Σελίδες

29/12/07

Το δεξί μου χέρι


Αγαπητέ Χάρη,

Εν γένει η υγεία μου καλά πάει, και δράττομαι της ευκαιρίας αυτού του γράμματος για να σε παρακαλέσω, γύρω από ένα θέμα που με απασχολεί αρκετά τον τελευταίο καιρό.


Όπως ήδη γνωρίζεις προ τριμήνου, επιτέλους κατάφερα να αποσπάσω μια ευκαιρία από αυτήν την παλιοζωή και να κερδίσω μια ακρόαση (audition αγγλιστί, να δείχνουμε και τα προσόντα μας) στην θεατρική παράσταση της Μ.Ν. στο ομώνυμο θέατρο της.

Γνωστό δεν έβαλα, γιατί όπως καλά γνωρίζεις είμαι πολλάκις αντίθετος με τη κατινιά του κόσμου να χρησιμοποιώ μεσάζοντες για να επιτύχω τον σκοπό μου. Στην παράσταση θα παρακολουθούσε την audition η ίδια η Μ. Ν. , πράγμα που μου φούσκωνε τα σωθικά αλλά και το άγχος μου παράλληλα. Ο πατέρας μου ανέκαθεν με θεωρούσε ψώνιο, και εγώ έκανα τα πάντα να διατηρεί αυτήν την εντύπωση.

Να μην τα πολυλογώ, στα παρασκήνια γνώρισα και μια κοπέλα, σκέτη κοντέσα. Μύριαμ Παπαδοπούλου η Τρίτη. Η τρίτη στην σειρά εννοώ.. το κορμί της σκέτη πρόκληση απολαύσεων και το μυαλό της ξουράφι για αινίγματα και γρίφους. Το ίδιο βράδυ κανονίσαμε να βρεθούμε και εν συντομία, να συνεχίσουμε αυτό το μονοπάτι της ζωής παρέα. (την audition εννοούσα, που πάει το μυαλό σου?)

Εάν δεν συνέβαιναν τα απίστευτα!

Εγώ σκυμμένος (όπως ακριβώς πρόσταζε ο ρόλος μου) μπροστά από την Κοντέσσα Μαρία Βαγγυκάλου και να τις λέω λόγια βγαλμένα από τα σωθικά ερωτικού ποιητή, και από την άλλη η Μ. Ν. πρώτη σειρά να παρακολουθεί με συγκίνηση την παράσταση, πλάι στον γνωστό σκηνοθέτη και παραγωγό Νίκο Πετρόπουλο. Τον ξέρεις από τα πολλά σήριαλ που έχει ετοιμάσει για την τηλεόραση αλλά και από πολύ επιτυχημένες ταινίες που παίζονται αυτήν την στιγμή στον κινηματογράφο, με αρκετά εμπορική επιτυχία πρέπει να ομολογήσω.

Τα πόδια μου ολόισα σε διάταξη ευθεία όπως άρμοζε, τα γόνατα μου σε ελαφρά λυγισμένη θέση, ημί παρουσίαση της τριχωτής μου γάμπας, και το αριστερό μου χέρι στο ύψος των γοφών της Κοντέσσας, που με αναφιλητά άκουγε αυτή την θεσπέσια μελωδία ερωτικών εξομολογήσεων που με μεγάλη μαεστρία απάγγελνα. Το να παρουσιάζει Μάκβεθ κανείς, ξέρεις πολύ καλά δεν είναι εύκολο πράγμα και απαιτεί πολύ καλή γνώση του κειμένου άλλα και της ψυχολογίας του συγγραφέως. Εγώ χωρίς να το παινευτώ, είχα κάνει πολύ προετοιμασία ειδικά για αυτήν την δύσκολη ατάκα που θα παρουσίαζα.

Ξαφνικά και δίχως ιδιαίτερη σκέψη ή εντολή από άλλο σημείο του σώματος μου, το δεξί μου χέρι υψώθηκε αυτοβούλως με ταχύτητα αστραπής και όταν ξεπέρασε το ύψος του κεφαλιού μου, μια παλάμη με ανοιχτά δάχτυλα παρουσιάστηκε μπροστά στο έκπληκτο πρόσωπο της κυρίας Μ. Ν.

- Τώρα ακριβώς τι έγινε την μούντζωσε ? είπε ο υπεύθυνος παραγωγής και έτριβε τα μάτια του για να δει καλύτερα.
- Ω ρε μούντζα ! είπε ο ηχολήπτης και ανέβασε τον ήχο από το μικρόφωνο της Μ.Ν. ψάχνοντας τι άλλο ! τον μέγιστο χαβαλέ!

Η Κοντέσα Μαρία Βαγγυκάλου, χλόμιασε και αντάλλαξε γρήγορες ματιές με την Μ. Ν. και με μένα, σαν να περίμενε να σκάσει μία χειροβομβίδα αλλά μη όντας σίγουρη για το πού θα έσκαγε προσπαθούσε με γρήγορες ματιές να μαντέψει, έτσι ώστε να κάνει το σωστό σάλτο αποφυγής των θραυσμάτων.

Σου ορκίζομαι αγαπητέ Χάρη, αυτό σίγουρα δεν το έλεγχα, δεν είχα την δύναμη να ελέγξω το χέρι μου ακόμα και όταν την ίδια χειρονομία την επανέλαβε άλλες τέσσερεις φορές, το μη ευγενικό και συνάμα αντιπαθητικό χέρι μου! Ξανά .. και ξανά και ξανά….

Η κακόμοιρα η Μ. Ν. είχε πλέον πάθει υστερία! Ο πανικός που επικράτησε μέσα στην αίθουσα μετέτρεψε την audition σε κατήφορο τρένου σε Λούνα Παρκ όπου όλα τα παιδιά ουρλιάζανε από υστερία αδρεναλίνης και φόβου !

Ο ηχολήπτης πλέον είχε πέσει κάτω από τα γέλια, και το χαχανιτό του έβγαινε από τα ηχεία κάνοντας την M.Ν. ακόμα πιο έξαλλη. Ο παραγωγός δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, από την μία ήταν φίλη του η Μ.Ν. , και δεν ήταν επιτρεπτό να γελάσει, αλλά από την άλλη το θέαμα από μόνο του, έφερνε αρκετό γέλιο. Σφικτά λοιπόν προσπαθούσε να κρατήσει τα γέλια του, και πλησίασε την Μ.Ν. όπου σε κατάσταση πανικού και οργής ούρλιαζε :
- Διώξτε τον !! όχι Κρατήστε τον ! Την αστυνομία ! Θα του κάνω μήνυση !

Δάκρυα θυμού και οργής έτρεχαν από τα άσπρα πλαστικά μαγουλά της … και η μάσκαρα (plus η πλαστική) έκανε ένα κράκ … και έσπασε … κύματα ρυτίδων και κύτταρων ανακατεμένων με πούδρα , ρουζ και πανάκριβο μέικαπ απλώθηκαν με ορμή στο κέντρο του προσώπου της, κάτω από την μύτη. Και αμέσως μετά απλώθηκαν σαν το λεκέ σε πανάκριβο χαλί, σε όλη την επιφάνεια του προσώπου της, ανεβάζοντας την ηλικία της κατά μια τριακονταετία τουλάχιστον!

Ο ηχολήπτης όταν είδε και αυτήν την ατάκα είχε πλέον ξεραθεί στα γέλια, και πέφτοντας πίσω από την καρέκλα με γδούπο, το μόνο που κατάφερε να φωνάξει ήταν :

- Μην σταματάτε να τραβάτε !!

Πράγματι σε μία γωνία υπήρχε ένας καμεραμάν, ο οποίος από την ώρα την αυτόβουλης χειραγώγησης της Μιμής από το δικό μου χέρι, ζούμαρε μία στο χέρι μου .. μία στην Μιμή..
- Σταματήστε τον! – Σπάστε του τα πόδια – πάρτε του την κάμερα! Κάψτε το φιλμ !

Η τύχη του κάμεραμαν ακόμα και σήμερα είναι άγνωστη, αλλά το video αυτό το είδα πρόσφατα στο youtube οπότε μάλλον πιστεύω ότι την γλύτωσε με ένα δυο δικαστήρια ο άμοιρος βιοπαλαιστής.

Την υπόλοιπη τύχη μου, αν δεν την γνωρίζεις από τις εφημερίδες θα στην γράψω σε επόμενο γράμμα.

Αυτό που θα ήθελα λοιπόν από εσένα είναι καταρχάς να σου υποσχεθώ ότι το χέρι μου έδρασε αυτοβούλως και άνευ της δικιάς μου θελήσεως, και μάλιστα εξέφρασε απόψεις που δεν της συμμερίζομαι και επίσης δεν είμαι σύμφωνος με αυτές. Και για να γνωρίζεις, εγώ ουδέποτε δεν θα αντιδρούσα έτσι σε οποιαδήποτε αντίστοιχη περίπτωση λόγω του πολιτισμού και των αρχών με τις οποίες μεγάλωσα και ανατράφηκα.

Επιπλέων επί της παρούσης το χέρι αυτό δεν μπορεί πλέον να αποκτήσει αυτόβουλη άποψη, λόγω του ότι το περιβάλει περί τα 3 εκατοστά γύψος σε όλη την έκταση μέχρι τον ώμο. Άρα δεν είναι δυνατό να αποφασίσει και να πράξει χωρίς την σύμφωνη γνώμη μου, παρά μόνο εάν σπάσει τον γύψο, σκέψη που αντεύχομαι λόγω του πόνου που θα δημιουργηθεί σε αυτό το σημείο, και που δυστυχώς είναι η μόνη μου πλέον επαφή με αυτό το σημείο του σώματος μου.

Θα ήθελα λοιπόν να σε παρακαλέσω, να μιλήσεις της κυρίας Μ. Ν. καθότι γνωρίζω ότι μια προσωπική φιλιά την έχεις μαζί της, και ο λόγος σου μετράει στα αυτιά, αυτής της εξαιρετική αρτίστας, που συνοδευόμενη από το καταπληκτικό ταλέντο υποκριτικής τέχνης που κατέχει ανέρχεται στην φαντασία μου … σαν μια Σταρ!…

Γνωρίζω ότι κάτω από τον ίσκιο των τελευταίων καταστάσεων, δεν είναι εύκολο, αλλά η παράκληση μου είναι μεγάλη, και είσαι η μοναδική πόρτα που μπορώ να χτυπήσω, έτσι ώστε να μπορέσω να επιδιορθώσω τα λάθη του δεξιού μου χεριού!

Πάντα δικός σου

Αλέκος Δεξιός…

26/12/07

Επιστολή σε ένα φίλο


Αγαπητέ φίλε,


Σου γράφω αυτό το γράμμα, με την ευκαιρία της τελευταίας ερώτησης που έθεσες –εμμέσως πλην σαφώς – του τι είναι η φιλία. Σαφέστατα η ερώτηση σου δεν ετέθει έτσι πεζά, αλλά αποτελεί την ουσία της τελευταίας μας συζήτησης. Δεν θα διαφωνήσω μαζί σου σε κανένα από τα επιχειρήματα που πολύ εύστοχα μου έθεσες.


Στόχος μου δεν είναι να σε πείσω για κάτι που ο χρόνος έχει αποδείξει μέσα στις φλέβες σου. Το μόνο που θα προσπαθήσω είναι να εκφέρω την δικιά μου άποψη, απλά για να φανώ αντάξιος στο διάλογο που ανοίξαμε. Ο Φιλόσοφος δεν ρητωρεί και απαιτεί, ακούει τον άλλο και μαθαίνει. Φιλόσοφος είναι ο καθείς για τον εαυτό του και για κανέναν άλλον. Επέτρεψε μου λοιπόν να φιλοσοφήσω πρώτα για μένα και μετά χάριν της ωραίας μας συζήτησης.

Επίσης η οποιαδήποτε καταγραφή θεωριών, έρχεται αντιμέτωπη του δικού μου τρόπου επιχειρηματολογίας, και έτσι θα προσπαθήσω να μεταφέρω γλαφυρά τις απόψεις μου και να δώσω το έναυσμα στην δική σου ψυχή να ερμηνεύσει, και να κρίνει την δικιά μου άποψη.

«Κάτω στον κάμπο, πέρα από τις πορτοκαλιές, το χώμα στα σπλάχνα του σπόρο μεγάλωνε.
Ο σπόρος ρώταγε την μάνα γη :

- Μάνα εγώ τον κόσμο τον τρανό πότε θα μάθω. Πότε θα δω τον ήλιο λαμπερό και το φεγγάρι νύχτα?
- Με καρτέρι και υπομονή, και εσύ σαν όλα τα λουλούδια την σειρά σου θα πάρεις. Απαντούσε η μάνα στοργικά και με νερό βρόχινο ετάιζε τον σπόρο.

Μέρες πέρασαν όχι μήνες και ο σπόρος από την γη κεφάλι έσκασε, τον κόσμο είδε. Χλωρό κλαράκι έγινε και αγωνία μεγάλη αμέσως το έπιασε.
- Μάνα γη εσύ που όλα τα ξέρεις, πότε θα γίνω εγώ όμορφο δεντράκι με ζηλευτά λουλούδια , όπως όλα τα άλλα?
- Γιε μου, εγώ σε μεγάλωσα και τα ξέρω όλα, μεγάλο θα γίνεις και εσύ καρτέρι και υπομονή να ‘χεις και σαν τα άλλα και συ μεγάλο θα γενείς.

Μέρες πέρασαν και όχι μήνες και το λουλούδι όμορφο κλωνάρι άπλωσε και μίσχο δυνατό ετοίμασε. Κλαριά μεγάλα δυνατά απλώσανε στον χώρο. Με τον καιρό πέταλα κόκκινα σαν τις φωτιάς ξεπρόβαλαν που σαν μανδύες αυτοκρατορικοί φαινόντουσαν.

Μήνες πέρασαν όχι χρόνια και το λουλούδι τον ήλιο χόρτασε, και το φεγγάρι λαμπερό πλέον δεν του φαινόταν. Σκέψεις βαριές μέσα του γυρνούσαν.
- Μάνα γη, τα πόδια μου τις ρίζες μου σε εσένα μέσα τα’χω και τα πάντα γνωρίζεις.
Ξέρω, είμαι αυτό που πάντα ήθελα να ήμουν, αλλά τώρα μόνος νιώθω και δεν ξέρω τι μου λείπει.
- Θα το μάθεις γιέ μου μόλις έρθει, μέχρι τότε θα το περιμένεις. Εγώ είμαι η μάνα γη και όλα τα γνωρίζω ! Τις ερωτήσεις αυτές τις έχω ξανα ακούσει και την απάντηση την ίδια πάντα δίδω. Καρτέρι και υπομονή γιέ μου!

Ένα καλοκαίρι σταυλοχελίδονο μικρό, ήρθε και έκατσε στου λουλουδιού την άκρη. Κουβέντα και ιστορίες για μακρινές παρτίδες εξιστορούσε και το λουλούδι χαρά μεγάλη βρήκε. Παρέα καλή κάνανε και η γη καμάρωνε που ο βλαστός της, το νόημα της ζωής το βρήκε.

Το καλοκαίρι πέρασε και το σταυλοχελίδονο σε άλλη πατρίδα το ένστικτο καλούσε. Με δάκρυα χαιρέτησε το λουλούδι και υποσχέθηκε ότι η καρδιά του εκεί θα είναι πάντα.
- Υποσχέσου μου ότι θα ξανάρθεις. Εγώ δεν μπορώ να φύγω να πετάξω, φτερά σαν και εσένα δεν έχω, και τα κλαριά μου μόνο ο άνεμος μπορεί και τα κουνάει. Σε χρειάζομαι…
- Θα έρθω, ποτέ δεν θα σε ξεχάσω. Πάντα στην καρδιά μου θα ‘σαι, και το καλοκαίρι σαν πάλι έρθει, εδώ πάλι θα είμαι. Ιστορίες καινούργιες φανταχτερές θα σου φέρω και πάλι.
Και όλα σαν και τώρα θα ‘ναι.

Με δάκρυα επέταξε και προς τον ήλιο πήγε. Το λουλούδι κλάμα έριξε και την μάνα γη αναρωτούσε.
- Μάνα, το βρήκα αυτό που μου έλειπε και πάλι το έχασα. Γιατί ? μόνος δεν θέλω πλέον να ‘μαι.
- Εγώ είμαι η μάνα γη, και πολλά από αυτά τα ξέρω τα έχω δει. Σκέψου μόνο αυτό : αν δεν έφευγε, και ήταν σαν εσένα ακίνητο.. Θα σου έλειπε ? θα το ονειρευόσουν ποτέ? Θα έλπιζες ποτέ ? Απάντα μόνο σου και σκέψου. Τώρα ξέρεις τι έχεις ανάγκη. Καρτέρι και υπομονή και ο χρόνος όλα τα απαντάει, μόνο αυτό σου λέω γιε μου.
Μέρες γιορτινές για τους ανθρώπους ήρθαν, και η μικρή λουλούδια από τον κάμπο μάζευε πολύχρωμα και εντυπωσιακά το σπίτι της να λάμψει.

Το χέρι της άπλωσε και το λουλούδι τράβηξε, και με μεγάλη περιέργεια δύναμη πολύ χρειάστηκε , μάλλον οι ρίζες μεγάλες μες τον χώμα απλωνόταν.

Το λουλούδι φώναζε την μάνα γη καλούσε, δύναμη να βάλει τις ρίζες μην αφήσει.
- Μάνα γιατί ? που πάω ? κράτα γερά μην φύγω!
- Μάνα είμαι εγώ όλων των λουλουδιών και γιους και κόρες πολλές μεγάλωσα! Μα εσύ είσαι αγαπητό γιατί σκεφτόσουν και έλπιζες την κάθε μέρα. Κρατάω γερά τις ρίζες σου αλλά των ανθρώπων η δύναμη με ξεπερνάει. Κράτα αυτά που σου έμαθα και φρόντισε να τα πλουτίσεις. Η ευχή μου μαζί σου πάντα θα ναι. Να το ξέρεις…

Δάκρυα το χώμα έριξε και η γη στο τόπο εκεί σκούρυνε θλίψη άπλωσε τριγύρω. Το κοριτσάκι παραξενεύτηκε για τα νερά που έβρεξαν τα φανταχτερά παπούτσια της άλλα σκέψη άλλη δεν συνέχισε.

Μέρες πέρασαν όχι μήνες και το λουλούδι μαζί με άλλα μέσα σε βάζο με νερό, το σαλόνι του σπιτιού το στολισμένο, χάζευε μελαγχολικά.

Από το παράθυρο, με τις κουρτίνες στολισμένο, οι ακτίνες του ήλιου τα δάκρυα σκούπιζαν του λουλουδιού, αλλά χαμόγελο δεν του χάριζε, δεν είχε.

Τα άλλα τα λουλούδια κουβέντα ξεκίνησαν και τον ρωτούσαν γιατί πονάει γιατί κλαίει ?

- Την μάνα μου την γη, και σεις μάνα την είχατε. Άλλα να μας προσφέρει δεν μπορούσε. Μας τάισε μας πότισε, μεγάλους και σοφούς μας άφησε, άλλα δεν είχε να μας δώσει. Τον φίλο μου το σταυλοχελίδονο πότε θα το ξαναδώ? Αυτόν σκέφτομαι και κλαίω και την φιλία του νοσταλγώ. Υπόσχεση είχα δώσει, εκεί στο κάμπο να τον περιμένω… αλλά αυτή την υπόσχεση πλέον δεν μπορώ να την τηρήσω. Ποιος θα μου λέει ότι είμαι όμορφος, ποιος θα δίνει χαρά στα αυτιά μου με ιστορίες?

Τα άλλα λουλούδια σώπασαν και ξανά δεν του μίλησαν. Αυτά δεν τα καταλάβαιναν δεν τα έζησαν. Μουρλό και παλαβό τον έλεγαν και παρέα δεν ζητούσαν.

Ένα πρωί στο παράθυρο ο ήλιος δώρο μεγάλο στο λουλούδι χάρισε. Το σταυλοχελίδονο ήταν εκεί και του εφώναζε :
- Έρχομαι, ο ήλιος και η γη μου δείξανε που είσαι. Έρχομαι μην ανησυχείς.
- Φύγε, αν σε δουν οι άνθρωποι θα σε κυνηγήσουν. Λουλούδια μέσα στα σπίτια τους τα θέλουν. Πουλιά όμως δεν ανέχονται. Φύγε πριν σε κυνηγήσουν!
- Δεν με νοιάζει, θα πάρω το ρίσκο να σε δω. Ιστορίες καινούργιες έχω να σου πω. Τα δάκρυα σου να γιατρέψω, τα πέταλα σου να χαϊδέψω..

Ρώτησε τον ποντικό πώς μες στο σπίτι να τρυπώσει, και σύντομα πάνω στο βάζο είχε κάτσει.
Το λουλούδι και το σταυλοχελίδονο παρέα και χαρές αρχίσαν πάλι. Διόλου δεν το ένοιαζε που τα πόδια του στο χώμα πια δεν πατούσαν. Η κάθε στιγμή το κάθε δευτερόλεπτο ήταν γιορτή και χαμόγελα συνέχεια σκορπούσε. Ο ήλιος καταχάρηκε στην γη το αντιλαλούσε. Το χώμα πάλι καφέ εγίνηκε και η πλάση χρώμα πήρε.

Μετά από αρκετή ώρα το λουλούδι είπε :
- Εγώ στο βάζο καιρό δεν μπορώ να ζω. Φύγε και κάνε άλλους φίλους, δεν θέλω να με δεις να μαραζώνω! Αν φύγεις και με αφήσεις ζωντανό πάντα θα ελπίζεις ότι θα με ξαναδείς.

Αν περιμένεις να χαθώ και μετά φύγεις, η ελπίδα να με ξαναδείς θα πεθάνει μαζί μου. Σε παρακαλώ άσε αυτό να είναι το τελευταίο δώρο μου σε εσένα.. Σε παρακαλώ..

Το σταυλοχελίδονο το σκέφτηκε και με δάκρυα στα μάτια, άπλωσε τις φτερούγες του και με θόρυβο έφυγε από το δωμάτιο.

Κάθε χρόνο το σταυλοχελίδονο γυρνάει και ψάχνει για το λουλούδι, και κάθε χρόνο το λουλούδι περιμένει το σταυλοχελίδονο.

Η ελπίδα τους να ξανασυναντηθούνε ποτέ δεν πέθανε…»

Για να είμαι δίκαιος και ορθός ως προς τον διάλογο και τις σκέψεις σου, η ιστορία είναι μόνο η μία άποψη της Φιλίας. Δυστυχώς ο μόνο τρόπος για να οριοθετήσεις τις αρχές τις φιλίας είναι να την ζήσεις. Όριο είναι εκεί που μπορεί να την φανταστείς, και μοναδική σου απαίτηση πάντα πρέπει να είναι η ελπίδα ότι αυτός/αυτή θα είναι πάντα φίλος, και τότε που πραγματικά τον χρειάζεσαι..

Φιλικά nkarakasis

11/12/07

Τέσσερεις εποχές




Κάποτε πολύ παλιά, πριν τους επιστήμονες και πολύ πριν την εξάπλωση των θρησκειών , υπήρχε ένας μύθος…

Ο Μύθος της πριγκίπισσας Ζιρκάτα.

Ξάπλωνε το κορμί της στον πιο ψηλό βουνό, και όταν τέντωνε τα πόδια της τα δάχτυλα της άγγιζαν την θάλασσα. Άπλωνε τα χέρια της και αγκάλιαζε όλους τους ανθρώπους σε ανατολή και δύση.

Τόσο μεγάλη και καλή ήταν η πριγκίπισσα Ζιρκάτα.

Όταν ακούμπαγε την ράχη της στην πλαγιά του βουνού, ο ουρανός σκοτείνιαζε και ο ήλιος στενοχωρημένα αποχωρούσε, δίδοντας την σειρά του στον χορό των αστεριών.

Όταν φορούσε το άσπρο πέπλο στα μαλλιά της, όπου ακούμπαγαν οι άκρες, το τοπίο άσπριζε, και νιφάδες χιονιού κάλυπταν τα δέντρα και τα σπίτια, σαν μια λευκή μαγική κουβέρτα που αγκάλιαζε την πλάση.

Όταν ανακάτευε τα πόδια της στην θάλασσα, κύματα μεγάλα ανακάτευαν τον βυθό, και όστρακα μαζί με πέτρες, ξεκινούσαν ταξίδι μακρινό και άγνωστο.

Όταν ανάπνεε βαριά, αέρας και βουητό σηκωνόταν και οι άνθρωποι αγκαλιασμένοι γύρω από την φωτιά, παρακάλαγαν την γιαγιά παραμύθι να αρχινίσει.

Όταν έλυνε τα μαλλιά της τα ξανθά, στο τοπίο ήλιος φωτεινός, με μυρωδιά καλοκαιριού ζέσταινε του ανθρώπους, και η πλάση πανηγύρι έστηνε, φορώντας το πολύχρωμο φόρεμα της.

Όταν έκλαιγε, τα δάκρυα έπνιγαν τις πόλεις και τα σπαρτά χάνονταν. Οι άνθρωποι φοβόντουσαν, και προσευχή άρχιζαν, η πριγκίπισσα γρήγορα να γιάνει..

Όταν όμως χαμογελούσε, πόνος και θλίψη δεν χωρούσε στην ψυχή των ανθρώπων και όλοι ταπεινά ευχαριστούσαν την πριγκίπισσα Ζιρκάτα, για τα δώρα που άδολα χαρίζει στην καρδιά τους.

Τόσο μεγάλη ήταν η πριγκίπισσα Ζιρκάτα.

Και εγώ την θυμάμαι, γιατί την είδα..

Την είδα να με κοιτάει και να μου χαμογελάει.

25/11/07

Αν μπορούσα να μιλήσω στην ζωή....




Πολύ με κουράζεις ζωή, τι σου έφταιξα. Καλά τόσοι υπάρχουν εμένα?

Από το πρωί με διώχνεις για την δουλειά. Και το βράδυ με βάζεις να κοιμηθώ ανήσυχα, φέρνοντας όλα τα προβλήματα της ημέρας στον ύπνο μου.

Πολύ με κουράζεις ζωή. Δεν μπορούσα και εγώ να είχα γεννηθεί πλούσιος σαν τον απέναντι μου? Πάλι για τα λεφτά με τρέχεις ?

Δεν σου ζήτησα λεφτά για λούσα, λεφτά για να ζήσω ζητώ.

Πολύ με κουράζεις ζωή. Θες να δεις τις αντοχές μου. Ίσως και να τις δεις. Δεν θα αντέξω και πολύ ακόμα.

Άλλα ένα δεν κατάλαβα, γιατί να μην δώσεις και μένα λίγη χαρά. Να δουλεύω για το κέφι μου. Να μην αναγκάζομαι να ζω! Αλλά να ζω!

-----------

Πάλι εσύ είσαι. Οι άλλοι έχουν τόσα άλλα προβλήματα δεν τα βλέπεις? Μόνο τα δικά σου βλέπεις. Τι κρίμα.

Πάλι εσύ είσαι. Και τις χαρές που έχεις δεν τις βλέπεις? Τα παιδιά σου είναι υγιή και σε αγαπάνε. Κάποια στιγμή η κούραση σου θα τα διδάξει κάτι. Καλά δεν το βλέπεις?

Πρέπει όλα τα ξέρεις, να στα εξηγώ? Ποιος είναι ο ρόλος μου? Φαντάζεσαι να ήταν όλα εύκολα. Πρέπει να αγωνιστείς, όχι για να νικήσεις του άλλους άλλα τον ίδιο τον εαυτό σου.

Πάλι εσύ είσαι. Νομίζεις ότι πλησιάζεις στις αντοχές σου. Κάνεις λάθος. Κοίτα γύρω τους άλλους και πες μου ποιανού το πρόβλημα νομίζεις ότι αντέχεις. Κανενός!. Μόνο τα δικά σου προβλήματα αντέχεις, και για αυτό και εγώ σου έδωσα μόνο δικά σου προβλήματα .

Θες την μάνα που δεν γνώρισε παιδί , θες τον φαντάρο που δεν γύρισε ποτέ ή τον ναυτικό που ακόμα ψάχνουν ?

Μην με ενοχλήσεις πάλι σε παρακαλώ. Μόλις ανοίξεις τα μάτια σου έλα, και τότε τα ξανακουβεντιάζουμε. Μην με ενοχλήσεις άλλο, αγωνίσου

Πίστεψε με δεν θες να ασχοληθώ μαζί σου..

11/11/07

Last Minute

- «Ο κάθε χωρισμός είναι και μια πικρή αλήθεια»

Έτσι ξεκίναγε συνήθως η συζήτηση μου με την Μαρία, η οποία προσπαθούσε να μου περιγράψει τον τελευταίο της χωρισμό. Η Μαρία είχε πολλούς ερωτικούς συντρόφους στην ζωή της. Εγώ πάλι τίποτα. Αν ισχύει αυτό που λένε ότι γίνεσαι ποιο σοφός ακούγοντας τα προβλήματα των άλλων, τότε πρέπει να είμαι πολύ σοφός. Την ζήλευα – με την καλή έννοια – γιατί εγώ ποτέ μου δεν έζησα τέτοιες καταστάσεις, ενώ η Μαρία ….

Η Μαρία ήταν καλή μου φίλη, εγώ όμως δεν την ήθελα για φίλη. Καμιά φορά εάν δεν έχεις περιθώρια επιλογών, απολαμβάνεις ότι περισσεύει.

Και αυτό που περίσσευε στην Μαρία ήταν η ανάγκη της για φίλους και όχι για ερωτικούς συντρόφους.

Άκουγα πάντα με προσοχή αυτά που μου έλεγε και προσπαθούσα να την βοηθήσω με τα πενιχρά μου επιχειρήματα. Μάταια όμως, γιατί αυτή μίλαγε για ερωτικές ιστορίες, ενώ εγώ τις απάνταγα με λογικά επιχειρήματα. Δεν είναι δίκαιος αυτός ο διάλογος.

Τα χρόνια περάσανε η Μαρία παντρεύτηκε και έκανε και ένα παιδί τον Αλέξανδρο. Εγώ δεν ευτύχησα σε αυτόν το τομέα! Ίσως η επιβλητική παρουσία της Μαρίας δεν με άφησε να δω.. μα τι λέω! ποτέ δεν έτυχε πραγματικά, εκτός από εκείνο το βράδυ σε μια εκδρομή με τους συναδέλφους από την δουλειά.. Μάλλον τα σκάτωσα και τότε..

Ακόμα και όταν η Μαρία ξεκίνησε το διαζύγιο με τον άντρα της, εγώ ήμουνα εκεί να την στηρίζω. Και όταν ο Αλέξανδρος έμπλεξε με κάτι αλήτες στο σχολείο, και τον έστειλαν στο νοσοκομείο, πάλι εγώ κάθισα στο πλάι του όλη νύχτα, για να μπορέσει να πάει να κοιμηθεί η Μαρία – Την άλλη μέρα είχε δικαστήριο και δεν έπρεπε να το χάσει.

Πάντα εκεί ήμουνα! Ο Ψυχίατρος μου – που επισκεπτόμουν τακτικά – μου έχει προτείνει να εξωτερικεύσω τα συναισθήματα μου, γιατί αλλιώς θα σκάσω.
Ας έσκαγα! αυτό δεν το ριψοκινδύνευα! Και αν η Μαρία έφευγε?…

Έφτασα πενήντα χρονών! Και τι κατάφερα? Από δουλειά δε λέω καλά τα κατάφερα.. αλλά μόνος. Μόνη συντροφιά κάποιες φωτογραφίες και το απογευματινό τηλέφωνο στην Μαρία.

Πριν δύο μήνες βρήκανε στην Μαρία, αυτήν την σπάνια ασθένεια στην καρδιά. Τσόνταρα και εγώ ότι είχα και δεν είχα να πάει στην Αγγλία να το ψάξει. Αγγλία σου λένε ! μεγάλοι γιατροί και επιβλητικά νοσοκομεία! Τρίχες . Μόνη γιατρειά ήταν η μεταμόσχευση, αλλά οι γιατροί μας το ξέκοψαν, έξι με επτά μήνες αναμονή αν είμαστε τυχεροί.

Καταλαβαίνεις τώρα λοιπόν μάνα ότι η καρδιά της και η καρδιά μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες? Από ιατρικής απόψεως είμαι συμβατός δότης, και χωρίς την Μαρία τι να την κάνω την καρδιά μου?.

Θα την σταματήσω τώρα μάνα και θα την δώσω εκεί που είναι ταγμένη. Έτσι θα ζήσω μέσα στην Μαρία και θα μάθει όλα τα μυστικά που δεν τις είπα τόσα χρόνια…

Σου στέλνω μαζί με αυτό το γράμμα, τα τελευταία ψήγματα αγάπης που μπορεί να παράγει η καρδιά μου. Ξέρω ότι θα στεναχωρηθείς, αλλά μην το κάνεις. Για πρώτη φορά μάνα νιώθω τι σημαίνει ευτυχία!

Σε αγαπώ πολύ και να ξέρεις, έκανα αυτό που αγαπούσα πάντα!...
Ο Γιός σου…
ΥΣ.
«Κάθε χωρισμός είναι και μία πικρή αλήθεια»





Σχόλια
Τέτοιες αγάπες συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια, και ναι , αυτά τα παραμύθια καμιά φορά τα διαβάζουμε σε μικρές λεζάντες στις εφημερίδες..

8/11/07

A dot IN Time….


Την έπιασε σφικτά από την μέση, και ένωσε το πρόσωπο του με το δικό της. Αυτή ανάσαινε βαριά, λες και η δύναμη που είχε βάλει στην μέση της, την έσφιγγε σαν φίδι το θύμα του. Το κάθε άλλο.

Το κορμί του έτρεμε με μικρούς σπασμούς κάνοντας όλους του μυς του σώματος να εκκρίνουν τον ποιο σεξουαλικό άρωμα που μπορεί να υπάρξει . Με αργές νωχελικές κινήσεις ακούμπησε τον γοφό της και πλησίασε το στόμα του στο αυτί της.

«Σε αγαπώ!» Άρχισε να την φιλάει με πάθος, και αμέσως το δωμάτιο άλλαξε όψη σαν να παρουσίασε ο καλύτερος μάγος του κόσμου την καλύτερη του παράσταση.

Ο καναπές μεταμορφώθηκε σε κήπο με τριανταφυλλιές που το άρωμά και το κόκκινο χρώμα τους, σκέπασαν την γη και κάλυψαν τον ορίζοντα με το μεθυστικό άρωμά τους.

Το κρεβάτι ανακατεύτηκε με την θάλασσα και το μαξιλάρι μεταμορφώθηκε σε ιστιοφόρο που κάλπαζε με μανία πάνω στα κύματα.

Από το παράθυρο φαινόταν πλέον καθαρά τα σύννεφα της καταιγίδας να πλησιάζουν ανακατεμένα με αέρα και αστραπές και το χαλί πήρε την μορφή πράσινου υδροβιότοπου που πάνω του κατοικούσαν τα ποιο σπάνια ζώα….

Με μία κίνηση την πέταξε στο κρεβάτι, ψιθυρίζοντας λόγια βγαλμένα από βιβλίο μεγάλου ποιητή, πλεγμένα με τα ποιο όμορφα λουλούδια του κόσμου.

Με τα χέρια του ανακάτευε τα ξανθά μαλλιά της, σαν τα στάχυα που τα λικνίζει ο άνεμος κάνοντας τον ήλιο να στεναχωριέται που πρέπει να δύσει.

Με λόγια ερωτικά, που μόνο κουρσάρος ψυχών μπορούσε να ξεστομίσει, έβγαλε και το τελευταίο ύφασμα από πάνω της. Τα ρούχα της έπεσαν στο πάτωμα σαν μετάξι που λικνίζεται με το απαλό αεράκι.

Μέσα στα κύματα του κρεβατιού, λικνίζονταν σαν ακυβέρνητο καράβι που το έχει πάρει το ρεύμα. Τα κορμιά τους παλλόντουσαν και το δωμάτιο άλλαζε με ταχύτητα μορφές και χρώματα. Ο χρόνος κυλούσε αργά σαν την σταγόνα που πέφτει από την πηγή σε αργή κίνηση.

Το πάθος τους αντήχησε σε όλη τη γη και η γη αφουγκραζόταν. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει την στιγμή αυτή.

Μετά από ώρα, ξαπλώσανε και οι δύο στο πλάι. Το δωμάτιο πάλι πήρε την μορφή του, και αυτός σηκώθηκε από το κρεβάτι.

«Την άλλη Παρασκευή πάλι! Έτσι?»
«Έτσι» αποκρίθηκε με ένα νόημα η γυναίκα. Φόρεσε τα ρούχα του και άφησε στο κομοδίνο τα χρήματα.

26/10/07

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ




ΚΕΦ1

Ξεφύλλισε την εφημερίδα με μένος. Τα μάτια του άλλοτε ψυχρού επιχειρηματία, τώρα ήταν κόκκινα από τόν θυμό. Αν και γενικά ψύχραιμος άνθρωπος, αυτή την φορά είχε φτάσει στα όρια. Έχοντας ζήσει μία ζωή με στερήσεις, δεν μπορούσε να δεχθεί την ανάγκη ελευθερίας της Κρίστυ. Μπορεί να ήταν κόρη του αλλά το κάθε πράγμα έχει και τα όρια του. Και αυτά είχαν ξεπεραστεί.

Στο σπίτι επικρατούσε μία σιγή που θύμιζε στρατιωτικό θαλάμο μετά απο σιωπητήριο. Μόνο η τηλεόραση στο βάθος ακουγόταν σιγανά. Ούτε που είχε προσέξει ότι άρχισε το παιχνίδι. Τώρα δεν ήθελε να δει ποδόσφαιρο.

Γύρισε στο πίσω μέρος της εφημερίδας. Δεν διάβαζε τίποτα. Σκεπτόταν έντονα. Ένιωθε τα μηνίγγια του να φουσκώνουν, και στο μυαλό του ερχόταν η φράση «Δεν σε θέλω, ποτέ δεν μου στάθηκες – ποτέ σου δεν με κατάλαβες. Σε σιχαίνομαι…».

Πως μπόρεσε .. πώς μπόρεσε…. Δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά, μόνο επαναλάμβανε τα τελευταία λόγια της Κρίστυ, πριν κλείσει την πόρτα πίσω της.

Τώρα ήταν μόνος. Σηκώθηκε – σχεδόν πέταξε την εφημερίδα στο πάτωμα – πήρε ένα χαμηλό ποτήρι από το ντουλάπι και το γέμισε με Ουίσκι. Ξέρει ότι ο γιατρός του είχε πει να μετριάσει το ποτό, αλλά αυτήν την στιγμή τον είχε γραμμένο και τον γιατρό και την κολωασθένια του.

Έπινε την μία γουλιά μετά την άλλη κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Μια κυρία στο πάρκο απέναντι έσπρωχνε ένα κόκκινο παιδικό καροτσάκι, και χαμογέλαγε.
Επαναλάμβανε τις τελευταίες λέξεις συνέχεια μέσα στο μυαλό του. Ένιωθε να χαράζονται οι λέξεις με ξυράφι μέσα στον εγκέφαλο του, και σχεδόν ένιωθε την λεπίδα κάθε φορά που τις επαναλάμβανε.

Με μια αίσθηση αηδίας, κάθισε πάλι στην μπεζέρα του και έκλεισε τα μάτια. Σιγά σιγά το ουίσκι έκανε την δουλειά του. Μια μικρή ζαλάδα, κατέβασε τους ρυθμούς της καρδιάς, και η πίεση στα μηνίγγια ελάττωσε τους ρυθμούς της.

Τα μάτια βούρκωσαν και στο μυαλό ήρθε η ανάμνηση μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που η Κρίστυ μωρό, πριν πάει για ύπνο ήθελε να φιλήσει τον μπαμπά της. Να ακούσει τις ιστορίες του, να πάει μαζί του στην δουλειά.

Πώς καταντήσαμε έτσι….

Ένας πόνος στο κεφάλι του δεν τον άφηνε να σκεφτεί. Και το είχε τόσο ανάγκη…

-------------------------------------------------

ΚΕΦ 2

Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα, όταν έπιασε το κινητό στα χέρια της. Δοκίμασε να πάρει την Σάσα, άλλα βούιζε. Το έκλεισε και περπάτησε με γοργά βήματα μέσα από το πάρκο.

Μια κυρία είχε πάρει αγκαλιά το μωρό της και του σκούπιζε το στόμα από τα σάλια. Δίπλα της ένα καρότσι παιδικό. Της έκανε εντύπωση το κόκκινο χρώμα του καροτσιού και η ευτυχισμένη φάτσα της μητέρας. Το τελευταίο πράγμα που είχε διάθεση να δει ήταν ευτυχισμένες φάτσες. Ο κόσμος ήταν όλος σκατά, και αυτή ήταν αναγκασμένη να ζεί μέσα σε αυτά.

Μόλις πέρασε το πάρκο, και έστριψε στην γωνία, κλάματα ήρθαν στα μάτια της. Τόσο δυνατά που άθελα της μούγκριζε σαν να πονούσε. Τα δάκρυα την ενοχλούσαν να βλέπει και στάθηκε για λίγο έξω από σε ένα μαγαζί με ρούχα, να ηρεμήσει.

«Μα είναι δυνατόν να μην με καταλαβαίνει. Είναι δυνατόν να μην θέλει να με καταλάβει..» έλεγε και ξανά έλεγε από μέσα της. Και όσο το επαναλάμβανε τόσο πιο πολύ έτρεχαν τα δάκρυα…

Η παρουσία ενός μικρού παιδιού που περνούσε τυχαία τον δρόμο, και που την κοίταζε περίεργα, την έκανε να διακόψει το έντονο κλάμα.
Φαινόταν πολύ φτωχό και .. μόνο. Τα ρούχα βρώμικα και τα παπούτσια λιωμένα. Τα μάτια του είχαν μια στεναχώρια, που πρώτη φορά έβλεπε.

Σκέψεις γρήγορες αντανακλαστικές της ήρθαν στο μυαλό. Τύψεις για αυτά που είπε στο πατέρα της φορτώθηκαν αυτόματα στο στήθος που παλλόταν τώρα πιο γρήγορα από ποτέ.
Ποτέ δεν του είχε μιλήσει έτσι. Πάντα ήταν ο ήρωας της. Ήταν ο άντρας της ζωής της .. πώς του μίλησε έτσι…

Δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ, αλλά δεν έπρεπε να του μιλήσει έτσι. Τώρα ήταν πιο μπερδεμένη όσο ποτέ. Τα πάντα ήταν μάταια.

-------------------------------------------------

ΚΕΦ3

«Είχαμε κάνει μια συμφωνία που να πάρει ο διάολος!» αναφώνησε από μέσα του. «20 χρόνια σου είχα ζητήσει να μεγαλώσει, και μετά ότι θες, ακόμα δεν είναι η ώρα!».

Ο νοσοκόμος του έβαλε τον αναπνευστήρα και του πέρασε τα λαστιχάκια πίσω από τα αυτιά. Ένας άλλος νοσοκόμος άρχισε να σπρώχνει το κρεβάτι με βιασύνη προς την αίθουσα ανάνηψης.

Είχε ακόμα τις αισθήσεις του, όταν εμφανίστηκε από την γωνιά τρέχοντας η Κρίστυ φωνάζοντας το όνομα του.

Τα μάτια του μαλάκωσαν, και ακούμπησε πιο αναπαυτικά στο μαξιλάρι. Εν κινήσει η Κρίστυ του έπιασε το χέρι, και του φώναζε «Μπαμπά σε αγαπώ, μη με αφήν…».

Ο ύπνος ήταν γλυκός και ήρεμος. Όλα ήταν ήρεμα και απλά. Μια νιρβάνα διαπερνούσε όλο του το σώμα, και για πρώτη φορά αντιλαμβανόταν την έννοια του παραδείσου.
Σαν όνειρο άκουγε μια φωνή από το υπέρ-πέραν. Η φωνή της Κρίστυ ήταν που έλεγε «Μπαμπά, Μπαμπά..»

Μπαμπά! Τι ωραία λέξη !

Σαν ταινία ασπρόμαυρη που κυλούσε γοργά, έβλεπε την ζωή του να περνάει σαν το νερό που τρέχει στο ρυάκι. Το ρυάκι της ζωής που άλλοτε πήγαινε αργά και άλλες φορές δύσκολα, τώρα πήγαινε γρήγορα και όδευε προς την θάλασσα. Ναι! την έβλεπε την θάλασσα από μακριά. Ένα απόλυτα όμορφο άσπρο φώς.

Όσα και να έβλεπε σε αυτήν την γρήγορη εναλλαγή εικόνων, οι μόνες που τον κάνανε να τινάζεται ήταν αυτά με την Κρίστυ..

Η γέννα – η πρώτη αγκαλιά – το πρώτο χαμόγελο – η πρώτη μέρα στο σχολείο ….

Όλες τις πρωτιές τις είχε αυτός. Και τότε συνειδητοποίησε ότι όλη του η ζωή ήταν η Κρίστυ και τώρα αυτή η ζωή έφευγε. Όδευε προς την θάλασσα, σαν ένα καράβι που τον είχε πάρει το ρεύμα και με καπετάνιο ένα ανήμπορο γέρο, χωρίς δύναμη να γυρίσει το τιμόνι.

Τότε άκουσε την Φωνή που δεν είχε κατεύθυνση, και ακουγόταν από παντού.

"Είσαι έτοιμος?"

Χωρίς ανάσα απάντησε :

«Όχι» «Αν έρθω τώρα θα με πάρεις δυστυχισμένο, αν περιμένεις θα με πάρεις με την θέληση μου» «Δεν έχω τελειώσει.» είπε φωνάζοντας.

«Πόσο πολύ την αγαπάς?»

Και ο πατέρας απάντησε χωρίς να σκεφτεί: «Την αγαπάω σαν Θεό μου!»

“Είσαι σε θέση να χάσεις τα πάντα για αυτήν?»

Και ο πατέρας απάντησε :
"Τα πάντα είναι αυτή, και εγώ είμαι τα πάντα για αυτή. Αν φύγω τώρα όλοι θα έχουμε χάσει αυτό το οποίο Μας δίδασκες. Την πίστη για την Αγάπη. Και Αγάπη μεγαλύτερη από του Γονιού δεν υπάρχει. Για αυτό με γέννησες, μην το ξεχνάς!»
Και συμπλήρωσε
"Απλά είμαστε ίδιοι χαρακτήρες, και διαφωνούμε καμιά φορά"

Και η Φωνή γέλασε, τόσο δυνατά που ακούστηκε παντού.

"Την ίδια ερώτηση έκανα και στην Κόρη σου! Και αυτή ήρθε εδώ. Και αυτή μου έδωσε τις ίδιες απαντήσεις! Δεν άντεξε τον θάνατο σου και ήρθε εδώ να σε βρει! Η δικιά σας Αγάπη είναι σαν την Αγάπη που δίδω εγώ στους Ανθρώπους. Δεν είναι πάντα δίκαιη και ούτε είναι εύκολο να ζεις μαζί της, αλλά ποτέ άδικη. Τώρα θα αγαπιόσαστε πιο πολύ και θα έχετε καταλάβει και η δύο ότι ο ένας είναι το αποτέλεσμα της Αγάπης του άλλου. Συχώρεσε τα λάθη της γιατί είναι δικά σου λάθη. Συγχώρεσε το πάθος της, γιατί εσύ πρώτος είχες αυτό το πάθος. Βοήθησε την κόρη σου να αποβάλει τα λάθη που εσύ της έδωσες."

Ένα δυνατό φώς, τύφλωσε τα μάτια του πατέρα. Φωνές ακουστήκαν από πάνω του.

"Συνέρχεται, ακούστηκε μια φωνή" «Θάυμα, μόνο Θαύμα μπορεί να είναι»….

«Ναι..» ψέλλισε αδύναμα ο πατέρας .. «Το θαύμα της Αγάπης… να το θυμάσαι…»



Σχόλια:
Δεν ξέρω ποιος αγαπάει πιο πολύ τον άλλο. Ο πατέρας την Κόρη ή Κόρη τον Πατέρα. Στο κάτω - κάτω είναι σαν μιλάμε για την ίδια αγάπη vice-versa. Απλά πολλές φορές για να το συνειδητοποίήσει κανείς πρέπει να είναι έτοιμος να το χάσει.. (ανθρώπινες αδυναμίες ή Θεϊκές υποδείξεις??)



“Σε αγαπώ γιατί στα μάτια σου βλέπω τον ευατό μου»
Όσκαρ Ουάιλντ.