Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για κλάμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Για κλάμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6/1/08

Το ημερολόγιο μιας Αγίας


Νωρίς πρωί εξύπνησα, μέσα στο μπάνιο μπήκα, μα αν και το κορμί μου καθαρό, ψυχή βαριά σαν πέτρα στην λίμνη καθισμένη.


Το πρωινό ήταν λιτό, φρούτα χυμός και πορτοκάλι, αν θα ‘πρεπε στην ζυγαριά επάνω να ανεβώ, και τα γραμμάρια μέτραγα, πάλι σαν χθες τα ίδια πρέπει να ‘ταν.

Ο ουρανός μουντός, με άσπρη σκόνη τα σύννεφα τριμμένα, άραγε σήμερα τι διάφορο θα μου συμβεί, τι να μου φέρνει η νύχτα?

Ντύθηκα φόρεσα ρούχα απλά, κορμί να μην μαγεύει. Πήρα την τσάντα την μπορντώ, αυτή με τα άστρα απέξω. Έβαλα μέσα χρήματα για να ψωνίσω φέτες, ψωμί του τοστ και βούτυρο που απ ’το ψυγείο λείπουν.

Στο γυμναστήριο έφτασα και ο διάδρομος με ρούφηξε, τις σκέψεις μου τραβούσε. Εικόνες από το χθες, πρόσωπα ιδρωμένα, και λεκιασμένα χρώματα μες στην ψυχή μου σκάλωσαν την νιότη μου τραβούσαν.

Άραγε σήμερα ο θεός ποιόν λίγδα ποιόν σατράπη, ποιός την τύχη μου τη στραβή απόψε θα υφάνει ?

Μετά το γυμναστήριο, βόλτα στο σουπερμάρκετ. Χρόνος υπήρχε ακόμη εδώ, οι τράπεζες μην κλείσουν.

Λόγια απλά καθημερινά, την βρώμα του κορμιού μου, κανείς τους δεν την πρόσεχε, κανένας δεν την ξέρει. Έτσι λοιπόν με χαιρετάν κάθε πρωί στο μαγαζί που τρόφιμα ψωνίζω. Και ‘γω μες τους ανθρώπους χάνομαι το πλήθος να με κρύψει.

Ώρα 12:00 ακριβώς όπως και κάθε μέρα, ο άνθρωπος πίσω από το γκισέ τα χρήματα μετράει. Και με το βλέμμα πονηρό απόδειξη εκδίδει.
- «Στο όνομα Θεοτοκάτου Μαίρη είπαμε, να μη το ξαναλέμε»
Χαμόγελο εισέπραξα, τα χρήματα επήρε,
- «Το όνομα του καταθέτη ξεχάσατε, εδώ το όνομα γράψτε..»
- «Ανώνυμα ,και πάλι όπως χθές. Δεν θέλω να μάθει το όνομα κανείς, ούτε και συ ο ίδιος!.»

Ώρα 14.00 ακριβώς, τρέχω λαχανιασμένη εκεί δίπλα στο στενό κάτω από τις πινακίδες. Εκεί όπου δεν φαίνομαι, και ‘γω τα βλέπω όλα.

Παιδιά πολλά, σχολείο σα σχόλασε, και απ έξω όλα τα δέντρα ανθήσαν. Η μουριά καρπό παρουσίασε, και το χαλί της φύσης φάνηκε, μέσα από το τσιμέντο.

Χαμόγελα παντού, γονείς τα περιμένουν. Νάτο και το καμάρι μου, στον ώμο την τσάντα είχε. Θαρρώ πολλά θα έμαθε και στο σχολείο πρώτο. Είχε το αστέρι του ουρανού πάνω από το κεφάλι, και με νεραιδόσκονη την είχανε ποτίσει, σωστή κοπέλα έγινε , μακάρι να την ήξερα, αλλά τι να την διδάξω?

Έτρεξε μπρός, και τα μαλλιά ανεμίζανε σαν χαίτη αλογίσια, όπου ο κύρης φούσκωνε και ο ιπποκόμος περήφανα γελούσε.

Θα θελα να ‘χα μια στιγμή, τόσο πολύ ντρεπόμουν. Φαινόταν πάντως μια χαρά, τα μάγουλα ροδίζαν, και από τα χείλια τα πλατιά, μόνο λόγος καλός μπορούσε να ανθίσει.

Έτρεξε και κρύφτηκε στην αγκαλιά, του θείου ,εκείνου που την πρόσεχε και όρκο ιερό είχε δώσει. «Η μάνα σου σε άφησε και τώρα δεν σε θέλει. Εγώ είμαι ο πατέρας σου, εσύ είσαι η ζωή μου.» Λόγια μεγάλα, βροντερά στον σύμπαν είχε βάλει. Και μάνα δεν εγνώριζε και τίποτα δεν ξέρει.

Μαζεύτηκα στην άκρη μου, χώρο στον χρόνο έδωσα και σπίτι μου γυρνούσα. Δεκαετία ολόκληρη την ίδια ιστορία. Κάποια στιγμή, θα ένιωθε και αυτή να με γνωρίσει και τότε θα κρινόμουνα, κατάρα μεγάλη θα έπινα, τόσα χρονάκια πάνε.

Την ίδια δεν την στήριξα, πολλά όμως της χρωστάω. Και ένα το πιο σημαντικό την ίδια την ζωή μου, αλλιώτικα εγώ το ποταμό των ζωντανών απέναντι ευθύς θα είχα περάσει. Σε ‘φχαριστώ μικρούλα μου, για σένα ακόμα πνέω, και ας είναι τα ολίσθια να πάνε παρά πέρα.
Να ζήσω την στιγμή, τα μάτια σα θα κλείσω, αλήθειες ρεαλιστικές να σου τις δώσω πίσω.
Ερχόταν βράδυ έπρεπε να κοιμηθώ λιγάκι. Από το απόγευμα νωρίς δουλειά με λίγα ρούχα θα πιανα, κορμιά θα συναντούσα. Κάποιες ψυχές θα λύτρωνα και κάποιες θα με τρώγαν. Χρήμα ακριβό να ‘φήνανε στο κομοδίνο δίπλα, και μένα δε με ένοιαζε, ποιά το είχα συνηθίσει.

LAST CHAPTER
«Μάνα εγώ δεν γνώρισα, ίσως να μην με θέλει. Αλλά εγώ την αγαπώ, και αυτή ας μη με ξέρει. Θεέ μου δώσε δύναμη στην μάνα μου να αντέξει, να μην με βλέπει να μη με αγαπά και όταν μια μέρα έρθει, εδώ εγώ θα την φιλέψω. Και αυτό της το αδίκημα, Θεέ μου μην το καταλογίζεις, όπως Εσύ έτσι και ‘γω όλο τον κόσμο συγχωρώ, και ο κόσμος με αγαπάει. »

Με αυτά τα λόγια τα μικρά το ημερολόγιο κλείνει, και ο Θεός απάντησε μέσα απ’ τα όνειρα της.

11/11/07

Last Minute

- «Ο κάθε χωρισμός είναι και μια πικρή αλήθεια»

Έτσι ξεκίναγε συνήθως η συζήτηση μου με την Μαρία, η οποία προσπαθούσε να μου περιγράψει τον τελευταίο της χωρισμό. Η Μαρία είχε πολλούς ερωτικούς συντρόφους στην ζωή της. Εγώ πάλι τίποτα. Αν ισχύει αυτό που λένε ότι γίνεσαι ποιο σοφός ακούγοντας τα προβλήματα των άλλων, τότε πρέπει να είμαι πολύ σοφός. Την ζήλευα – με την καλή έννοια – γιατί εγώ ποτέ μου δεν έζησα τέτοιες καταστάσεις, ενώ η Μαρία ….

Η Μαρία ήταν καλή μου φίλη, εγώ όμως δεν την ήθελα για φίλη. Καμιά φορά εάν δεν έχεις περιθώρια επιλογών, απολαμβάνεις ότι περισσεύει.

Και αυτό που περίσσευε στην Μαρία ήταν η ανάγκη της για φίλους και όχι για ερωτικούς συντρόφους.

Άκουγα πάντα με προσοχή αυτά που μου έλεγε και προσπαθούσα να την βοηθήσω με τα πενιχρά μου επιχειρήματα. Μάταια όμως, γιατί αυτή μίλαγε για ερωτικές ιστορίες, ενώ εγώ τις απάνταγα με λογικά επιχειρήματα. Δεν είναι δίκαιος αυτός ο διάλογος.

Τα χρόνια περάσανε η Μαρία παντρεύτηκε και έκανε και ένα παιδί τον Αλέξανδρο. Εγώ δεν ευτύχησα σε αυτόν το τομέα! Ίσως η επιβλητική παρουσία της Μαρίας δεν με άφησε να δω.. μα τι λέω! ποτέ δεν έτυχε πραγματικά, εκτός από εκείνο το βράδυ σε μια εκδρομή με τους συναδέλφους από την δουλειά.. Μάλλον τα σκάτωσα και τότε..

Ακόμα και όταν η Μαρία ξεκίνησε το διαζύγιο με τον άντρα της, εγώ ήμουνα εκεί να την στηρίζω. Και όταν ο Αλέξανδρος έμπλεξε με κάτι αλήτες στο σχολείο, και τον έστειλαν στο νοσοκομείο, πάλι εγώ κάθισα στο πλάι του όλη νύχτα, για να μπορέσει να πάει να κοιμηθεί η Μαρία – Την άλλη μέρα είχε δικαστήριο και δεν έπρεπε να το χάσει.

Πάντα εκεί ήμουνα! Ο Ψυχίατρος μου – που επισκεπτόμουν τακτικά – μου έχει προτείνει να εξωτερικεύσω τα συναισθήματα μου, γιατί αλλιώς θα σκάσω.
Ας έσκαγα! αυτό δεν το ριψοκινδύνευα! Και αν η Μαρία έφευγε?…

Έφτασα πενήντα χρονών! Και τι κατάφερα? Από δουλειά δε λέω καλά τα κατάφερα.. αλλά μόνος. Μόνη συντροφιά κάποιες φωτογραφίες και το απογευματινό τηλέφωνο στην Μαρία.

Πριν δύο μήνες βρήκανε στην Μαρία, αυτήν την σπάνια ασθένεια στην καρδιά. Τσόνταρα και εγώ ότι είχα και δεν είχα να πάει στην Αγγλία να το ψάξει. Αγγλία σου λένε ! μεγάλοι γιατροί και επιβλητικά νοσοκομεία! Τρίχες . Μόνη γιατρειά ήταν η μεταμόσχευση, αλλά οι γιατροί μας το ξέκοψαν, έξι με επτά μήνες αναμονή αν είμαστε τυχεροί.

Καταλαβαίνεις τώρα λοιπόν μάνα ότι η καρδιά της και η καρδιά μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες? Από ιατρικής απόψεως είμαι συμβατός δότης, και χωρίς την Μαρία τι να την κάνω την καρδιά μου?.

Θα την σταματήσω τώρα μάνα και θα την δώσω εκεί που είναι ταγμένη. Έτσι θα ζήσω μέσα στην Μαρία και θα μάθει όλα τα μυστικά που δεν τις είπα τόσα χρόνια…

Σου στέλνω μαζί με αυτό το γράμμα, τα τελευταία ψήγματα αγάπης που μπορεί να παράγει η καρδιά μου. Ξέρω ότι θα στεναχωρηθείς, αλλά μην το κάνεις. Για πρώτη φορά μάνα νιώθω τι σημαίνει ευτυχία!

Σε αγαπώ πολύ και να ξέρεις, έκανα αυτό που αγαπούσα πάντα!...
Ο Γιός σου…
ΥΣ.
«Κάθε χωρισμός είναι και μία πικρή αλήθεια»





Σχόλια
Τέτοιες αγάπες συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια, και ναι , αυτά τα παραμύθια καμιά φορά τα διαβάζουμε σε μικρές λεζάντες στις εφημερίδες..

26/10/07

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ




ΚΕΦ1

Ξεφύλλισε την εφημερίδα με μένος. Τα μάτια του άλλοτε ψυχρού επιχειρηματία, τώρα ήταν κόκκινα από τόν θυμό. Αν και γενικά ψύχραιμος άνθρωπος, αυτή την φορά είχε φτάσει στα όρια. Έχοντας ζήσει μία ζωή με στερήσεις, δεν μπορούσε να δεχθεί την ανάγκη ελευθερίας της Κρίστυ. Μπορεί να ήταν κόρη του αλλά το κάθε πράγμα έχει και τα όρια του. Και αυτά είχαν ξεπεραστεί.

Στο σπίτι επικρατούσε μία σιγή που θύμιζε στρατιωτικό θαλάμο μετά απο σιωπητήριο. Μόνο η τηλεόραση στο βάθος ακουγόταν σιγανά. Ούτε που είχε προσέξει ότι άρχισε το παιχνίδι. Τώρα δεν ήθελε να δει ποδόσφαιρο.

Γύρισε στο πίσω μέρος της εφημερίδας. Δεν διάβαζε τίποτα. Σκεπτόταν έντονα. Ένιωθε τα μηνίγγια του να φουσκώνουν, και στο μυαλό του ερχόταν η φράση «Δεν σε θέλω, ποτέ δεν μου στάθηκες – ποτέ σου δεν με κατάλαβες. Σε σιχαίνομαι…».

Πως μπόρεσε .. πώς μπόρεσε…. Δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά, μόνο επαναλάμβανε τα τελευταία λόγια της Κρίστυ, πριν κλείσει την πόρτα πίσω της.

Τώρα ήταν μόνος. Σηκώθηκε – σχεδόν πέταξε την εφημερίδα στο πάτωμα – πήρε ένα χαμηλό ποτήρι από το ντουλάπι και το γέμισε με Ουίσκι. Ξέρει ότι ο γιατρός του είχε πει να μετριάσει το ποτό, αλλά αυτήν την στιγμή τον είχε γραμμένο και τον γιατρό και την κολωασθένια του.

Έπινε την μία γουλιά μετά την άλλη κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Μια κυρία στο πάρκο απέναντι έσπρωχνε ένα κόκκινο παιδικό καροτσάκι, και χαμογέλαγε.
Επαναλάμβανε τις τελευταίες λέξεις συνέχεια μέσα στο μυαλό του. Ένιωθε να χαράζονται οι λέξεις με ξυράφι μέσα στον εγκέφαλο του, και σχεδόν ένιωθε την λεπίδα κάθε φορά που τις επαναλάμβανε.

Με μια αίσθηση αηδίας, κάθισε πάλι στην μπεζέρα του και έκλεισε τα μάτια. Σιγά σιγά το ουίσκι έκανε την δουλειά του. Μια μικρή ζαλάδα, κατέβασε τους ρυθμούς της καρδιάς, και η πίεση στα μηνίγγια ελάττωσε τους ρυθμούς της.

Τα μάτια βούρκωσαν και στο μυαλό ήρθε η ανάμνηση μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που η Κρίστυ μωρό, πριν πάει για ύπνο ήθελε να φιλήσει τον μπαμπά της. Να ακούσει τις ιστορίες του, να πάει μαζί του στην δουλειά.

Πώς καταντήσαμε έτσι….

Ένας πόνος στο κεφάλι του δεν τον άφηνε να σκεφτεί. Και το είχε τόσο ανάγκη…

-------------------------------------------------

ΚΕΦ 2

Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα, όταν έπιασε το κινητό στα χέρια της. Δοκίμασε να πάρει την Σάσα, άλλα βούιζε. Το έκλεισε και περπάτησε με γοργά βήματα μέσα από το πάρκο.

Μια κυρία είχε πάρει αγκαλιά το μωρό της και του σκούπιζε το στόμα από τα σάλια. Δίπλα της ένα καρότσι παιδικό. Της έκανε εντύπωση το κόκκινο χρώμα του καροτσιού και η ευτυχισμένη φάτσα της μητέρας. Το τελευταίο πράγμα που είχε διάθεση να δει ήταν ευτυχισμένες φάτσες. Ο κόσμος ήταν όλος σκατά, και αυτή ήταν αναγκασμένη να ζεί μέσα σε αυτά.

Μόλις πέρασε το πάρκο, και έστριψε στην γωνία, κλάματα ήρθαν στα μάτια της. Τόσο δυνατά που άθελα της μούγκριζε σαν να πονούσε. Τα δάκρυα την ενοχλούσαν να βλέπει και στάθηκε για λίγο έξω από σε ένα μαγαζί με ρούχα, να ηρεμήσει.

«Μα είναι δυνατόν να μην με καταλαβαίνει. Είναι δυνατόν να μην θέλει να με καταλάβει..» έλεγε και ξανά έλεγε από μέσα της. Και όσο το επαναλάμβανε τόσο πιο πολύ έτρεχαν τα δάκρυα…

Η παρουσία ενός μικρού παιδιού που περνούσε τυχαία τον δρόμο, και που την κοίταζε περίεργα, την έκανε να διακόψει το έντονο κλάμα.
Φαινόταν πολύ φτωχό και .. μόνο. Τα ρούχα βρώμικα και τα παπούτσια λιωμένα. Τα μάτια του είχαν μια στεναχώρια, που πρώτη φορά έβλεπε.

Σκέψεις γρήγορες αντανακλαστικές της ήρθαν στο μυαλό. Τύψεις για αυτά που είπε στο πατέρα της φορτώθηκαν αυτόματα στο στήθος που παλλόταν τώρα πιο γρήγορα από ποτέ.
Ποτέ δεν του είχε μιλήσει έτσι. Πάντα ήταν ο ήρωας της. Ήταν ο άντρας της ζωής της .. πώς του μίλησε έτσι…

Δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ, αλλά δεν έπρεπε να του μιλήσει έτσι. Τώρα ήταν πιο μπερδεμένη όσο ποτέ. Τα πάντα ήταν μάταια.

-------------------------------------------------

ΚΕΦ3

«Είχαμε κάνει μια συμφωνία που να πάρει ο διάολος!» αναφώνησε από μέσα του. «20 χρόνια σου είχα ζητήσει να μεγαλώσει, και μετά ότι θες, ακόμα δεν είναι η ώρα!».

Ο νοσοκόμος του έβαλε τον αναπνευστήρα και του πέρασε τα λαστιχάκια πίσω από τα αυτιά. Ένας άλλος νοσοκόμος άρχισε να σπρώχνει το κρεβάτι με βιασύνη προς την αίθουσα ανάνηψης.

Είχε ακόμα τις αισθήσεις του, όταν εμφανίστηκε από την γωνιά τρέχοντας η Κρίστυ φωνάζοντας το όνομα του.

Τα μάτια του μαλάκωσαν, και ακούμπησε πιο αναπαυτικά στο μαξιλάρι. Εν κινήσει η Κρίστυ του έπιασε το χέρι, και του φώναζε «Μπαμπά σε αγαπώ, μη με αφήν…».

Ο ύπνος ήταν γλυκός και ήρεμος. Όλα ήταν ήρεμα και απλά. Μια νιρβάνα διαπερνούσε όλο του το σώμα, και για πρώτη φορά αντιλαμβανόταν την έννοια του παραδείσου.
Σαν όνειρο άκουγε μια φωνή από το υπέρ-πέραν. Η φωνή της Κρίστυ ήταν που έλεγε «Μπαμπά, Μπαμπά..»

Μπαμπά! Τι ωραία λέξη !

Σαν ταινία ασπρόμαυρη που κυλούσε γοργά, έβλεπε την ζωή του να περνάει σαν το νερό που τρέχει στο ρυάκι. Το ρυάκι της ζωής που άλλοτε πήγαινε αργά και άλλες φορές δύσκολα, τώρα πήγαινε γρήγορα και όδευε προς την θάλασσα. Ναι! την έβλεπε την θάλασσα από μακριά. Ένα απόλυτα όμορφο άσπρο φώς.

Όσα και να έβλεπε σε αυτήν την γρήγορη εναλλαγή εικόνων, οι μόνες που τον κάνανε να τινάζεται ήταν αυτά με την Κρίστυ..

Η γέννα – η πρώτη αγκαλιά – το πρώτο χαμόγελο – η πρώτη μέρα στο σχολείο ….

Όλες τις πρωτιές τις είχε αυτός. Και τότε συνειδητοποίησε ότι όλη του η ζωή ήταν η Κρίστυ και τώρα αυτή η ζωή έφευγε. Όδευε προς την θάλασσα, σαν ένα καράβι που τον είχε πάρει το ρεύμα και με καπετάνιο ένα ανήμπορο γέρο, χωρίς δύναμη να γυρίσει το τιμόνι.

Τότε άκουσε την Φωνή που δεν είχε κατεύθυνση, και ακουγόταν από παντού.

"Είσαι έτοιμος?"

Χωρίς ανάσα απάντησε :

«Όχι» «Αν έρθω τώρα θα με πάρεις δυστυχισμένο, αν περιμένεις θα με πάρεις με την θέληση μου» «Δεν έχω τελειώσει.» είπε φωνάζοντας.

«Πόσο πολύ την αγαπάς?»

Και ο πατέρας απάντησε χωρίς να σκεφτεί: «Την αγαπάω σαν Θεό μου!»

“Είσαι σε θέση να χάσεις τα πάντα για αυτήν?»

Και ο πατέρας απάντησε :
"Τα πάντα είναι αυτή, και εγώ είμαι τα πάντα για αυτή. Αν φύγω τώρα όλοι θα έχουμε χάσει αυτό το οποίο Μας δίδασκες. Την πίστη για την Αγάπη. Και Αγάπη μεγαλύτερη από του Γονιού δεν υπάρχει. Για αυτό με γέννησες, μην το ξεχνάς!»
Και συμπλήρωσε
"Απλά είμαστε ίδιοι χαρακτήρες, και διαφωνούμε καμιά φορά"

Και η Φωνή γέλασε, τόσο δυνατά που ακούστηκε παντού.

"Την ίδια ερώτηση έκανα και στην Κόρη σου! Και αυτή ήρθε εδώ. Και αυτή μου έδωσε τις ίδιες απαντήσεις! Δεν άντεξε τον θάνατο σου και ήρθε εδώ να σε βρει! Η δικιά σας Αγάπη είναι σαν την Αγάπη που δίδω εγώ στους Ανθρώπους. Δεν είναι πάντα δίκαιη και ούτε είναι εύκολο να ζεις μαζί της, αλλά ποτέ άδικη. Τώρα θα αγαπιόσαστε πιο πολύ και θα έχετε καταλάβει και η δύο ότι ο ένας είναι το αποτέλεσμα της Αγάπης του άλλου. Συχώρεσε τα λάθη της γιατί είναι δικά σου λάθη. Συγχώρεσε το πάθος της, γιατί εσύ πρώτος είχες αυτό το πάθος. Βοήθησε την κόρη σου να αποβάλει τα λάθη που εσύ της έδωσες."

Ένα δυνατό φώς, τύφλωσε τα μάτια του πατέρα. Φωνές ακουστήκαν από πάνω του.

"Συνέρχεται, ακούστηκε μια φωνή" «Θάυμα, μόνο Θαύμα μπορεί να είναι»….

«Ναι..» ψέλλισε αδύναμα ο πατέρας .. «Το θαύμα της Αγάπης… να το θυμάσαι…»



Σχόλια:
Δεν ξέρω ποιος αγαπάει πιο πολύ τον άλλο. Ο πατέρας την Κόρη ή Κόρη τον Πατέρα. Στο κάτω - κάτω είναι σαν μιλάμε για την ίδια αγάπη vice-versa. Απλά πολλές φορές για να το συνειδητοποίήσει κανείς πρέπει να είναι έτοιμος να το χάσει.. (ανθρώπινες αδυναμίες ή Θεϊκές υποδείξεις??)



“Σε αγαπώ γιατί στα μάτια σου βλέπω τον ευατό μου»
Όσκαρ Ουάιλντ.