Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάθε Τέλος σημαίνει μια καινούργια αρχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάθε Τέλος σημαίνει μια καινούργια αρχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4/2/09

Ο Αστεγος..




[.] Μια ώρα και τριάντα λεπτά μετά, είχε φτάσει στη πλατεία που στο κέντρο της είχε χτιστεί η Εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος από τους Οθωμανικούς Χρόνους. Με τον παπά της Εκκλησίας είχε γνωριστεί στο παρελθόν, οπότε ένιωθε μια άνεση να μπαίνει μέσα στην εκκλησία αυτή. Μπήκε λοιπόν και γύρεψε μια γωνιά να κρύψει το κορμί του από τους άλλους ανθρώπους.

Ο Παπά-Γιάννης με την αηδονήσια φωνή του έψαλε τα τροπάρια και οι ψάλτες συνόδευαν με περίσσια δύναμη φωνής. Η Εκκλησία λόγω του ότι ήταν μικρή σε μέγεθος πρόσφερε απλόχερα την ζεστασιά του Θεού και της Ιεροσύνης με το που πάταγε το πόδι του στο κατώφλι. Γύρω γύρω αγιογραφίες παλιές διακοσμούσαν τους τοίχους με φανταχτερά χρώματα. Στο κέντρο της Εκκλησίας, ένας μεγάλος πολυέλαιος με χρυσά στο γείσο και ψηλά από πάνω η ζωγραφιά του Παντοκράτορα κοιτούσε με εμμονή τους πιστούς μέσα στα μάτια. Αδύνατο να μην προσέξει κανείς αυτήν την επιβλητική ζωγραφιά στο εσωτερικό του τρούλου.

Με τον παπά Γιάννη ο Χρήστος είχε την άνεση να μιλήσει. Από τους λιγοστούς ανθρώπους που δεν εξαφανιστήκανε όταν του απεύθυνε τον λόγο.

«Πάτερ» του είπε. «Θέλω να μου πεις ειλικρινά αν σε ενοχλεί να έρχομαι που και πού στην Εκκλησία σου.»
«Όχι παιδί μου. Ο Οίκος δεν είναι δικός μου. Του Θεού είναι και αυτόν πρέπει να ρωτήσεις.» και πρόσθεσε.
«Θες να σου βρω φαγητό; Άμα θες υπάρχει .»
«Σε ευχαριστώ πάτερ. Φροντίζει ο δήμος για αυτό. Ρούχα αν έχεις θα βοηθούσαν»

Ο πάτερ του έδωσε κάποια ρούχα, όπως του ζήτησε ο άστεγος. Από τότε συχνά πυκνά ο Χρήστος ερχόταν στην εκκλησία και παρακολουθούσε την λειτουργία του Παπά Γιάννη.

Ο Παπά Γιάννης ήταν ένας γεματούλης γέροντας με άσπρα γένια που απλωνόντουσαν ίσια πάνω από το μαύρο ράσο του. Στο κεφάλι λίγα μαλλιά και δύο χαρωπά μάτια γεμάτα καλοσύνη πρόδιδαν την ευγενική ψυχή αυτού του ανθρώπου.
Εκεί στα αριστερά της Εκκλησίας καθόταν ο Χρήστος κουλουριασμένος, έτσι ώστε κρύβει το κορμί του από τα εξεταστικά μάτια των άλλων ανθρώπων και άκουγε προσεκτικά τα λόγια που έλεγε ο Παπάς. Πολλά δεν τα καταλάβαινε αλλά όσα λόγια μπαίνανε ολόκληρα στα αυτιά του, τα επαναλάμβανε να μη τα ξεχάσει. Κάποιες παρέες αντρών και γυναικών ήταν μαζεμένοι στις δυο γωνιές τις Εκκλησίας, χωρισμένοι όπως προστάζει ο Εκκλησιαστικός Κανόνας. Στο παγκάρι η γριά Τασούλα ,κοντή με γκρίζα μαλλιά μαζεμένα σε κότσο, καθόταν πίσω από το ξύλινο παγκάρι επανδρώνοντας το ρόλο υποδοχέα – επίτροπου που βοηθούσε στην πώληση των κεριών και διάφορων Εκκλησιαστικών βιβλίων. Ο Χρήστος την γνώριζε αλλά ποτέ δεν της είχε μιλήσει. Λεφτά δεν είχε ποτέ να ρίξει στο παγκάρι και κεριά δεν άναβε, από τακτ μην του πει καμιά κουβέντα η γριά Τασούλα.

Με την άκρη του ματιού του όμως είχε δει μερικές φορές την γριά να ανάβει ένα κερί, έτσι χωρίς λόγο και με νόημα τον κοίταζε επίμονα πριν εξαφανιστεί στην συνήθη θέση της πίσω από το παγκάρι.
«Ο Χριστός Είναι Παντού. Προσέχει τους πάντες και βρίσκεται μέσα στην ψυχή σας.» Είπε ο Παπά-Γιάννης αφήνοντας την φωνή του να αντιλαλήσει σε όλους τους τοίχους της Εκκλησίας.
«Ακούστε την φωνή του και απαντήστε στο Κάλεσμα του». Και πρόσθεσε με βροντερή φωνή :
“Μακάριοι οι καθαροί τη Καρδία ότι αυτοί τον θεό όψονται»
Καθαροί στην καρδιά.. Οι σκέψεις αυτές τριγύρισαν τον Χρήστο και ζώσανε τα κουρέλια του με αγάπη. Τι σημαίνει «καθαροί στην καρδιά;” Αυτός τι κακό μπορεί να προκαλέσει? Γιατί η καρδιά του να μην είναι καθαρή ? Είναι ένας άνθρωπος που περνάει αόρατος από μία κοινωνία που στις αρτηρίες της κυλάει η κακία και ο φθόνος. Αυτός δεν συμμετέχει πλέον σε αυτήν την σαπισμένη κοινωνία.

«Φανταστείτε ότι είστε σε ένα κήπο με όμορφα λουλούδια» είπε πάλι ο Παπά-Γιάννης.

«Έχετε την αίσθηση της όσφρησης, την αίσθηση της όρασης και την αίσθηση της αφής, και με αυτά τα προσόντα η καρδιά σας γεμίζει ευχαρίστηση βλέποντας αυτό το όμορφο κήπο. Έτσι και για να δείτε τον Χριστό και τον Θεό και να κερδίσετε επάξια μια θέση δίπλα του χρειάζεστε μία ακόμα αίσθηση αυτήν της Καθαρής Καρδιάς. Μόνο αυτοί που θα αποκτήσουν αυτήν την αίσθηση θα μπορέσουν να πάρουνε μια θέση Δίπλα Του.»

Ο Χρήστος έκατσε εκεί κουλουριασμένος ακόμα και όταν ο Παπά-Γιάννης μπήκε στο Ιερό του δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο το τέλος της λειτουργίας. Ο κόσμος με αργά βήματα συζητώντας φωναχτά έβγαινε σε ομάδες από την Εκκλησία. Περίμενε να φύγει και ο τελευταίος για να σηκωθεί από την θέση του.

Έφτασε στο κατώφλι, και δειλά έκανε τον σταυρό του κοιτάζοντας προς το ιερό. Ένιωσε πάνω του την ματιά του Παπά – Γιάννη αν και θα ήταν πολύ δύσκολο λόγω της απόστασης.

Βγήκε στον κεντρικό τον δρόμο και κατηφόρισε. Το κέντρο αστέγων ήταν περίπου τέσσερα στενά πιο κάτω. Ο θόρυβος της πόλης δεν τρυπούσε πλέον τα αυτιά του.

Μέσα στο μυαλό του κατοικούσαν τα τελευταία λόγια του Παπά ..
(απόσπασμα..)

20/10/08

Το όνειρο




Ολη η συζήτηση μέχρι τώρα φαινόταν άκαρπη. Ο γέρος το είχε πάρει απόφαση. Θα κατέβαινε για δήμαρχος του χωριού του και κάθε μάταιη προσπάθεια της γυναίκας του και των δύο παιδιών του, να τον μεταπείσουν, κατέληγε σε μια τρύπα στο νερό.

Ο γέρος με την μυτερά στρογγυλή κοιλίτσα του και το περιβραχιόνιο από μαλλιά στην κεφαλή ήταν ανένδοτος.

«Αφού έχω συνεισφέρει στον τόπο μου, γιατί να μην δεχτώ; Στην τελική τιμή μου κάνουνε, δεν με βρίζουν.» έλεγε και ξαναέλεγε.
«Γιατί είσαι μεγάλος σε ηλικία, και αν μπλεχτείς με την πολιτική θα στεναχωρηθείς. Ο κόσμος γύρω σου δεν είναι τόσο αγαθός όσο νομίζεις.» είπε η γυναίκα του, φέρνοντας δάκρυα στα μάτια. Κόλπο παλαιό και ενστικτώδες που υπάρχει έμφυτο μέσα στις γυναίκες από την εποχή της πρώτης μύγας, και το χρησιμοποιούσαν όταν θέλανε να πείσουνε κάποιον και ειδικά δε τον σύζυγο..

Ο Αλέξης, το μικρότερο παιδί, μέχρι τώρα παρακολουθούσε την κουβέντα αμίλητος. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα λόγω του ότι είχε ξυπνήσει πριν από λίγο. Στις άκρες των ματιών του κατοικούσαν τσίμπλες και το πρόσωπο του ήταν ακόμα φουσκωμένο από τον πολύ ύπνο.

«Καφέ έχει..;» ρώτησε νυσταγμένα.
«Καλά δεν ακούς τι λέμε, ο καφές είναι στο μυαλό σου εσένα;» είπε η Αλίκη – κόρη του γέρου, τινάζοντας τα μακριά μαύρα μαλλιά της μπροστά.
«Καλά να πιώ μια γουλιά καφέ και θα τα πούμε μετά» είπε βαριά ο Αλέξης και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Η Αλίκη αδιαφορώντας για την απαξίωση του Αλέξη για την κουβέντα, απευθύνθηκε ξανά στο πατέρα της.

«Μπαμπά, το χωριό είναι μακριά. Θα πρέπει να οδηγάς συνέχεια πάνω κάτω. Δεν είσαι εσύ για τόσα ταξίδια.» είπε σχεδόν παρακαλετά.
«Γιατί δεν με θεωρείς ικανό οδηγό; Τι εννοείς;» είπε με παράπονο ο γέρος.
«Δεν είναι αυτό..» προσπαθώντας να μαλακώσει το επιχείρημα της, για να μην πληγώσει τον γέρο πατέρα της.

Σε μια γωνιά η γυναίκα του γέρου, σιγόκλαιγε και η Αλίκη επέβαλε την άποψη της στον γέρο με την σιωπή της.

«Όλα στραβά τα βλέπετε. Τι το κακό υπάρχει να κατέβω υποψήφιος;» είπε ο γέρος και πρόσθεσε :«Εντάξει ο Παπαλουκάς δεν με συμπαθεί, όλοι το γνωρίζουν αυτό, αλλά παρόλα αυτά επέμενε στην εκλογή μου. Είναι διαβόλου κάλτσα αυτός! Αλλά δεν είναι τιμητικό που με προτείνανε;» είπε φάσκοντας και αντιφάσκοντας.

Άλλα επιχειρήματα δεν είχαν να πούνε στον γέρο πατέρα και τον άφησαν εκεί στις σκέψεις του. Ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι πιάνοντας με τις άκρες των δακτύλων ένα μολύβι γυρνώντας το μηχανικά γύρω-γύρω. Το μυαλό του σκεφτόταν τώρα με γρήγορους ρυθμούς.

Ο γέρος ήταν παντρεμένος με την κυρά Βαγγελιώ και από αυτόν τον γάμο ο Θεός του χάρισε τον Αλέξη και την Αλίκη. Από την Αλίκη (που ήταν και η μεγαλύτερη) είχανε αποκτήσει έναν εγγονάκι τον Σταύρο ενώ από την άλλη ο Αλέξης αν και είχε αργήσει να προκόψει, είχε πλέον μπει στον κόσμο του Θεού. Μια κοπελιά με καταγωγή από την Λάρισα του είχε τιθασέψει τα λογικά και η σχέση τους προχωρούσε σοβαρά.

Μια οικογένεια αγαπημένη, και ευτυχισμένη! Τι άλλο να ζητήσει ο γέρος; Όσα ήθελε από την ζωή τα είχε λάβει. Και τώρα πριν το τέλος, του έδωσαν την ευκαιρία να αγωνιστεί και για τα ιδανικά του. Να μπει στον στίβο της πολιτικής και να διδάξει το καλό, να μιλήσει άγρια στους άδικους και να ευνοήσει τους αδικημένους. Για τον γέρο αυτό σήμαινε πολιτική. Όταν ο Παπαλουκάς του ανήγγειλε στο τηλέφωνο ότι πολλοί συγχωριανοί του τον παρακαλάνε να κατέβει στις επόμενες εκλογές, τα μάτια του δακρύσανε. Τέτοια τιμή δεν την περίμενε. Σαν να το περίμενε χρόνια, τα στήθια του φούσκωσαν και όνειρα πομπώδη κυριεύσανε τον ύπνο του.

Πρώτα από όλα θα κινούσε το θέμα του ποταμού και των παράνομων κτισμάτων στην όχθη. Έργα, σαν την εγκατάσταση φωτισμού σε κάθε γωνιά του χωριού, την συγκομιδή των σκουπιδιών σε συχνότερη βάση, την δημιουργία θέσεων παρκινγκ έξω από το κέντρο του χωριού – αν και αυτό θα έφερνε πολλές αντιδράσεις από τους εμπόρους – και πολλά άλλα ζωγράφιζε νοητά στο μυαλό του. Θα έκλεινε την ζωή του με έργα, και αυτό δεν είναι λίγο.

Και τότε θυμήθηκε τον αδελφό του. Αυτόν που από μικρός ήθελε να γίνει τραγουδιστής, και ο ίδιος τον μάλωνε και το προειδοποιούσε ότι δεν θα άντεχε το μικρόφωνο για χρόνια. Αλλά αυτός δεν το άκουσε και έβγαλε δίσκο. Πρώτα έναν και μετά από λίγο άλλον ένα. Το ήθελε πολύ ο φουκαράς, αλλά αυτό δεν έφτανε. Οι δίσκοι δεν πουλάγανε. Θυμάται καθαρά, τότε που τον συνάντησε μετά από μια ηχογράφηση σε ένα καφενείο στο κέντρο της Αθήνας.

Καθόντουσαν αυτός και ο αδελφός του μέσα από το τζάμι και κοιτάζανε τα αυτοκίνητα αδιάκοπα να περνάνε από τον δρόμο μπροστά από το μαγαζί. Δεν έλεγε κουβέντα, και το πρόσωπό του κουβάλαγε μια λύπη. Τα χαρακτηριστικά κόκκινα μάγουλα, είχανε γίνει άσπρα και τα μάτια του ήταν υγρά και βουρκωμένα. Δεν ήταν νευριασμένος, στεναχωρημένος ήταν και μάλιστα πάρα πολύ. Μάταια προσπαθούσε να τον κάνει να μιλήσει, αλλά αυτός απλά κοίταζε έξω. Στο τέλος εντελώς παγερά του είπε :

«Χρόνια τώρα μου λες ότι δεν θα αντέξω το μικρόφωνο, αλλά έκανες λάθος. Το πρόβλημα δεν είναι το μικρόφωνο, αλλά εγώ ο ίδιος. Το μικρόφωνο καταγράφει ότι πιάνει το αυτί του. Το δικό μου το αυτί όμως ακούει ότι επιθυμεί η ψυχή μου. Σήμερα άκουσα από το στόμα του παραγωγού, όσα ακούει το μικρόφωνο και ναι αδελφέ, η ψυχή μου δεν άντεξε την βοή της αλήθειας. Τελείωσα…»

Το ίδιο το απόγευμα η οικογένεια, θρήνησε ένα χαμό. Τέτοιο χαμό που ακόμα σαν λαβίδα πιέζει την καρδιά του γέρου. Αν δεν τον άφηνε μόνο του εκείνο το απόγευμα;
Σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του γέρου. Μήπως έτσι είναι και η πολιτική; Μήπως και εγώ πάω να κάνω αυτό που μου λέει η ψυχή μου και στο τέλος η ψυχή μου δεν αντέξει…
"Μήπως ; "

Φόρεσε το καπέλο του, αυτό με το κομμάτι δέρμα στο πλάι, και χωρίς να πει κουβέντα βγήκε έξω από το σπίτι. Πήρε τον κεντρικό δρόμο και κατηφόρισε προς το καφενείο που είχανε κάτσει τελευταία φορά με τον αδελφό του. Άμα ήταν τυχερός, μπορεί να είναι ακόμα εκεί και να του πει την γνώμη του.

Μακάρι να είναι εκεί ! μουρμούρισε ..

18/10/08

Η Λογική



Αλαζονεία | Εγωισμός, | Λογική

Κείμενο 3

Σηκώθηκε από την καρέκλα του και πλησίασε το κάδρο. Γύρισε το κεφάλι του δεξιά και μετά σιγά προς τα αριστερά. Υπήρχε όντως μια κλίση στο κάδρο. Με το αριστερό του χέρι ίσιωσε το κάδρο ώσπου το έφερε στην ευθεία των ματιών του. Έσκυψε από πίσω να εξετάσει το καρφί και μετά το σύρμα που κράταγε το κάδρο. Καμία ανωμαλία.

Γιατί ήταν στραβό δεν κατάλαβε, αλλά το θεώρησε αξιοπερίεργο. Τα κάδρα πρέπει να είναι ίσια. Όπως και όλος μας ο κόσμος. Δεν είναι δυνατόν να είναι στραβό ένα κάδρο. Και το πιο σημαντικό, αν δεν το ισιώσεις μόλις το δεις σίγουρα και κάτι άλλο σημαντικό στην ζωή σου, απλά δεν θα το δεις. Αν αυτό το ασήμαντο πράγμα είναι στραβό μπροστά στα μάτια σου, τότε μπορεί και άλλα πιο σοβαρά να είναι στραβά.

Μπήκε στην κουζίνα και αφού πήρε το κανάτι από το πλυντήριο πιάτων, το τοποθέτησε με προσοχή μέσα στην καφετιέρα. Άνοιξε το καπάκι με σιγανές κινήσεις και αφού εξέτασε ότι η υποδοχή του φίλτρου ήταν καθαρή, χωρίς ίχνος ξεχασμένου καφέ στα τοιχώματα, έπιασε από το ντουλάπι πάνω από την κουζίνα τα φίλτρα. Τα φίλτρα ήταν μάρκας όπως και η καφετιέρα εξάλλου. Άνοιξε το ψυγείο να βγάλει το βαζάκι με τον καφέ και τι είδε !

Δύο σοκολάτες ήταν πρόχειρα τοποθετημένες στο πάνω ράφι του ψυγείου. Αφού όλοι ξέρουν ότι οι σοκολάτες μπαίνουν στο ντουλαπάκι πάνω στην πόρτα. Υπάρχει ειδική θήκη για σοκολάτες κάτω από την θήκη για τα σιρόπια. Αν είναι δυνατόν να έχει κάνει τέτοια παράλειψη. Με θυμό πήρε τις σοκολάτες και τις έβαλε στην θέση τους.

Έβαλε δύο κουταλιές καφέ, και ακριβώς δύο φλιτζάνια νερό. Η καφετιέρα άρχισε να κοχλάζει και σε λίγα λεπτά ο καφές ήταν έτοιμος. Άνοιξε πάλι το πλυντήριο πιάτων και έπιασε από την μέσα θέση – εκεί που μπαίνουν οι κούπες – μια ολοστρόγγυλη με μια χριστουγεννιάτικη ζωγραφιά από έξω. Έβγαλε την κανάτα με τον καφέ και γέμισε την κούπα μέχρι το χείλος. Μια σταγόνα καφέ, που ξεγλίστρησε σαν κλέφτης από το παράθυρο, έσταξε πάνω στην φορμάικα της κουζίνας. Σταμάτησε την διαδικασία κατασκευής του καφέ και έπιασε ένα vetex κίτρινο. Τα μπλε δεν είναι τα σωστά vetex όπως επίσης και μια πετσέτα δεν είναι σωστό να την χρησιμοποιούμε σε τέτοιες περιπτώσεις. Καθάρισε τον δραπέτη καφέ από την φορμάικα και με ένα φύλο χαρτί κουζίνας στέγνωσε τα νερά του vetex.

Πλέον μπορούσε να πιεί τον καφέ του. Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και αγνάντευε την θέα του παραθύρου απέναντί του. Ποια θέα ; μια πολυκατοικία έβλεπε όπου στον πρώτο όροφο ήταν απλωμένα κάποια ρούχα και στο τοίχο του μπαλκονιού ήταν κρεμασμένη μια σφουγγαρίστρα πάνω από έναν κουβά. Το μπαλκόνι ήταν μικρό αλλά για μπαλκόνι κουζίνας μάλλον ήταν αρκετό.

Με τα μάτια του εξέτασε τις λεπτομέρειες της εικόνας που είχε μπροστά του. Τρία σχοινιά ήταν δεμένα από άκρη σε άκρη στο μπαλκόνι και πάνω σε αυτό με μανταλάκια πιασμένα κάποια ρούχα. Κοίταξε καλύτερα και στα χείλη του ζωγραφίστηκε ένα ειρωνικό χαμόγελο.
Πρώτον τα μανταλάκια δεν ήταν ιδίου χρώματος. Δεν μπορείς να βάζεις τα μπλε με τα κίτρινα ανακατεμένα!. Δεν είναι όμορφο και δεν είναι πρακτικό. Και το ποιο σημαντικό τα ρούχα δεν είχαν κανένα κανόνα απλώματος. Ήταν όλα ανακατεμένα και απλωμένα βιαστικά.

Αυτές οι νέες νοικοκυρές πλέον δεν έχουν ιδέα από τάξη και νοικοκυριό. Σκέφτηκε από μέσα του.
«Αν κυρία μου δεν τα απλώσεις με τάξη θα χάσεις χρόνο μετά να τα ταξινομήσεις! Μα καλά τίποτα δεν σκέφτονται. Κανονικά βάζεις τις κάλτσες και τα σώβρακα – που έχουνε μικρό βάρος – στην τελευταία σειρά. Αριστερά τα σώβρακα με μανταλάκια χρώματος μπλε και δεξιά τις κάλτσες με μανταλάκια χρώματος άσπρο. Στην δεύτερη σειρά βάζεις πουκάμισα και παντελόνια – καλά τεντωμένα – με μανταλάκια χρώματος μπλε κατά προτίμηση. Τέλος στην πρώτη σειρά βάζεις τα πιο βαριά δηλαδή τα σεντόνια και ότι άλλο. Εκεί χρησιμοποιείς μανταλάκια εντελώς διαφορετικού χρώματος – π.χ. κίτρινα - . Η διαφοροποίηση του χρώματος ανά κατηγορία βοηθάει πρώτιστα στην τάξη και φυσικά στην χρωματική αρμονία του μπαλκονιού. Με αυτές τις απλές οδηγίες η συλλογή των ρούχων και το σιδέρωμα μετά θα είναι παιχνιδάκι. Εφόσον θα βγούνε τα ρούχα από την απλώστρα στη σειρά, τότε και το σίδερο θα έχει μια τάξη. Πρώτα θα σιδερωθούν τα σώβρακα μετά τα πουκάμισα και τέλος τα σεντόνια.
Έχοντας άνω κάτω την απλώστρα, το πιο πιθανό είναι είτε να χάσεις χρόνο να τα ταξινομήσεις μετά – που κανείς δεν έχει την διάθεση να το κάνει – ή να αρχίσεις να σιδερώνεις ότι βρεις. Πρώτα ένα σώβρακο μετά ένα σεντόνι και κάπου στο τέλος ένα πουκάμισο. Την άλλη μέρα θα θες να ντυθείς και θα ψάχνεις για παντελόνι και δεν θα βρίσκεις απλά γιατί δεν έφτασε η σειρά του στην χαοτική στοίβα των ασιδέρωτων.

"Αχ… σας χρειάζεται ένας άντρας με μαστίγιο…»

Κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένα και κίνησε στο δωμάτιο να ντυθεί.
Άνοιξε την ντουλάπα, και προσεκτικά εξέτασε τα κουστούμια που είχε στην διάθεση του να φορέσει. Από αριστερά έως δεξιά υπήρχανε κουστούμια μπλε. Ανά πεντάδες τα κουστούμια ήταν ολόιδια. Δεν υπήρχε λογική, να αγοράσει διαφορετικά κουστούμια από την στιγμή που δοκίμασε ένα και του έκανε. Απλά αγόραζε άλλα τέσσερα ίδια. Αυτό επίσης βοηθάει και στην επιλογή του ρουχισμού καθημερινά.

Πήρε ένα από αυτά και το ακούμπησε στο καλοστρωμένο του κρεβάτι. Μπήκε στο μπάνιο και αφού ξυρίστηκε με ξυραφάκια συγκεκριμένης μάρκας, κοίταξε προσεκτικά το εαυτό του στον καθρέπτη. Δεν ήταν άσχημος, το κάθε άλλο. Χωρίς να είναι κούκλος το πρόσωπο του έδειχνε αρκετά συμπαθητικό. Τα καλά στρωμένα μαλλιά του και η μάλλον πλακουτσωτή του μύτη έδενε αρκετά με το μακρύ πηγούνι του. Έφερνε το πρόσωπο του στης μάνας του, και αυτή ήταν πολύ όμορφη γυναίκα με αρκετές επιτυχίες στα νιάτα της.

Σταμάτησε τις σκέψεις του και πήγε να ντυθεί. Ο δείκτης του ρολογιού του στον αριστερό του καρπό σερνόταν αργά προς το νούμερο 7 και οι λεπτοδείκτες σαν να έκαναν κάποιο συναγωνισμό έδειχναν ότι η ώρα πλησίαζε και ακριβώς. Έπρεπε 7.14 να είναι στο αμάξι έτσι ώστε να προλάβει να περάσει από την δουλειά της αδελφής του να αφήσει κάτι χαρτιά και ευελπιστούσε να μην καθυστερήσει πολύ και αργήσει στην δουλειά. Ήταν και η κίνηση στους δρόμους που έπρεπε για άλλη μία φορά να ανεχτεί.

**

Με τον θεό οι σχέσεις του ήταν άριστες. Τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν ο ίδιος. Μπορεί στην εκκλησία να πήγαινε μόνο σε μεγάλες εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κλπ) αλλά στο πρόσωπο του θεού είχε ένα σεβασμό.
Η βρισιά του θυρωρού στον άγνωστο συνομιλητή του στο τηλέφωνο, τον έκανε να φουντώσει.
«Παναγή. Δεν σού έχω πει να μην βρίζεις τα θεία ;»
“Άσε με ρε κάτω, μου έχουν ζαλίσει τον έρωτα με αυτές τις πιστωτικές. Θες δεν θες βρίζεις. Καλά άλλη δουλειά δεν έχουν να κάνουν οι τράπεζες, χαρίζουν δάνεια σαν τρελοί. Δεν πάνε να γα…»
«Παναγή. Ο τρόπος που φέρεσαι όχι απλώς δεν είναι κόσμιος, αλλά μόνο ένα άτομο χαμηλής κοινωνικής στάθμης θα μπορούσε εκφραστεί σαν και σένα. Και τα θεία δεν θα έπρεπε να τα βρίζεις. Ο Θεός είναι παντού και μας παρακολουθεί. .»
«Σιγά μην είναι ο Big Brother. Δεν μας αφήνεις στην ησυχία μας ..»
Έπιασε τον χαρτοφύλακα πιο σφικτά και δείχνοντας την δυσαρέσκεια του πλησίασε το ασανσέρ. Άλλοι δύο άντρες περίμεναν εκεί και από τα κουστούμια τους τα μαύρα το μόνο που μπορούσε κανείς να υποθέσει ήταν ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν μάλλον πωλητές από κάποια εταιρία. Συνομιλούσαν μεταξύ τους σχετικά δυνατά περιμένοντας το λαμπάκι στο ασανσέρ να εμφανίσει την ένδειξη ισόγειο.

Ξάφνου χτύπησε το κινητό του ενός και πλησίασε την κεντρική είσοδο για να έχει καλύτερο σήμα. Ο άλλος σαν να ήταν δορυφόρος του πρώτου, απομακρύνθηκε και αυτός από το ασανσέρ.

Ένας μεταλλικός ήχος και η φωτεινή ένδειξη στο καντράν του ασανσέρ επισήμαναν ότι ο κλωβός βρισκόταν στο ισόγειο. Οι πόρτες άνοιξαν και μια κυρία καλοντυμένη αγκαλιά με μια τσάντα κορκοδιλέ ξεπρόβαλε από μέσα. Έντονη μυρουδιά Σανέλ απλώθηκε σε ακτίνα ενός μέτρου, και με μία αεράτη κίνηση βγήκε από μέσα.

Για λίγο παρατήρησε την φιγούρα της γυναίκας να απομακρύνεται σαν το τελευταίο αυτοκράτορα του Μπερτολούτσι. Μόλις ο πολυσύχναστος δρόμος κατάπιε και την τελευταία φιγούρα της κυρίας με το άρωμα Σανέλ, ο κύριος Πολυδεύκης μπήκε στο ασανσέρ και στριμώχτηκε στην μία γωνία του κλωβού.

Οι δύο άντρες μόλις αντιληφθήκανε ότι το ασανσέρ ήταν στο ισόγειο και ένας άντρας βρισκόταν ήδη μέσα, έβαλαν μία τρεχάλα να μπουν μέσα πριν κλείσουν οι πόρτες.
Ο Κύριος Πολυδεύκης είχε πατήσει το κουμπί πάνω στο οποίο ζωγραφιζόταν ο αριθμός 5. Οι δύο άντρες πάτησαν με την σειρά τους το κουμπί με το νούμερο 6 και στάθηκαν κοντά στην είσοδο του ασανσέρ, κουβεντιάζοντας φωναχτά για κάποιον κύριο Πολύδωρα – μάλλον προϊστάμενο τους.
«Εφόσον θα κατέβετε στον έκτο δεν είναι πιο λογικό να κάτσετε πίσω, και εγώ να έρθω μπροστά;» Ρώτησε με διστακτική ευγένεια ο κύριος Πολυδεύκης.

«Έχει σημασία που θα κάτσουμε ή πιστεύετε κύριε ότι δεν θα σας αφήσουμε να βγείτε ;” είπε ο ένας από τους δύο με την ελιά στο πρόσωπο, προσπαθώντας να γελοιοποιήσει την παρατήρηση του κύριου με το μπλε κουστούμι.
«Φυσικά και θα με αφήσετε να βγω, απλά σε ορισμένα πράγματα αντιδρούμε με ενστικτώδες παρορμήσεις, κάτι που στο τέλος μας αφαιρεί πολύτιμο χρόνο από την ζωή μας. Πόσες φορές δεν έχουμε πεί ‘αχ να ‘χε η μέρα 48 ώρες:’ γιατί νομίζετε ότι συμβαίνει αυτό ; και εξηγώ ευθύς γιατί απλά χάνουμε πολύτιμο χρόνο σε απλά πράγματα, με αποτέλεσμα να μην μας μένει πολύς χρόνος για τα σημαντικά και τελικά αναγκαστικά τα κάνουμε πρόχειρα και κατά συνέπεια ατελή. Θα μου πείτε τώρα, με τρία άτομα στο ασανσέρ τι χρόνο μπορεί να χάσει κανείς ; Εάν ήταν μέσα στο ασανσέρ 10-12 άτομα τότε και μόνο τότε, λόγω συνωστισμού θα χάναμε χρόνο. Ενώ τώρα δεν χάνουμε δα και τίποτα. "

"Λάθος και πάλι κύριοι." Αν τα τρία άτομα δεν είναι εφικτό να οργανωθούν χωροταξικά μέσα σε ένα χώρο 2 τετραγωνικών, πως θα μπορέσουν δώδεκα άτομα ή ακόμα χειρότερα πως θα μπορέσουν πολλοί άνθρωποι να κάτσουν γρήγορα μέσα σε ένα στάδιο. Φαντάζεστε σε ένα στάδιο να μην υπήρχαν θέσεις και αριθμημένες πτέρυγες; Θα τελείωνε το ματς και ακόμα θα προσπαθούσαν να κάτσουν οι άνθρωποι.
Έτσι λοιπόν και εδώ είναι προτιμότερο να κάτσετε εσείς πίσω, για να βγω εγώ πρώτος..»

Οι δύο άντρες έμειναν σαστισμένοι, και κοιτάζανε τον κύριο με τον μπλε κουστούμι, μην έχοντας λόγια να αντιδράσουνε. Ενστικτωδώς κάνανε πίσω και άφησαν το κύριο Πολυδεύκη να κάτσει μπροστά. Ο ήχος ο μεταλλικός , και η ένδειξη του ορόφου, έβγαλαν έξω από το ασανσέρ τον κύριο Πολυδεύκη αφήνοντας μέσα στο κλωβό δύο σαστισμένους νέους με μαύρα σακάκια.

Εγωισμός


Αλαζονεία | Εγωισμός, | Λογική

Κείμενο 2
Σεμνή και ταπεινή, με το άσπρο ταγιέρ της και τις μπεζ με κόκκινο γόβες, περίμενε υπομονετικά τον χωροφύλακα του υπουργού, να της κάνει νόημα να περάσει μέσα. Κοίταζε κάτω από τα μεγάλα στρογγυλά μαύρα γυαλιά της, την αξιοθρήνητη γραμματέα και από μέσα της θυμήθηκε την γνωστή υπόθεση ερωτικής συνευρέσεως μεταξύ του Υπουργού Συγκοινωνιών και της γραμματέως του, που πρόσφατα αποκάλυψε ο τύπος. Την ξανακοίταξε από την κορφή μέχρι και νύχια και αποφάνθηκε. Μόνο κατόπιν απουσίας του γυναικείου φύλου στον πλανήτη, θα μπορούσε ο Υπουργός εμπορίου Κ. Μ. να πήγαινε με την δικιά του γραμματέα – κοινώς .. αδύνατον!.

Εξάλλου εκτός από την εμφάνιση της, που ήταν ιδιαίτερα απεχθής ..ήταν και το άλλο. Η γλώσσα της, ο τρόπος που μιλούσε.

«Θα περιμένεις λίγο γιατί ο Υπουργός μιλάει στο τηλέφωνο ;» της πρόσφερε με θρασύτητα η γραμματεύς αφότου έγιναν οι πρώτες συστάσεις, και επαληθεύθηκε το ραντεβού των 11.00.
Άκου «θα περιμένεις λίγο» ! Έτσι μιλάει μια ιδιαιτέρα Υπουργού; Να έλεγε «Θα περιμένετε παρακαλώ ..» έτσι μάλιστα. Η παιδεία φαίνεται από χιλιόμετρα. Άμα δεν ξέρει να ξεχωρίσει μια κυρία από μια καθαρίστρια, τότε και η θέση της (ιδιαιτέρας) μόνο χαριστικά και αποτέλεσμα φιλανθρωπίας μπορεί να είναι.

Το δωμάτιο απλό, όπως και σε όλα τα Υπουργεία, και στους τοίχους πίνακες από άσημους ζωγράφους, όπου σε μια προσπάθεια ελεύθερου χρωματισμού και αποκωδικοποίησης του DNA δημιουργήσανε αυτά τα ασυνάρτητα έργα «τέχνης». Σουρεαλισμό το λένε συνήθως, αλλά αυτοί οι καλλιτέχνες το βάφτισαν έτσι μετά την ολοκλήρωση του έργου τους. Μέχρι τότε σίγουρα θα νόμιζαν ότι ζωγράφιζαν τοπία.

Ένα βουητό διέκοψε τις σκέψεις της, και την έκανε να μεταφέρει το βλέμμα της, στο άσπρο τηλέφωνο που ήταν τοποθετημένο πάνω στο γραφείο της απεχθούς γραμματέας.
«Μπορείτε να περάσετε …» είπε η παχουλή με την άσχημη μύτη γραμματέας. Εξεπλάγη από τον πληθυντικό ευγενείας, αλλά σημασία περισσότερη δεν έδωσε. «Τυχαίο» σκέφτηκε και σηκώθηκε όλο χάρη αφήνοντας τις γόβες τις να ακούγονται πάνω στο ξύλινο πάτωμα.

Η μεσόπορτα άνοιξε και ένας μουσάτος μεσήλικας με μια μικρή καράφλα στο κέντρο, και ένα πούρο στο αριστερό χέρι χάρισε ένα χαμόγελο στην κυρία με το ταγιέρ.
«Περάστε παρακαλώ..»
«μερσί…» απάντησε η Ευρυδίκη και με γοργά γυναικεία βήματα μπήκε στο γραφείο και έκατσε σε μια πολυθρόνα - καρέκλα. Ο κ. Υπουργός την ακολούθησε φροντίζοντας πάντα να διατηρεί ένα βήμα πίσω από την κυρία με το άσπρο ταγιέρ και το θελκτικό σκίσιμο στο πίσω μέρος της φούστας.

Όταν πλέον στρογγυλοκάθισε, έριξε ο κ Υπουργός πίσω την πλάτη του καθίσματός του έτσι ώστε, πρώτον να λυγίσει η καρέκλα από το βάρος του, και δεύτερον να υπενθυμίσει στον επισκέπτη «Δικιά μου είναι άμα θέλω την σπάω». Σε άλλες περιπτώσεις που θέλουν να εκφράσουν το ίδιο συναίσθημα βάζουν και τα πόδια πάνω στο τραπέζι, αλλά επί του παρόντος αυτό θα ήταν ανάρμοστο.

«Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω κ. Παλαιολόγου Ευρυδίκη. Από το τηλέφωνο μου μιλήσατε για τον αδελφό σας.»

«Μάλιστα κ. Υπουργέ. Για τον αδελφό μου πρόκειται τον μικρό. Τι μικρό δηλαδή 20 χρονών είναι τώρα, και ξέρετε πώς είναι αυτά. Τελείωσε μηχανικός αυτοκινήτων, και τώρα πρέπει να τον βοηθήσω, προτού μπλεχτεί με τα λάδια και τα γρανάζια. Σκεπτόμουνα για εκείνο τον διαγωνισμό του Δημοσίου μου επρόκειτο να γίνει τον Σεπτέμβριο. Γνωρίζετε περί αυτού έτσι δεν είναι;»

«Φυσικά και τον γνωρίζω. Αλλά για πέστε μου αφού έχει σπουδάσει μηχανικός γιατί δεν ψάχνει για μια δουλειά στο αντικείμενο του;»
«Μα Κ. Υπουργέ. Είναι δουλειά αυτή; Αν τον αφήσουμε ελεύθερο, μάλλον αυτό θα πάει να κάνει. Του αρέσουν τα αυτοκίνητα βλέπετε, αλλά να ίσως θα ήταν καλύτερα για αυτόν να προσληφθεί στο δημόσιο. Και πιο σίγουρη και πιο αξιοπρεπής δουλειά είναι. Αυτός είναι μικρός ακόμα και τα μυαλά του αιωρούνται δεν στέκονται. Καταλαβαίνετε τώρα.» Είπε η Ευρυδίκη απλώνοντας ένα χαμόγελο από άκρη σε άκρη, κάνοντας τα άσπρα δόντια της να φανούν και το κραγιόν στα χείλη της να τεντωθεί σαν κόκκινο λάστιχο.
«Όχι δεν το καταλαβαίνω, έχω και εγώ παιδιά ξέρετε, αλλά σας υπόσχομαι ότι θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου. Στο κάτω-κάτω ο πατέρας σας είναι αρκετά σημαντικός παράγοντας για το κόμμα μας στο χωριό σας. Αλήθεια τι κάνει ο Κύριος Γεώργιος ; είναι καλά; Να του στείλετε τις ευχές μου»

«Ευχαριστώ πολύ, καλά είναι ο πατέρας μου. Ξέρετε λόγω ηλικίας δεν είναι εύκολο να ταξιδεύει και έτσι ήρθα εγώ στην θέση του». Εδώ η Ευρυδίκη χαμήλωσε το βλέμμα θέλοντας να επισημάνει αδέξια το σέβας της στο πατέρα της.
«Λοιπόν στείλτε μου το βιογραφικό του και ότι χαρτιά έχετε στην κατοχή σας, και στείλτε τα στην γραμματέα μου. Θα μεριμνήσω να την ενημερώσω» είπε ο Κ. Υπουργός σουφρώνοντας τα φρύδια και κοιτώντας επίμονα την Ευρυδίκη. Μετά από λίγη παύση πρόσθεσε.
«Εσείς με τι ασχολείστε αν επιτρέπετε;»
«Με μουσική. Διδάσκω σε ένα ωδείο αρμονία, και παράλληλα σπουδάζω στην νομική» είπε χαριτωμένα η Ευρυδίκη.
«Νομική ε!» είπε με δήθεν θαυμασμό ο Υπουργός. «Και εγώ την Νομική έχω τελειώσει..» είπε ξανά.
«Αλήθεια ;» είπε η Ευρυδίκη και πήρε μια έκφραση σαν να τέλειωσε τον κύβο του Rubik σε δευτερόλεπτα.
«Κοίτα, άμα θες μπορώ να σε βοηθήσω σε ότι θες. Το βράδυ ..» και με ένα διστακτικό άλλα ταυτόχρονα διερευνητικό βλέμμα κοίταξε με νόημα την Ευρυδίκη.

Η Ευρυδίκη, αναμφισβήτητα ήταν ωραία κοπέλα και πολύ σικ. Από τέτοιες κοπέλες μάλλον όλοι οι άνδρες θα θέλανε να είχανε κερδίσει ένα χαμόγελο, δέκα λεπτά συζήτησης και ένα ραντεβού. Και αυτή την στιγμή ο Κ. Υπουργός είχε απολαύσει τα δύο από τα τρία. Καιρός ήταν λοιπόν να ζητήσει και το τρίτο.

«Τι κάνει η γυναίκα σας και τα παιδία σας; τρία δεν έχετε ;» ρώτησε η Ευρυδίκη φρενάροντας απότομα την ιμπεριαλιστική στύση του ανδρισμού του κ. Υπουργού.
«Καλά είναι.. ναι τρία έχω…» απάντησε ο Κ. Υπουργός απρόθυμα, μαζεύοντας το βλέμμα του από πάνω της και κοιτώντας τάχα αδιάφορα κάτι χαρτιά που είχε πάνω στο γραφείο του.
«Λοιπόν να μην σας απασχολώ άλλο. Θα σας στείλω με fax τα χαρτιά του αδελφού μου, και ελπίζω να μην με ξεχάσετε….» είπε διστακτικά και κοίταξε όλο νάζι τον Κ. Υπουργό. Έπρεπε να σφραγίσει την συμφωνία αλώβητα χωρίς να παραδώσει τίποτα και ταυτόχρονα να έχει κερδίσει τις απαιτήσεις της. Αυτό που αυθόρμητα σκέφτηκε το είπε :”… για να μην σας ξεχάσω και εγώ..»

Η τελευταία ατάκα της Ευρυδίκης χτύπησε το μήλο, αφήνοντας τον Γουλιέλμο Τέλο άναυδο. Ένα χαμόγελο εσωτερικής υπερηφάνειας ζωγραφίστηκε στα χείλη του Υπουργού που πλέον σηκώθηκε όρθιος αφήνοντας την κοιλίτσα του, που θύμιζε παραφουσκωμένο κέικ, να ξεπροβάλει πάνω από το γραφείο του.

«Φυσικά, θα είναι τιμή μου να σας ξαναδώ..» είπε ο κ. Υπουργός και συνόδευσε την κυρία με το άσπρο ταγιέρ στην μεσόπορτα. Με ύφος στρατηγού που κατέκτησε τον ποταμό Κβάι φώναξε καθώς έφευγε η Ευρυδίκη.. « Χαιρετίσματα στον πατέρα σας…»

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, έπιασε το τηλέφωνο της και πληκτρολόγησε το νούμερο του αδελφού της. Μια αντρική φωνή ακούστηκε από το ηχείο και χωρίς πασαλείμματα η Ευρυδίκη του είπε.

«Δεν σου είπα ότι όταν λέω κάτι το κάνω ….»

Δέκα λεπτά μετά βρισκόταν μέσα στο άσπρο αυτοκίνητο της και κατευθυνόταν για το πανεπιστήμιο. Από το ραδιόφωνο ακουγόταν η γλυκιά φωνή της Shakira που τραγούδαγε το Hips Don’t Lye.

17/10/08

Αλαζονεία



Αλαζονεία | Εγωισμός, | Λογική

Κείμενο πρώτο

Αυτό το γραφείο ο δικηγόρος το είχε ανεβάσει με πολύ σκληρή δουλειά. Ξεκίνησε από ένα μικρό γραφείο, συνεργάστηκε με άλλους δικηγόρους και σιγά-σιγά απόκτησε πελατεία και φήμη. Όταν πλέον κατάφερε να φτάσει σε ένα επίπεδο πολυτέλειας και αναγνώρισης δημιούργησε γύρω του έναν δικό του πέπλο φιλοσοφίας γύρω από την ζωή, τις ανάγκες της και το σκοπό του ανθρώπου στη γη.

Οι δύο φίλοι – συνέταιροι, χτυπήσανε δειλά το κουδούνι. Μια μεγάλη χάλκινη πινακίδα έγραφε το όνομα του δικηγόρου και στο τέλος με μικρότερα γράμματα την λέξη «Και συνεργάτες».

Η πόρτα ήταν ξύλινη και ψηλή και πρόσδιδε ένα δέος στους δύο νέους, σαν να χώριζε τις ερωτήσεις από τις απαντήσεις, την λύση από την απόγνωση. Μόλις 25 χρονών παλικάρια ήταν, ενωμένοι από το ανώριμο της ηλικίας τους, από κάποιες προσωπικές συζητήσεις σχολικές, από μια εξεταστική που χρειαζόταν ο ένας τον άλλο. Μαζί τελειώσανε την σχολή, και μαζί αποφασίσανε να συνεταιριστούν και να αγωνιστούν για ένα κοινό όραμα. Αλλά η εμπειρία και η τύχη είναι απαραίτητη στο ελεύθερο επάγγελμα, και τώρα βρίσκονταν έξω από την πόρτα του δικηγόρου, με σκοπό να τον παρακαλέσουν να τους βοηθήσει να γλυτώσουν από τους δικηγόρους που ανελέητα τους μαστίγωναν (νοητά) στον ύπνο και στο ξύπνιο τους, ξεσκίζοντας το παιδικό τους όνειρο σαν να ήταν ένα χάρτινο ψέμα.

Η φήμη και οι καλές συστάσεις τους έφεραν σε αυτή την πόρτα, μέσα από την οποία μια συμπαθέστατη κυρία με ένα πλατύ χαμόγελο τους άνοιξε και τους καλωσόρισε.

Ώρα 11:00 ακριβώς και οι δύο νέοι περιμένανε στο σαλονάκι, κρατώντας σφικτά τις τσάντες τους. Κανένα χαμόγελο δεν έφευγε από τα σοβαρά βλέμματά τους. Ο ένας παχουλός και κοντός και ο άλλος ψιλός και αδύνατος με ρούχα απλά καθημερινά και μαλλιά περιποιημένα και προσεκτικά χτενισμένα.

Ένα τέταρτο μετά, ένας ψηλός άντρας με κοκκινωπό γένι και ατημέλητα μαλλιά και με μια χοντρή χρυσή αλυσίδα στο λαιμό, εμφανίστηκε στο σαλονάκι. Χάρισε ένα χαμόγελο επαγγελματικό και πρότεινε το χέρι στους δύο νέους προσπαθώντας να γίνει συμπαθητικός.

Η ιστορία των δύο νέων συνηθισμένη. Εμπόριο χωρίς έλεγχο, αρκετοί υπάλληλοι και πολύ γρήγορα δημιουργήθηκε μια μεγάλη οικονομική τρύπα. Το καλό στην υπόθεση – αν μπορεί κάποιος να το πει καλό – ήταν ότι όλες οι σφραγισμένες επιταγές αναφερόντουσαν στο ίδιο πρόσωπο. Οπότε και σκοπός της επίσκεψης ήταν να βρεθεί μια συμφωνία – διακανονισμός με αυτό το πρόσωπο έτσι ώστε λυθεί το πρόβλημα, έστω και σε βάθος χρόνου.

Αφού ολοκληρώσανε την αφήγηση οι δύο νέοι, όλοι μείνανε σιωπηλοί, απορροφημένοι από τις σκέψεις τους. Ο δικηγόρος μία κοίταζε τον ένα και μια τον άλλο. Στο τέλος σηκώθηκε όρθιος, σαν καθηγητής σε μαθητική αίθουσα και είπε με αυστηρό ύφος.
«Και από μένα λοιπόν θέλετε να αναλάβω τον διακανονισμό έτσι ώστε να γλυτώσετε! Έτσι δεν είναι ;»
«Μάλιστα» είπαν με μία φωνή και οι δύο.
«Και τι είναι αυτό που μπορείτε να δώσετε; Πόσα χρήματα ;» ρώτησε ο δικηγόρος.
«Ξέρετε η κατάσταση μας, δεν είναι και η καλύτερη..» ξεκίνησε να εξηγεί ο παχουλός διστακτικά και πρόσθεσε : «Υπάρχει μεγάλο οικονομικό πρόβλημα, και δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να μαζέψουμε αρκετά χρήματα…».
«Αν δεν μπορείτε να μαζέψετε χρήματα, τότε κακώς ήρθατε σε μένα. Τι μπορώ να κάνω ; Να πάω να πω λυπηθείτε τους ; Λεφτά θέλουνε φίλτατε.. Λεφτά.. Δεν έχετε αυτοκίνητα να πουλήσετε; σπίτια οτιδήποτε. Πουλήστε τα και μετά ελάτε σε μένα..» απάντησε ο δικηγόρος με ύφος.
«Ίσως αν βγάζαμε ένα προσωπικό δάνειο ο καθένας από εμάς… Πόσα λεφτά νομίζετε ότι θα χρειαστούνε;» ρώτησε ο αδύνατος.
«Συνήθως το 70% της οφειλής κάνει. Συν βέβαια τα δικά μου» είπε ο δικηγόρος ηλεκτρίζοντας με την ματιά του.
«Με το 50% μήπως γίνεται ; και τα δικά σας χρήματα πόσα θα είναι ;” ρώτησε δειλά ο παχουλός..
«Τώρα παζάρια σε μένα ήρθατε να κάνετε; Κύριε μου αν δε ξέρετε σε τι κατάσταση είστε θα σας πω αμέσως» είπε πολύ νευριασμένα ο δικηγόρος. Πλέον είχε εκνευριστεί. Είχε χάσει τον χρόνο του με δύο άχρηστους. Όχι μόνο δεν είχαν λεφτά να γλυτώσουνε αλλά νομίζουν ότι με λίγα χρήματα θα λύσουν το πρόβλημα τους.
«Αν δεν πληρώσετε, θα σας γίνει πτώχευση. Και για τα επόμενα 20 χρόνια της ζωής σας θα έχετε δικηγόρους πάνω από το κεφάλι σας που λυσσαλέα θα παρακολουθούν τα περιουσιακά σας στοιχεία, και αν βρουν το ελάχιστο θα σας το παίρνουν. Για να μην πω ότι κλονίζετε η τραπεζική σας πίστη. Πράγμα που σημαίνει ότι πλέον δεν θα μπορείτε να βγάλετε πιστωτικές κάρτες, δάνεια και γενικά δεν θα μπορείτε να κάνετε καμία συναλλαγή με τράπεζες. Έγινα κατανοητός;» αυτή την φορά την οργή του την είχε μετατρέψει σε προσωπικό κατηγορώ στον παχουλό νέο που τόλμησε να παζαρέψει το ποσοστό.

Από μέσα του είχε μισήσει τους δύο νέους. Δεν ένιωθε λύπηση, γιατί όποιος χάνει στον στίβο της ζωής απλά είναι αξιοθρήνητος. Και τώρα έχανε τον χρόνο του με δύο μπατίρια που ζήτημα ήταν αν θα μπορούσαν να πληρώσουν και την δική του αμοιβή. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να γλυτώσει από τις δύο αυτές τραγελαφικές φιγούρες.

«Τα δικά μου θα είναι το 10% της τελικής συμφωνίας. 1000 συμφωνήσουμε 100 θα πάρω εγώ.» και εδώ ο τόνος του μαλάκωσε περιμένοντας τις αντιδράσεις. Από μέσα ένα κρυφός τεράστιος κλόουν χειροκροτούσε την πρόταση που μόλις ανήγγειλε και καρτερικά περίμενε την αντίδραση του κοινού για να σκάσει στα γέλια.
«Μα δεν είναι πολλά; εμείς χρωστάμε πάνω από 100,000 ευρώ, το δέκα τις εκατό είναι τουλάχιστον 10,000 ευρώ. Δεν τα έχουμε …» είπε πάλι ο παχουλός με τρεμάμενη φωνή..

Το πρόσωπο του δικηγόρου άλλαξε τέσσερεις όψεις μέσα σε ένα λεπτό. Από ήρεμος, έγινε ανήσυχος μετά αγριεμένος και στο τέλος εξαγριωμένος. Μια λεπτή τσιριχτή φωνή που βγήκε από τα σωθικά του σχεδόν τον έπνιξε και τον έκανε να σηκωθεί όρθιος και άχρωμα να πει :
“Τότε λυπάμαι για τον χρόνο που χάσατε κύριοι. Καλημέρα σας και όταν θα έχετε αυτά που χρειάζονται, ξαναελάτε.. και επί τη ευκαιρία ο Δικηγόρος Αυγούλης που σας κυνηγάει είναι φίλος μου και θα φροντίσω να ενημερωθώ και από τον ίδιο για την υπόθεση.»

Οι δύο νέοι δεν είχαν τίποτα άλλο να πουν. Χαιρετήσανε ευγενικά και εξαφανιστήκαν πίσω από την ξύλινη πόρτα που είχαν μπει νωρίτερα. Όταν έφτασαν κάτω στον δρόμο, ο παχουλός ξέσπασε σε κλάματα γοερά. Ο αδύνατος τον έπιασε από τον ώμο και του είπε τρυφερά : «Υπομονή θα δούμε τι θα κάνουμε…»

Ο παχουλός απάντησε με λόγια κοφτά, ανακατεμένα με λυγμούς.

«Τα λεφτά θα τα βρούμε, αυτό το πιστεύω και εγώ … αυτό που δεν θα βρούμε ξανά είναι την αξιοπρέπεια μας, που μόλις την χάσαμε μέσα σε εκείνο το γραφείο. Αυτός με έβριζε και με πάταγε με την υπεροψία του και εγώ του χαμογελούσα, για να μην χαλάσω την γνωριμία, μην πετάξω την λύση, μην χάσω το σκοινί και πνιγώ … Αυτό φίλε μου καλέ, το έχασα και δεν επιστρέφεται….»

συνεχίζεται ..