου και ανέσυρε από τα βάθη μου κάθε σκέψη, την έντυσε με τρυφερά λουλούδια και με έκανε να βλέπω από αυτά τα ταπεινά μάτια μου, τον κήπο της ζωής με άλλον τρόπο..

Νάτος προχωράει μπροστά μου, θα΄ναι δέκα βήματα που μας χωρίζουν μα τα νιώθω τριπλάσια και δεκαπλάσια, σαν σκέφτομαι τα λόγια του, τον τρόπο σκέψης του. Ένας χρυσοκέντητος ήλιος χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά του και ένα ελαφρό αεράκι τα αναδεύει ευχάριστα, παρέα με ένα άπλετο χαμόγελο που κάνει το πρόσωπο του να δείχνει νεανικό, φρέσκο. Είχα την εντύπωση ότι σε κάθε του βήμα, μίλαγε με την γη, απαντούσε στις απορίες των πουλιών, μάντευες από το περπάτημα του, ότι πρόσεχε μη πατήσει έμβια ζωή, ότι σέρνονταν στο χώμα.. είχε ένα ανάλαφρο βήμα, πεταχτό και σίγουρο.. Κάθε λέξη, κάθε ανάσα ανάβλυζε μια σιγουριά, μια δροσερή πνοή στην ξέρα της ζωής..

Τι δουλειά να έχουμε στην Ιερουσαλήμ .. αυτό και αν είναι το μυστήριο όλων. Μετά ειδικά τον χθεσινό δείπνο που είχαμε, όπου μας αποκάλυψε τον θάνατο του. Κανείς μας δεν ξέρει αν θα πεθάνει και πως, μα αυτός ήξερε τα πάντα, ακόμα και αυτόν που θα τον προδώσει.. ακόμα και τον σκοπό του θανάτου του.
Το θάνατο κανείς δεν τον περιμένει, κανείς δεν γνωρίζει τον χρόνο του, όπως κανείς δεν ξέρει γιατί γεννήθηκε, ποιος ο σκοπός...
Ζωή και Θάνατος, άγνωστα αγκωνάρια μιας ενδιάμεσης ζωής, αυτό είναι και τίποτα άλλο.
«Σαν πλουτίσεις την ζωή, η γέννηση και ο Θάνατος, παίρνουν αξία..» έλεγε και λίγο το καταλάβαινα..

«Δάσκαλε,» του φώναξα και πάτησα την γη με δύναμη να τον προφτάσω.. «που πάμε; Θέλω να πω, εδώ θα γίνει ότι προφήτευσες, στην Ιερουσαλήμ;»
Με κοίταξε, το βλέμμα ήταν σταθερό, τα χείλη κουνήθηκαν, ένα μικρό χαμόγελο με φώτισε και τα λόγια του παρατάχτηκαν μπροστά απο την σκέψη μου, σαν πειθαρχημένος στρατός.

«Ναι. Εδώ πάμε. Στην Ιερουσαλήμ, εκεί που θα τελειώσω εγώ και εσείς θα αναστηθείτε..»

«Μα γιατί; Δεν καταλαβαίνω.. Θα υπάρχουν και άλλοι τρόποι.!» απάντησα θαρεττά.

«Σίγουρα. Αλλά όπως λατρέψανε την Ανάσταση του Λαζάρου, έτσι θα λατρέψουν και τον Θάνατο μου. Βλέπεις στους δύσπιστους λαούς, μια γέννηση, ένας θάνατος ή μια ανάσταση είναι αυτό που κάνει εντύπωση. Τα απλά λόγια, τα λένε οι ποιητές, καταπίνονται στο τέλος απο τις ίδιες τους τις ρίμες, τους ρουφάει ο Αίολος και χάνονται... Ναί μόνος δρόμος είναι η Ιερουσαλήμ..» απάντησε και ο λόγος του είχε μια σταθερότητα στοχασμου, σαν ήρεμο συνεφιάτικο πρωινό ..

«Δεν υπάρχει παραλογία στην σκέψη σου Δάσκαλε, αλλά επιμένω ότι θα υπάρχει και άλλος τρόπος..»

«Υπάρχει, αλλά δεν μπορείς να τον σκεφτείς γιατί και εσύ αυτή θεωρείς την καλύτερη συνέχεια μου..»
Σώπασα για λίγο, πνιγμένος στον κόσμο της λογικής και των συναισθημάτων..

«Και γιατί ονόμασες τον Ιούδα; Γιατί τον έκανες να αισθανθεί ότι θα σε προδώσει; Όλος ο κόσμος ξέρει ποιος είσαι και που βρίσκεσαι. Γιατί αυτός πρέπει να σε φιλήσει στο μάγουλο; Δεν κρύβεσαι, νομίζω ότι αυτό ήταν περιττό..» τα μάτια μου στένεψαν και τον κοίταξα στα μάτια..

«Ναι. Εκ’ πρώτης φαίνεται περιττό. Αλλά σκέψου, αν ήδη γνωρίζω τον επερχόμενο θάνατο μου, πιθανόν να ξέρω και τον τρόπο που θα φύγω. Πίστεψε με, τον Ιούδα τον αγαπώ, όπως ξέρω ότι αγαπάει και εμένα. Τι είναι αυτό που σε κάνει να φαντάζεσαι ότι από την αγάπη του, δεν θα συνεισφέρει να εκτελεστεί στα σίγουρα ο τρόπος θανάτου μου; Ότι όλα θα γίνουν, όπως πρέπει να γίνουν;»

Από μακριά αχνά, χάραζε το τοπίο με μια σειρά από πλίθινες πέτρες και δεξιά,ζερβά το ανίκητο σεντόνι της φύσης έντυνε τα μάτια μας με εικόνες υπέροχες, με κάλος απερίγραπτο. Σαν φτάσαμε κοντά στα τείχη της Ιερουσαλήμ από μέσα ακουγόντουσαν ιαχές από ανθρώπους που μας περίμεναν, ένα παιδί βγήκε στον δρόμο μας και έπεσε στα πόδια Του. Με την παλάμη του έστρωσε τα μαλλιά και το πρόσταξε να γυρίσει στην οικογένεια του, εκεί που ανήκει.

«Βρες μου ένα γαϊδουράκι, πρέπει να μπω ταπεινά μέσα σε εκείνο τον τόπο..» ακούστηκε να λέει επιτακτικά..

«Υπάρχει λόγος και για αυτό Δάσκαλε..» τον ρώτησα έκπληκτος..
«Τους βλέπεις τούτους; Όλο χαρά γεμάτοι είναι, που έρχεται ο Μάγος, ο Προφήτης.. Περιμένουν Βασιλιά και πρέπει να δούν υπηκόο, περιμένουν λυτρωτή, πρέπει να με δούν στα πόδια όχι στο στέμμα. Θα ντυθώ σαν και αυτούς για να με προσέξουν..»
Στάθηκα για λίγο σαστισμένος.. ώσπου άκουσα την τελευταία Του κουβέντα ...

«.. και όλοι αυτοί που θα φωνάξουν σήμερα ωσαννά, σε μερικές μέρες θα κράζουν σταύρωσον αυτόν.. Αυτό τι σου λέει για το ανθρώπινο είδος;...»
Ν.Κ. 
4/2009
**

[Καλή ξεκούραση., καλό Πάσχα, όπως το εννοεί ο καθένας μας..]

23/3/10

Soneto do amor total - Vinicius de Morais / Quarteto em Cy




Soneto do amor total - Amo te tanto meu amor, Não cante o humano coração com mais verdade, amo-te como amigo e como amante numa sempre diversa realidade, amo-te afim ,de um calmo amor prestante, E te amo além, presente na saudade, amo-te enfim ,com grande liberdade, dentro da eternidade e a cada instante, amo-te como um bicho simplismente. de um amor sem misterio e sem virtude, com um desejo maciço e permanente .E de te amar assim muito e a miúde, é que um dia em teu corpo derrepente, Hei de morrer de amar mais do que pude.

Απ' το Αεροπλάνο




Πρωτόλειες σκέψεις, χαράζονται, αντιστέκονται σε κάθε σταυροδρόμι αποφάσεων δίβουλες για την συνέχεια. Επιστρέφω στην έννοια «Ανθρωπος» συχνά πυκνά, με σκοπό να εξαγνίσω και να επαναδημιουργήσω την άγoνη σκέψη μου εκ νέου. Ωριμότητα αντίδρασης, είναι μια κατάσταση που αντιμετωπίζεται βάσει των εμπειριών που έχουμε αποκομίσει στην μέχρι τώρα ζωή μας, ή προκάλυμμα της σαρκοβόρας υφής του Εγώ μας; 

Κοιτώ, ο άνθρωπος ζει σε ένα πόλεμο, η καρδιά του αιμοδιψεί για αποδείξεις ανωτερότητας σε καθημερινό επίπεδο. Για μήπως οι καταστάσεις, σε φέρνουν σε τέτοιο κράμα σκέψεων; Σαν σου ορμάει κάποιος, σάμπως δεν πρέπει να αμυνθείς; Ή να πολεμήσεις με περισσότερη λύσσα, να τον ανακάμψεις, να τον τρομάξεις; Συχνά το βλέπω, το νιώθω, το κάνω στην εργασία μου με βαριά καρδιά.. Πρώτιστη αντιμετώπιση, η απαξίωση. Μα δεν κρατάει πολύ ή ακόμα καλύτερα δεν αντέχει πάντα την λαίλαπα της επίθεσης. Σύμβουλοι, καλοί, συνάνθρωποι μου λένε, φίδι σαν δεις το εξουδετερώνεις, δεν αναρωτιέσαι αν έφταιξε. Θα φταίξει. Δεν με βολεύει τούτη η λογική, δεν στέκεται ορθά μπροστά μου. Αρνούμαι. Θα είμαι ειλικρινής, κουράστηκα να το ζω και επιθυμώ να επιστρέψω στην έννοια «Άνθρωπος». Αφού δεν μπορώ να αλλάξω το πλήθος, θέλω να επιλέξω την απουσία μου. Να μην χρειάζεται να αμύνομαι, να στέκομαι εκ του βάθρου και να κοιτώ τα μανιασμένα λυκόσκυλα να ξεσκίζονται. Σαν φαγωθούν, ευχαρίστως να φροντίσω πάσης. Και να γράφω για αυτούς, για τον πόλεμο τους, τον πόλεμο μου. Να τους θυμίζω την κατάσταση τους, αυτή που προφανώς από ταχύτητα χρόνου δεν πρόλαβαν να συνειδητοποιήσουν και  να αξιολογήσουν. Να τους πω ότι έχουν οργή μέσα τους, οργή που ταΐζεται από τις καθημερινές τους τύψεις. Αυτός ο κόσμος έτσι όπως τον ζούμε, παράγει τύψεις που με την σειρά τους δημιουργούν οργή, μια ορμή που περιέχει ελπίδα για αποκατάσταση των τύψεων. Τι ψέμα! 

Ζω τις μέρες μου, μέρες δύσκολες αλλά κρατώ την πίστη μου στους ανθρώπους, στο χαμόγελο τους. Στην ημέρα που θα δουν τον πόλεμο κατάματα, θα ανακαλύψουν ότι δεν υπάρχουν αντίπαλοι και φίλοι, συμπαίκτες και θηρία. Θα διαβάσουν όλη την λέξη «Άνθρωπος» και θα αναπηδήσουν από χαρά για την ανακάλυψη τους. 

20/3/10

Όρος Σινά..




Ζούμε την αγωνία του Σινά,
ακόμη λες, να ανέβει ο Μωυσής,
κενό ακόμη, το μονοπάτι,
που υποσχέθηκε να ανέβει,
σαν πατέρες την αργοπορημένη κόρη αναμένουμε,
κάτω από λιγοστό φως, και το βιβλίο στα γόνατα.
Απέξω, αδίστακτη η νυχτιά τριγυρνά στις φλέβες μας.

Σαν παγωνιά που σκαρφαλώνει στα κλαριά,
μας αγκαλιάζουν αλλοτινοί εχθροί,
τωρινοί φίλοι..

Σκιαγραφώ,

Η ευθύνη, επιταγή.
Μόλις την χρεώσουμε κάπου,
πιστεύουμε, ματαίως, σε μια ρόδινη ζωή.
Ακούραστοί ψεύτες του εαυτού μας..

Λέω, Είμεθα το Όρος,
και λύτρωση ζητούμε από το πλήθος.
Λάθος η εντύπωση ότι οι εντολές γράφτηκαν στο Όρος,
Οι πλάκες, μας στάλθηκαν, και χρέος μας,
η ερμηνεία τους.

Παρεξήγηση. Μία από τις πολλές…

15/3/10

Ludovico Einaudi Nuvole Bianche





Το να ξυπνάς ένα πρωί και να ξέρεις ότι 250 άνθρωποι θα σε πάρουν τηλέφωνο γκρινιάζοντας επειδή κάτι πήγε «στραβά..». Αυτή είναι μια αίσθηση, που την κερδίζεις δύσκολα. Μα τούτο ακόμα πιο δύσκολο, να ξέρεις ότι στο τέλος της ημέρας όλα θα έχουν τελειώσει, είτε καλώς είτε κακώς, να γνωρίζεις καθαρά μέσα σου ότι κάθε γεγονός έχει ένα τέλος, κάθε πρόταση μια τελεία  κάθε δρόμος κάπου τελειώνει. Αυτή η εσώτερη αναπνοή σε κάνει να μη σταματάς στην πόρτα με τα κλειδιά στο χέρι, αμήχανος και με τάση να κρυφτείς. 
Μα δεν πρέπει να ξεχάσω ακόμα τούτο :  Πιο μέσα, πιο βαθύ να έχεις την ψυχραιμία να τα αντιμετωπίσεις όλα με λογικούς ειρμούς, να μετριάσεις το κακό και να βρεις το μη χείρον βέλτιστον, αυτή η ψυχραιμία στην καταστροφή, αυτό είναι ο άνθρωπος.. ο επαγγελματίας όπως συχνά ονομάζεται. 

Ένα μικρό βήμα εμπρός που πιθανόν να κοστίσει, ένα βήμα πίσω από το τέλος. Μα δεν νοιάζεσαι, γιατί τώρα ζεις και όχι μόνο ζεις, αλλά γράφεις και για αυτό.. 

Ίσως τελικά αυτό να είναι τύχη..



14/3/10

I Can See Clearly Now






Υπάρχει το δεδομένο και στην αντίθετη όψη, το αναπάντεχο, το απρόσμενο. Μα εσφαλμένα θεωρούμε ότι αυτά είναι αντίθετα στοιχεία, καθότι οι πιθανότητες αντιστροφής της ζυγαριάς, ή ακόμα καλύτερα η ανακάλυψη ότι στεκόμαστε στην αντίθετη μεριά είναι μέσα στις πιθανότητες της ζωής.

Χθες είδα στο χαζοκούτι, ένα τυφλό παλικάρι να παίρνει μέρος σε ένα διαγωνισμό ταλέντων στο τραγούδι. Και τα κατάφερε τόσο καλά, που συγκινήθηκα. Ώρες μετά προσπαθούσα να διαχωρίσω μέσα μου τα συναισθήματα μου. Θυμήθηκα αυτόματα μια κοπέλα που δεν ακούει καλά, έναν ανάπηρο που έφερε η τύχη να γνωρίσω και που ζει την ζωή μέσα από το γέλιο. Ένα παλικάρι – πολύ φίλο μου – που μεγάλωσε χωρίς γονείς σε μια κοινωνία, την ίδια κοινωνία που ζούσα εγώ. Μετά θυμήθηκα τον δικό μου φόβο να αδράξω γεγονότα της ζωής, θυμήθηκα την ανασφάλεια του μέλλοντος, τον φόβο του εξορισμού από αυτό που ονομάζουμε κοινωνία. Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα. Δεν έχω ούτε καν συμπάθεια για τέτοιους ανθρώπους, παρά μόνο θαυμασμό. Ο άνθρωπος είναι τα μέλη του ή η ψυχή του; Ίσως τελικά αν αφαιρέσεις κάποια ανθρώπινα μέλη, η ψυχή να βρίσκει «δρόμο» να περιπλεύσει.  Ότι βλέπει η τραγική μας όραση είναι ένα σάρκινο περίβλημα και τίποτα άλλο. Πίσω από αυτό υπάρχει ένας άνθρωπος και ταυτόχρονα εν δυνάμει Θεός..

Αναρωτιέμαι αν ο τυφλός που πήρε μέρος στον διαγωνισμό με την απίθανη φωνή του θα βρει το πάτημα να κάνει το όνειρο του; Θα τον αφήσουν ή η ψευτοκοινωνική μας αποδοχή θα περιοριστεί στα είδωλα που προσφέρουν σεξισμό; Τα ινδάλματα γιατί πρέπει να έχουν αγαλματένιο σώμα, ξεχωριστό μαλλί, υπέροχα μάτια, καλό συνθέτη και στιχουργό πίσω τους; Γιατί να μην κάνουμε ίνδαλμα έναν τυφλό με εξαιρετική φωνή; Γιατί να επιλέγουμε πρότυπα που πουλάν σε νεαρά κορίτσια και τις κάνει να ουρλιάζουνε σαν μανιακές; Επειδή υπάρχει ολόκληρη βιομηχανία από πίσω, θα μου πείτε. Το ξέρω, αλλά αυτό δεν με κάνει και σύμφωνο αυτής την σκέψης. Δεν διαφέρει σε τίποτα αυτή η κίνηση από την προσπάθεια πώλησης ενός κραγιόν ή μιας οικοσκευής. Αυτό το ρεύμα, προωθεί όλα τα σύνδρομα της καταναλωτικής μανίας, που για να υπερκεραστούν από τους ανυποψίαστους νεαρούς αναπόφευκτα θα στραφούν στην λεγόμενη τραπεζική πίστη ή απάτη.  Και ο κύκλος εφάπτεται με ακρίβεια χιλιοστού.

Πρέπει κάποια στιγμή να αντιληφθούμε ότι ο τυφλός ακούει καλύτερα από εμάς, νιώθει τα διπλάσια από εμάς, δεν τον αποσπά η παραπλανητική όραση, χρησιμοποιεί τις αισθήσεις του σε βαθμό που σε  κάνει να τον ζηλεύεις. Ο Στίβεν Χόκινκς μέσα από την καρέκλα του μπόρεσε να δημιουργήσει γνώσεις που ελάχιστοι κατάφεραν, ο Μπετόβεν χωρίς ακοή έγραψε έργα μνημειώδη και πολλοί άλλοι διακριθήκαν μέσα από την αναπηρία τους.

Η ζωή υπάρχει και είναι μπροστά μας με ότι έχουμε για  να την απολαύσουμε, ελλειπτικοί είμαστε εμείς όταν θεωρούμε τα δεδομένα και τα απρόσμενα να ζουν σε διαφορετικές φωλιές. Τυφλός είναι αυτός που βλέπει σαν το πιο σημαντικό στοιχείο πάνω του, το δέρμα του, κουφός αυτός που δεν ακούει τις σκέψεις των άλλων, κουτσός αυτός που δε μπορεί να μετακινηθεί μακρύτερα απο τον ευατό του..

Ίσως η ποιο ανίατη αναπηρία να είναι η πνευματική..


update * Το παλικάρι τον λένε Νίκο Αποστολίδη, βρήκα και το video τυχαία εδώ http://hamomilaki.blogspot.com/2010/03/nikos-apostolidis-greek-idol.html



9/3/10

Katica Illenyi



Τι είναι τα όνειρα του ανθρώπου παρά ένα παιχνίδι της σκέψης; Μια σκέψη που απορρέει από την πίστη στις δυνάμεις μας και φυσικά από την τρέλα της στιγμής σε ένα μακρόσυρτο, μπορώ, αντέχω και θα το κάνω. Τι απρόσμενο αίσθημα η χαρά της νίκης..

Μα από την άλλη τι βαθύ φαράγγι είναι ο κρημνός των ονείρων; Το απότομο φρενάρισμα, η αποκάλυψη της ψευτιάς που ζούσαμε χρόνια μέσα μας. Η μεγαλύτερη προδοσία που μας έκανε άνθρωπος, και μάλιστα ο πιο έμπιστος. Εμείς. Σου φέρνει μελαγχολία αυτή η σκέψη..

Σκέφτομαι κάποιες φορές, προς τι το ρίσκο; Προς τι μια ζωή με διακυμάνσεις; Προς τι μια ζωή με βουνά και χαράδρες; Δεν είναι πιο ωφέλιμη μια ατελείωτη έρημος αισθημάτων, ένα flat line ζωής; Μια σταθερότητα, ένα σανίδι ακίνητο που δεν το κουνάει τίποτα;

Αηδίες.

Όλα είναι στον άνθρωπο, μάλιστα ίσως να είναι πιο πρωτότυπο να πέσει κανείς από το γκρεμό των ονείρων με χαμόγελο…

Όλοι για τον θάνατο μας εργαζόμαστε, την τελευταία εκείνη λέξη που θα πούμε φεύγοντας.

Υπήρξα..

Ένα ποτήρι κρασί, και ένα καλό τραγούδι έφτιαξαν το σύμπαν 
και αυτό αναμφισβήτητα μας ανήκει.

8/3/10

ούφ..




Έξω σύννεφα βαμμένα κόκκινα, ματωμένα από την σκόνη και το κρύο και εμείς εδώ.. παρέα με ανθρώπους να περιπλέκουν πολύπλοκες σοφιστείες και  φθηνά επιχειρήματα.  Μέσα σε αυτούς και εγώ..

Η ανασφάλεια μας έχει κάνει όλους ξύλινους, με λόγο σπαθάτο και πικρό. Συντροφεύουμε με το μάτι μας το τραίνο που περνάει από τον σταθμό, φορτωμένο με τις δικές του σκέψεις/ ανθρώπους/ νοοτροπίες και εμείς ασφαλισμένοι στο παγκάκι, δεν φροντίζουμε να σηκωθούμε.
Και αν.. , σκεφτόμαστε και αν...
Mια απόγνωση μας ταλανίζει, να σηκωθούμε ή να κάτσουμε στο παγκάκι βρίζοντας από μέσα θεούς και δαίμονες. Ακόμα μουρμουράμε : Και αν... 

Λυπάμαι κύριοι και κυρίες, πτωχεύσαμε  ηθικά, πνευματικά και τέλος υλικά. Συνδράμω στις ελάχιστες φωνές που φωνάζουν, νέα αρχή.. 
Καταδικάζω τις όποιες επιθέσεις σε γέρους, νέους και παιδιά, σε οικογένειες, σε ανθρώπους και καταστάσεις. Με αφορούν αλλά δεν θέλω να έχω σχέση με αυτά. Ούτε μου αρκεί να διαμαρτύρομαι, χωρίς να κοιτώ την ουσία των θεμάτων αυτών.

Η Ιστορία έχει δείξει ότι οι άλλοι λαοί επίμονα θα προσπαθούν να αρπάξουν ότι περισσότερο μπορούν, είναι στο πετσί του κατακτητή, όπως είναι το χρέος του ανθρώπου να αντισταθεί. Είμαστε κυνηγοί από την φύση μας, δεν αλλάζει. Το μόνο που δεν συνδράμει στην ιστορία που ξέρουμε είναι η μαλθακότητα των ημερών που ζούμε, ο λεγόμενος «καναπές». Και δεν θα σηκωθούμε αν κάποιος δεν τολμήσει να μας τον πάρει. Πλησιάζουμε και σε αυτό, δεν είναι μακριά.

Ούτε η Siemens, ούτε το Βατοπέδι, ούτε το όποιο σκάνδαλο μας έφερε σε αυτήν την κατάσταση, οι τράπεζες είναι οι μόνες υπαίτιες, αυτές που πήραν 28δις και δεν φρόντισαν να μην φτάσουμε ποτέ εδώ που φτάσαμε. Η καταραμένη νοοτροπία που έχουμε «Ότι δεν αφήνει κέδρος, δεν μας ενδιαφέρει..» ή αγγλιστί “There no such thing as a free lunch”.  Και φυσικά δεν θα παραλείψω την απελέκητη γνώση που εισάγεται στα σχολεία σαν λίθος ακατέργαστος, η αλήθεια, η γνώση και η σκέψη έχει πάψει να είναι στόχος, αλλά πλέον την σκυτάλη την έχει πάρει η βαθμοθηρία και μακροημέρευση δασκάλων και εκπαιδευτικών.

Βαρέθηκα τα χρήματα και τους μπελάδες του. Βαρέθηκα την ανασφάλεια των ημερών, τα σκοτωμένα όνειρα που παραδίδω στους νεώτερους, Μα πιστεύω και αυτό, νεώτεροι: Υπάρχει ελπίδα και την κρατάτε στα χέρια σας, γίνετε καλύτεροι από εμάς, διότι ξέρετε τι δεν πρέπει να κάνετε πλέον..  Τα λάθη μας, είναι η ελπίδα σας! Νομίζω ότι καλύτερο μάθημα δεν υπάρχει, απο την απελπισία και το πάθημα. 

Όσο για μένα, ο δρόμος για το χωριό είναι ανοιχτός, θα κάνει και ένα όμορφο κρύο έξω σαν τα ξύλα στριφογυρίζουνε στις φλόγες τους..
Από την άλλη, ίσως να είναι λίγο νωρίς ακόμα, εξάλλου ο μικρόκοσμός μου πρέπει να διανθιστεί με μερικούς προβληματισμούς ακόμα, επίκαιρους και μη.

Ανάθεμα αν έγραφα μόνο για μένα..

Iδού και μερικοί προβληματισμοί :

4/3/10

Το πανωφόρι τρύπησε, μπάλωσε το και μην μιλάς..


Σε μια επιχείρηση άμα ένα τμήμα φανερώνει μόνιμα ζημιές, δύο είναι οι λύσεις, ή το σταματάς ή αλλάζεις την διοίκηση ελπίζοντας. Ο Καραμανλής ήξερε τον τρόπο για να φύγει, υποσχέθηκε ότι θα πάρει τα μέτρα που εν’ τέλη πήρε ο Παπανδρέου και ο Παπανδρέου ήξερε πως θα μπει στο παιχνίδι, υποσχόμενος λαγούς με πετραχήλια. Ο λαός, πλανήθηκε, αποπλανήθηκε, πλάνη οικτρή έζησε και ίσως ζει ..

Το αφεντικό λοιπόν, είπε : «Πρέπει να αλλάξουμε την διοίκηση, μπας και πάρουμε πίσω τα δάνεια που δώσαμε στους ακαμάτες Έλληνες..!»
«Ναι αλλά πως;» αναρωτήθηκαν οι άλλοι ηγέτες..
«Αλλάζουμε διοίκηση, φέρε μου τον χοντρό να του πω τι θα πει, φέρε και τον ψηλό να του πω επίσης τι θα πει και όλα θα πάνε ρολόι..»
Και πήγαν. Ο πρώην πρωθυπουργός και ο νυν, κοίταζαν το αφεντικό με βλέμμα αγελάδας..
«Και πως θα γίνουν όλα αυτά; Πρόσφατα είχαμε τα Δεκεμβριανά, θέλετε να κάψουν την Αθήνα; Πως θα τους πούμε ότι πρέπει να σφίξουν το ζωνάρι; Δεν έχουμε..»
«Αηδίες! Εγώ όποτε έρχομαι Αθήνα, όλοι με porche και Mercedes κυκλοφορούν, έχετε και δεν μας τα δίνετε.. Σκύψε να σου πω το σχέδιο, είπε στον νυν πρωθυπουργό με νόημα.. Άκου, οι Έλληνες ο μόνος τρόπος για να κάνουν θυσίες είναι να τους πατήσουν τον κάλο και ποιος είναι ο κάλος του Έλληνα; Ε;»
«Ποιος;» αναρωτήθηκε ο νυν
«Η Εθνική περηφάνια, η ιστορία σας, το απωθημένο με τους πρώην κατακτητές σας..»
«αα…» είπε πάλι ο νυν, εμφανίζοντας μια άηχη λάμψη κατανόησης, δίχως όμως να καταλάβει τίποτα, ήταν και αυτή η μάνα του που του έλεγε συνέχεια να δείχνει έξυπνος..
«Φέρε μου τον διευθυντή του focus, να σου φτιάξω εγώ κατάσταση μίσους..» είπε το αφεντικό και τον έδιωξε κουνώντας το χέρι με απαξίωση, να σαν να καθόταν μια μύγα πάνω στο καφέ της.. «Φέρε και κάνα-δυό δημοσιογράφους δικούς μας και θα δέσει το γλυκό..»
«Μα … το μόνο που θα καταφέρουμε τελικά, είναι να πάρουμε και άλλα δάνεια, ποτέ δεν θα μαζέψουμε όλα τα χρωστούμενα.. πάλι χρεωμένοι θα είμαστε, όλα γίνονται για να πάρουμε και άλλα δάνεια έτσι δεν είναι ;» είπε ο νυν σε μια αναλαμπή εξυπνάδας και το βλέμμα του κινήθηκε νευρικά στον χώρο ..
«Χααχα! Μα πρέπει να χρωστάτε, δε το βλέπεις;»
Στην έξοδο, ο πρώην πρωθυπουργός πιάνει γελώντας τον ώμο του νυν, «Ε σκέψου θετικά, στην καλύτερη να έχεις την τύχη του Καποδίστρια όταν ζήτησε και εκείνος από τους Έλληνες να σφίξουν το ζωνάρι ε; άμα είσαι τυχερός ..»
Ράκος ο νυν αλλά τι να κάνεις, υπάλληλος ήταν έπρεπε να εκτελέσει κατά γράμμα την γραμμή της διοίκησης..
Μέσα του όμως μια σπίθα του ψιλοέκαιγε τις σκέψεις «Και αν φερόμουν σαν Έλληνας; Την κάνω από την εταιρία, παίρνω μαζί μου όλο το χρέος και το ξεκοκαλίζουμε σιγά-σιγά και από εκεί πάνε οι άλλοι.. δεν με χέζουν…» με το που στρίβει στην γωνία με την άκρη του ματιού του βλέπει τον Ερντογάν χεράκι-χεράκι με τους εντιμότατες γείτονες μας, να μπαίνουν μέσα στο γραφείο του αφεντικού και αμέσως καταλαβαίνει την πικρή αλήθεια.. Το αφεντικό είναι τρομερός πολιτικάντης..

Ο Έλληνας με φανερή στεναχώρια, κοιτά το άδειο ψυγείο και αναρωτιέται, «Και τι έφταιξα εγώ; Είναι κακό που θέλω να αγοράζω 2 αυτοκίνητα στην ζωή μου; Να έχω μια τηλεόραση και internet παντού; Να τρώω κάθε Κυριακή κρέας και το καλοκαίρι να ξεσκάω δυο βδομάδες σε ένα νησί;»

Απάντηση δεν βρίσκει, και δεν θα βρει..

Α! Να και άλλος ένας λίγο πιο καχύποπτος Έλληνας που κάθεται στην ρίζα μιας ελιάς και αναρωτιέται φωναχτά : « Τελικά η παγκοσμιοποίηση μας έβγαλε τις στολές του πολέμου και μας έβαλε τις πιστωτικές στην τσέπη..»

Τι να πεις;

27/2/10

Drifters - Under The Boardwalk (B & W).mpg




Κρατώντας την μπύρα απο το στόμιο, ακούγοντας Drifters πάνω στην άμμο που έμπαινε στα γυμνά δάχτυλα των ποδιών μας και παραδίπλα μια μεγάλη φωτιά να σιγοκαίει. Φωνές και γέλια απο αμέριμνους εφήβους.. 

Τελικά τα νεανικά καλοκαιρινά πάρτι είναι αυτά που στολίζουν τα ώριμα χρόνια μας με την ομορφιά της πρώτης νιότης. Δεν σε τρελλαίνει να το ξανακάνεις, αλλά αισθάνεσαι ότι είσαι τυχερός που το έκανες.. 

Πως να το κάνεις, το χαμόγελο σου έρχεται αυθόρμητα..

24/2/10

Βασιλιάς ΙΚΕΛΟΣ



Και να πως άρχισαν όλα.. 

Ξεκίνησα να γράφω από ανάγκη να εξωτερικεύσω σκέψεις, δίχως να γνωρίζω, ούτε καν να υποψιάζομαι που μπορεί τούτο να με οδηγήσει. Κατά κάποιο τρόπο, ένιωθα και έγραφα. Άκουγα μια φράση να λέει κάποιος, την αποτύπωνα, την επεξεργαζόμουν και χωρίς να το καλοσκεφτώ την έγραφα στο Word σε μορφή διηγήματος. Κάποιες φορές έγραψα και ποιήματα, άλλα χωρίς, άλλα με κάποια αναγνώριση. Πολλά από αυτά θα τα βρείτε μέσα σε αυτό το blog. 

O θείος μου Κώστας Καρακάσης με ενέπνευσε να συνεχίσω. Τα διάβασε η οικογένεια μου, τους άρεσαν. Με στήριξαν και με στηρίζουν. Αλλά όλα αυτά κάπου έπρεπε κάπου να στοχεύουν, δεν μπορεί λέω, κάποιο ταξίδι έχω μπροστά μου. Σήκωσα τα μανίκια και άρχισα να γράφω, να γράφω, να γράφω. Μια ενασχόληση που πολύ με ευχαριστούσε, με έκανε να αλαφρώνω με κάθε λέξη που έφευγε απο τα χέρια μου. Αποφάσισα να γράψω για τις σκέψεις μου, να χρησιμοποιήσω την φαντασία για να πλέξω τους ήρωες μου. Όχι κανένα φοβερό ήρωα, απλούς ανθρώπους που σκέφτονται και πράττουν. Δεν είναι μαριονέτες μου, είναι αυτόνομα πλάσματα που κινούνται με την φορά της ιστορίας. Είναι δύσκολο να εξηγήσω, θα προσπαθήσω να το αποφύγω για την ώρα. 

Το θέμα είναι ότι έκατσα και έγραψα τον Βασιλιά Ίκελο και ο εκδοτικός οίκος Κέδρος εμπιστεύτηκε το έργο μου να εκδοθεί. Αλίμονο, η χαρά μου ήταν μεγάλη. Ένας τέτοιος εκδοτικός οίκος, να μου προσφέρει μια θέση στην λογοτεχνία. Τον ευχαριστώ θερμά. 

Το έργο, είναι πολυσύνθετο και μόνο αν κάποιος το διαβάσει θα μπορέσει να ανακαλύψει την πλήρη ιστορία. Δυστυχώς, ποτέ μου δεν κατάφερα να γράψω μια ολοκληρωμένη περίληψη που να περιέχει μέσα όλη την πλοκή, χωρίς να αδικήσω κάποιο από τα πρόσωπα μου, κάποια κατάσταση ή τροπή του βιβλίου που θεωρώ σημαντική. Βασισμένο σε συχνές ανατροπές, ταυτόχρονα γεγονότα που παίρνουν θέση, άλλοτε στην Αθήνα, άλλοτε στην Ύδρα, το νήμα πλέκεται.
Κεντρικό πρόσωπο, είναι ο Αλέξης Κ. Ένας άνθρωπος που έκανε μια απλή σκέψη. Να συνεχίσει την καριέρα του μόνιμου στο Πολεμικό Ναυτικό, να ζήσει μια σταθερή ζωή χωρίς διακυμάνσεις ή να προχωρήσει μέσα στην ζωή με μόνα εφόδια το γρήγορο μυαλό του; Μέσα του μια φλόγα σιγόκαιγε και τσουρούφλιζε τις σκέψεις του. Είμαι σημαντικός; Μπορώ να γίνω σημαντικός; Και τι στο καλό είναι το σημαντικό στην ζωή;

Αυτές οι σκέψεις του γέννησαν ένα όνειρο που τον ακολουθούσε σε όλα του τα βήματα. Ένα όνειρο, που αν και στην αρχή τον απασχολούσε στον ύπνο του, σιγά-σιγά άρχιζε να εμφανίζεται και στην πραγματική του ζωή. 

Ο Αλέξης, πήρε τις αποφάσεις του και προχώρησε στο μονοπάτι της ζωής. Χωρίς χρήματα, χωρίς κάποια πυξίδα. Η μοίρα τον έφερε να κατοικήσει στην Κυψέλη και να δουλέψει για τα προς το ζην σε ένα ραφείο. Από εκεί, μια σειρά τυχαίων γεγονότων, όπως μια απρόβλεπτη εγκυμοσύνη, μια δολοφονία, ένα χαμένο συμβόλαιο και ένας σκληρός αστυνομικός που του έχει γίνει βραχνάς, θα τον αναγκάσουν να κυνηγήσει το όνειρο και να διεκδικήσει τα χαμένα στο υπέροχο νησί της Ύδρας. Την Αρχόντισσα του Σαρωνικού. 
Σε όλο του το ταξίδι ο Αλέξης θα πολεμήσει, θα νικήσει και θα χάσει. Θα χτίσει και θα γκρεμίσει. Θα αναθεωρήσει και θα σκεφτεί, θα κλάψει και θα γελάσει. Όπως είναι η ζωή του καθενός μας, πολυπρόσωπη, πολύχρωμη και απρόβλεπτη, έτσι και ο Αλέξης θα ζήσει, θα αναγνωρίσει, θα χαθεί και θα ανακαλύψει. 

Τέλος η ανάσταση και αποκωδικοποίηση του ονείρου..  Ποιος είναι ο Βασιλιάς Ίκελος;  

Τελικά, ίσως το πιο σημαντικό πάνω στον Αλέξη να είναι ότι έχει όνειρα..

Κλείνω, ελπίζοντας να σταθώ επάξια στο λογοτεχνικό στερέωμα και να έχω καταφέρει να δημιουργήσω ένα έργο που, αν μη τι άλλο, δεν θα βρείτε βαρετό και συνηθισμένο. 

Μέσα στον επόμενο μήνα, θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία. 

Τέλος, να ευχαριστήσω τον εκδοτικό οίκο Κέδρο, στο σύνολο του για την υπέροχη προσπάθεια που έκανε στο εξώφυλλο, στην επιμέλεια και γενικά στην προετοιμασία του έργου. 

ΥΣ. Για εξελίξεις σχετικά με τον Ίκελο και όποιο άλλο βιβλίο εκδώσω στο μέλλον, δημιούργησα το http://nkarakasis.blogspot.com.  Θα είναι έτοιμο σύντομα...

(Update : Είναι έτοιμο το site )

Ευχαριστώ,
Ν. Καρακάσης

20/2/10

Η Ησυχούπολη..


Ο Δήμαρχος της Ησυχούπολης, έξυνε το κεφάλι του αμήχανα σε κάθε λέξη της κυρίας Μαντσεστερ.

«Μα όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες συμφωνούν να περάσει ο δρόμος, μπροστά απο το σπίτι τους..» μουρμούραγε χαμένα ψηλαφώντας ένα ποτήρι με νερό που είχε δίπλα του. Τα λιγοστά μαλλιά του, έδειχναν μαραμένα, το χοντρό κορμί του σφιγγόταν απο την ένταση..
«Εγώ δεν θέλω! Δικαίωμα μου είναι!»
«Μα δεν καταλαβαίνω, γιατί;» ξαναρωτούσε ο Δήμαρχος και σιγοέπινε τάχα αδιάφορα το νερό μπροστά του.

«Γιατί μαζί με τους άλλους ανθρώπους που θα περπατάνε στον δρόμο, θα περπατάν και κλέφτες! Και δεν έχω καμία όρεξη μια μέρα να αποφασίσουν να μου ανοίξουν το σπίτι..!» Αυτή η εμφανισιακά ήσυχη γυναίκα είχε μεταμορφωθεί σε τερατόμορφο πλάσμα απο τον θυμό. Τα χέρια της έμοιαζαν με πλοκάμια, που στην άκρη τους είχαν γάτζους, τα δόντια της κιτρινα και ακονισμένα και σάλια λυσσας έτρεχαν στο μακρουλό πηγούνι της. Έτσι την έβλεπε ο Δήμαρχος εκείνη την ώρα και μια χλωμάδα του ήρθε στο πρόσωπο..

«Μα αν δεν έχει τσιμεντένιο δρόμο, δεν θα περπατήσουν οι κλέφτες; Μόνο σε τσιμέντο πατάνε τούτοι;Δεν είναι λογικό...»
«Τέλος! Δεν έχετε να αποφασίσετε τίποτα. Συνεδρίαση δεν θά κάνετε, δεν υπάρχει περίπτωση να συμφωνήσετε σε κάτι που ΕΓΩ απαιτώ να μην γίνει..Εξάλλου είμαι νομικός και θα σας ταράξω στις μηνύσεις. Δεν θα μείνει έτσι το πράγμα.»
«Εχουμε δώσει προκαταβολές στην τεχνική εταιρία, θα χρειαστούν νέα κονδύλια να αλλαχθούν τα σχέδια και ξέρετε ότι δεν υπάρχουν. Οι μπουλτόζες είναι εκει έξω και περιμένουν. Δεν καταλαβαίνω, αφήστε να το συζητήσω με τους πολίτες. Δεν μπορώ να πάρω τέτοιες αποφάσεις μόνος μου..» σχεδόν παρακαλετά ο Δήμαρχος είπε τα λόγια αυτά και μαζεύτηκε στην καρέκλα του, μη μανιάσει τελείως η κυρία Μαντσεστερ και αρπάξει κανένα μπαλτά και τον κάνει φέτες. Δειλά τράβηξε το ποτήρι κοντά του ...

«Δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα. Είναι τελείως παράλογο να δεχτώ κάτι τέτοιο.. εκτός..» το πρόσωπο της έλαμψε...
«εκτός;» ο Δήμαρχος σηκώθηκε όρθιος..
«Εκτός, αν μου δώσετε αποζημίωση 120,000 ευρώ...»
«Α!» αναφώνησε ο Δήμαρχος. «Με 120,000 ευρώ, το θέμα λύνεται, έτσι ;..» είπε ο Δήμαρχος μέσα απο τα δόντια του και έφερε το χέρι στο πρόσωπο του μη τυχόν φάει καμία ανάποδη.

Η κυρία Μάντσεστερ δεν μίλησε.

«Καλά αφήστε να μιλήσω με τους πολίτες. Ποιος ξέρει, μπορεί να δεχτούν νέα κονδύλια να περάσει απο αλλού ο δρόμος..»  ξαναείπε ο Δήμαρχος και έδειξε την πόρτα στην κυρία.
«Φυσικά και δεν θα δεχτούν να πληρώσουν επιπλέον! Για χαζή με έχετε; Είμαι νομικός κύριε Δήμαρχε! Μην το ξεχνάτε και να μεταφέρετε ότι σας είπα και στους άλλους να μην διανοηθούν να συζητήσουν άλλη λύση εκτός του να πληρώσουν.. είτε εμένα, είτε για νέα σχέδια του δρόμου..» Με αυτά τα λόγια η κυρία Μάτσεστερ έφυγε με γρήγορα βήματα απο το δωμάτιο..
Ο Δήμαρχος το μόνο που πρόλαβε να δει είναι ένα χοντρό τέρας, να σέρνεται μέχρι την πόρτα, να σφηνώνει στην κάσα και να ξεγλυστράει έξω. Τελευταία δύο πλοκάμια έφυγαν σούρνοντας πίσω της, κάνοντας χαρακιές στο ξύλινο πάτωμα με τους ακονισμένους γάτζους..

«φφφ.. τι ήταν και αυτό σήμερα..» είπε και κατάπιε με βουλιμία το υπόλοιπο νερό ο Δήμαρχος..

Η συνεδρίαση έγινε, αλλά ο Δήμαρχος επέλεξε να μην αναφέρει τις απειλές της κ. Ματσεστερ. Ούτε ανέφερε ότι είναι νομικός, ούτε ότι με 120,000 ε το θέμα ξεπερνιέται. Τους παρακάλεσε, να πληρώσουν 200,000 ε επιπλέον για να αλλάξουν σχέδια στον δρόμο. Ο κόσμος, σκέφτηκε και αποφάσισε. Ναι, θα πληρώσουμε το παραπάνω κονδύλι να αλλάξουν τα σχέδια για να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Αμα ένας δεν θέλει, κανένας δεν θέλει, είπανε όλοι μαζί με μια φωνή και ο Δήμαρχος φούσκωσε απο υπερηφάνια για την ποιότητα σκέψης των δημοτών.
Την άλλη μέρα, οι εργασίες ξεκίνησαν με νέα σχέδια, άλλη διαδρομή και περισσότερα λεφτά. 

Η κυρία Μάτσεστερ πλησίασε τον Δήμαρχο..
«Ωστε φοβήθηκαν ε;»

Ο Δήμαρχος, ζωσμένος με μια παράξενη δύναμη που βάση της ήταν η περηφάνια και η εκδίκηση, καθόλου δεν την φοβήθηκε ετούτη την φορά. Την είδε όπως ακριβώς ήταν. Κοντή, με πονηρή ματιά, δύο χέρια αδύναμα και κορμί σφιχτά ντυμένο σε ένα παλτό.

«χα! Τελικά κυρία μου ο μόνος που βρήκε παράλογο το αίτημα σας, ήσασταν εσείς.. Όλοι συμφώνησαν χωρίς να τους μεταφέρω οποιαδήποτε απειλή....δεν σας φοβήθηκαν κυρία μου! σας αγάπησαν και σας σεβάστηκαν... όσο παράλογα ανθρώπινο και να σας ακούγεται αυτό, Υπάρχει! »

16/2/10

You and me babe, how about it?



Juliet, when we made love you used to cry.


NARRATOR:
A love-struck Romeo sings the streets a serenade
Laying everybody low with a love song that he made.
Finds a streetlight, steps out of the shade
Says something like, "You and me babe, how about it?"

Juliet says, "Hey, it's Romeo, you nearly gave me a heart attack!"
He's underneath the window, she's singing, "Hey la, my boyfriend's back.
You shouldn't come around here singing up to people like that...
Anyway, what you gonna do about it?"

ROMEO:
Juliet, the dice was loaded from the start
And I bet when you exploded into my heart
And I forget I forget the movie song.
When you gonna realize it was just that the time was wrong, Juliet?

Come up on different streets, they're both the streets of shame.
Both dirty, both mean, yes, in the dream it was just the same
And I dreamed your dream for you and now your dream is real.
How can you look at me as if I was just another one of your deals?

When you can fall for chains of silver,
You can fall for chains of gold,
You can fall for pretty strangers
And the promises they hold.
You promised me everything, you promised me thick and thin, yeah!
Now you just say, "Oh Romeo? Yeah, you know I used to have a scene with him".

Juliet, when we made love, you used to cry.
You said, "I love you like the stars above, I'll love you 'til I die".
There's a place for us, you know the movie song.
When you gonna realize it was just that the time was wrong, Juliet?

I can't do the talk, like the talk on TV
And I can't do a love song, like the way it's meant to be.
I can't do everything, but I'll do anything for you.
I can't do anything, 'cept be in love with you!
And all I do is miss you and the way we used to be.
All I do is keep the beat... and bad company.
Now all I do is kiss you through the bars of a rhyme,
Juliet, I'd do the stars with you any time!

Juliet, when we made love you used to cry.
You said, "I love you like the stars above, I'll love you 'til I die".
There's a place for us, you know the movie song.
When you gonna realize it was just that the time was wrong, Juliet?

NARRATOR:
And a love-struck Romeo sings a street-suss serenade
Laying everybody low with a lovesong that he made
Finds a convenient streetlight, steps out of the shade
He says something like, "You and me babe, how about it?"

ROMEO:
You and me babe, how about it?

6/2/10

Duffy - Warwick Avenue



Απλώς περπατάω, αν αυτό λέγεται συνήθεια, τότε ναι, έχω την συνήθεια να περπατάω, ακόμα και όταν οδηγάω, ακόμα και όταν είμαι στο κρεβάτι ξαπλωμένος. Αυτός ο νούς, αθεράπευτα νευρικός, περπατάει συνέχεια.
Θα μπορούσα να κάτσω;
Δεν ξέρω, απλά δεν θυμάμαι πως είναι να κάθεσαι. Ίσως να είναι πιο αναπαυτικά, ίσως και πιο σίγουρα. Εγώ πάντως δεν κάθομαι. Έχω μια δουλειά να μου το θυμίζει, μια εσώτερη λαμπάδα που δεν σβήνει εύκολα, συνεχώς μου καίει τα δάχτυλα όποτε ηρεμεί η φλόγα της.  Μια σκέψη είναι ότι γράφω για να περπατάω, ακόμα και τις ώρες που θεωρητικά κάθομαι.

Πιθανόν συγκριτικά με άλλους, τα βήματα μου να είναι παιδιάστικά, αστεία και άνευ σημασίας. Αλλά είναι δικά μου..
Περπατώ λοιπόν, αλλάζω τα πάντα και μεταμορφώνω τα γύρω μου και τα μέσα μου. Για χρόνια πίστευα ότι ήμουν εγκλωβισμένος σε ένα αέναο κύκλο. Σπίτι-Δουλειά-Οικογένεια. Έχω την αίσθηση ότι κάνω μικρές κλοπές, στον κύκλο. Κάποιες στιγμές περπατάω πιο αργά και κάποιες άλλες περπατάω πιο γρήγορα, άλλοτε περνάω απέναντι με ταχύτητα. Άλλοτε πάλι κουβαλάω μαζί μου τα πράγματά μου, τα χόμπι μου, τις συνήθειές μου, αυτές που μου θυμίζουν ότι ζω.
Λοιπόν, τι πιο ωραίο από το να είσαι εγκλωβισμένος με την αίσθηση της ελευθερίας; Εξάλλου ποτέ δεν θα γίνουμε πραγματικά ελεύθεροι.
Και καλύτερα, γιατί θα μέναμε μόνοι ...

28/1/10

Ήταν ένα πρωινό...


Ξεκίνησα. Εικόνες, πίεση, άνθρωποι που φωνάζουν,
φωνές, κραυγές, ψίθυροι, γέλια.
Σκόνταψα. Σηκώθηκα, είχα χτυπήσει. Συνέχισα.
Άνθρωποι, γύρω μου στόματα με μίσος, στόματα φαγωμένα,
παγωμένα χαμόγελα. Άνθρωποι, τους αγαπώ τους μισώ.
Άνθρωποι!
Άνθρωποι;
Μια πορεία, μια ζωή, ένα μονοπάτι και μια καραμέλα στο στόμα.
Ύπομονή, όλα στην ζωή είναι ...
Έιναι.
Έμαθα να πολεμάω γιατί δεν έπρεπε να πέσω.
θέλω να πεσω. Θέλω να σηκωθώ. Θελω να μην με νοιάζει αν θα πέσω ή θα σηκωθω.
Θέλω ησυχία.
σουτ....
Όλα έρχονται και όλα φεύγουν.
Στην ανεμοδούρα καθισμένοι κοιτάμε την θάλλασα,
φουσκωμένη, ήρεμη, αγριεμένη.
Ο πλαφασμός μας ξυπνάει,
μας επαναφέρει απο το ληθαργο..
Μια γέρικη βελανιδιά που κοιτάει τα φύλλα της να πέφτουν.
Ανήμπορη, μα χαρούμενη.
Όλα στην ζωή είναι ...

θύμησες, μικρά χαρτάκια στην τσέπη...

20/1/10

Κάποιο απόγευμα...




Από πάνω μας 2 μεγάλοι ανεμιστήρες οροφής. Θύμιζαν εκείνα τα ζεστά καλοκαίρια που ο σβέρκος ιδρώνει και κοιτάς ψηλά στις λεπίδες των ανεμιστήρων να βρεις ελπίδα. Δεξιά αριστερά μπλέ καρέκλες και κόσμος. Πολύ κόσμος. Ο γιατρός αργούσε να μας δεχτεί μα ευτυχώς μια συμπαθητική νοσοκόμα με φαρδουλά καπούλια και κόκκινο μαλλί μας ενημέρωνε συνέχεια για την καθυστέρηση που θα τρώγαμε. Σαν να ζητούσε συγνώμη για την πολύωρη αναμονή μας εκεί πέρα, δεν έφταιγε αυτή αλλά ένιωθε ότι μέρος της ταλαιπωρίας ήταν δικό της φταίξιμο. Κανείς δεν της είπε τίποτα, με γαϊδουρινή υπομονή περιμέναμε τον γιατρό. Τι κάνεις τόσες ώρες σε ένα θάλαμο με τριάντα άτομα;

Κοιτάς τους άλλους. Αυτή είναι η ενασχόληση σου εκείνη την στιγμή. Χωρίς να το έχεις σκεφτεί, σαν κάτι φυσικό που έρχεται από μέσα, παρατηρείς τους άλλους που επίσης περιμένουνε μαζί σου με υπομονή. Κοιτάς την γριά απέναντι που φυσάει και ξεφυσάει, κουνάει τα πόδια της δεξιά και αριστερά. Πονάει η κακομοίρα. Δίπλα η χοντρή με το κόκκινο πρόσωπο φανερά εκνευρισμένη, δεν αντέχει άλλο καθιστή, σηκώνεται κρατώντας τις τσάντες της. Μια φθηνή δερμάτινη και μια σακούλα με τις εξετάσεις. Σακούλα.. κάτοικος Πειραιά, με δύο παιδιά που περιμένουν να γυρίσει για να τους σερβίρει φαγητό. Στους ακαμάτες γιούς.. Δίπλα της ο άντρας της, ξινός με έκφραση λύπης στηριγμένη στο σκληρό του πρόσωπο, σίγουρος ότι η γυναίκα του θα φουντώσει και θα βρίσει καμιά νοσοκόμα για την καθυστέρηση. Πάλι θα τσακωθούνε μεταξύ τους, το έχω σίγουρο. Με κοιτάει, τραβάω την ματιά μου αδιάφορα αριστερά στην νόστιμη κοπελίτσα με το μπλε πουλόβερ. Μικρή μαθήτρια με σπυράκια, ίσως και να έχει γκόμενο, η μάνα της με σπασμένο πρόσωπο ούτε που θέλει να ξέρει για αυτό το θέμα. Νιώθω την ματιά ενός νεαρού από το βάθος. Ήρθε να συνοδέψει την δεσποινίδα με το αεράτο μαλλί δίπλα του. Καμιά εικοσαριά χρονών, αξύριστος και φόρμα αθλητική. Κοιτάει σαν επισκέπτης σε μουσείο, εμάς. Τους άρρωστους, αυτός είναι υγιής. Η κοπέλα προσπαθεί να τον διασκεδάσει με κουβέντες, καταλαβαίνω. Μικρές ενοχές που μας σκαλίζουν το μυαλό όταν κουβαλάμε κάποιον μαζί μας στην δική μας ταλαιπωρία. Μάλλον τον αγαπάει, δεν είναι αδέλφια.

Κάποιος προσπαθεί να μου πιάσει κουβέντα. Μεγαλύτερος από εμένα, συνοδεύει την γυναίκα του, καθότι αυτός είναι ο άνδρας του σπιτιού και κανείς άλλος. Ακόμα και στις αρρώστιες. Προσπαθώ να τον αποφύγω, σηκώνομαι να περπατήσω.
«Ε ! που πάτε, σε λίγο είναι η σειρά σας..»
«Πιάστηκα, πάω να περπατήσω» απαντάω σε μια μεγάλη κυρία με κοντό μαλλί και μοντέρνα ρούχα. Δίπλα της ο πανύψηλος παππούς είναι ο άντρας της. Μουσάκι κακοξυρισμένο με γωνιές στο πηγούνι, αδύνατος με προσεγμένο ντύσιμο και μαλακά παπούτσια. Σίγουρα έχει μια παλιά bmw και ένα ακριβό σπίτι. Τσιγκούνης με τα έξοδα, γκρινιάζει για το παραμικρό και διαβάζει εφημερίδα καθημερινά. Πώς να περάσουν οι μέρες της σύνταξης εξάλλου. Δεν πρέπει να έχουν παιδιά, φαίνονται από εκείνα τα γέρικα ζευγαράκια που φρόντισαν .. και δεν ελεήθηκαν ..

Σαν περπατάω να φύγω, αλλάζω το βήμα μου σε κάτι πιο επίσημο. Σαν πασαρέλα ένα πράγμα, πρέπει και αυτοί να σκεφτούν με την σειρά τους για μένα.. Τώρα μπορούν να με κοιτάξουν όρθιο με την τσάντα στον ώμο και τον φάκελο με τις εξετάσεις στο χέρι.

Όχι δεν τις βάζω σε σακούλα σουπερμάρκετ εγώ..

17/1/10

Dance of the knights





Μαύρο ξημέρωμα. Μια σκούρα ομίχλη τύλιγε τους στρατιώτες του λόφου. Απέναντι το κάστρο ορθωνόταν σαν γίγαντας ακούραστος, φώτα από μέσα του το ζωντάνευαν. Νόμιζες ότι σαλεύει μέσα στην νυχτιά. Φωνές από γυναίκες, ιαχές, όλα αυτά κάνανε τους στρατιώτες του λόφου να κοιτάζονται μεταξύ τους. Φόβος, απόγνωση. Μια μαύρη μέρα θα ξημέρωνε για αυτούς. Όλοι ήταν αμίλητοι εκτός από έναν, το Ερφιλντ τον μέθυσο που εξακολουθούσε μέσα στην νύχτα να σιγοτραγουδάει μπεκρολογώντας μέσα από ένα μικρό τσίγκινο μπουκάλι, γεμισμένο με ποιος ξέρει τι..

Ο στρατηγός των πολεμιστών του λόφου κοίταζε και ξανακοίταζε το κάστρο, καμία λεπτομέρεια δεν έπρεπε να του διαφύγει. Κάθε του ματιά, πρόδιδε μια σχέση έρωτα-μίσους με τις μεγάλες πλίθινες πέτρες απέναντί του. Κάθε κεφάλι που ξεπρόβαλλε από τις πολεμίστρες το μετρούσε, έκανε λογαριασμό. Ένιωθε τον αντίπαλο στο στέρνο του, ξεφύσαγε απαλά σαν να χορεύει μαζί του. Είχε πάρει ένα χαρτί και σημείωνε ότι σκεφτόταν. Μια σημαία στο κέντρο του κάστρου ήταν ο στόχος. Απλώς έπρεπε να αντικατασταθεί με την δικιά τους. Απλώς… γέλασε. Έτσι απλά γράφεται η ιστορία, όχι οι αγώνες. Αίμα, μυαλά, σπλάχνα θα χυθούνε στις επόμενες μέρες, μητέρες θα θρηνήσουν τα παιδιά τους, γυναίκες θα χάσουν τον άντρα τους, παιδιά θα μείνουν ορφανά και μόνη τους απόδειξη σε ότι περάσανε θα είναι αυτή η μικρή αυτή πρόταση στο βιβλίο της ιστορίας. «Μετά από τρείς ημέρες πολιορκίας το Κάστρο Σελφιντ παραδόθηκε» Εννιά λέξεις θα είναι η μόνη μαρτυρία για χιλιάδες στρατιώτες και άλλους τόσους που σφαγιάστηκαν. Χωράει τοσος πόνος σε 9 λέξεις; Χαμογέλασε ο στρατηγός μέσα στην νύχτα.

Ένα μαύρο πουλί πέρασε από πάνω του. Τον κορόιδευε.
Μουσική ακούστηκε μέσα από το κάστρο. Ο στρατηγός του λόφου έδωσε το έναυσμα. Θα ξεκινούσαν. Μια μικρή ανηφόρα και θα πλησιάζανε στο κάστρο. Οι στολές κουδούνιζαν από τον βαρύ οπλισμό, τα πρόσωπα τους σκυθρωπά, τα πόδια βαριά κλωτσούσανε τις πέτρες. Μουσική ακούστηκε πάλι από το κάστρο. Βιολιά, τρομπόνια..

Ο μέθυσος Ερφλιντ άρχισε να τραγουδάει πιο δυνατά. Ένας στρατιώτης πίσω-πίσω τον ακολούθησε. Μετά από λίγο άλλος, και άλλοι, και άλλοι. Οι φωνές φτάσανε μέχρι τον στρατηγό, ένιωσε την δύναμη των στρατιωτών μέσα του. «Είναι έτοιμοι» μουρμούρισε, συμμετείχε και αυτός στο τραγούδι. Μα κάτι περίεργο συνέβαινε σε αυτούς.
Τους κοίταξε. Τα πόδια τους πλέον περπατούσαν ρυθμικά. Μια γέρικη ελιά, κούνησε τα κλαδιά της, μια πορτοκαλιά τίναξε τα φύλλα. Όλοι χορεύανε, ρυθμικά με τέμπο ακουγόντουσαν οι φωνές. Ο ίδιος ρυθμός και μέσα από το κάστρο. Και από εκεί μουσική. Στάθηκε ο στρατηγός. Τι συνέβαινε; Στα εκατό μέτρα μπροστά τους ήταν η μεγάλη ξύλινη πύλη, κανονικά έπρεπε να βγουν στις πολεμίστρες οι τοξότες. Τίποτα! κανείς. Η μουσική δυνάμωνε μέσα από το κάστρο. Οι φωνές των στρατιωτών του δυνάμωναν. Ο βαρύς οπλισμός που κουδούνιζε άχαρα πριν από λίγο, τώρα ακουγόταν σαν μαντολίνο μέσα στην νύχτα. Τα πρόσωπα δεν φαινόντουσαν, μόνο ρυθμικό χτύπημα των σπαθιών στην πανοπλία και μια σιγανή χορωδία. Τα βήματα τους ήταν ρυθμικά, ο Έλφιντ φώναζε δυνατά από πίσω…

Χει! Χει ΧΕΙ!

Οι πύλες του κάστρου άνοιξαν απότομα, η μουσική από μέσα από το κάστρο δυνάμωσε, χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στο χώρο έξω από το κάστρο, άρχισαν να χορεύουν μαζί με τους στρατιώτες του στρατηγού. Ο στρατηγός ούρλιαξε «Επίθεση!» «Επίθεση!» και άρχισε να τρέχει προς το κάστρο. Κανείς δεν τον ακολούθησε. Φώναξε τον υποστράτηγο. Εξαφανισμένος. Τον είδε να χορεύει με μια χωριάτισσα, αγκαλιασμένος τρυφερά. Η μουσική δυνάμωνε συνέχεια, ώσπου βγήκαν έξω τα βιολιά και τα τρομπόνια. Με τις βιόλες και φλάουτα. Και όλοι χόρευαν.
Κάτω από την μαύρη νύχτα, το φεγγάρι αντί για αίμα, έβλεπε γέννηση. Αντί για θάνατο, ζωή, αντί για μαρασμό, χαρά. Μαύρο άσπρο.

Ο στρατηγός είχε τρελαθεί, τα μηνίγγια του πόναγαν. Το σπαθί του άστραψε μέσα στην νύχτα, όλοι τον απόφυγαν. Έτρεχε ανάμεσα τους, ανήμπορος. Προσπαθούσε να σφάξει όποιον έβρισκε, τους στρατιώτες του, τους στρατιώτες του κάστρου. Τους πάντες. Η μουσική δυνάμωνε. Χόρευαν πιο δυνατά όλοι τους. Τα βαριά τους πόδια σήκωναν σκόνη από τα χοροπηδητά. Ο στρατηγός δεν έβλεπε, ξεσπάθωνε στα τυφλά ουρλιάζοντας.

Έπεσε χάμω και έκλαιγε. Τι θα πει η ιστορία για μένα σήμερα;

Τον πλησίασαν κάμποσοι και τον αγκάλιασαν τρυφερά. Τον πλησίασε και ο στρατηγός του κάστρου, τον βοήθησε να σηκωθεί. Αυτός στηρίχτηκε στο σπαθί του και σηκώθηκε με μάτια κόκκινα.

Αγκαλιάστηκαν.
Dance of the knights

14/1/10

Paula Seling - That old devil called love




Ατέρμονες αισθήσεις που κλειδωθήκανε
στο λευκό φως των ματιών σου.
Χαμογέλα,
θέλω να εισπράξω και να παραδοθώ..

12/1/10

Άπειρο..


Έστω ότι καθόμαστε ανάμεσα σε δύο δρόμους πανομοιότυπους. Όσο φτάνει το μάτι μας, δεν βλέπουμε τέλος αλλά ξέρουμε – επειδή στεκόμαστε ανάμεσα – ότι οι δρόμοι είναι παράλληλοι. Το μάτι μας δίνει την πληροφορία ότι κάπου οι δύο δρόμοι τέμνονται αλλά ο εγκέφαλος, αυτός ο ακούραστος αναλυτής της οπτικής μας, λέει άλλα. Είναι οφθαλμαπάτη. Δυο ατέρμονες ευθείες μοιάζουν πάντα ότι τέμνονται σαν τις κοιτάς στο άπειρο. Το άπειρο τέμνεται; Όχι.
Τι είναι το άπειρο. Ο Πόε γράφει στο βιβλίο του Εύρηκα «Η σκέψη της σκέψης, η ανάγκη της οριοθέτησης του ασύλληπτου». Και ναι, έχει δίκιο αυτό που δεν οριοθετείται είναι το άπειρο.

Οι δρόμοι που βλέπουμε έχουν άπειρο μήκος; Οχι φυσικά, γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι κανένας δρόμος δεν είναι άπειρος. Τα πάντα τελειώνουν, στρίβουν, σταματάνε. Υπάρχει άπειρο; Όταν μιλούμε για αυτά που έχουμε ήδη γνωρίσει στην ζωή μας, ασυνείδητα ή συνειδητά, δεν υπάρχει. Όταν μιλάμε για κάτι που δεν γνωρίζουμε όμως; Τότε λογικά θα έπρεπε να υπάρχει άπειρο. Ή μήπως όχι;

Η απόσταση της γής απο τον Άρη είναι ασύλληπτη; Όχι. Αν και δεν ξέρουμε ακριβώς την ακριβή απόσταση, ξέρουμε κάποιους επιστήμονες που την γνωρίζουν άρα η απόσταση είναι ... απλώς μακρινή για εμάς τους άσχετους με το θέμα. Συνεπώς, ασσύληπτο – άπειρο είναι κάτι που δεν έχουμε ανακαλύψει σαν ανθρώπινος πολιτισμός. Όχι κάτι που δεν γνωρίζουμε εμείς σαν μεμονωμένες ανθρώπινες υπάρξεις. Αρκεί κάποιος να το ξέρει και αμέσως υπάρχει όριο, περιγραφή, οσμή. Αν δεν έχει τίποτα απο τα πιο πάνω, αυτόματα είναι άπειρο. Αυτό είναι που ονομάζουμε συλλογική συνείδησή Κανείς δεν έχει πάει στο φεγγάρι αλλά όλοι μπορούμε να περιγράψουμε πως είναι εκεί πάνω.
Τις σκέψεις είναι δυνατόν να τις γνωρίζουμε; Την μελλοντική δικιά μας; Άλλουνού; Αν δεν την διαβάσεις την ξέρεις; Αν δεν την εφεύρεις στον μικρό σου εγκέφαλο; Όχι. Ούτε καν να την υποψιαστείς μπορείς. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν; Λάθος. Υπάρχουν απλά δεν τις έχουμε σκεφτεί ακόμα ή δεν τις έχουμε διαβάσει. (ή διδαχθεί).

Οι σκέψεις μπορούν να οριοθετηθούν στο άπειρο; Όσο ο άνθρωπος είναι ευφάνταστος, δημιουργικός οι σκέψεις πιθανόν να τολμούσα να πω ότι οριοθετούνται. Στο όριο της ανθρώπινης νοημοσύνης. Το μόνο πρόβλημα στην πιο πάνω σκέψη είναι ότι το όριο αυτό κανείς δεν το γνωρίζει, συνεπώς ...

Το ότι δεν ξέρουμε τι είναι «Θεός» τον κάνει άπειρο; Αν ήταν ο «Θεός» σκέψεις που έχουμε ήδη κάνει; Απόδειξη η πνευματική του ύπαρξη. Όποιος πιστεύει, βάζει όριο στην σκέψη του. Και Τον δημιουργεί καθαιρόντας οποιαδήποτε έννοια άπειρου. Για αυτόν τον άνθρωπο δεν είναι άπειρο, είναι κάτι φανταστικό μέν, αλλά υπαρκτό όσο μια σκέψη. Μια σκέψη φυσικά μπορεί να είναι λάθος, μπορεί να είναι και σωστή. Αυτό όμως κάνει το θέμα της σκέψης ανύπαρκτο, ασύλληπτο, απερίγραπτο; Όχι φυσικά. Και μια λάθος σκέψη, κάνει το θέμα της σκέψης υπαρκτό.

Οι υπόλοιπες σκέψεις δικές σας...
(εγω πάω για ύπνο..)

10/1/10

Δύο όψεις..




(φωτο Ν.Κ.)


Ο γέρος συνέχεια χαμογελούσε. Ακόμα και όταν οι φωνές υψώνονταν δίπλα του.

«Θυμάσαι;» τον ρωτούσαν, αυτός γελούσε χαρωπά. Δεν θυμόταν, αλλά δεν τον πείραζε. Τους άλλους τους ενοχλούσε που δε θυμόταν, τους νευρίαζε που γελούσε με το καθε τι. Με έπιασε καθώς πήγαινα στην κουζίνα, σιγανά μου είπε μην τον ακούσουν οι άλλοι. «Μετά τα ογδόντα είσαι ευτυχής. Κανείς δεν θα στεναχωρηθεί και πολύ σαν πεθάνεις..»

Μου αρέσουν οι περίπατοι στο δάσος. Αλλά έχω καιρό να πάω και όταν συμβαίνει αυτό, οι ανηφόρες με φουσκώνουν, η υγρασία με ενοχλεί στο αναπνευστικό. Δεν είναι και εύκολο με τόσα τσιγάρα, αλλά μου αρέσει να περπατάω. Σκέφτομαι συνέχεια, μη πεταχτεί τίποτα απο τα πυκνά χόρτα, αλλά ευχαριστιέμαι την μυρουδιά του υγρού χώματος, τα πορτοκάλια που βαραίνουν τα κλαδιά, οι γέρικες ελιές. Όλα μου μυρίζουν όμορφα, αλλά δυσκολεύομαι να τα καταλάβω. Οι βαθιές ανάσες απο το λαχάνιασμα δεν με αφήνουν να ευχαριστηθώ. Είμαι ένα παιδί της πόλης. Άραγε άμα γλυστρίσω σε καμιά κατηφόρα θα με βρει κανείς;

Σήμερα έφτασα μέχρι το ποταμάκι. Εχω χρόνια να πάω. Το νερό ήταν λασπωμένο αλλά γεμάτο δύναμη. Ήξερα ότι ερχόταν απο ψηλά και κατέληγε στην θάλασσα. Προσπάθησα να το πλησιάσω αλλά είχε λάσπες στην όχθη. Δεν δοκίμασα. Αλλά το φωτογράφισα. Ήταν ο μόνος τρόπος να το φέρω σπίτι μου. Και το έφερα.

Όλα στην ζωή είναι διπλά. Αυτά που θέλουμε και αυτά που μπορούμε να έχουμε.


1/1/10

2010




01/01/2010

Γέρο χρόνε ήρθες πάλι στην αυλή μου! Κοίταζα τις αναρτήσεις μου και παρατήρησα ότι μια μικρή συνήθεια μου έχει γίνει τα τελευταία χρόνια να γράφω κάτι για τον νέο χρόνο που έρχεται. … (εδώ)

Φέτος ο νέος χρόνος έρχεται με σκιές και δώρα περίεργα κάτω από την μασχάλη του. Δεν μπορώ να ξέρω αν θα είναι ο καλύτερος δυνατόν ή χειρότερος από τον προηγούμενο. Εξάλλου πλέον δεν έχει σημασία, τι περιμένω εγώ. Δικός του χρόνος είναι και εμείς έρμαια της αέναης κίνησης του. Ζούμε μέσα στον χρόνο, δεν μας ανήκει. Επιπλέουμε μέσα του, παλεύουμε μέσα του μα δεν μπορούμε να αλλάξουμε τίποτα πέρα από τα βασικά. Ο χρόνος περπατά αδυσώπητα σαν γέρος μοναχός που ανεβαίνει την πλαγιά με δύναμη, σε κάθε βήμα του καρφώνει το ραβδί που τον στηρίζει στο έδαφος και η γη πληγώνεται σε κάθε χτύπημα. Κάθε ανάσα που αφήνει ο γέρος χρόνος είναι και μια ψυχή που αναστενάζει, κάθε ιδρώτας μια μικρή αγωνία. Κανείς δεν μπορεί να τον μεταπείσει, έχει πάρει απόφαση να ανέβει την πλαγιά του βουνού. Σκοπός του η κορυφή, αδιάφορο το μονοπάτι. Είτε πράσινο από την ανοιξιάτικη χαρά, είτε ξερό και απρόσιτο σαν καλοκαιρινή απανεμιά. Η κορυφή είναι μπροστά και το κεφάλι κοιτάζει πέρα επίμονα.

Γέρο χρόνε, κάθομαι στην πλάτη σου, γλιστρώ στον σβέρκο σου, κοιτάζω μέσα από τα μάτια σου. Πήγαινε όπου θες, δεν θα σε παρακαλέσω, δεν θα σου ζητήσω τίποτα φέτος. Πήγαινε τον δρόμο σου.

Πες μου ποιο χέρι στης μοίρας το χαρτί
Σκορπάει μελάνι
Και σβήνει λιμάνι, σβήνει ρότα, φάρους κι ακτή
Και ποιας πυξίδας η μαύρη λεπίδα
Θα δείξει ελπίδα
Μιας άγνωστης γης προσμονή.
(Θαλασσινός-Αλκίνοος)