10/12/11

Όμα


Την 'λέγαν Ειρήνη. Ποτέ μας δεν την φωνάξαμε έτσι. Γερμανίδα από την μεριά της μητέρας της, είχε φροντίσει να την φωνάζουμε “Όμα” (από την γερμανική λέξη “γιαγιά”).
Αυτό δεν αλλάζει.
Όπως και τότε - πιτσιρικάς- που μου ζητούσαν στο σχολείο, “γράψτε το όνομα της γιαγιάς σας”, «Ομα» έγραφα με απαράδεκτα γράμματα. Η δασκάλα δοκίμασε να με διορθώσει με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχει τέτοιο όνομα · εγώ αντιστάθηκα. «Όμα» είναι και δεν αλλάζει. Ορισμένα πράγματα, ποτέ τους δεν αλλάζουνε. Οι μνήμες είναι ένα από αυτά, έχουν την συμμετρία τους και τον αναχρονισμό τους και δεν χρειάζονται βαρύγδουπα επιχειρήματα για να καταλάβει κανείς ότι δεν αλλάζουν. Αφορούν το παρελθόν · εκείνο που μπορεί και επιβάλει στον τωρινό χρόνο μου να τηρήσω μια συνέπεια εκμαίευσης.
   Επιστρέφω λοιπόν: Πόρτο Χέλι 1981, στο σπίτι της θείας μου. Διέσχιζε το χωράφι και η φούστα της, εκείνη με τα τεράστια λουλούδια ανέμιζε πλάι απ’ τους αμάραντους και τα αγριόχορτα. Όσο και να με βασανίσεις, μεγάλα δέντρα δεν θυμάμαι γύρω της και αυτό μάλλον οφείλεται στο ότι η Όμα σε όσα χαρτιά και να την ζωγράφιζα ήταν πάντα η μεγαλύτερη από όλα τα άλλα αντικείμενα. Ήταν η Όμα μου. Εγώ, κάπου δώδεκα χρονών, μικρό αντράκι μαζί με τον ξάδελφο τον Τάκη να έχουμε τρέξει να την προϋπαντήσουμε και εκείνη να χαμογελάει περίεργα μέσα από τα τεράστια σκοτεινά γυαλιά της. Το λεωφορείο της γραμμής την είχε αφήσει κοντά στο λιμάνι και αντί να πάρει τον γύρω δρόμο που ήταν ασφάλτινος, αποφάσισε να κόψει μέσα απ’ τους αγρούς. Καθόλου άσχημα. Μισή ώρα πριν είχαμε γυρίσει απ’ την θάλασσα, και είχαμε τρέξει στο ντους να ξεπλυθούμε. Πάνω η θεία μου είχε βαλθεί να μαγειρέψει και οι μυρουδιές το έσκαγαν απ’ το παράθυρο σαν ερωτευμένος κλέφτης. Το στομάχι γουργούριζε, αλλά τα αστεία που κάναμε με το λάστιχο στην αυλή δεν ήταν δυνατόν να τα παρατήσουμε. Δύο λεμονιές και τέσσερις πορτοκαλιές και κάτω χώμα. Χώμα! Να κάτι που δεν βρίσκεις εύκολα πλέον στο τσιμέντο που κλειστήκαμε. Ο θείος μου ο Παπά Νικόλας μόλις είχε έρθει απ’ τη εκκλησία και μας χάζευε απ’ το μεγάλο παράθυρο. Θαρρώ γελούσε με τα παιχνίδια μας. «Τελειώνετε με το λάστιχο, να ντυθείτε να πάτε να πάρετε την Όμα, άντε!» μας φώναξε η Θεία Μαρία από πάνω και εμείς - όχι τα καλύτερα παιδιά του κόσμου - μπουγελωθήκαμε ακόμη τρεις με τέσσερις φορές μέχρι να αποφασίσουμε να πάμε να ντυθούμε.
Η μάνα μου, η Όμα και ο Όπα (ο Παππούς μου) ήταν στην Αθήνα μέρες τώρα. Ειδικά ο Όπα, απ’ αρχή του καλοκαιριού δεν είχε κατέβει καθόλου. Δυο μέρες πριν είχαν ανέβει όλοι στην Αθήνα μαζί η θεία μου η Μαρία με τον θείο τον Παπά που μας φιλοξενούσαν. Μας κράτησε η γειτόνισσα στο σπίτι της. Εμείς είχαμε ενθουσιαστεί, σε ξένο σπίτι και σε καινούργια κρεβάτια, δεν θέλαμε κάτι άλλο παρά μια καινούργια περιπέτεια. Σε αυτήν την ηλικία πρώτα σκέφτεσαι την περιπέτεια και έπειτα την ντροπή να μείνουμε σε ξένο σπίτι. Ας είναι, καλά περάσαμε και εκεί. Μας έφτιαξε μπιφτέκια το μεσημέρι να μας περιποιηθεί και το απόγευμα κάναμε βόλτες με το ποδήλατο στο χωμάτινο δρόμο που ένωνε τα σπίτια μας. Ο δρόμος χώριζε τα χωράφια με ένα συρματόπλεγμα. Σαν γίναμε άσπροι απ’ την σκόνη μας ήρθε η φαεινή ιδέα να πετάξουμε ένα καπάκι πάνω σε μια φωλιά από μέλισσες που είχε κρεμαστεί σαν σταφύλι στο συρματόπλεγμα. Οι μέλισσες στριφογύριζαν, έμπαιναν και έβγαιναν στην φωλιά ακούραστα, θύμιζαν περισσότερο μια κιτρινόμαυρη αγέλη πολεμιστών. Να τις κοιτάς από απόσταση είναι κάτι το εκπληκτικό, όταν τους πετάς όμως ένα καπάκι (από μπουκάλι) πάνω στην φωλιά τους, το καταπληκτικό μετατρέπεται σε ταχύτητα που αναπτύσσεις για να εξαφανιστείς.. Δεν είχαμε γονείς κοντά μας, γεγονός που σήμαινε ότι μπορούσαμε να κάνουμε και κάτι “επιπλέον” για να διασκεδάσουμε. Καθόλου διασκεδαστικό όμως, το ομολογώ. Οι μέλισσες μας πήραν στο κατόπι και εμείς για να κρυφτούμε μπήκαμε στο σπίτι της γειτόνισσας φωνάζοντας από φόβο αλλά κι από πόνο γιατί κάποιες μας πέτυχαν στα πόδια. Ήταν σαν να είχαμε πάρει φωτιά! Το πρόσωπό μας φανέρωνε τρόμο και τα δάκρυα είχαν την τιμητική τους. Τις άκουγα να μας βρίζουν, φαντάστηκα δε φευγαλέα, μια τεράστια μέλισσα να πετάει μια κοτρόνα πάνω στο σπίτι μας. Φρίκη! Για καλή μας τύχη στην αυλή υπήρχε ένα λάστιχο και μου έκοψε να ανοίξω την βρύση να τις καταβρέξω. Μόλις είδαν το νερό σκορπίσανε, αίφνης βγήκε από την μπαλκονόπορτα και η γειτόνισσα που μόλις κατάλαβε τι γινότανε μας φώναξε να μπούμε στο σπίτι και να κλείσουμε τα παντζούρια. Η ίδια έμεινε έξω να καταβρέχει παντού, αφού πρώτα βούτηξε απότομα το λάστιχο απ’ τα χέρια μου. Μικροί και άθλιοι, σκύψαμε το κεφάλι και δεχτήκαμε τις πρώτες βοήθειες από την καλή γειτόνισσα. Το αποκορύφωμα όλων ήταν όταν ζητήσαμε να μείνει η “περιπέτεια” μας μυστική από την μάνα μου και την μητέρα του ξαδέλφου μου. Ας πούμε, δε θα αντιδρούσαν και πολύ κόσμια. Η γειτόνισσα, χαμογέλασε σαν μας άκουσε να την παρακαλάμε για ομερτά ντροπαλά. Δεν απάντησε, αλλά συνέχισε να μας αλείφει με μια αλοιφή τα πόδια. Στο τέλος επιστρατεύσαμε και το τελευταίο όπλο την «Συγνώμη».
    Εκεί κάπου πρέπει να έπεσε το φρούριο γιατί σύντομα καταλήξαμε στο τραπέζι της κουζίνας με ένα παγωτό. Αίσιο τέλος. Όλα αυτά συνέβησαν δυο μέρες πριν επιστρέψουν όλοι και τρεις πριν φτάσει μέσα απ’ τους αγρούς η Όμα. Τρέξαμε όλοι και την αγκαλιάσαμε· εκείνη μας έκρυψε απ’ τον ήλιο μέσα στα χέρια της και τότε πρόσεξα ένα δάκρυ να δραπετεύει κάτω από τα μεγάλα κοκάλινα γυαλιά της, αλλά δεν έδωσα σημασία. Οι μεγάλοι πάντα δακρύζουν αντίθετα απ’ τους μικρούς που πάντα γελάνε. Μας κράτησε απ’ το χέρι και περπατώντας μέσα στα μεγάλα χόρτα μας ρωτούσε, πως περνάμε, αν κάνουμε μπάνιο και τα σχετικά. «Στην γειτόνισσα ήσασταν φρόνιμοι;». Κοίταξα τον Τάκη με σημασία, πως μπορεί να ξέρει; δεν ξέρει! Απαντήσαμε και οι δύο με ένα ένοχο Ναι, μακρόσυρτο γεμάτο σύννεφα. «Τι συνέβη;» ρώτησε λίγο ανήσυχη. «Είναι μυστικό» απάντησα εγώ, θαρρώντας σε ένα σεβασμό προς το μυστικό. «Θα μου το εξομολογήσετε αμέσως!» Είπε αυστηρά. Σε κάτι τέτοια απότομα είχε ένα έμφυτο τρόπο. «Εξομολογήσεις γίνονται μόνο στον Παπά» Είπε ο Τάκης. «Σιγά, αρκεί να το πεις, δεν είναι ανάγκη να είναι Παπάς κάποιος...» «Ε δεν κάνει!» επέμενα εγώ. «Θα σας φάει η αμαρτία...» Ένιωσα άσχημα. Ήταν αμαρτία να έχεις μυστικά; Και αν ναι, πως θα μπορούσα; Εξάλλου σχεδόν μας είχε κάνει κουρέλι με το μυστικό μας. Κοίταξα τον Τάκη ξανά με νόημα. «Και σε ποιόν να το πούμε;» «Πείτε το σε εμένα, το ίδιο είναι. Τι παπάς, τι Όμα, το ίδιο και απαράλλαχτο. Θέλετε να δανειστώ κανένα ράσο του θείου σας;» Το σκέφτηκα και ένιωθα τελείως παραδομένος στην απλή λογική της. Αν το έλεγα θα είχα ελαφρύνει. Όπως και συνέβη. Όπως και εκείνη άκουσε προσεκτικά την «αταξία»μας. Περίμενα να μας μαλώσει αλλά εκείνη δεν μόρφασε καθόλου. Αντίθετα είπε με μεγάλη ηρεμία στην φωνή της. «Τώρα ξέρετε τι δεν πρέπει να κάνετε!» «Είναι κακό πράγμα οι μέλισσες» συμφώνησε ο Τάκης. «Δεν μιλώ για αυτό. Για τα μυστικά, μην έχετε μυστικά. Να ένα που έχω εγώ, θα σας το πω στο τραπέζι» Η αλήθεια είναι είχαμε πολλούς λόγους να είμαστε χαρούμενοι. Η Όμα ήταν μαζί μας και το μυστικό μας διατηρήθηκε μεταξύ μας (δεν το είπε σε κανένα). Επιπλέον έμαθα ότι την επομένη θα ερχόταν και η μάνα μου, αφού τελείωνε με κάποιες δουλειές που είχε ακόμη στη Αθήνα. Αφού κάτσαμε στο τραπέζι, μου ήρθε μια ερώτηση. Μάλιστα αναρωτήθηκα πως δεν την είχα εκφράσει μέχρι εκείνη την στιγμή. «Ο Όπα που είναι;» Η Όμα έσκυψε στο τραπέζι και μας έπιασε τα χέρια δυνατά. Τότε ήταν που παρατήρησα ότι ακόμη δεν είχε βγάλει τα μαύρα της γυαλιά. Τα φορούσε συνέχεια αφήνοντας απ’ κάτω ένα χαμόγελο ελαφρά φτιαχτό - αλλά απόλυτα αρμονικό με την ταλαιπωρημένη της όψη. Αν δεν την ήξερες θα έλεγες ότι ήταν χαρούμενη, αλλά εγώ την είχα ζήσει και ήξερα ότι κάτι βαρύ την απασχολούσε. Μου φάνηκε παράξενο που είχε έρθει μέσα απ’ τους αγρούς.
  Μου φάνηκε ιδιαίτερο ότι πήγαμε να την πάρουμε μόνοι μας, χωρίς να μας συνοδέψει κάποιος μεγάλος από το σπίτι. Σαν να ήθελε να μας συναντήσει μόνους μας, σαν να είχε φτιάξει ένα χαρούμενο σκηνικό για να στήσει το μικρό της θέατρο. Αυτό το τσάκισμα που την είχε ρίξει σαν άνθρωπο, ήρθε να μας το παρουσιάσει σαν κάτι που όλοι οι άνθρωποι έχουν. Να μας το εμφανίσει με ένα τρόπο που δεν θα μας πληγώσει, ακόμη και αν εκείνη ήταν λαβωμένη. Με ένα φτιαχτό χαμόγελο δοκίμασε να μας πάρει αγκαλιά και τους δύο. «Ο Όπα έφυγε στους ουρανούς. Δεν θα επιστρέψει ο Γκιοβανάκης μου!»

2 σχόλια:

fotini είπε...

καλησπέρα Νικόλα

πώς να σχολιάσει κανεις τα γραπτά σου? δεν εχω λογια..

nkarakasis είπε...

Καλησπέρα Φωτεινή. :)