Σελίδες

30/12/08

Σκέψεις αιωρούμενες



"Ο εχθρός δεν είναι άλλος, είσαι εσύ.."
"σταμάτα την απόδραση από τον εαυτό σου.."

Μια σκέψη έβαλε στα σκυλιά κολάρο και στα άλογα σέλα,
Μια σκέψη έφτιαξε το Θεό και τον Διάβολο,
Μια σκέψη έφτιαξε την ατομική βόμβα, μια άλλη τα σπίτια που ζούμε
Μια σκέψη έφτιαξε τον πόλεμο και μια άλλη την ειρήνη,
Μια σκέψη έθαψε πολιτισμούς, μια άλλη τους ανέστησε,
Μια σκέψη έφτιαξε τις τράπεζες μια άλλη μοίρασε την φτώχεια
Μια σκέψη έφτιαξε την δημοκρατία και μια άλλη την κατέλυσε,

Μια σκέψη μπορεί να είναι λάθος, μπορεί και σωστή,

Όμως ένα χάδι, ένα σκίρτημα της καρδιάς, μια αγκαλιά,
ποτέ δεν είναι λάθος,


Αρκεί να μην το σκεφτείς…

(ή ακόμα καλύτερα να εκπαιδεύσεις την σκέψη σου)


28/12/08

Οι μεν και οι δεν,



- Καλημέρα,
- Καλημέρα
- Ποιοι είστε εσείς ;
- Οι Δεν. Εσείς ποιοι είστε;
- Οι Μεν,
- Α ωραία και τι δουλειά κάνετε;
- Αντιδράμε σε ότι λένε οι Δεν! Τι άλλο;
- Μα ακούτε τα αιτήματα μας ;
- Όχι, θα έπρεπε;
- Δεν νομίζω ότι είναι απαραίτητο, και εμείς εξάλλου την ίδια δουλειά κάνουμε.
- Δηλαδή;
- Αντιδρούμε σε ότι και να πούνε οι Μεν,
- Α ωραία, άρα κάνουμε την ίδια δουλειά, συμφωνούμε ;
- Όχι!
- Γιατί;
- ....

μετά από σκέψη.

- αν συμφωνούσαμε δεν θα είμαστε εμείς οι Μεν και εσείς οι Δεν! Για αυτό!
- Σωστά θα είμαστε και οι δύο οι Μεν
- Όχι θα γινόμασταν και οι δύο οι Δεν,
- Παραλογίζεστε! Με ποιο δικαίωμα θα ήσασταν οι Δεν;
- Αφού θα λέγαμε και οι δύο τα ίδια πράγματα;
- Δεν είναι λόγος αυτός!
- Οπότε το μόνο που μένει είναι να μείνουμε οι Μεν και οι Δεν ... ο καθένας με τις απόψεις του.
...
(συμφωνήσανε ότι διαφωνούνε ή διαφώνησαν σε ότι συμφωνούν)

Κύριε Ενωμοτάρχη μάζεψε τους !!

21/12/08

Το ημερολόγιο ένος σκύλου...




Από το πρωί, ένας πόνος στο στήθος δεν με άφηνε να σκεφτώ, ήταν βλέπεις και εκείνο το χτύπημα που είχα από μικρός, μια πέτρα από ένα από αυτά τα παιδάκια που εκτονώνονται πάνω στα ζώα και η μητέρα τους από πίσω χειροκροτάει βουβά. Βλέπεις ακόμα και να γαύγιζα στο παιδί αγριεμένος, πιθανόν να έτρωγα και από πάνω και μια κλωτσιά, αλλά έτσι είναι.. στην ζωή των δίποδων δεν είναι εύκολο να επιβιώσει ένας τετράποδος, ακόμα και αν καμία σχέση δεν θέλω να έχω με αυτούς.…

Ξέχασα να συστηθώ, είμαι αγνώστου ονόματος, κοκκινοτρίχης με υπέροχη μουσούδα. Στο τέλος του κορμιού μου κάποτε υπήρχε μια τροφαντή ουρά, τώρα ένα μικρό κομμάτι προεξέχει, αλλά πλέον το συνήθισα. Ακόμα ένα αρρωστημένο αστείο ενός κυρίου με άσπρα ρούχα. Δεν γεννήθηκα στο δρόμο, όχι! είχα μάνα και καλάθι δικό μου, που το μοιραζόμουνα με άλλα πέντε τετράποδα. Κάποια μέρα ένας κύριος ήρθε με πήρε, με πήγε στον κύριο με τα άσπρα, μου κόψανε την ουρά και μόλις έθρεψε η πληγή με αμόλησε στον δρόμο. Έκανα μια κίνηση να γυρίσω μα αντί απάντησης, έλαβα μια κλωτσιά στα πλευρά. Αυτό έγινε πολλά χρόνια πριν, τώρα ζω ελεύθερος στο κέντρο της πόλης. Κοιμάμαι κάτω από τα αυτοκίνητα, τρώω ότι βρω και πηγαίνω όπου θέλω. Είμαι αυτό που λέμε ελεύθερος, δεν νοιάζομαι τι θα συμβεί αύριο το πρωί αρκεί η αυριανή μου μέρα να περιέχει και λίγο φαγητό. Τι δουλειά κάνω; Κοιτάω τους δίποδους και γελάω. Ναι! Το έχω κάνει σύστημα, να κάθομαι κοντά σε συγκεντρωμένους ανθρώπους, να τους παρατηρώ και να γελάω από μέσα μου.

Μεγαλύτερη χαρά, κάποιοι που κρατάνε σημαίες.. φωνάζουνε ο ένας στο άλλο και υψώνοντας τις γροθιές κατηγορούνε κάποιον για «κάτι». Εκτός από τα βασικά παραγγέλματα, έλα, κάτσε, φύγε..καμία άλλη λέξη δεν καταλαβαίνω από αυτά που λένε. Αυτό πρέπει να παραδεχτώ ότι με στεναχωρεί, ίσως να έχουνε να πούνε υπέροχα πράγματα, κρίμα να μην μπορώ να τους καταλάβω.

Έτσι λοιπόν και σήμερα, πήρα μια ομάδα ανθρώπων από πίσω, γαβγίζοντας και κουνώντας – την όποια – ουρά μου. Ένας κύριος έσκυψε και με χάιδεψε στην μουσούδα – είπαμε είναι υπέροχη – ένας άλλος περπάτησε ένα βήμα πιο πίσω και με άφησε να τον περάσω..

Ξάφνου ήρθανε κάποιοι άλλοι άνθρωποι από το πουθενά και αρχίσανε να πετάνε κροτίδες, φοβήθηκα, δεν ήξερα που να κρυφτώ. Είδα ένα αυτοκίνητο, έσκυψα και μπήκα από κάτω. Δεν καταλαβαίνω, τι είναι αυτό που τους κάνει να πετάνε αυτά τα πράγματα με τον θόρυβο; Ξάφνου ένας καπνός και η αναπνοή μου άρχισε να γίνεται λιγοστή, δάκρυα από τα μάτια μου έτρεχαν.. τι μου συνέβαινε; Άρχισα να τρέμω, κάτι κακό γινότανε το ένιωθα, μύρισα καπνό .. κάτι καιγότανε.. ένιωσα ζέστη, η λαμαρίνα από πάνω από το αμάξι άρχισε να πυρώνει. Τότε αντιλήφθηκα, καίγανε το αμάξι.. μήπως κυνηγάγανε εμένα; Τα δάκρυα πλέον ήταν ανεξέλεγκτα, δεν έβλεπα μπροστά μου, άσθμαινα βαριά.. βγήκα σιγανά μη με πάρουνε χαμπάρι. Είδα ανθρώπους να τρέχουνε, γύρω μου κόλαση, φωτιές, θόρυβος, ουρλιαχτά..

Ένας άνθρωπος είχε πιάσει από το λαιμό έναν άλλο και τον βαρούσε κάτω με ένα ξυλάρι, δεν ήξερα τι να κάνω, ήταν άδικο.. αν και με το ζόρι έβλεπα, ζύγωσα να τον βοηθήσω. Τι μπορεί να φταίει ο φουκαράς, αίμα έτρεχε από τα ρουθούνια του. Άρχισα να γαβγίζω απειλητικά, κάποιος με είδε, άρχισα να τρέχω, να τρέχω, όσο πιο δυνατά μπορούσα, βρήκα άλλο ένα αυτοκίνητο, μπήκα από κάτω λαχανιασμένος. Τα μάτια μου ακόμα βλέπανε θολά, η ατμόσφαιρα μύριζε άσχημα. Μα τι στο καλό συμβαίνει; Γιατί αυτό το κακό; Ένιωσα κάποιον στην άκρη του αμαξιού, είδα τα πόδια του, λύγισαν, έπεσε χάμου με τα μάτια ανοιχτά.. λες να .. με είδε, τον είδα, άπλωσε το χέρι του , τα μάτια του ήταν κόκκινα, από την άκρη του χειλιού του έτρεχε αίμα... τον πλησίασα, άκουσα την φωνή του να αντηχεί .. φύγε.. μου παράγγειλε ... και μετά άλλη μια φωνή ακολούθησε..

Ζήσε...

Βγήκα στριμωγμένα, τον έπιασα με τα δόντια μου από το παλτό του. Έβαλα δύναμη, τον έσουρα λίγο πιο κάτω. Άπλωσε τα χέρια του πάλι, μου έπιασε το κεφάλι, το πρόσωπο του ήταν κόκκινο, ματωμένο, πορφυρό .. εμφανίστηκαν και άλλοι, απομακρύνθηκα.. έπιασαν τον άνθρωπο αυτό αγκαλιά, τον έπιασαν από τα χέρια και τα πόδια..ένας γύρισε με κοίταξε αγριεμένος ..

Ουστ! Μου είπε...

Άρχισα να απομακρύνομαι ... εμείς οι σκύλοι παλεύουμε για την εδαφική κυριαρχία μας, για μια γυναίκα .. ίσως κάποιος να τους πήρε το σπίτι, ίσως πάλι να θέλουνε να εντυπωσιάσουν μια γυναίκα, λυπάμαι που δεν μπορώ να τους καταλάβω. Αλλά από την άλλη, ίσως και αυτοί να μην μιλούνε την ίδια γλώσσα. Φυσικά, αυτό είναι φανερό.

Αν μιλούσανε την ίδια γλώσσα, τώρα δεν θα μαλώνανε, θα είχανε βρει μια λύση..

… δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μιλούν την ίδια γλώσσα ή δεν έχουν γλώσσα..



Are we human?



I did my best to notice
when the call came down the line
up to the platform of surrender
I was brought but I was kind
and sometimes I get nervous
when I see an open door

close your eyes, clear your heart

cut the cord
are we human or are we dancer
my sign is vital, my hands are cold
and Im on my knees looking for the answer
are we human or are we dancer

pay my respects to grace and virtue
send my condolences to good
give my regards to soul and romance
they always did the best they could
and so long to devotion,
you taught me everything I know
wave good bye, wish me well

you gotta let me go
are we human or are we dancer
my sign is vital, my hands are cold
and Im on my knees looking for the answer
are we human or are we dancer

will your system be all right
when you dream of home tonight
there is no message were receiving
let me know is your heart still beating

are we human or are we dancer
my sign is vital, my hands are cold
and Im on my knees looking for the answer

youve gotta let me know
are we human or are we dancer
my sign is vital, my hands are cold
and Im on my knees looking for the answer
are we human
or are we dancer

are we human or are we dancer
are we human or are we dancer

The Killers - Human

18/12/08

la vie en rose..



Κουβέντα στην κουβέντα, οι δυο γείτονες στο τέλος, γνωριστήκανε. Ήρθε και το απόγευμα που παίξανε την πρώτη παρτίδα σκάκι παρέα, έφεραν και τα παιδιά, γνωριστήκανε και οι γυναίκες. Αν και νωρίς για να το πει κανείς φιλία, πιο πολύ μια καλή γνωριμία, ένας καλός λόγος για να βγει κάνεις από το σπίτι του.

Βλέπεις, στην οδό Μέλκουρη, οι κήποι τους ήταν αντικριστοί, δεν ήταν και πολύ δύσκολο να ανταλλάξουνε κουβέντες μεταξύ τους. Καλημέρα έλεγε ο ένας πριν φύγει για την δουλειά, καληνύχτα απαντούσε ο άλλος σαν έπιανε το σούρουπο και γυρνούσε αποκαμωμένος. Το ένα έφερε το άλλο, ώσπου ο ένας από τους δύο αποφάσισε να παρουσιάσει το πάθος του με τις πολύτιμες τριανταφυλλιές που είχε στο πίσω μέρος του κήπου του. Εκεί βρήκανε ακόμα ένα κοινό σημείο. Την κηπουρική.

Μέσα στα ροδοκόκκινα και πορφυρά άνθη, ανταλλάξανε κουβέντες λίγο πιο προσωπικές, γέλια και συμβουλές για την σωστή περιποίηση των πανέμορφων στολιδιών της φύσης, τα λουλούδια.
Μια από αυτές τις κουβέντες όμως τους έφερε σε αντιπαράθεση, πολιτικά ή αθλητικά, δεν μπορώ να θυμηθώ και αμφιβάλλω και αν αυτοί θυμούνται πλέον το λόγο που τσακωθήκανε. Φωνές, οργή, νεύρα και ο ένας από τους δύο έφυγε απότομα από το σπίτι του άλλου.

Πέρασαν μέρες και δεν ξαναβρεθήκανε. Όλη η γειτονιά όμως ήξερε το μικρό μυστικό των δύο, που μάλλον το ξέρανε και οι ίδιοι αλλά ποτέ τους δεν το παραδεχτήκανε, ακόμα και τώρα να τους ρωτήσεις, θα σου απαντήσουν ότι είσαι τρελός, τα έχεις χαμένα...

Κάθε πρωί – πριν φέξει ο ήλιος - ο ένας πηγαίνει κρυφά με ένα ποτιστήρι στον πίσω κήπο του άλλου και με στοργή ποτίζει το χώμα της τριανταφυλλιάς. Ο άλλος για αντίποινα – σχήμα λόγου δηλαδή– πηγαίνει αργά την νύχτα με ένα κλαδευτήρι στον κήπο του άλλου και κόβει τους κόρφους και τα κλαδάκια που περισσεύουνε, μη ξημερώσει η μέρα και τα βρει απεριποίητα..

Και έτσι οι κήποι και των δυο, συνεχίζανε να μεγαλώνουνε και να αναπτύσσονται, χωρίς κάνεις να καταλάβει πως ζει μια τριανταφυλλιά χωρίς νερό και κλάδεμα...

Βλέπεις, το στόμα μας εκφράζει λόγια, ήχους μίσους και αγάπης, η ψυχή όμως είναι το εργοστάσιο όλων.

Life goes on...


17/12/08

ζωγράφισα,



Έπιασα τα χρώματα και ζωγράφισα,

Ο ουρανός ήτανε γεμάτος μπαμπάκια από σύννεφα, ήλιος σπάνια έβγαινε, σχεδόν ποτέ δεν κατάφερε να νικήσει τον παγωμένο βοριά και την επιμονή του ουρανού.

Σε αυτό το περίεργο βουνό σε σχήμα χωνάκι παγωτό, υπήρχε μια μεγάλη έκταση που ξεχώριζε από το χιονισμένο τοπίο, λόγω του ξύλινου σπιτιού που απλωνόταν σαν κουτσουλιά μέσα στο απλωμένο λευκό πέπλο. Αν μπορούσαμε με τρόπο μαγικό να πλησιάζαμε το παράθυρο, αν ακουμπούσαμε με την παλάμη μας στο τζάμι που ήταν διακοσμημένο με πηχάκια ξύλινα, θα νιώθαμε την ζέστη που υπήρχε μέσα στο σπίτι.

Ίσως αν κοιτάζαμε καλύτερα, θα βλέπαμε κοντά στο τζάκι μια μεγάλη πολυθρόνα και πάνω της απλωμένος ένας παχουλός κύριος με άσπρη γενειάδα. Στην άκρη απλωμένα πάνω σε ένα τραπέζι μια κατακόκκινη στολή και ένας σκούφος λευκός με μια φούντα στο πάνω μέρος. Το ρολόι πάνω από το τζάκι σχημάτιζε την ώρα και ναι, ήταν αργά...

Ο κύριος πάνω στην πολυθρόνα, καθόλου χαρούμενος δεν ήταν. Το πρόσωπο του είχε μια θλίψη, μια στεναχώρια. Είχε πλέξει τα γέρικα χέρια του μεταξύ τους, αφήνοντας τα καλοδιατηρημένα νύχια του να ακουμπάνε ευγενικά την κοιλιά του.

Εμπρός, ας σκύψουμε να τον ρωτήσουμε.. τι τρέχει;

Τι να σου πω νέε μου. Φέτος δεν νομίζω να πάω πουθενά. Ξέρω, ξέρω τα ίδια έλεγα και πέρυσι, αλλά φέτος είναι χειρότερα..

Δεν είναι, του απάντησα δαγκώνοντας τα χείλη μου..

Όλοι νομίζουν ότι έρχομαι για τα παιδιά. Δεν ξέρουνε ότι έρχομαι για τους μεγάλους. Πότε χαίρεται ένα παιδί; Ποιο είναι το καλύτερο δώρο για ένα παιδί, από ένα ευτυχισμένο μεγάλο;.. πλέον κανένας μεγάλος δεν με θέλει, δεν με πιστεύει.

Κάνεις λάθος! Του απάντησα, εμπρός ελάτε και εσείς να με βοηθήσετε..

Αυτό που σου λέω.. το ξέρω πολύ καλά, δεν βλέπεις τι γίνετε; Απάντησε ο γερασμένος πρίγκιπας και από τα βαθιά του στέρνου του, μια ανάσα δυνατή ξεμύτισε.

Έλατε, πρέπει να σκεφτούμε κάτι.. το τζάμι του παραθύρου αρχίζει να παγώνει, το τζάκι ελαττώνει την φλόγα του, μια κρύα ανάσα αγκαλιάζει το σπίτι..., ας του πούμε κάτι!

Σε πιστεύω, θέλω να έρθεις και φέτος, του είπα και μαζί μου κάποιες φωνές αλαλιάσανε στην πλάση όλη, το τζάκι δυνάμωσε, τα παράθυρα θολώσανε ..
μα όλα αυτά κρατήσανε λίγο...

Δεν σε πιστεύω, δεν πιστεύετε σε εμένα ... αυτό είναι το πρόβλημα μου.. μου απάντησε και έκλεισε τα μάτια του, κλείστηκε στην καλοσύνη του.

Κάτι πρέπει να σκεφτούμε να του πούμε πιο δυνατό ...
ίσως το ίδιο αλλά πιο δυνατά, με πιο πολλές φωνές, να βάλουμε την φωνή μέσα μας, να ακουστεί χωρίς να ανοίξουμε το στόμα μας..

εξάλλου,

τίποτα δεν κάνει πιο ευτυχισμένο ένα παιδί, από ένα ευτυχισμένο μεγάλο...(πατέρα/μητέρα)


12/12/08

Αλήθεια ή ψέματα;



Θα έλεγε κάνεις ότι για αυτό γίνονται όλα. Όλη η ζωή είχε γίνει ένα λάσο γύρω από την επιθυμία του αυτή. Να παίξει σε ένα τηλεπαιχνίδι και να κερδίσει λεφτά.
Τις προάλλες βγήκε ένας στην τηλεόραση και είπε ότι έχει δάνεια στην πλάτη του και έτσι τόλμησε να δοκιμάσει την τύχη του στο τηλεπαιχνίδι. Ο παρουσιαστής με χαρά και δάκρυα τον καλωσόρισε και μόλις τελείωσε το παιχνίδι, ο ψηλόλιγνος οικοδεσπότης τον αγκάλιασε και του είπε. «Τα βάσανα σου τελείωσαν». Ένα αρκετά σεβαστό ποσό κατακάθισε στην τσέπη του δανειολήπτη.

Ο Αλέξης δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από την τηλεόραση. Δυνάμωσε τον ήχο μην χάσει ούτε μια ανάσα, ένα συναίσθημα που ερχόταν από το χαζοκούτι. Και όπως ήταν επόμενο, μόλις τελείωσε η εκπομπή, άραξε στο καναπέ φαρδύς πλατύς ονειρευόμενος μια τέτοια δικιά του επιτυχία. Μάλιστα εγκεφαλικά είχε αρχίσει να μοιράζει τα κέρδη από εδώ και από εκεί. Θα αγόραζε ένα στερεοφωνικό, θα άλλαζε τα έπιπλα, ίσως να αγόραζε και καινούργιο αμάξι..

Να μοιράσει αιτήσεις σε όλα τα κανάλια, ήταν το επόμενο βήμα του που έγινε με χαμόγελο και ελπίδα και τις επόμενες μέρες, τις ένιωθε σαν το χτύπο ενός ρολογιού που χτυπάει αργά και βασανιστικά. Κάθε μέρα τους ενοχλούσε «έχουμε κανένα νέο, καλά θα ξαναπάρω σε μερικές μέρες»

Οι μέρες περνούσαν όμως, και κανένας δεν τον έπαιρνε τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής όλοι τον είχανε μάθει και του απαντούσαν προτού κάνει την ερώτηση «κανένα νέο ακόμα, δυστυχώς». «Γιατί δεν δοκιμάζετε σε ένα προποτζίδικο την τύχη σας;» ρώτησε μια από τις τηλεφωνήτριες. Δεν ήταν κακή ιδέα, μπορεί από εκεί να ερχόντουσαν τα λεφτά που τόσο λαχταρούσε.

Άρχισε να δοκιμάζει στην αρχή δειλά και αμέσως μετά με μεγαλύτερα ποσά. Κάποια στιγμή, έβαλε τον μισό μισθό του και λίγο αργότερα έβαλε ολόκληρο το κομπόδεμα που είχε για μια δύσκολη στιγμή. Τέλος όταν είδε και αποείδε ότι δεν έβγαινε με τα λεφτά του, χτύπησε μια πόρτα της τράπεζας. Και αυτή του έδωσε χρήματα με τα οποία κάλυψε κάποιες τρύπες. Αυτή όμως η ψυχοφθόρα μανία του να πλουτίσει, τον έκανε απόμακρο, με την γυναίκα του σταμάτησαν να συζητάνε και με τα παιδιά του είχε πλέον τυπική επαφή. Αν και ελάττωσε τα στοιχήματα στο προποτζίδικο, η δόση του δανείου ήταν αποπνιχτική. Όλη μέρα σκεφτόταν το ίδιο και το ίδιο πράγμα με αποτέλεσμα να μην έχει στην ζωή του άλλα μάτια, έκτος από τα ίδια του τα προβλήματα.

Ξαναδοκίμασε στα τηλεπαιχνίδια, δοκίμασε να βρει και μια δεύτερη δουλειά, τζίφος και στα δύο απέτυχε και τα χρόνια περνούσανε, τα παιδιά μεγαλώσανε, άρχισαν να βγαίνουν με τις παρέες τους και αυτός όλο και πιο πολύ μαράζωνε στην πολυθρόνα του απέναντι από την τηλεόραση, όπου σαν θίασος περνούσανε από μπροστά του τα εκατομμύρια σε κάθε τηλεπαιχνίδι..

Με το κεφάλι σκυφτό και στο χέρι ένα μικρό κουτάκι από μπίρα, ακουμπισμένος απέναντι από τον βασανιστή – τηλεόραση – είδε ένα έκτακτο.

«Παιδιά, σπάνε τα πάντα! Παιδιά τραυματίζονται από χημικά και γκλόμπ! Γονείς σηκωθείτε να τα μαζέψετε..!»

Τα μάτια του γουρλώσανε, κοίταξε καλύτερα και είδε στην τηλεόραση το παιδί του να το έχει πιάσει από το λαιμό ένας αστυνομικός και να τον σέρνει στο δάπεδο του πεζοδρομίου, σαν να ήταν σκουπίδι ένα πληγωμένο ελαφάκι που τρέμει από τον δήμιο του..

Έκανε να σηκωθεί από την καρέκλα του, αδύνατον. Τα πόδια του ήταν κολλημένα στο πάτωμα, το σώμα του ήταν κολλημένο στην πολυθρόνα. Έβγαλε μια φωνή, τίποτα δεν ακούστηκε, ήχος δεν κρυστάλλιασε στο δωμάτιο. Σήκωσε τα χέρια του και είδε ότι το κουτάκι με την μπίρα είχε κολλήσει στο δέρμα του. Στην τηλεόραση ένας αστυνομικός ακόμα χτυπούσε σαν χταπόδι το παιδί του. Άπλωσε τα χέρια να τον πιάσει, μα η τηλεόραση του φάνηκε ότι ήταν πολύ μακριά.. Ξαναδοκίμασε να ουρλιάξει, κανένας ήχος δεν έβγαινε από τον φάρυγγα, τσίτωσε το δέρμα του, έσφιξε τα δόντια του και πίεσε να βγει από την μέγκενη της πολυθρόνας του. Ιδρώτας έσταξε στο πρόσωπο του, άρχισε να κλαίει από την προσπάθεια, τα αυτιά του κόλλησαν στο κεφάλι, η μύτη του στένεψε, έκλεισε τα μάτια και ουρλιάζοντας έβαλε δύναμη στα πόδια και στα χέρια και τινάχτηκε στο πάτωμα.. με το ένα χέρι άπλωσε να ακουμπήσει την τηλεόραση, έπιασε το χέρι του γιου του και τον τράβηξε να βγει έξω, οι αστυνομικοί χτυπάγανε με το γκλόμπ μια τον νεαρό μια τα χέρια του πατέρα που κρατούσε το γιο του από το πουλόβερ. Η τηλεόραση κοκκίνισε, πλημμύρισε με αίμα που άρχιζε να στάζει από τα κουμπιά και τις χαραμάδες στο πλάι. Με υπεράνθρωπες κινήσεις, τράβηξε πιο δυνατά τον γιο του από το χέρι, τον τράβηξε κοντά του και τα χτυπήματα δίναν και παίρναν. Το χέρι του είχε μπλαβίσει, τον πόναγε κάθε εκατοστό αλλά δεν σταμάταγε, τράβαγε με όση δύναμη είχε. Το δωμάτιο είχε θολώσει, ένα δακρυγόνο έπεσε πάνω στο τραπέζι του σαλονιού και σφυρίζοντας έπνιξε την ανάσα του πατέρα, μα δεν το έβαλε κάτω..

Ένας βαρύ γδούπος και βρεθήκανε και οι δύο στο πάτωμα του σαλονιού. Άπλωσε το ματωμένο χέρι του και πήρε αγκαλιά το παιδί του κλαίγοντας ...

Η τηλεόραση σταμάτησε την ανταπόκριση από το κέντρο της Αθήνας και μετά από κάποια λεπτά εμφανίστηκε μια ξανθιά με ένα κατακόκκινο ταγέρ και λευκά όμορφα δόντια λέγοντας :

«Συνεχίζουμε το πρόγραμμα μας. Απόψε στο τηλεπαιχνίδι μας Αλήθεια ή Ψέματα έχουμε την τιμή να έχουμε τον κύριο Κ που διεκδικεί το έπαθλο της λήθης και της απαξίωσης.. »

γιε μου πιάσε το τηλεκοντρόλ, απόψε αυτή η τηλεόραση θα κλείσει για πάντα..



11/12/08

What kind of World?



Ονειρεύομαι ένα κόσμο φτωχικό, δεν έχει λεφτά στην τσέπη παρά σιτάρι, ψωμί, αλεύρι.
Ονειρεύομαι ένα κόσμο με παιδιά να τρέχουνε στα χωράφια, να στροβιλίζουν γύρω από τον πατέρα που τρυγάει το χωράφι.
Ονειρεύομαι κάθε μεσημέρι μια οικογένεια μαζεμένη να γελάει και να τρώει.
Ονειρεύομαι ένα κορίτσι να κοιτάει τα άστρα και να κάνει ευχές,

.. ώσπου ανοίγω την τηλεόραση ..

και σταματάω να ονειρεύομαι ..

carefull what you wish for..

10/12/08

Τα Εξάρχεια απλώνονται σε όλη τη χώρα

Δεν συνηθίζω να σχολιάζω την επικαιρότητα, σε τούτο το blog. Μα η τωρινή κατάσταση, με φέρνει προς τα εκεί. Ως πολίτης αυτής της χώρας θα ήταν ανευθυνότητα να μη πάρω θέση σε μια τόσο σημαντική εποχή για την χώρα μας. Δεν μπορώ να εφησυχάζω, καθότι αυτή η κίνηση που γίνεται (ή γινόταν και ξέσπασε, είναι νωρίς για να γνωρίζουμε) γίνεται κατά κάποιο τρόπο και για μένα. Για την κοινωνία στην οποία ζω που με αλλεπάλληλες επιθέσεις μας έχει στραγγίξει τα όνειρα, μας έχει πλημμυρίσει με απογοήτευση και απαξιωτισμό. Σε όλες τις συζητήσεις, μου λένε αυτό. Μια οργή για την κατεστραμμένη κοινωνία μας. Αν αυτό είναι, τότε είμαι και εγώ συνυπεύθυνος για τις λεηλασίες, συνυπεύθυνος για ότι κακό συμβαίνει, ίσως και εγώ να όπλισα το χέρι του ανεγκέφαλου αστυνομικού.
Είμαι συνυπεύθυνος γιατί δεν έκανα κάτι όταν βλέπω τον Εφραίμ και τον κάθε Εφραίμ να κυβερνάει την χώρα, όταν αφήνω την τράπεζα να μπαίνει στο σπίτι μου, όταν δεν διαδήλωσα όταν έπρεπε, όταν δέχτηκα στωικά όταν μου είπαν ότι δεν περισσεύουν λεφτά για τις συντάξεις, όταν τα πανεπιστήμια παράγουν ελλειπτικής μόρφωσης επαγγελματίες.
Και τι να κάνουμε θα αναρωτηθείτε; φταίει η οικογένεια που αγόρασε σπίτι σε τιμή εξωφρενική; ή μήπως από τα λεφτά των σκανδάλων πήραμε και κάτι στην τσέπη. Δεν ξέρω, ας μην τους ξαναψηφίσουμε, είναι ο ένας τρόπος, ο άλλος είναι να μάθουμε τα παιδιά μας ότι με την βία δεν βγαίνει άκρη ..
Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να φταίνε πάντα οι άλλοι, ο καθένας έχει βάλει από ένα λίθο σε αυτήν την κατάσταση, είτε έμμεσα είτε άμεσα..
Το παιδί ήταν μια αφορμή, μια στιγμή που όπλισε την κοινωνία με εκδίκηση, αρνούμαι να καπηλεύομαι το όνομα ενός νεκρού για να κρύψω τις ευθύνες μου, να εξαπολύω ακόντιο. Υπάρχει μια ατελείωτη λίστα με παιδιά που έχουνε χάσει την ζωή τους λόγω του κράτους, της ψυχολογικής βίας, μιας ασθένειας ελλείψει υποδομών.
Κλείνω ελπίζοντας ο καθένας να αναλάβει τις έμμεσες ή άμεσες ευθύνες του και να μεταφέρει στα παιδιά μας τον πραγματικό ένοχο. Το κράτος είναι απόρροια της δικιάς μας πνευματικής έκπτωσης, τα μαγαζάκια του λαού δεν είναι οι ένοχοι, είναι οι μάρτυρες της κοινωνίας. Ας κάνουμε την επανάσταση εμείς και όχι τα παιδιά μας, ίσως έτσι γλυτώσουμε από άλλον ένα αποτρόπαιο θάνατο ανηλίκου.

Παραθέτω ένα κείμενο που με άγγιξε και συνυπογράφω κάθε λέξη του :

Τα Εξάρχεια απλώνονται σε όλη τη χώρα

Του Νικου Γ. Ξυδακη

«Πού είναι το παιδί; Τηλεφώνησέ του τώρα! Να πας να το μαζέψεις!». Χιλιάδες γονείς σε όλη την Ελλάδα γύρευαν τα παιδιά τους το Σάββατο τη νύχτα, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, και τη συννεφιασμένη Κυριακή που ξημέρωσε απειλητική, και τη Δευτέρα που τα λύκεια πλημμύρισαν τις πόλεις, ώς τη χθεσινή νύχτα που καιγόταν το σύμπαν...

Η αστυνομική σφαίρα που έριξε ξέπνοο τον 15χρονο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο στο πλακόστρωτο, γωνία Μεσολογγίου και Τζαβέλα, πλάι στα ευρηματικά γκράφιτι, στις ψυχεδελικές ζωγραφιές και τα μποέμικα καφέ, πυρπόλησε τις καρδιές των εφήβων, πάγωσε τους γονείς τους, άπλωσε τα Εξάρχεια σε όλη τη χώρα.

Η νεολαία, δύσθυμη, ανασφαλής, παραχαϊδεμένη, πιεσμένη, μηδενιστική, ευνουχισμένη, παραγκωνισμένη, στριμωγμένη ανάμεσα σε ένα ξεχαρβαλωμένο λύκειο, σε ένα εξευτελισμένο πανεπιστήμιο, και σε ένα συνοφρυωμένο επαγγελματικό μέλλον διαγκωνισμού για 700 ευρώ, στο πρόσωπο του νεκρού έφηβου αναγνωρίζει τον εαυτό της.

Ενα παιδί ήταν, ένα παιδί! Ελεγαν εμβρόντητοι οι συνομήλικοι του μεγάλου μου γιου, λυκειόπαιδες στα ιδιωτικά των βορείων προαστίων, όπως κι ο Αλέξανδρος. Χθες το πρωί, οι λυκειόπαιδες, ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας, φώναζαν έξω από την Αστυνομία: Πυροβολήστε κι εμάς! Τα ίδια συνέβαιναν σε δεκάδες ελληνικές πόλεις.

Διασπορά της εξέγερσης

Αυτό είναι το καινούργιο στοιχείο: η διασπορά της εξέγερσης σε όλη την επικράτεια και στην ευρεία μάζα των αδιαμόρφωτων λυκειόπαιδων. Αυτό το λαμπάδιασμα δεν έχει ξανασυμβεί. Παρότι υποψιαζόμασταν, παρότι αφουγκραζόμασταν, παρότι τα σημάδια υπήρχαν από καιρό, ωστόσο τόση οργή συσσωρευμένη δεν την περιμέναμε. Ενα ελατήριο που φόρτιζε επί χρόνια, και τινάχτηκε βίαια, τρομακτικά, μαζί με τη σφαίρα που έριξε νεκρό τον έφηβο μάρτυρα. Το τρομερό ελατήριο εκτονώθηκε με έναν μάρτυρα.

Πώς φτάσαμε ώς εδώ; Θυμάμαι το 1990, μετά την αθωωτική απόφαση του Εφετείου για τον αστυνομικό Μελίστα, που είχε σκοτώσει τον 16χρονο Μιχ. Καλτεζά το 1985. Το Πολυτεχνείο καταλήφθηκε ακαριαία, και στην πολυήμερη κατάληψή του από ποικίλες, αδέσποτες ομάδες ακούστηκε για πρώτη φορά ο αυτοπροσδιορισμός «Είμαστε ο ανθός της ελληνικής νεολαίας» και «Εμείς, ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας». Πέντε χρόνια αργότερα, σε άλλη κατάληψη του Πολυτεχνείου, πεντακόσιοι νεαροί προσήχθησαν στη ΓΑΔΑ: ήταν τα παιδιά της μεσοαστικής τάξης, των καλών σχολείων, των ευυπόληπτων οικογενειών. Οι γονείς τους συνωστίζονταν στην Αλεξάνδρας. Την επομένη στα πανό της διαδήλωσης έγραψαν: «Είμαστε ο ανθός της ελληνικής νεολαίας».

Δεκαοκτώ χρόνια μετά την πρώτη αυτονόμηση του «ανθού» από το συμβατικό πολιτικό πλαίσιο, με αφορμή τον ατιμώρητο φόνο ενός 16χρονου, μετά την αυτονόμηση προς μεταπολιτικές κατευθύνσεις, με εν τω μεταξύ βαθείς μετασχηματισμούς στην κοινωνία, την εργασία και το φαντασιακό, ένας δεύτερος φόνος εφήβου, εν ψυχρώ, στην καρδιά των πολιορκούμενων Εξαρχείων, δείχνει τον «ανθό» μετασχηματισμένο, γενικευμένο, πολυπληθή, οργισμένο, μηδενιστή, τυφλό. Εκτός ελέγχου.

Χλιδή και χυδαιότητα

Δεκαοκτώ χρόνια μετά τα πρώτα σημάδια επί οικουμενικής κυβερνήσεως, το δημοκρατικό κράτος και το πολιτικό προσωπικό που το διοικεί εθελοτυφλούν, αλληθωρίζουν, ολιγωρούν, αδρανούν, ψεύδονται. Η πολιτική ελίτ σχεδιάζει μόνο βραχυπρόθεσμα και ενεργεί χωρίς καμία ιστορική προοπτική, και διαρκώς με ασθενέστερη αίσθηση του πραγματικού, με ελλιπή ή ανύπαρκτη γνώση της κοινωνίας. Το υπόδειγμα βίου που προσφέρουν είναι αλυσίδα σκανδάλων, φαυλότητας, διαφθοράς, ατιμωρησίας, ανικανότητας. Πρυτάνεις, υπουργοί, επίσκοποι, ηγούμενοι, συλλαμβάνονται κλέπτοντες και επίορκοι, νεόπλουτοι και μαυρόπλουτοι προκαλούν και καίνε ουίσκια, τα κανάλια συναγωνίζονται στην επίδειξη ξέκωλων, χλιδής και χυδαιότητας, η πρέζα πνίγει τις πόλεις, οι απόκληροι κατασκηνώνουν στις πλατείες, τα δημόσια νοσοκομεία παραλύουν. Αυτό το υπόδειγμα βίου αρνείται ο «ανθός», βίαια, νιχιλιστικά, αυτοκαταστροφικά, τρομακτικά.

Και το υπόδειγμα του υπεραπασχολούμενου, αγχωμένου, άπληστου, απνευμάτιστου ενήλικου, που προσφέρουμε οι γονείς στα παιδιά, στους ανθούς μας. Τους προσφέρουμε σχολεία, φροντιστήρια, κινητά, λάπτοπ, διακοπές, γκάτζετ, δώρα, χαρτζιλίκια, γεμάτα ψυγεία· δεν τους προσφέρουμε κανένα αξιακό πλαίσιο, γιατί δεν το διαθέτουμε κι εμείς, δεν τους προσφέρουμε αισιοδοξία και πίστη, γιατί τα έχουμε χάσει. Προσφέρουμε ύλη, όση έχουμε, όσο κόπο κι αν χρειάζεται. Μόνο αυτή έχουμε. Προσφέρουμε πνευματική και ηθική ορφάνια.

Το βράδυ της Κυριακής πρωτοείδα το αγένειο πρόσωπο του Αλέξανδρου, σ’ ένα καφέ της πολιορκούμενης Τοσίτσα. Δάκρυσα. Δεν ήξερα αν δάκρυσα για το παιδί ή απ’ τα δακρυγόνα. Βλέποντας τα ερείπια και τ’ αποκαΐδια, μυρίζοντας τα χημικά, μυρίζοντας το μίσος, τον καπνό, δάκρυσα πάλι. Δάκρυσα για την πόλη μου, για την πατρίδα μου, για τα παιδιά, για τα δικά μας χάλια.

Αρθρο της Καθημερινής, κάντε κλικ εδώ.

8/12/08

...



Ε Ι Ρ Η Ν Η


ΦΤΑΝΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
ΑΓΑΠΗΣΤΕ ΠΡΩΤΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ
ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΛΛΗΛΟΥΣ


Και αν είναι πέτρα τηνε σπω..




Σε αυτήν την τσέπη μέσα, μια πέτρα κατοικεί. Την έχω χρόνια, ούτε που φέρω στην θύμηση τον χρόνο που την έβαλα, ποια δικαιολογία σκέφτηκα εκείνη τη φαιδρή μέρα. Κάθε που μου συμβαίνει ανάποδο, το χέρι βάζω μέσα, την χαϊδεύω, την σφίγγω, την στύβω και προσπαθώ να μην την βγάλω στο κόσμο να την δει. Είναι το μυστικό μου το άνομο, δεν τολμώ να το μοιραστώ δεν θέλω να το ξέρουν.

Μα από όλα αυτό που με τρομάζει είναι η μέρα που ο άλλος μου εαυτός, την πιάσει και την ρίξει.

Είναι φανερό ότι στόχος του θα είμαι εγώ, αργά η γρήγορα πάνω μου θα σκάσει..

7/12/08

Επι των ημερών μου..




«Η επανάσταση αποδείχθηκε ένα όνειρο, μία βολεμένη και ευφυής δικαιολογία. Διατηρούμε την εσώτερη τη βρώμα μας, με επαναστατική φρασεολογία!»
Νικόλας Άσιμος

4/12/08

Επιστροφή..



Το λεωφορείο πήρε την τελευταία μεγάλη στροφή, το χωριό σαν σφήνα μέσα στο περήφανο βουνό, μια πέτρινη παραφωνία μέσα στο δάσος, ξεπρόβαλε. Σαν την βροχή ήρθαν οι σκέψεις, σαν το δάκρυ οι αναμνήσεις, από το σπίτι, τα ίδια τα χώματα που τον μεγάλωσαν.. Αν έμπαινε κάνεις μέσα σε αυτόν τον νου θα διάβαζε :

«Στην αυλή αυτή, ένα μικρό τετράγωνο πλακόστρωτο έξω από το σπίτι, εκεί άφησα τα όνειρα μου σαν ήμουνα παιδί, εκεί ίδρωσα πάνω στα ξύλινα παιχνίδια μου, εκεί έτρεξα, καβάλησα, γέλασα, έκλαψα, μεγάλωσα...

Στο κέντρο της μια μηλιά, σαν κλόουν πορφυρός, ψηλός, πράσινη στολή και κόκκινες βούλες. Τα κλαριά της, αποθέτης των παιδικών μου φόβων, το πρώτο μου σπίτι μακριά από την φαντασία των μεγάλων. Και εκεί στο μεγαλύτερο κλαδί από όλα μια κούνια τραμπάλιζε φτιαγμένη από σχοινί χοντρό και μια σανίδα. Μια σανίδα μαγική, που με έπαιρνε από την αυλή, από τις ανόρεχτες, βαρετές στιγμές και με μια κίνηση με ανέβαζε στον ουρανό... στα άστρα..

Ένα τραπέζι σιδερένιο στο κέντρο , πλέον θα είχε σκουριάσει, σκεπασμένο με φθηνό νάιλον και πάνω του ένας περήφανος βασιλικός που σε κάθε ανάσα του, ευωδίαζε όποιον πλησίαζε. Σε μια γωνιά ένα πλακάκι μισό-σπασμένο, πόσα μυστικά έχει κρατήσει εκεί μέσα;... μια στεναχώρια; Μια πληγή; Αρκεί να το έγραφα σε ένα χαρτί και να το έβαζα από κάτω. Πάει το μάθαινε η γη, δεν ήταν πια μυστικό, το ίδιο βράδυ ερχόταν στον ύπνο μου η μηλιά και με χάιδευε στοργικά, δεν είχα πια λόγους να είμαι στεναχωρημένος, είχα ένα φίλο που με άκουγε, ανάσανε μαζί μου. Όχι δεν είχα λόγους .. Πλέον τα μυστικά μου είναι τέτοια που δεν θα ήθελε με τίποτα να τα διαβάσει η γη, θα με καταριόταν, θα με χαντάκωνε, ένας σεισμός θα με έπαιρνε ... μεγάλωσα..

Στα τοιχώματα της αυλής, γέρικες γλάστρες ξεφτισμένες, ξενοδόχοι των φυτών, έσφιγγαν τις ρίζες των πανέμορφων γερανιών να μην φύγουνε κάποια μέρα.. όπως εγώ..

Και τέλος αυτή η σιδερένια, από ατσάλι πόρτα. Στόχος παιδικός, η πύλη της παιδικής φυλακής μου. Βλέπεις ήθελα να μεγαλώσω και ότι έβλεπα έξω από αυτήν τη πόρτα ήταν πολύχρωμο, ζωντανό φώναζε να βγω, αλλά δεν είχα τις δυνάμεις, την άδεια, την αντοχή να την ανοίξω. Από έξω σειρήνες τραγούδαγαν, χόρευαν, το λίκνο της ηδονής και της αμαρτίας, το απαγορευμένο, δεν έπρεπε ποτέ να ανοίξω αυτήν την πόρτα μόνος μου, θα έπεφτα στην δίνη της ζωής, θα με ρούφαγε το σύμπαν, ένας φόβος.. ώσπου ήρθε η ώρα που αυτή η πόρτα άνοιξε από μόνη της. Ένα χέρι μου έγνεψε από έξω και είχε την πειθώ της ωριμότητας, μια πλάνη που την ζεις μεγάλος, μικρός ούτε που φαντάζεσαι το μέγεθος της, μια σειρήνα του γέρου χρόνου .. Απλά πλέον είναι αδύνατον να μπεις πάλι μέσα αγνός, έχεις μολυνθεί με την αρρώστια της ζωής, μια ασθένεια ανίατη που αν και υπάρχει γιατρικό, όλοι κομπιάζουν να το εφαρμόσουν, τέτοια η δύναμη της ασθένειας..

Λοιπόν, σαν πάω πάλι σε αυτή την μηλιά, θα την μαλώσω. Πολύ άσχημα. Το φαντάζεσαι; Να μαλώνω μια μηλιά; Όχι αγαπητή μου, θα της πω. Δεν έπρεπε απλώς να παίζεις μαζί μας, έπρεπε να μας δώσεις συμβουλές! Τέτοιος φίλος είσαι; Αν και να πω την αλήθεια, αν η μηλιά ήξερε, τα μήλα της θα ήταν μαύρα.

Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, θα την συγχωρέσω.. ίσως έτσι με πάρει πάλι αγκαλιά, όπως τότε ..

Η επιστροφή είναι δύσκολη, μια δοκιμασία ψυχής. Τα χώματα αναστενάζουνε και σε κοιτάνε επίμονα, άξιζες το ταξίδι; Έμαθες; Γνώρισες; Πόνεσες αρκετά; Αν όχι ξαναφύγε, δεν είσαι έτοιμος. Αυτό θα μου πούνε και εγώ θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα έχω λόγια να αντιμιλήσω. Το χώμα πρέπει να είναι περήφανο για αυτά που κουβαλάει πάνω του. Έπρεπε να γίνεις σημαντικός, θα μου πουν και πάλι δεν θα μιλήσω, έπρεπε να καλλιεργήσεις την ψυχή σου, όχι το πορτοφόλι σου και πάλι θα σκύψω το κεφάλι, θα έχει δίκιο ..

Εκεί στα ξένα τι νέα φέρνεις; Τι είναι αυτό που εγώ δεν ξέρω; Θα μου πουν οι βελανιδιές και δεν θα έχω απάντηση, πολύ το φοβάμαι αυτό.. έφυγες μας άφησες στην μοίρα μας, ούτε ένα βλέφαρο δεν αξιώθηκες να αφήσεις φεύγοντας, τώρα τι ζητάς από εμάς; Έφυγες με όνειρα, τα κατάφερες; Σε τι έγινες καλύτερος; Έχεις πιο πολλά λεφτά; Για πόσο; Το νερό είναι πιο πλούσιο σε μέταλλα από ότι η τσέπη σου, δεν το έμαθες αυτό; Πότε στερεύει το νερό, πότε η τσέπη σου;»

Ένας πόνος στο στομάχι τον θέρισε από άκρη σε άκρη, έσκυψε το κεφάλι.. μια ανάσα από το στόμα του ακούστηκε να λέει «Συγνώμη, την άλλη φορά θα φέρω μαζί μου και την ψυχή μου, τώρα απλώς δέξου το σώμα μου .. είναι ανάγκη να δω την μητέρα..»

Και ο ουρανός απάντησε με μια βροχή δυνατή..

(απόσπασμα)






3/12/08

Ο Χρόνος ..



Σήμερα θα είναι μια μεγάλη ημέρα, δηλαδή όχι και τόσο μεγάλη, απλά λίγο μεγαλύτερη από την χθεσινή, αν και η χθεσινή μου ημέρα ήταν σαν την αυριανή οπότε δυσκολεύομαι να περιγράψω αν πραγματικά θα είναι μεγάλη μέρα, απλά αν είναι ίδια με την αυριανή, η οποία ήτανε μεγάλη μέρα, τότε πιθανότητα να είναι και αυτή μια μεγάλη μέρα.

Αλλά ας τα πάρω από την αρχή τα πράγματα ...

Αύριο αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα, ένα μεγάλο περίεργο πείραμα. Το θυμάμαι καλά το πείραμα γιατί μου συνέβη αύριο, αν και το λογικό θα ήταν να είχε συμβεί χθες αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο συνέβη αύριο. Ξέρω ότι είναι παράλογο να λέει κάποιος ότι αυτό που μου συνέβη, πήρε χρόνο από την αυριανή μου μέρα, αλλά με λίγη προσπάθεια από την μεριά μου θα καταλάβετε.

Τα παίρνουμε όλα από την αρχή.

Αν και είναι δύσκολο κάνεις να περιγράψει ποια είναι η αρχή, καθότι μια αυριανή μέρα θα μπορούσε να είναι το τέλος και ελάχιστα θα μπορούσε να θυμίζει την αρχή. Αλλά πρέπει να παραδεχθώ ότι η αρχή είναι αύριο και μην σπάτε το κεφάλι σας να υποψιαστείτε πως συνέβη αυτό, διότι είστε συνηθισμένοι να έχετε αναμνήσεις από το παρελθόν και όχι από το μέλλον, κάτι που εγώ κατάφερα να αντιστρέψω κάνοντας το παρακάτω απλό πείραμα.

Αποφάσισα να τρέξω με δύναμη αετού το τετράγωνο του σπιτιού μου, με αυτόν τον τρόπο πίστευα ότι θα γυρνούσα ή θα επιτάχυνα τον χρόνο. Για να είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα, μετά από κάποιους γύρους, έστριψα το σώμα μου από την αντίθετη κατεύθυνση και άρχισα να τρέχω πάλι. Αν όλα πήγαιναν καλά θα γινόμουνα μια ανθρώπινη χρόνο-μηχανή ...

Δεν θα υπήρχε τρόπος να το ανακαλύψω ότι το πείραμα στέφθηκε με επιτυχία, αν δεν έγραφα σε ένα χαρτί – κάτι σαν ημερολόγιο ας το πούμε – τα στάδια του πειράματος. Να λοιπόν τι διάβασα σήμερα το πρωί σε ένα χαρτί που βρήκα στον κομό μου. Πάνω έγραφε την αυριανή ημερομηνία.

«Σήμερα είναι μια μεγάλη μέρα, , δηλαδή όχι και τόσο μεγάλη, απλά λίγο μεγαλύτερη από την χθεσινή...»

**

Πάνω από αυτό το σερβάν, είχαμε αραγμένο μεγαλόπρεπα ένα μεγάλο κουρδιστό κούκο. Άνοιγες το γυάλινο καπάκι του από μπροστά, έβαζες μέσα ένα κλειδί μεγάλο και τον κούρδιζες. Έβαζες λάδι στην λάμπα του χρόνου και φώτιζε το σπιτικό μας. Με τον ήχο του ξυπνάγαμε, με τον ήχο του κοιμόμασταν. Με τον κουδούνισμα του λυπόμασταν, με το χτύπο του, ρυθμό δίναμε στην καρδιά μας, αγαπάγαμε και αγαπηθήκαμε... μια ζέστη απλωνόταν σαν κόκκινη κορδέλα μέσα στο σπιτικό μας, σαν κελαηδούσε..

Από έξω είχε ξύλο ακριβό, τον είχε αγοράσει ο μπάρμπας μου από τα ξένα, όταν καπετάνιος σε μεγάλα φορτηγά, κάθε καλοκαίρι άνοιγε την βαλίτσα του, γέματος με εξωτικά δώρα και εμείς μικροί ιθαγενείς σαλιώναμε το πάτωμα από την αγωνία μας..
Τώρα αυτός ο κούκος είναι μια θύμηση, ένα χρώμα στον τοίχο που αχνοφέγγει στην ασπρόμαυρη ζωή μας, μα κάποια βράδια τον θυμάμαι, ίσως και να τον ακούω...

Τικ τακ...


Play it again Sam ..



1/12/08

Asbolute Beginners





Μια μέρα ένας σπόρος έπεσε στην γη και φύτρωσαν τα δέντρα.

Μια μέρα πάνω στην γη, κάτω από τα δέντρα
γεννήθηκε ο άνθρωπος.

Μια μέρα ένας άνθρωπος έπεσε στην γη και ήρθε ένα δάκρυ.

Μια μέρα ένα δάκρυ ακούμπησε το μάγουλο μας
και μάθαμε να αγαπάμε

Μια μέρα για μια αγάπη κάναμε τα πάντα.

Μια μέρα για τα πάντα ξεσηκώσαμε τους ανθρώπους
και αρχίσαμε τον πόλεμο.

Μια μέρα ένας πόλεμος σκότωσε όλους τους ανθρώπους,

Μια μέρα ένας άνθρωπος θα βάλει πάλι τον σπόρο στην γη.

Εκείνη την μέρα ο σπόρος δεν θα θέλει να φυτρώσει,
γιατί θα τρέμει το μέλλον του!

Τις νύχτες κοιμόμαστε, την μέρα θεριεύουμε και το απόγευμα
αράζουμε για φραπεδιά στο Κολωνάκι,
ζωή το λένε αυτό...

we are the absolute beginners and the last of a kind...

29/11/08

39...




Πήρα την αλατοθήκη με ευλαβικές κινήσεις, την έφερα πάνω από το ξύλινο τραπέζι, έσκυψα το κεφάλι να βλέπω καλύτερα και άρχισα να χύνω το αλάτι σιγανά.. Μια άσπρη γραμμή χώρισε το τραπέζι στην μέση. Πήρα μετά το πιπέρι και επανέλαβα την ίδια κίνηση. Τώρα το τραπέζι είχε δύο γραμμές, μια άσπρη και μια καφέ.

Κάθισα στην καρέκλα μου και περίμενα να με μαλώσουνε, μόλις είχα κάνει μια τρομερή ζημιά.

Όχι δεν μεγαλώνω, κουφάλα χρόνε ...

Και γιατί να μεγαλώσω; Για να αισθάνομαι ότι κάπου χρωστάω συνεχώς; Για να δουλεύω για το πρέπει και να κρύβομαι τις νύχτες πίσω από την οθόνη μου, κρυφά από τον κόσμο να ετοιμάζω κειμενάκια που καταριούνται την ημέρα που πέρασε ; όχι κουφάλα χρόνε, δεν το σκέφτομαι καν να μεγαλώσω.
Θα μείνω εδώ, να παίζω ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τα παιχνίδια μου, απορώντας γιατί οι μεγάλοι έχουν ξεχάσει να παίζουνε. Και αν είναι να γράψω κάτι ..... είναι εσένα κουφάλα χρόνε..

Αυτήν την εβδομάδα είχα γενέθλια, έκλεισα τα 8 και πήγα στα 8,

Φου ..

(μάλλον δεν τον ξεγέλασα ...)

Κουφάλα γέρο χρόνε, ζηλεύεις εμάς του νέους και θέλεις να μας κάνεις σαν τα μούτρα σου, ένα γέρικο κορμί μια ζαρωμένη φιγούρα με σοφία, να δώσεις μια ρουφηξιά και να εισπνεύσεις όλο τον αέρα της νιότης μας, την δύναμη μας ..

Ότι και να κάνεις πάντως τις ενδόμυχες σκέψεις μου για σένα δεν μπορείς να τις πειράξεις, μόνο να τις σταματήσεις ακαριαία αλλά θα πρέπει να τσακωθείς με την μοίρα και σε αυτόν τον πόλεμο ποτέ δεν κέρδισες, δεν σε παίρνει..

Σε φαντάζομαι σε μια κουνιστή καρέκλα με πετσί ελέφαντα, μια μαζεμένη στην σάρκα της φιγούρα και μια μύτη που στάζει, από το στόμα σου να ξεχύνονται σοφίες και στην αγκαλιά σου να έχεις ψυχές που τις πιέζεις να γίνουν σαν και σένα. Στα πόδια σου δυο γέρικες βρόμικες κάλτσες απάτητες, δεν έχεις πια την δύναμη να περπατήσεις.

Για αυτό δεν φεύγεις..

Αφού λοιπόν είναι έτσι, θα σου δείξω τι σημαίνει συχώρεση, κάτσε στο τραπέζι μας και πιες από το καλό κρασί μας. Δεν μπορώ να σε διώξω, ούτε να σε νικήσω, μπορώ όμως να απολαύσω τις ιστορίες σου οπότε το κυνήγι μου είναι και δικό σου, το ψωμί θα το χωρίσουμε σε ίσα κομμάτια και το τελευταίο μου τσιγάρο, θα στο χαρίσω. Κοίτα και κάτω από το δέντρο έχω και ένα δώρο για σένα..

Φέρε και την νέα χρονιά όπως έρχεσαι και κοίτα να είναι ίδια, δεν μπορώ να νοσταλγήσω το μέλλον μου, είναι ουτοπία να το κάνω αυτό μόνο το παρελθόν μου, αλλά ξέχασα αυτό είναι ευθύνη της μοίρας, μιας δύναμης που εσύ δεν διαφεντεύεις .. και θα στο χτυπάω πάντα αυτό..

Φού ..
ψωμί και αλάτι λοιπόν ..




BIOS



Κ
άποιοι λαβύρινθοι αποτελούν ερμηνευμένο γρίφο, κάποια σταυροδρόμια σε αφήνουν δίβουλο για στιγμές, κάποιες αποφάσεις σε κάνουν να σκέφτεσαι ενώ περπατάς αμέριμνος και κάποιοι εγωισμοί ορθώνονται και γίνονται αξεπέραστοι. Η ερώτηση δεν είναι αν τα έχουμε βιώσει αυτά, αλλά τι έχουμε να θυμόμαστε από την κάθε περίπτωση ..

Κάποτε, μικρός σαν μεγάλωνα θα γινόμουνα θεριό, πιο δυνατός από την Ηρακλή, πιο πλούσιος από τον Μίδα και πιο γοητευτικός και από τον Απόλλωνα τον ίδιο. Τώρα που μεγάλωσα, ζηλεύω τον Τέσλα που δοκίμαζε να κατασκευάσει την μηχανή του χρόνου, το είχε το όνειρο αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Τώρα πλέον γνωρίζουμε κατά προσέγγιση τον τρόπο, αλλά δεν έχουμε πια όνειρα... μόνο την ανάγκη για επιβεβαίωση του εγώ μας, μια ανίκητη και βουλιμική σαύρα που τρέφεται από τις μύχιες σκέψεις μας.

Γδύνομαι τώρα εδώ μπροστά σας, θέλω να σας κάνω να αισθανθείτε την ντροπή της σκέψης σας, να νιώσετε άσχημα που θα σκεφτείτε τόσο κακά πράγματα για μένα, θέλω να σας δω να μετανιώνετε για την σοβαροφάνεια σας, στο κάτω-κάτω ένα κορμί θα δείτε τίποτα παραπάνω, την σκέψη μου δεν θα την γυμνώσω μπροστά σας, αυτό θα ήταν πολύ τολμηρό για μένα, βλέπετε ..ντρέπομαι και θα αισθανόμουν άσχημα αν με διαβάζατε..








27/11/08

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ



Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

ΚΑΒΑΦΗΣ


-------------------------------------
και αν κάποια στιγμή σε κάνουν να πιστέψεις
ότι απέτυχες, ότι η ζωή σου ήτανε μια πλάνη,
ένα όνειρο ή ένα φιάσκο
σήκω όρθιος, ύψωσε το ανάστημα,
αναφώνησε το όνομα σου δυνατά,
απέλυσε τις νοσηρές σου σκέψεις
χάρισε στον αέρα την ομορφιά σου
και τους συνανθρώπους σου
μύρωσε,λάδωσε και χρύσωσε
με την σκέψη σου,
την αγάπη σου,
και τότε η ζωή σου
θα γίνει το καρνάγιο
του εγώ σου.
**
Δέξου την αποτυχία
με τις ίδιες δάφνες της
επιτυχίας,
πάντα
σιωπηλά και υπερήφανα,
μετάνιωνε,
μάθαινε.
**
Διάλεξε το μονοπάτι σου,
μην τρέμεις στην ιδέα
ότι θα το προσπεράσεις
θα το δεις,
είναι το μοναδικό
απάτητο παρτέρι μέσα
στον κήπο της ζωής σου.

Ν.Κ.
(φιλοσοφίες της νύχτας)

25/11/08

ΜπαρμπουνοΙστορίες..




- Μπαρμπούνι θες;
- Μπα; Πόσο το έχεις;
- Τόσο!
- Ακριβά το έχεις ! είναι φρέσκο;
- Παραμιλάει!
- Μπα; Και τι λέει;
- Από χθες διαβάζει του Ντοστογιέφσκι το ΗΛΙΘΙΟΣ ανάποδα..
- Τι λες; Με την Οδύσσεια τελείωσε;
- Τωωωρα; Ακόμα εκεί είσαι εσύ;
- Καλά, ας σοβαρευτούμε είναι ωκεανού;
- Το μπαρμπούνι μου;
- Ναι το μπαρμπούνι σου!
- Καπετάνιος στο βασιλικό ναυτικό ήταν, τώρα έχει βγει στην σύνταξη!
- Τόσο σάπιο είναι;
- Σάπια είναι η μούρη σου, τα μπαρμπούνια βγαίνουνε νέα στην σύνταξη!
- Τι λες; Δουλεύουνε από μικρά;
- Τώρα το θες το μπαρμπούνι ή θα κάνουμε συζήτηση για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του μπαρμπουνιού;
- Καλά μην φωνάζεις! Πόσο είπες ότι έχει ;
- Ακριβά!
- Καλά το θυμόμουνα, κάτι σε πιο φθηνό έχεις;
- Πάρε μαρίδες.
- Αυτές παραμιλάνε;
- Σπανίως.
- Ναι αλλά εγώ θέλω να φάω τα μπαρμπούνια !
- Και λοιπόν; Και εγώ θέλω να σε χτυπήσω αλλά θα μου πάει ακριβά το δικαστήριο, δεν έχω άρα δεν παίρνω!
- Ε καλά, βάλε μου ένα!
- Δεν γίνεται! Τα μπαρμπούνια πάνε ζευγάρι. Τιμολογούνται έκαστος αλλά πωλούνται ζευγάρι, Σαν τα ηχεία του στερεοφωνικού, έχεις αγοράσει ποτέ ένα ηχείο;
- Όχι, αλλά τι σχέση έχουν τα μπαρμπούνια με τα ηχεία; Θα μας τρελάνεις!
- Κάνουν θόρυβο και αυτά!
- Όταν παραμιλάνε;
- Όταν τα τρως στην κεφάλα! Πάρε και αυτή, πάρε και αυτή!....


Πρωινό τσιγάρο..



Πιάνω την κούπα με απαλές κινήσεις, με λεπτότητα σαν να ήταν μέση γυναικεία, από το στόμα μου ένα μικρό σύννεφο καπνού χαράζει το δωμάτιο.

Μια μέρα καινούργια ξημερώνει, νέα και όμορφη όπως η δροσοσταλιά του δάσους, ένα βαλς του ήλιου αγκαλιάζει τα σύννεφα, τα καλεί να χορέψουνε στον παράδεισο του ουρανού, ένα αγέρι τους τσιγκλάει, εγώ κοιτάω με χαμόγελο στιγμής και αναρωτιέμαι: πόση χαρά χωράει ο ουρανός, πόσες χορευτικές κινήσεις γνωρίζει ο αγέρας, ποια πνοή κινεί το σύμπαν;

Με καταπίνουν οι αισθήσεις, παρέα με ένα τραγούδι, κιθάρα, φωνή και ένα τσιγάρο..

Μια νέα μέρα ξημερώνει, καλημέρα ..

24/11/08

Πές μου μια λέξη..



- Το βράδυ μετά την παράσταση, στο καμαρίνι μου.. μη αργήσεις θα έχω ένα τέταρτο διάλειμμα .... εντάξει;
- Εντάξει! είπε αναψοκοκκινισμένη στο τηλέφωνο η Ελισάβετ και κατέβασε το ακουστικό μαλακά, παραλείποντας από την αγωνία της να χαιρετήσει. Πόσο λάθος αυτό!, σκέφτηκε και τι αγενέστατο.. μα είχα στο μυαλό μου άλλα, απολογήθηκε στον εαυτό της.

Το ίδιο βράδυ, κάτω από την μαρκίζα του θεάτρου που έγραφε με χρυσά γράμματα το όνομα του αγαπημένου της βρισκόταν η Ελισάβετ φορώντας ένα καταπληκτικό φόρεμα που είχε αγοράσει από ένα καλό μαγαζί, ας είναι καλά δηλαδή μια θεία της που δούλευε στο μαγαζί ράφτρα και έτσι το πήρε φθηνά, αλλιώς.. .

Πήρε την ματιά της από πάνω της και κοίταξε τον κόσμο που έμπαινε στην κυρία είσοδο του θεάτρου. Ω! μα ήταν εκπληκτικό, άνδρες με βαριά ρούχα πολυτελή, γυναίκες με πανάκριβες γούνες τυλιγμένες μέχρι τον λαιμό, σοφέρ ανοίγανε τις πόρτες, έβλεπες πρώτα την γόβα να αιωρείται και λεπτά αργότερα, την υπόλοιπη κυρία ή την γούνα με την κυρία.. μα πάντα το ύφος ψηλά, αγέρωχο και η μύτη στον ουρανό ..

Πόσο σιχαινόταν τον καλό κόσμο η Ελισάβετ ή μήπως ζήλευε που δεν τους έμοιαζε; Μεγαλωμένη από φτωχούς γονείς, δώσαν τα πάντα για να την μορφώσουν, στερηθήκανε πολλά αλλά τα κατάφεραν! Στα 23 της χρόνια, είχε ήδη πτυχίο στην γαλλική και στην εγγλέζικη, όπως και λίγο πιάνο, μόρφωση ανεκτίμητη για το επίπεδο της γειτονιάς που ζούσε. Αλλά λεφτά για λούσα δεν περίσσεψαν, όσο και να τα επιθυμούσε . ..

Έφτασε στην είσοδο, περίμενε να μπούνε οι περισσότεροι, να μην φανεί, μη δώσει στόχο. Ανέβηκε τα σκαλιά, την σταμάτησε ο πορτιέρης..

- Εισιτήριο έχετε;

Του το έδειξε και προχώρησε..

Μόλις μπήκε στην αίθουσα, σβήσαν τα φώτα. Μαζί και οι συζητήσεις.
Ήταν υπέροχος, έλαμπε πάνω στην σκηνή με το πουδράρισμα του, πιο όμορφος και πιο αρχοντικός από την μέρα που έπεσε πάνω του τυχαία.

Πως σας λένε; Την ρώτησε.

Ελισάβετ! Απάντησε και έσκυψε το κεφάλι..

Σπουδάζετε εδώ; Έδειξε την δραματική σχολή ..

Ναι, απάντησε ψεύτικα η Ελισάβετ. Τι να πει; Ότι γυρνάει καθημερινά από έξω και χαζεύει τους ηθοποιούς που βγαίνουν συζητώντας δυνατά; Να πει ότι ενδόμυχος στόχος της είναι να σπουδάσει και αυτή εκεί μια μέρα; Και πως το λένε στον πατέρα; Σε αυτόν που δούλευε σε τρεις δουλειές για να τα βγάλει πέρα; Σε αυτόν που ξέρει τη ζωή σαν την παλάμη του;

"Σαν το ξυράφι σε σκίζει καθημερινά και μετά σε σκουπίζει με το μπαμπάκι.. τέτοια πλανεύτρα, δολοφόνος είναι η ζωή, της έλεγε.. τα μάτια ίσια, ούτε ψηλά, ούτε χάμω..

..σοφός ο πατέρας, αλλά και δύσκολος σε τολμηρές ιδέες..

Έφυγε ο νους της από την θύμηση, ξανάρθε στο θέατρο. Μα ποια κοιτάζει; Βέβαια πια άλλη; Την γυναίκα του! Σκεφτόταν από μέσα τα λόγια του και έβραζε σιγανά.

"Για τα λεφτά μου είναι κοντά μου, το καταλαβαίνεις; Δεν με αγαπά, δεν την αγαπώ! Μόνο εσένα αγαπώ κοριτσάκι και σαν γίνεις ηθοποιός θα σε παντρευτώ, να το θυμάσαι αυτό!
"

Εφτά μήνες περιοδεία στην επαρχία, δεν τον είδε, καταραμένη να είναι η δουλειά του.. σήμερα όμως.. το πρόσωπο της έλαμψε, τα μάτια αστράψανε, ένα χαμόγελο ζεμένο με μια άσπρη πανέμορφη οδοντοστοιχία φώτισε το σκοτάδι, το σώμα της δονούσε από την ενέργεια.

Διάλειμμα, ανάψανε τα φώτα.. δεν υπήρχε πολύς χρόνος, σηκώθηκε τρέχοντας να πάει στο καμαρίνι να προλάβει, ένα τέταρτο της είχε πει..

Πήγε πίσω από την σκηνή, ρώτησε γιατί πρώτη φορά έμπαινε στα άδυτα του θεάτρου. Της δείξανε, προχώρησε με ύφος όσο μπορούσε αρχοντικό, σαν τις Αποκριές που ντύνεσαι βαρόνη .. κάτι τέτοιο..

Βρήκε την πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα, σήκωσε την φούχτα της να χτυπήσει την πόρτα δυνατά. Λίγο πριν ακουμπήσει το χέρι της στο ξύλο, άκουσε. Φωνές, γέλια, πλησίασε το αυτί της στην σανιδένια πόρτα. Κάποια χαδευότανε και άφηνε πνιχτές φωνές ερωτικού πάθους..

Δάκρυα, νερό σαν μεγάλες χοντρές μπάλες, νότισαν τα μάγουλα. Αργότερα και το φόρεμα, η δαντέλα έγινε αγνώριστη, οι σκιές στα μάτια απλώθηκαν. Το στόμα στένεψε και η καρδιά της σφίχτηκε με μια μέγκενη, τόσο δυνατά που οι ανάσες βγαίνανε πνιχτές. Ώστε αυτό ήταν! Μια μικρή περιπέτεια; Και γιατί της είπε να έρθει;

Για να την περιπαίξει! Για να τον δει αγκαλιά με μια άλλη, μπορεί και με την γυναίκα του, τι σημασία έχει;

Να ανακάλυψε ότι είπε ψέματα για την δραματική σχολή; Να παρεξηγήθηκε που δεν τον χαιρέτησε στο τηλέφωνο; Ποιος ξέρει, αλλά και πάλι, τι σημασία έχει; ..

Θυμήθηκε τον πατέρα της, τα μάτια ίσια, το κεφάλι ψηλά.. αχ και να την έβλεπε εκείνη την ώρα. Λύγισαν τα γόνατα, έπεσε στο πάτωμα, έκλαιγε πλέον γοερά, αλλά σφιγγόταν να μην ακουστεί.. Ένιωθε την ταπείνωση, την αγανάκτηση για την πραγματικότητα της, μια τιποτένια μέσα σε ένα χρυσαφί κόσμο, που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η ηδονή της στιγμής, όχι τα αισθήματα, μήτε τα αληθινά λόγια. Ένας κόσμος με βάθος λασπολακούβας, μόνο να λερωθείς μπορείς, να στραπατσαριστείς.

Ακούστηκε ο ήχος του θεάτρου, το διάλειμμα τελείωσε, έπρεπε να σηκωθεί από την θέση της, να μην την δει σαν βγει από το καμαρίνι ..

Μάζεψε τα πόδια της, όρθωσε το κορμί της, άρχισε να περπατά αργά προς την έξοδο. Τι και αν την έβλεπε; Ποιος θα σοκαριζόταν περισσότερο, δεν την έμελε, ας γίνει ...

Σαν έστριψε στον διάδρομο, έπεσε πάνω στις χορεύτριες με τα πλουμιστά φορέματα τους να τρέχουν προς την σκηνή. Και από πίσω ένας άντρας αλλά με τα βουρκωμένα μάτια της, το κεφάλι σκυφτό δεν έβλεπε, περπάταγε από ένστικτο, μην πέσει από τις φθηνές γόβες, αυτό την ένοιαζε μόνο.

Κάποιος την άρπαξε από τους ώμους και την ταρακούνησε με δύναμη.

- Ελισάβετ ! τι έχεις; Γιατί κλαις ;
- Εσύ εδώ; Δεν ξέρεις; Αστό σε άκουσα...
- Τι λες τώρα τι άκουσες; Σε περίμενα και δεν ήρθες..
- Απλά δεν μπήκα, όχι δεν ήρθα..
- Μα είχα ανοιχτή την πόρτα..
- Τι; Με δουλεύεις;
- Λοιπόν κατάλαβα τι έγινε. Πήγες στο 4 έτσι; Αν δεν βιαζόσουν να μου κλείσεις το τηλέφωνο το πρωί θα άκουγες που σου έλεγα ότι με βάλανε στο 23.. αν δεν βιαζόσουν ...

Σάστισε, τον αγκάλιασε με δύναμη, τι είναι ψέμα τι είναι αλήθεια;

- πρέπει να φύγω, σε έξι μήνες πάλι θα είμαι πίσω, με φωνάζουνε στην σκηνή, θα με περιμένεις;


?


21/11/08

Μια ευχή,



Από το βάθος της λίμνης ακούστηκε ένα γλυκό τραγούδι, απλώθηκες, ανατάραξες τα νερά και εμφανίστηκες! Χίλιοι ομόκεντροι κύκλοι, σε ακολούθησαν, τρία νούφαρα τεντώθηκαν να δουν καλύτερα. Είχες μορφή αλλοτινή, γλυκιά σαν την λήθη σφηνωμένη στον βράχο.

Ταράχτηκα, δεν σε περίμενα.

Πιστεύεις στις νεράιδες; με ρώτησες και εγώ κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.

Με πήρες αγκαλιά, τα χρυσά μαλλιά σου με τύλιξαν, τα χείλη σφράγισαν τον ήλιο μέσα τους, τραβήχτηκα δεν ζήταγα,

- Mε παρεξήγησες μουρμούρισα,

- Γιατί; με ρώτησες και έσκυψα το κεφάλι.

- Δεν έχω, σου απάντησα. Σωθήκαν οι προσευχές, τώρα πρέπει να βαδίσω.

-Μια τελευταία ευχή έχεις, προτού φύγω;

-Να ξανάρθεις....

20/11/08

Ένα καράβι, ένα λιμάνι και μια Θάλασσα.


(1) απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο.
Η νύχτα ζύγωνε γοργά και αυτός πάντα ακίνητος παρακολουθούσε την μεταμόρφωση του ορίζοντα με θαυμασμό ακουμπώντας τους αγκώνες του στην κουπαστή του πλοίου. Είκοσι χρόνια τώρα τα περισσότερα βράδια που βρισκόταν στα πλοία, τα σπαταλούσε έτσι, να βλέπει την νύχτα να έρχεται και τα αστέρια να καρφώνονται στον ορίζοντα σαν μια πανάρχαια τελετουργία που επαναλαμβανόταν τακτικά κάθε σούρουπο.

Σκάλιζε την πίπα του και τα μαύρα γένια του έκρυβαν διακριτικά το χαμόγελο της στιγμής αυτής. Άνθρωπος σκληρός τα πρωινά αλλά η μυρουδιά της νύχτας του μαλάκωνε τα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου και μπορούσες να δεις ένα παιδικό και αγνό βλέμμα μέσα από δύο μάτια που λαμπύριζαν.

Από πατέρα ψαρά και από παππού ναυτικό οι ρίζες του προς τα πίσω κρατούσαν. Ήταν παιδαρέλι ακόμα όταν τον άμοιρο παππού μια νύχτα η θάλασσα τον νίκησε σε μια παρτίδα επιμονής και θάρρους κάνοντας τον θαλασσινό της όγκο να τον τραβήξει βαθιά μέσα στα θολά νερά της. Έτσι μεγάλωσε ο καπετάν Μιχάλης κοντά στην θάλασσα και μέσα στην θάλασσα ακούγοντας με προσοχή ιστορίες για ξένες χώρες, πλανεύτρες θάλασσες, και απέραντους ωκεανούς και το μυαλό του αρμένιζε ευχάριστα ανάμεσα τους. Από μικρός βοήθαγε τον πατέρα στην καθημερινή ψαριά μα σαν ήρθε η ώρα να επιλέξει και αυτός το μονοπάτι του, έπιασε τον πατέρα του και του περιέγραψε την αγάπη του για την θάλασσα.

Δεν του μίλησε με λόγια όμορφα και ανθηρά αλλά με λόγια αντρίκεια και σταράτα που τον χτύπησαν σαν την σφύρα που βαράει το σίδερο. Η θύμηση του χαμένου παππού έσκιαξε τον γέρο-πατέρα και ένας βράχος αντίδρασης παρουσιάστηκε μπροστά στα νεανικά μάτια του Μιχάλη. Αυτός όμως τα νίκησε όλα τα εμπόδια και το όνειρο του το έκανε πραγματικότητα.

Δεν μπόρεσε ο γέρος πατέρας να αντισταθεί στα αποφασιστικά του μάτια και σαν ο άνθρωπος το πιο αδάμαστο της πλάσης είναι, μαλάκωσε και την ευχή του ‘δωσε και μια συμβουλή για να θυμάται.

Η θάλασσα έχει μυαλό και ψυχή, να την διαβάζεις την θάλασσα και να μην την αψηφάς, και τότε μονό αυτή θα σε σεβαστεί… και κάτι ακόμα .. να έχεις την καρδιά σου στην θάλασσα και τα πόδια σου στην στεριά.. μην το ξεχνάς αυτό! Η μοναξιά είναι πολύ κακό πράγμα.

Με αυτήν την συμβουλή, φυλαγμένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, πήγε στην σχολή εμποροπλοιάρχων, πρώτευσε και βγήκε στην θάλασσα στην αρχή δειλά μα μετά με περίσσιο θάρρος. Όλοι οι ναυτικοί που μπαρκάρανε έχοντας αυτόν καπετάνιο ήταν σίγουροι ότι θα γυρίσουν σπίτι τους σώοι. Οι πλοιοκτήτες του δείχνανε σεβασμό, γιατί πάντα έφερνε το καράβι στην ώρα του και τα εμπορεύματα απείραχτα. Δεν ήταν και λίγο πράγμα αυτό.

Εκείνη την νύχτα όμως δεν συλλογιζόταν αυτά. Εκείνη η νύχτα, ήταν σαν την κάθε νύχτα που μαγεμένος έφτανε στην πλώρη να δει τα αστέρια και να ακούσει τον παφλασμό της θάλασσας να χαϊδεύει με δύναμη το σιδερένιο πλοίο. Κάθε κυματάκι και μια μικρή βουτιά στον μητρικό κόρφο της μάνας θάλασσας...

(απόσπασμα)

(2) εξηγεί στον γιο του για την μητέρα του (απόσπασμα)

«Ήμουνα σαν και σένα, λίγο μεγαλύτερος νομίζω, ένα καλοκαίρι. Μέχρι τότε βοηθούσα τον πατέρα μου στο ψάρεμα. Νωρίς το πρωί, πριν φέξει βγαίναμε στην θάλασσα απλώνοντας τα δίχτυα μας και γύρω στο μεσημέρι γυρνάγαμε φίσκα στα ψάρια. Τα πούλαγε ο φουκαράς στο λιμάνι του νησιού, όσο πιάσουνε. Μετά καθόμασταν να ξεμπλέξουμε τα δίχτυα, να είναι έτοιμα για την επόμενη.

Από εκεί πέρασε η μάνα σου μπροστά μου ένα πρωινό και αμέσως ένιωσα μια ανάσα να με κόβει και να με κάνει να βαρυγκωμήσω δυνατά. Σαν να περιείχε αυτή η γυναίκα το σκοπό της ζωής μου τυλιγμένο μέσα στα σωθικά της, μου φάνηκε, και μια λάμψη σαν τον πιο όμορφο φάρο που μπορούσα να δω λάμπανε τα μάτια της. Το άρωμα της, τα φινετσάτα παπούτσια της, τα κοσμοπολίτικα ρούχα της. Όλα πάνω της ήταν ωραία και φανταχτερά. Θαρρώ πως μπορούσα να μείνω έτσι μια ζωή να την κοιτάζω, εγώ καθιστός με τα δίχτυα μπλεγμένα στα χέρια μου και αυτή να περνάει από μπροστά μου. Ένιωσα πολύ χαμερπής μπροστά της γιέ μου, ήταν μια κυρία και εγώ ένα απλός γιός ψαρά. Και θα συνέχιζα να είμαι αν δεν την γνώριζα, αν δεν πήγαινα το βράδυ στην μοναδική ταβέρνα του χωριού να την συναντήσω.

Ντύθηκα όσο καλά μπορούσα και έβαλα πάνω μου αρκετή δόση κολόνιας να μην μυρίζω.
Στην αρχή την κέρασα ένα ποτήρι κρασί, μετά σιγά σιγά την πλησίασα. Ήταν μαζί με μια φίλη της, που είχε τότε, τώρα έχει παντρευτεί και εξαφανιστεί από την ζωή μας, την Ευδοκία.

Στο νησί έμεινε ένα μήνα σχεδόν και κάθε μέρα ξέκλεβα χρόνο να την συναντώ στην ταβέρνα. Ο κυρ-Αγγελος ο ταβερνιάρης με είχε πάρει χαμπάρι αλλά δεν έλεγε τίποτα στον πατέρα μου, που θα με σκότωνε αν μάθαινε κάτι. Να μην στα πολυλογώ όταν ήρθε η ώρα να φύγει, βρήκα δικαιολογία στον πατέρα μου ότι τάχα θα πήγαινα σε ένα συγγενή στον Πειραιά και την ακολούθησα. Πέρασα ακόμα ένα μήνα μαζί της, βλέποντας την τακτικά κάθε απόγευμα, κλεφτά από τον πατέρα της. Την ερωτεύτηκα γιέ μου και ο μόνος τρόπος για να σταθώ δίπλα της αντρίκια ήταν να ξεπεράσω το επάγγελμα του ψαρά και την βρώμα που είχε αυτή η δουλειά. Από πατέρα έμπορο αυτή, πώς να πήγαινα να την ζητήσω; Μια που ήμουνα στον Πειραιά, πήγα και ρώτησα τι χρειάζεται για να γίνει κανείς καπετάνιος. Σχολή εμποροπλοιάρχων, διάβασμα και εξετάσεις μπόλικες που είπαν.

Το πώς το είπα στον πατέρα, δεν θα σου πω γιατί θα φουσκώσουν τα μυαλά σου, πάντως μια μέρα μπήκα στην σχολή μετά από πολύ διάβασμα και ξενύχτι πάνω από τα βιβλία. Έξι μήνες μετά, αφού πλέον ήμουνα σε καλή θέση στην σχολή, πήγα και την ζήτησα από τον πατέρα της. Στην αρχή αντέδρασε αλλά δεν μπόρεσε να πει και πολλά. Είδε ότι αγαπιόμαστε και έκανε πίσω, ειδικά όταν του μήνυσα ότι την κόρη της θα την πάρω είτε με την ευχή του, είτε με το δίκαννο. Δεν είμαι ακόμα σίγουρος αν τελικά πήρα την ευχή του πάντως μόλις έκανα το πρώτο ταξίδι και γύρισα με τα λίγα λεφτά που κέρδισα, παντρευτήκαμε. Ο πατέρας της ποτέ δεν έβαλε το χέρι στην τσέπη να μας βοηθήσει, όλα από τον μισθό μου βγήκανε και σε βεβαιώ ότι τίποτα δεν της έλειψε. Με τον πατέρα της τσακώθηκε και έπαψαν να μιλιούνται. Χρόνια μετά μάθαμε ότι πέθανε μόνος και αβοήθητος μέσα σε ένα πανάκριβο σπίτι και τα υπάρχοντα του τα χάρισε σε μια αλλοδαπή υπηρέτρια που τον εξυπηρετούσε μέχρι την ύστατη ώρα. Την μητέρα της βλέπεις, ποτέ δεν την γνώρισε και αυτό συνεχίζει να είναι μυστήριο μέχρι τώρα.»

18/11/08

Το μελάνι..




Εκείνο το βράδυ, ήταν σαν όλα τα άλλα βράδια, βαρετό και ατέλειωτο. Ώσπου.. ένας οίστρος με τύλιξε, σαν βόας με έσουρε μέχρι το γραφείο, έπιασα τον κονδυλοφόρο και άρχισα να γράφω, ασταμάτητα.. με τα μάτια κλειστά και την φαντασία από πάνω μου καβάλα σε δύο πανέμορφα άλογα, συμπλήρωνα τις λέξεις με άνεση, χωρίς σκέψη, σαν αυτά τα χέρια θαρρείς είχαν μια μαγεία μέσα τους.

Μια κλεφτή ματιά όμως στο χαρτί με έκανε να αναριγήσω..

Το χαρτί ήταν άδειο.. κενό από λέξεις, κενό από μελάνι, από οποιαδήποτε γραφή..

Σάστισα! κοίταξα την πένα μου, δεν έβρισκα ελάττωμα. Πήρα άλλη, τα ίδια, δοκίμασα με τρείς διαφορετικές .. το χαρτί έμενε ανέπαφο..είχα τρελαθεί!

Σηκώθηκα όρθιος, έβαλα τα χέρια πίσω από την πλάτη. Αυτό ήταν ανήκουστο, να μην γράφει καμία πένα;

Σταύρωσα το δωμάτιο, από άκρη σ' άκρη, σκέψεις βαριές, χοντρές με έλουσαν! Είχα τον οίστρο, δεν είχα το μέσο να τον κάνω αθάνατο !

Το αποφάσισα, έτρεξα να πάρω το οποιαδήποτε μολύβι, από το απέναντι ψιλικατζίδικο παρακαλώντας τον οίστρο να μην φύγει, άφησα τα πάντα όπως ήτανε στο σπίτι, έτσι ώστε γυρνώντας να ξεγελαστώ, ότι ποτέ δεν άφησα το σπίτι...

Ματαίως! Το ίδιο συνέβη με τα επόμενα τριανταπέντε μολύβια και τις επόμενες δέκα πένες.. Μάλιστα για να είμαι σίγουρος ότι δουλεύει η εκάστοτε αγορά μου, έβαζα τον ίδιο τον ψιλικά-τα πάντα έχω, να δοκιμάζει παρουσία μου το προϊόν σε ένα κομμάτι χαρτί..

Μόλις γύριζα στο σπίτι, πάλι τα ίδια. Μια απελπισία, μαύρη σαν την τρύπα του Κολοκοτρώνη με είχε ζώσει, αλίμονο ο οίστρος μου θα πήγαινε σε άλλο συγγραφέα, ήμουνα καταδικασμένος να μην μεταφέρω ποτέ το αριστούργημα μου σε χαρτί. Φανταζόμουνα ήδη την σκηνή, εγώ απλός θεατής στην βράβευση ενός άσημου συγγραφέα, που απλά τον επισκέφτηκε ο ταλαντούχος οίστρος, στον ύπνο του. Και εγώ να χειροκροτώ, μελαγχολικά με δάκρυα στα μάτια.

Όχι δεν ήταν δυνατό, να το αφήσω να περάσει έτσι, έπρεπε να στραφώ σε βοήθεια, αλλά ποιόν; Άνοιξα την ατζέντα μου, την ξεφύλλισα με ταχύτητα, κανείς δεν έμοιαζε ικανός ή έστω να αρμόζει στο ελάχιστο η επαγγελματική του δραστηριότητα στο πρόβλημα μου.. εκτός από έναν! Απορώ πως δεν τον σκέφτηκα από την αρχή!

Γύρισα νευρικά τα ατελείωτα νούμερα στο καντράν, κρατώντας το ακουστικό με το ένα χέρι και σταματώντας ανάμεσα, να σκουπίσω τις στάλες μεγέθους μικρού αρακά, από το μέτωπο μου.

Μια φωνή, έκοψε τις ανήσυχες σκέψεις μου στην μέση.
- Bonjour?
- M. Vantick s'il vous plaît? είπα με όση προφορά μπορούσα να επιστρατεύσω.
- Oui! je suis Mr Vantick.Qui? ρώτησε η φωνή
- Ο Ν.Κ. είμαι ! φώναξα λεβέντικα και σηκώθηκα όρθιος.
- Που ‘σαι ρε κάθαρμα, μου απάντησε ..
- Άστα αυτά, έχω ένα σοβαρό πρόβλημα ..

Του εξήγησα με πάσα λεπτομέρεια το πρόβλημα μου. Δεν δίστασα δε να μετατρέψω την φωνή μου σε τρεμάμενη με σκοπό να τονίσω την σπουδαιότητα του προβλήματος μου..

- Έλα μωρέ χριστιανέ! Δεν είναι δα και τίποτα αυτό! Μου απάντησε ευθύς αμέσως.
- Τι δεν είναι τίποτα; Απάντησα εξαγριωμένος για την απάθεια της αντίδρασης του.
- Ηρέμησε, είναι απλό πως δεν το είχες σκεφτεί νωρίτερα;
- Ποιο;, πλέον η υπομονή μου και η ευγένεια μου άρχισαν να στριμώχνονται στο κάτω μέρος της κοιλιάς, αφήνοντας να περάσουν μπροστά η αυθάδεια και η οργή. Ήτανε θέμα λεπτών να εκραγώ σαν πυροτέχνημα ύβρης και ασύδοτων εκφράσεων! Όλα τα ανεχόμουνα στις κοινωνικές μου επαφές, εκτός από την απάθεια και την στωικότητα.. ειδικά σε τέτοια λεπτά ζητήματα..

- Νομίζεις ότι φταίνε οι πένες;
- Μα ποιος μπορεί να φταίει;
- Το χαρτί!
- Το χαρτί; Έμεινα έκθαμβος.. Μα και πάλι δεν μπορεί! σε ένα χαρτί άμα ακουμπήσεις πάνω το μολύβι, γράφει ! γράφει το άτιμο ! το χαρτί δεν χαλάει !

Ένα δυνατό γέλιο ακούστηκε από την άλλη μεριά του τηλεφώνου, που πάλι με έφερε στα πρόθυρα ανατίναξης.

- Και είσαι και συγγραφέας του λόγου σου, χα χα ! Βρε! Δεν ξέρεις ότι το μελάνι είναι μια ψευδαίσθηση;

Στην πραγματικότητα εσύ χαράζεις το δέρμα του χαρτιού,
η πένα σου είναι το τροχισμένο λεπίδι, που αναζητά το τέλος,
και αυτό πνίγεται στο μαύρο αίμα του,
σε κάθε σου κίνηση, σε κάθε λέξη..



Αυτό που έχεις εκεί είναι μάλλον άψυχο, παγωμένο,
δεν έχει πια ούτε μια στάλα μέσα του για να ματώσει ..






Το αφιερώνω στην Φαίδρα Φις, που δεν είναι ψάρι,
αλλά μου έδωσε αυτή την ιδέα για αυτό το δίηγημα ... (χε, χε!)

17/11/08

Words...



Μια μέρα περπάτησα, έτσι χωρίς σκοπό, αναπνέοντας την αχνάδα της υγρασίας, αφήνοντας τον πάνσοφο ήλιο να μου χαϊδεύει το δέρμα, τρυφερά.

Συνάντησα ένα φτωχό, σκέφτηκα κάτι καλό για αυτόν, έβαλα το χέρι στην τσέπη, τράβηξα μια λέξη, την έκανα πακέτο με ωραία χρυσαφί κορδέλα και του την έδωσα. Ο φτωχός αφού άνοιξε το πακέτο με λαχτάρα, είδε την λέξη και χαμογέλασε.

Προχώρησα πιο κάτω, είδα ένα παιδί να πεινάει. Έβαλα το χέρι στην τσέπη, έβγαλα άλλη μια λέξη, την έκανα πάλι πακέτο και την άφησα τρυφερά στα μικρά του χέρια. Το παιδί, έσκισε το περιτύλιγμα, πήρε την λέξη, την αγκάλιασε και χαμογέλασε.

Ώ.. ήμουνα ένας ευτυχισμένος άνθρωπος! Για κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα είχα μια λέξη, δεν είναι και λίγο πράγμα αυτό!

Έστριψα στην γωνία, κατηφόρισα προς την πλατεία. Στο δρόμο είδα μια πόρνη, δεν βιάστηκα να σκεφτώ, έπρεπε πρώτα να την κατανοήσω. Μιλήσαμε πολύ ώρα, ώσπου ήρθε το απόγευμα. Στην κουβέντα κάτι μυστήριο γεννήθηκε μέσα μου, την αγάπησα.

Έπιασα την σκέψη αυτή, έβαλα το χέρι στην τσέπη και έβγαλα την λέξη που σκέφτηκα. Εκεί που πήγαινα, όμως να την πακετάρω, τσουπ, η πόρνη έφυγε με ένα αυτοκίνητο ανοιχτό, ακριβό.. έμεινα με την λέξη στα χέρια και ένα βαθύ μελαγχολικό, παγωμένο χαμόγελο.

Κοίταξα την λέξη που κρατούσα στα χέρια, δεν ήταν αυτή πλέον η σωστή. Την ξαναέβαλα μέσα. Σκάλισα την τσέπη μου, έβγαλα από μέσα όσες λέξεις είχα, καμία δεν άρμοζε, καμία δεν ήταν αρκετή. Έκατσα χάμω, λυπημένος και άπλωσα στο έδαφος όλες τις λέξεις που είχα μαζί μου. Τις κοίταζα προσεκτικά μια, μια. Καμία, τζίφος η προσπάθεια.

Τότε σκέφτηκα να κάνω το έξης, να βάλω περισσότερες λέξεις μέσα στο κουτί, ήταν φανερό ότι μια δεν ήταν αρκετή. Άρχισα λοιπόν να συνδυάζω τις λέξεις, πρώτα εννοιολογικά. Δοκίμασα αρκετούς συνδυασμούς, καμία σύνθεση δεν με ικανοποιούσε, πάντα έμενε ένα κενό από την σκέψη μου. Ξαναδοκίμασα χρωματικά, με τον ήχο της κάθε μιας, πιο συναισθηματικά θα μπορούσε να πει κάνεις. Αυτό μου πήρε ώρα, ήρθε η νύχτα και στο μαύρο σεντόνι του ουρανού, χιλιάδες αστέρια καρφώθηκαν και με κοίταζαν στωικά.

Πέρασε η ώρα, εκεί που πλησίαζα στην σκέψη μου με κάποιες λέξεις κάτι μέσα μου, μου έλεγε ότι και πάλι αυτός ο συνδυασμός λέξεων δεν αντικατόπτριζε τις σκέψεις μου. Προσπάθησα να βρω μια λέξη που να ταίριαζε με το αίσθημα του ανικανοποίητου που είχα εκείνη την στιγμή, ίσως αν άρχιζα από την εσώτερη αντίδραση να οδηγιόμουνα κάπου, τζίφος και πάλι! Αυτή η προσπάθεια με έμπλεξε ακόμη περισσότερο και το χειρότερο, όποιος το διάβαζε, θα νόμιζε χίλια δυο άλλα πράγματα πέρα από αυτά που πραγματικά σκεφτόμουνα..

Το πρωινό ξύπνημα, με βρήκε εκεί ξαπλωμένο ανάσκελα, να ανακατεύω τις λέξεις. Είχα πεισμώσει, είχα αποθαρρυνθεί, ένιωθα τελείως άδειος και κενός, ώσπου σταμάτησε μπροστά μου το αυτοκίνητο που είχε πάρει το προηγούμενο βράδυ την πόρνη.

- Τι κάνεις εδώ, με ρώτησε και τα μάτια της μεγάλωσαν από την περιέργεια.

Της εξήγησα τι κάνω, αλλά όχι το τι σκέφτομαι για αυτήν, αυτό μου ήταν αδύνατο, γιατί αν μπορούσα να το εκφράσω, θα είχα βρει και τις λέξεις..

Έσκυψε πάνω από τις λέξεις με προσοχή, της διάβασε όλες διάλεξε μια και την έβαλε μέσα στο κουτί.

Αυτή ίσως να σου κάνει.. μου είπε.

Την διάβασα.

Έγραφε « » ! Ήταν μια κενή λέξη!

Την κοίταξα με απορία. Γιατί αυτή; Την ρώτησα.

Μου χαμογέλασε και έφυγε..

Ακόμα ακούω κάποιες φορές τα τακούνια της να ξεμακραίνουν από κοντά μου, ο ήχος τους σφηνώθηκε μέσα στα αυτιά μου, τα ακούω στον ξύπνιο μου, τα ακούω στον ύπνο μου, στα όνειρά μου, τις στιγμές που νιώθω ότι οι λέξεις μου φτάνουν σε ένα γκρεμό ..

Μα πλέον, γνωρίζω ότι ακόμα και αν οι λέξεις μου,
κοιτάξουν τον γκρεμό απελπισμένα, εγώ θα περάσω απέναντι...

ίσως γιατί είμαι ήδη απέναντι ..
ίσως γιατί πάντα θα υπάρχει ένας γκρεμός ανάμεσα μας,
ίσως πάλι να υπάρχει άλλος λόγος, αλλά δεν έχω λέξεις να το πω..







15/11/08

Η μικρή ζωή μας..



Μέσα σε αυτή την μικρή πόλη, τα πάντα ήτανε μικροκαμωμένα. Μικροί οι άνθρωποι, τελίτσες τόσες δα μικρές στο σύμπαν, μικρές και οι ψυχές τους. Μικρή τους η ευγένεια, μικρή τους και η χαρά.

Μέσα σε αυτήν την μικρή πόλη, αυτό το πολύβουο μελίσσι, μύριοι μικροί άνθρωποι με χρώματα πολύχρωμα ζωγράφιζαν ένα σκηνικό από μικρά πλασματάκια, στοιβαγμένα μέσα σε μικρά σπίτια, με μικρά χεράκια. Σαν χαιρέταγε ο ένας τον άλλο, μικρή η απόσταση που τους χώριζε, μικρή και η χαιρετούρα. Μια καλημέρα αν έπεφτε, μικρή ήταν και αυτή, η καληνύχτα δε ούτε από κοντά δεν ακουγότανε, ακόμα πιο μικρή αυτή.

Μέσα σε αυτή λοιπόν την πόλη, ένας μικρός, πολύ μικρός μπόμπιρας, με ένα δόντι σαν γεννήθηκε, όλοι φοβόντουσαν μην τον χάσουνε. Μικρή η πόλη, μικρό το σπίτι, μικρό το κρεβάτι του μπόμπιρα, απειροελάχιστα μικρός ο ίδιος ο μπόμπιρας, σαν πέσει από την κούνια, ποιος θα τον βρει ; μην τον σκουπίσει με την μικρή της σκούπα η μητέρα του από λάθους;

Μεγάλο το πρόβλημα, στην μικρή την πόλη!

Περάσανε τα χρόνια, ο μπόμπιρας μεγάλωνε, στην αρχή λίγο έτσι ώστε να φαίνεται ευκρινώς στην κούνια του και αργότερα αρκετά ώστε να χωράει σε μεγαλύτερο κρεβάτι. Σαν έγινε τρεις πόντους όλοι ζητωκραυγάσανε, σαν έγινε 5 πόντους όλοι κουνάγανε το μικρό τους κεφάλι ευχαριστημένοι, σαν έγινε 15 πόντους άρχισαν να ανησυχούνε, σαν έγινε 30 πόνους φωνάξαν τον γιατρό.

Ήρθε ο μικρός γιατρός με τη μικρή του τσάντα, έβγαλε από μέσα το μικρό στηθοσκόπιο, το έβαλε στα μικρά αυτιά του και τα ακούμπησε στο μεγάλο στήθος του μπόμπιρα που χασκογέλαγε συνέχεια. Είχε πλέον πάρει μόνος του ένα δωμάτιο, δεν χώραγε σε κούνια, δεν χώραγε σε κρεβάτι και αν συνέχιζε έτσι να μεγαλώνει δεν θα χώραγε ούτε στο σπίτι.

Ο μικρός γιατρός λοιπόν, κοίταξε τον ασθενή μπόμπιρα με τα μικρά εργαλεία του, σημάδι ασθενείας δεν βρήκε. Γιγαντισμό τους είπε, μέχρι 40 πόντους το πολύ προβλέπει να γίνει και πρότεινε να μεταφερθεί σε ίδρυμα τάχιστα!. Από τα μάτια των γονιών, μικρές στάλες νερού πέσανε, μικρή στεναχώρια τους βρήκε.

Τον πήγανε στο ίδρυμα του δώσανε στην αρχή ένα δωμάτιο, μετά από μερικούς μήνες ένα μεγαλύτερο και τέλος το στάδιο για να χωράει. Είχε γίνει ο άτιμος κοντά μισό μέτρο, ποιό ψηλός και πιο τεράστιος από τον καθένα στην πόλη. Στα πηγαδάκια των μικρών καφενείων σούσουρο για τον μπέμπη γίγαντα υπήρχε, ακόμα και ανέκδοτα.. φαντάζεσαι να φτερνιστεί; Κατρίνα κατηγορία 1 θα γίνει.. και δώστου τα γέλια. Έκτος από τους γονείς, που ακόμα και τώρα δεν τον άφηναν μόνο του. Είχανε προσλάβει γερανό, να μεταφέρει την πάνα του, να του κρατάει την δεξαμενή με το γάλα στον αέρα.

Μα ο μεγαλύτερος τρόμος τους ήταν η φαντασίωση της ημέρας που θα μπουσούλαγε. Θα έπαιρνε σβάρνα τα πάντα, δεν θα έμενε σπίτι για σπίτι στην πόλη όρθιο. Είπανε τον φόβο τους στον δήμαρχο και αυτός με την σειρά του στο πρωθυπουργό. Να μεταφερθεί στην εξοχή, μακριά από την πόλη! Ούρλιαξε ο πρωθυπουργός και αυτός με την σειρά του ενημέρωσε τον πρόεδρο της δημοκρατίας και τον στρατό.

Μερικές μέρες πριν την μεταφορά του με ειδικό γερανό στην εξοχή, ο μπόμπιρας πέταξε την πρώτη του λέξη. Ιεν λέπω.. είπε στην μητέρα του.. Δεν βλέπω, το μετάφρασε η μαμά και ξαναφώναξε τον μικρό γιατρό. Το παιδί δεν βλέπει, του είπε με αγωνία ..

Ήρθε πάλι ο μικρός γιατρός με την μικρή του τσάντα, έβαλε μια σκάλα και κοίταξε από κοντά τα μεγάλα πράσινα μάτια του μπόμπιρα. Εμ! Βέβαια αποφάνθηκε με στιβαρό ύφος, ο γιατρός. Το παιδί έχει καταράχτη, πρέπει να γίνει αμέσως επέμβαση.
Παρακάλεσαν τον στρατό, τον δήμαρχο και τον πρωθυπουργό να κάνουν λίγο υπομονή να γίνει η εγχείρηση και μετά θα το πηγαίναν στην εξοχή όπως έπρεπε.

Και έτσι έγινε. Μια μέρα ήρθαν τέσσερα μικρά ελικόπτερα με τα μικρά τους κανόνια laser, υπό την καθοδήγηση του μικρού γιατρού, ρίξανε την φωτεινή δέσμη σε κάθε μάτι. Μετά η πρώτη μοίρα αεροπορίας σε συνδυασμό με τον ορειβατικό σύλλογο, περάσανε στα μάτια του με πολύ κόπο μια ειδική τέντα-επίδεσμο – ειδική παραγγελία - για να κλείσουν τα μεγάλα μάτια του μωρού.

Μην φοβάστε, είπε ο μικρός γιατρός. Μικρή εγχείρηση ήτανε, το δύσκολο ήταν να πείσουμε την αεροπορία να βοηθήσει, αφού το καταφέραμε .. Οι γονείς εκφράσανε ένα μικρό ευχαριστώ στον μικρό γιατρό και τον πλήρωσαν με μικρό νόμισμα. Ο γιατρός άφησε ένα μικρό χαμόγελο ικανοποίησης και γύρισε πίσω στο μικρό του σπίτι, ευχαριστημένος γιατί για πρώτη φορά όλα τα ΜΜΕ ασχολήθηκαν μαζί του, πλέον ήταν διάσημος.

Όταν ξάναρθε η αεροπορία και ο ορειβατικός σύλλογος και του ξεδέσανε τα μάτια, μια λάμψη ήρθε στα μάτια του μικρού παιδιού. Και μετά αμέσως μια θλίψη. Αν και τόσο μικρός σε ηλικία, κατάλαβε ότι αυτός ήταν πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε μια τόσο μικρή πόλη. Πολύ μεγάλος για να δεχτεί μια τόσο μικρή αγκαλιά από την ελάχιστα μικρή μητέρα του. Και από τότε άρχισε να συρρικνώνεται, κάθε μέρα και πιο πολύ. Στην αρχή 5 πόντους, μετά 10 και τέλος 25 πόντους. Όταν έφτασε στους 10 πόντους, χαμογέλασε ευχαριστημένα και οι μικροί του γονείς τον πήραν μια μικρή αγκαλιά. Ο δήμαρχος άφησε στα κανάλια μια μικρή δήλωση, υπερηφάνειας, ότι με την δική του συμβολή ο φόβος εξανεμίστηκε.

Από τότε ο μπόμπιρας αναπτύχθηκε κανονικά, πήγε σχολείο σαν όλα τα άλλα παιδιά, πήγε στρατό, πήγε στο μικρό πανεπιστήμιο, ασχολήθηκε με την μικρό-φιλοσοφία και την μικρό-φιλολογία, δούλεψε σε μια μικρή πόλη, έγινε διάσημος και πλούσιος.

Σαν κάποια διάλεξη, από αυτές που τον καλούσαν συχνά, κάποιος τον ρώτησε.
-Ποιος είναι ο δρόμος για να γίνει κάνεις μεγάλος σαν εσάς; (στην λέξη μεγάλος ένα μακρόσυρτος ήχος αναστάτωσης πλημμύρισε την αίθουσα)
-Να είσαι τυφλός στα μικρά, να πιστεύεις ότι όλα είναι μεγάλα, του απάντησε ο πλέον μεγαλωμένος μπόμπιρας.. με ένα πλατύ ήρεμο χαμόγελο..

Και ζήσανε όλοι αυτοί μικροί και εμείς ακόμα μικρότεροι..





13/11/08

And now ladies & Gentlemen ...









Τα χέρια παγωμένα, κοντά στην τηλεόραση, μια μικρή ασπρόμαυρη είχαμε με κεραίες που τις γυρνούσαμε δεξιά και αριστερά να φύγει το χιόνι από την εικόνα. Η μητέρα μου, ετοίμαζε το βραδινό, εμείς είχαμε διαβάσει για την επομένη, οπότε δικαιωματικά είχαμε μισή ώρα να δούμε καμιά εκπομπή. Έξω από το σπίτι μια παγωμένη ανάσα περιπλανιότανε, την νιώθαμε, αλλά τα ζεστά ρούχα και τα πυρωμένα καλοριφέρ μας προστάτευαν. Καθόμασταν κοντά ο ένας στον άλλο, σε αυτό το μικρό σπίτι εξάλλου δεν μπορούσες να απαιτήσεις απόσταση ..

Η μητέρα μου ήθελε τα δύο αδέλφια, να έχουν το δικό τους δωμάτιο, να νιώθουμε ελεύθεροι, για αυτό αποφάσισε να κοιμάται στο σαλόνι και αν κάποια φορά ερχόταν κανένας άνθρωπος, πέταγε πάνω στον ντιβάνο-κρεβάτι ένα κάλυμμα, κρύβαμε την στενή ζωή μας.

Γελάγαμε θυμάμαι, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο, απλά ξεκαρδιζόμασταν.

Χωρίς σκέψεις, αυτό το είχε αναλάβει άλλος.

Χωρίς αγωνία, δεν ξέραμε τι σημαίνει.

Απλά γελάγαμε.

Με την καρδιά μας.

12/11/08

Σαν δείς τον κόσμο απο ψηλά...



Είναι όμορφος, ολόκληρο παλικάρι πια. Καμιά φορά, να έτσι που τον βλέπω να γυρνάει το κεφάλι, θυμάμαι τη παιδική του φάτσα, την αφέλεια, την αγωνία του να περάσει η ώρα του φαγητού για να πάει να παίξει. Τι εποχές και αυτές;

Νομίζεις κάποιες στιγμές ότι είναι αιώνιες, κοιτάς την Βελανιδιά απέναντι και νομίζεις ότι ο χρόνος είναι μια ιστορία ατέλειωτη, ένα παραμύθι με ένα απέθαντο δράκο. Δεν είναι! Ένα κλάπ του χεριού σου και ότι είδες, είδες, αυτό είναι ο χρόνος.

Τι του έμαθα, τι μου έμαθε; Κάνεις δεν μπορεί να το μετρήσει, μπορεί και τίποτα. Μπορεί και να τα ήξερε όλα από γεννησιμιού του. Του έδωσα αρχές; Μονοπάτι για να σκέφτεται του έδωσα; για του ΄μαθα την ζωή μου; Και αν ήμουν λάθος; Το κατάλαβε;

Και αν ήμουν αγράμματος το είδε; Μέσα σε αυτό το χωράφι της ζωής μια ολάκερη πολιτεία γνώρισα, τι έμαθα; Τι τού ΄μαθα; Ζωή από θειάφι του έδωσα, ενώ ο γιος του Σούλη απέναντι διαμάντια του απλώσαν στο μαξιλάρι, ξύπνησε τα πήρε ένα πρωί και έγινε καπνός. Χα! Ζωντόβολα!

Ότι ανάσανα με τον ρυθμό του, σαν ήταν άρρωστος το ξέρει; Δεν του το είπα, πότε να του το πω; Δεν βαριέσαι .. θα τα βρει, όπως τα ανακάλυψα και εγώ στην άκρη της μαχαίρας. Δεν μου στρώσαν, δεν έστρωσα. Δεν μου χάρισαν, δεν χάρισα.

Κοίτα τον παλικάρι έγινε,
**
Έμπασε παγωνιά από το ξύλινο παραθύρι, ένα ρίγος τον τύλιξε από άκρη σε άκρη. Σηκώθηκε, έπιασε την ξύλινη πετούγια , τράβηξε με δύναμη το ξύλινο εξώφυλλο. Λίγο πριν σφαλήσει, κοίταξε το φεγγάρι, ήταν ολόγιομο, σαν μονόπετρο στο δάχτυλο του σύμπαντος. Χαμογέλασε μελαγχολικά. Το νυχτολούλουδο, μύρισε έντονα, σαν να σφύραγε στην νύχτα.

Έκλεισε με δύναμη, ένα τελευταίο τρίξιμο από το σάπιο ξύλο και ο χειμώνας κλειδώθηκε ερμητικά έξω από το σπίτι.

Ο νέος χασμουρήθηκε, τεντώθηκε νυσταγμένα και χαμήλωσε την λάμπα..

Ένας ψίθυρος ακούστηκε έξω από το παραθύρι,

καληνύχτα γιε μου, θα σε δω αύριο πάλι..

καληνύχτα.