Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αξίζει να διαβάσεις... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αξίζει να διαβάσεις... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31/12/23

Το τέλος του Αυγούστιου Μπέρν

 Τέλη 1934 ο Αυγούστιος Μπερν, ένας φτωχός υποδηματοποιός με μεγάλη φημη στην μικρή επαρχεία της Ελβετίας Banrs συναντιέται για πρώτη φορά με το πρωτότοκο γιό του στο τοπικό μαιευτήριο μετά από μια δύσκολη γέννα, ωστόσο ώρες πριν είχε στοιχηματίσει στον αυριανό τοπικό αγώνα υπέρ μιας ομάδας που σχεδόν ποτέ δεν κέρδιζε. Το ποσό που κέρδισε την επόμενη μέρα ήταν μεγαλύτερο των προσδοκιών του και αμέσως έκλεισε συμφωνία να αγοράσει το σπίτι του Πάστορα που για οικονομικές δυσκολίες το πουλούσε σε αρκετά χαμηλή τιμή. Τώρα με το νεογνό είχε ανάγκη από ένα μεγαλύτερο σπίτι και ίσως έναν κήπο που θα φύτευε ζαρζαβατικά αλλά και μια ρίζα που δεν γνώριζε, και είχε αγοράσει από το Amazon για δέκα λίρες Αγγλίας, που όμως έμελε σ' αυτό το χώμα να αναπτυχθεί ένα από τα πιο σπάνια φυτά που ο καρπός του θεράπευε την παγκόσμια σχιζοφρένεια. Επόμενο ήταν ο κήπος του να του φέρει απερίγραπτα κέρδη και να γίνει ο πιο πλούσιος άνθρωπος στην Ελβετία, και ίσως του πλανήτη. Ωστόσο στα τέλη του 1935 όλα αυτά χάθηκαν έπειτα από μια επιπόλαια κίνηση να ποντάρει σε αγώνα εναντίον της Λϊβερπουλ και να του πάρουν το κήπο και το σπίτι οι πιστωτές και τα funds σε ελάχιστο χρόνο.

Το τέλος του ήταν τραγικό. Τέλη 1936 όταν έφαγε ένα χαλασμένο burger από τα Burber Kings, αφού πρώτα νοσηλεύτηκε με κορωνοιό έπειτα από το χειρουργείο με ρήξη χιαστού. Γενικά όλα καλά, έλεγε μέχρι τέλους που όμως δεν άργησε να έρθει. Ο Κίτρινος πυρετός τον απέκαμε.

-

Στην κηδεία του ο Πάστορας που του πούλησε εξ' αρχής το σπίτι εξύμνησε τα τελευταία ευτυχισμένα χρονια του και ευχαρίστησε την τοπική κοινωνία για την υπομονή που έδειξε σε αυτήν την Ιστορία. 



6/7/11

Το πρωινό ξύπνημα του Κύριου Έρριγκτον


Εκείνη την ημέρα σηκώθηκε με μια διάθεση λίγο στενάχωρη. Προσπάθησε να προσδιορίσει το αίσθημα που ένιωθε και το μόνο που κατάφερε ήταν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε μια δυσφορία που τον έπνιγε.
Παρόλο, και αυτό το σκεφτόταν έντονα, ζει σε μια πόλη που όλοι συμμορφώνονται στους κανόνες, χαμογελούν καθημερινά ο ένας στον άλλο ό,τι και να τους συμβαίνει, εκείνος ένιωθε μέσα του ένα βράσιμο που καθόλου δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Πιθανόν, και αυτό το θεώρησε βέβαιο έπειτα από κάποια σκέψη, να φταίει που μονοδρομήσανε τον κεντρικό δρόμο που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του τελευταία, με αποτέλεσμα να είναι αναγκασμένος να κάνει κύκλους για να φτάσει στο γκαράζ του. Έπειτα προσμετρούσε στην κακή του διάθεση εκείνη την αλλαγή στην σηματοδότηση στους περιφερειακούς δρόμους γύρω από το σπίτι του· φυσικά και γνώριζε ότι όλη αυτή η κατάσταση γύρω από το σπίτι του είναι αποτέλεσμα κάποιας επίπονης συγκοινωνιακής μελέτης και διόλου αποτέλεσμα κάποιας υπεροψίας ενός ανώτερου προσώπου που ανήκει στο δημόσιο όπου ήθελε να παρουσιάσει ... έργο. Και σαφώς όχι τύχη, η τύχη δεν είχε θέση στις επιλογές του Δήμου.
Αν τον ρωτούσες για τον ύπνο που είχε, θα έλεγε ότι κοιμήθηκε ανήσυχα. Μάλιστα είδε τα συνηθισμένα πλέον όνειρα· Μια ρώσικη μπαμπούσκα είχε κατακτήσει τον κόσμο και ξεκαθάριζε ψυχές σε δύο καλάθια. Στο ένα έβαζε ανθρώπους που ποτέ δεν εναντιώθηκαν σε τίποτα στην ζωή τους. Εκείνους τους απλούς ανθρώπους που ακόμη και την σύνταξη να τους πάρεις από τα δάχτυλα μέσα δεν θα γύριζαν ούτε να αντιμιλήσουν, δεν θα έβγαζαν άχνα. Στο άλλο, έβαζε τους αντιδραστικούς, εκείνους που κάθε τρεις και λίγο, έβγαιναν στους δρόμους με πανό και ντουντούκες. Έπειτα πέταγε τα καλάθια στον αέρα και όπως έπεφταν και ανακατευόντουσαν, καλοί, κακοί, πονηροί, αγνοί τους ξανά διάλεγε με την ίδια θέρμη όπως και πρώτα, στα δύο εκείνα μεγάλα καλάθια.
Όταν πετάχτηκε από το κρεβάτι του ιδρωμένος η μόνο απορία που γύρναγε στο μυαλό του ήταν γιατί δεν έκανε κάτι η μπαμπούσκα έτσι ώστε να σκοτώσει τους κακούς και να αφήσει τους καλούς; ή το ανάποδο! Γιατί δεν έκανε μια εκκαθάριση στις ψυχές αφού πραγματικά έμπαινε στην διαδικασία να τις ξεχωρίσει; Δεν ήξερε ότι κάποια στιγμή μια μερίδα ψυχών από το ένα καλάθι θα επαναστατούσε; Μα σύντομα τα ξεχνούσε όλα αυτά μόλις γέμιζε με θόρυβο το πρόσωπο του με νερό από το νιπτήρα.

Όπως και να έχει, εκείνη την ημέρα είχε αποφασίσει ότι κάτι έπρεπε να κάνει για όλα αυτά. Εκείνη η υφιστάμενη άποψη ότι δεν αντιδρούμε στις αποφάσεις της κυβέρνησης και του Δήμου, είχε περάσει ανεπιστρεπτί για εκείνον. Οι λέξεις επανάσταση, αντίδραση, είχαν εγερθεί μέσα του σαν σημαία που σηκώνεται σε λόφο αιματοβαμμένης κατάκτησης. Αυτό αρκούσε για να του δώσει εκείνο το χαμόγελο που του έλειπε εκείνο το πρωινό. Ναι, είπε αποφασιστικά.
Η υπόλοιπη μέρα του κύλησε φυσιολογικά, εκτός από το κεφάλι του όπου αναστατωμένο έψαχνε την τέλεια λύση για εκείνη την αντίδραση που είχε ήδη αποφασίσει, μάλιστα κάποιες φορές ένιωθε σαν να υπήρχε στο πάνω μέρος του κρανίου του, ένας μικροσκοπικός άνθρωπος όπου έχει απλώσει χάρτες στο πάτωμα και τους κοίταζε σκεφτικός· τον φαντάστηκε μάλιστα να καρφιτσώνει σε ένα μεγάλο πάνελ σημειώσεις, φωτογραφίες και κρατώντας το μολύβι στο αυτί να σημειώνει στον υπολογιστή κάθε συμπέρασμα ή λεπτομέρεια που ήθελε να σωθεί έτσι ώστε όλα αυτά τα στοιχεία με κάποια επιμέλεια να μετατραπούν κάποια στιγμή, από χάος σε τάξη και έπειτα αν όλα πήγαιναν καλά σε ένα πανέξυπνο σχέδιο. Ώσπου κάποια στιγμή όλα ήταν έτοιμα.
Το ίδιο βράδυ θα ξεκινούσε το σχέδιο του κρατώντας στα χέρια μια τσάντα με εργαλεία και ένα απόκομμα χάρτη των δρόμων γύρω από το σπίτι του με σημειωμένες τις υπάρχουσες σημάνσεις και φανάρια. Ξεκίνησε από το σχολείο που βρίσκεται τρία στενά πιο κάτω και γύρισε τις ταμπέλες ανάποδα με τέτοιο τρόπο ώστε τα αυτοκίνητα να παίρνουν τις συντομότερες διαδρομές αποφεύγοντας τα ζιγκ ζακ. Έπειτα πήγε στο μονοδρομημένο δρόμο και ανοίγοντας το καπάκι στα φανάρια τα επαναπρογραμμάτισε έτσι ώστε να δείχνουν μόνιμα πράσινο φως στα αυτοκίνητα που θέλουν να μπουν στον δρόμο καταργώντας έτσι την μονοδρόμηση. Μερικές ταμπέλες ακόμη και σύντομα η περιοχή που κατοικούσε είχε αλλάξει τελείως. Κουρασμένος αλλά πολύ ευχαριστημένος επέστρεψε σπίτι με μια ευφορία που την συνόδεψε με ένα ποτήρι παγωμένο κρασί και ελιές προτού ξαπλώσει να κοιμηθεί.
Όταν ξύπνησε την επομένη βγήκε αμέσως στο μπαλκόνι να παρακολουθήσει το έργο του και με μεγάλη του ικανοποίηση είδε τους ανθρώπους να μπαίνουν στα αυτοκίνητα τους και να πηγαίνουν ανακουφισμένοι στην δουλειά τους. Έτσι έκανε και ο ίδιος, δηλαδή πήρε το αυτοκίνητο του και δίχως να στρίψει πουθενά έφτασε στο γραφείο του σε χρόνο μικρότερο από ότι συνήθως. Φανερά χαρούμενος ανέβηκε τις σκάλες, ετοιμάστηκε να μπει στο γραφείο του όταν είδε τον γραμματέα της συντονιστικής επιτροπής δημοσίων έργων να πλησιάζει αγχωμένος. Τι έπαθες; τον ρώτησε και εκείνος τον ενημέρωσε με κοφτές κουβέντες, κάπως λαχανιασμένος και νευριασμένος ότι "κάποιος" άλλαξε πάλι τις πινακίδες στην περιοχή της Τούφας. Αδιανόητο! Φώναξε ο άνθρωπος μας δείχνοντας έκπληκτος και συνάμα αρκετά εκνευρισμένος. Ο γραμματέας τον καθησύχασε λέγοντας του "Κύριε Δήμαρχε, θα τα ξαναλλάξουμε αμέσως σήμερα! Δεν είναι δυνατόν οι πολίτες να κάνουν του κεφαλιού τους!" Και αυτό να κάνεις, είπε ο Δήμαρχος με έντονο ύφος και πρόσθεσε:
“Πες μου μόνο, πόσες φορές έχει συμβεί το ίδιο πράγμα;”
“Σήμερα είναι η πέμπτη φορά κύριε Δήμαρχε!”
“Πιστεύεις ότι υπάρχει κάποια εμμονή σε αυτό; Δηλαδή, για ποιο λόγο κάποιος να αλλάζει τις σημάνσεις κάθε νύχτα;”
“Δεν ξέρω τι να σας πω..”
“Νομίζω ότι θέλει να μας μεταδώσει κάποιο μήνυμα. Τι λες;”
“Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να φανταστώ δηλαδή. ”
“Τότε θα συνεχίσει μέχρι να το “λάβουμε” το μήνυμα. Έτσι δεν είναι;”
“Τι να σας πω! Είναι αδιανόητο να κάνουν του κεφαλιού τους! Υπάρχουν διατάξεις, νόμοι! Δεν μπορείς να είσαι παράνομος!”
“Γιατί; οι νόμοι είναι απόλυτοι; και αν ναι, γιατί ο κάθε δήμαρχος ή ο κάθε κυβερνών τις αλλάζει κάθε φορά που ανεβαίνει στην εξουσία;”
“Οι νόμοι προσδιορίζονται από τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες! Έτσι λειτουργεί το σύστημα!”
“Σας θαυμάζω κύριε γραμματέα, για την προσήλωση σας στο καθήκον τόσο που δεν μπορείτε να δείτε ότι το κοινωνικό μήνυμα που περιμένουμε για να αλλάξουμε τις σημάνσεις μας το λέει καθαρά αυτός ... ο ταραχοποιός! Ποια είναι η άποψη σας;”
“Εχμ.. δεν νομίζω. Τουλάχιστον δεν είναι τρόπος αυτός! Είναι παράνομος!” Το τελευταίο το είπε ο γραμματέας με κάποιο στόμφο υψώνοντας το δάχτυλο στο αέρα και φουσκώνοντας τα στήθη.
Σωστά! απάντησε με θέρμη ο δήμαρχος και πρόσθεσε, “Και μέχρι να γυρίσει το κεφάλι σου, εκείνος θα είναι παράνομος και εμείς ο Μωυσής με τις δέκα εντολές. Άντε τώρα, φτιάξτε όλα όπως ήταν. Να μάθουν όλοι ότι κανείς δεν τα βάζει με τον Δήμαρχο και τους νόμους!

Την επομένη ο άνθρωπός μας, δηλαδή ο Δήμαρχος ξύπνησε με μια διάθεση λίγο στενάχωρη. Προσπάθησε να προσδιορίσει το αίσθημα που ένιωθε και το μόνο που κατάφερε ήταν να φτάσει στο συμπέρασμα ότι είχε μια δυσφορία που τον έπνιγε.

26/9/10

Η ροδιά..

Κάθε χρόνο, έδινε μια με το ραβδάκι της η άνοιξη και φούντωνε εκείνο το κλαδί. Μα κάθε χειμώνα, πάει, έλεγες για πέταμα είναι, έτσι που το έβλεπες ξερό σαν λίμνη στεγνωμένη, σαν σάρκα άψυχη που κείτεται στην άσφαλτο. Τελειωμένη υπόθεση, μουρμούραγες αν και βαθιά μέσα σου πίστευες ότι κάτι θα αλλάξει. Όπως έγινε και πέρυσι, όπως έγινε και πρόπερσι, έτσι και φέτος κάτι θα αλλάξει.
Διακοσμητική ροδιά, με ψηλά περήφανα κλαδάκια, που οι κορφές του ανέβαιναν στον ουρανό, αψηφούσαν το μάκρος της ρίζας τους και έδιναν μια να ανέβουν. Προς τα που; Κανείς δεν ξέρει.
Είτε γυμνή, σαν σκελετωμένη άπνοια, είτε φουντωμένη με εκείνο το πυκνό πράσινο σαν δέρμα νιότης, κάθε άνοιξη το βλέμμα μου γέμιζε με εκείνο το πείσμα της να ανθίσει.. Μια χρονιά μάλιστα δοκίμασα να κόψω τα κλωνάρια, να την δυσκολέψω δηλαδή, να την κάνω να νιώσει την απόγνωση μέσα στο χώμα της, καινούργια φύλλα να διστάσει να βγάλει..

Πόσο λάθος τα σκέφτηκα όλα..
Αυτή μεγάλωσε ξανά, σαν πείσμα λες στις αποφάσεις μου. Βλέπεις η μοίρα, ο κύκλος είναι αέναος, μόνο κρατώντας από τις ρίζες της λίγη πίστη στην θαυματουργική τυχαιότητα ενός πάνσοφου σύμπαντος, αυτή ξανά μεγάλωνε. Και τα έκανε όλα θαρρείς επιδεικτικά, έτσι για να την κοιτώ κάθε πρωί από το τζάμι μου και να θαυμάζω, αυτά που δεν μπορώ να καταλάβω.


30/6/10

Ανδριάνα Μπάμπαλη - So In Love




Γυρίζοντας τις λέξεις ανάποδα,
κρατώντας όμως μόνο την σκιά τους,
είδα, την εντροπία του εαυτού μου.
να ζωγραφίζεται με χάλκινες μορφές.

Ανάγλυφη η σιωπή μου,
φανταχτερά χρώματα η οργή μου,
μέσα σε ένα πλαίσιο μουντό,
Πράσινο με κόκκινο, όπως η καρδιά μου..

Είναι και εκείνες οι στιγμές,
που με έπιασα να ζωγραφίζω,
γραμμές άναρχες,
σκέψεις ανάκατες.

Πόση αλήθεια, υπάρχει μέσα στην αλήθεια μου;

29/4/10

Η μοναξιά του αλκοόλ..



Κανείς δεν θα μάθει πραγματικά τι είδαν τα μάτια του μέσα στο κιτρινωπό ουίσκι. Κάθε χάλικινη σταγόνα έκανε χαρακιές κατά μήκος του στέρνου. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, τι έκανε μόνος στο μπαρ. Άλλοι λένε ότι έπινε, άλλοι ότι έκλαιγε. Ο σερβιτόρος θα ορκιζόταν ότι τον είδε να γράφει με ένα μολύβι στιχάκια πάνω σε μια κάρτα που βρήκε πεταμένη πάνω στον ξύλινο πάγκο. Εικασίες. Κανείς δεν ήταν εκεί να δει πραγματικά. Όλοι κάνανε υποθέσεις, μάλιστα ο κοντόχοντρος με το μούσι στην γωνία είπε αργότερα ότι τον είδε να μιλάει μόνος του. Τι να έλεγε; Και σε ποιόν να μιλούσε; Το θεωρήσαμε όλοι άτοπο, καθόλου λογικό. Μάλιστα το ίδιο βράδυ που το συζητούσαμε, είχαμε μεγάλη διαφωνία ακόμα και στο τι φορούσε. Μαύρο παλτό ή σακάκι με ρίγες; Μαύρα παπούτσια ή καφέ; Φορούσε πουκάμισο ή πουλόβερ; Η κυρία με την φίλη της που είχε πάει από νωρίς στο μαγαζί είπε ότι τον είδε να καπνίζει τσιγάρα το ένα μετά το άλλο. Ο σερβιτόρος το απέρριψε. Δεν υπήρχε τασάκι γύρω του. Τι θα μπορούσε να είχε κάνει τις στάχτες; Μάλλον διάβαζε, ίσως ένα βιβλίο για αυτό ήταν σκυφτός. Όχι, όχι, εφημερίδα θα ήταν είπε η άλλη φίλη της κοπέλας που είχε καλύτερη οπτική από εκεί που καθότανε. Δεν έβγαινε αποτέλεσμα, όλοι ξέραμε ότι εκείνη την ημέρα οι εφημερίδες είχαν απεργία. Ίσως και η μοναδική Πέμπτη σε όλο τον χρόνο που οι εφημερίδες δεν βγήκαν στα περίπτερα.
Η μια κουβέντα έφερε την άλλη, ώσπου η διαφωνία μας κορυφώθηκε σε μια απλή διαπίστωση που άρχισε να χαράζει μέσα από όλα αυτά τα αντιφατικά λόγια και επιχειρήματα. Μήπως ποτέ του δεν είχε έρθει στο μαγαζί;
Κανείς δεν ξέρει, γιατί κανείς δεν κάθισε δίπλα του, είπα εγώ στο τέλος. Κανείς δεν τόλμησε να του μιλήσει ανοιχτά. Μείναμε με τις υποθέσεις, τις εικασίες και ακόμα μια τύψη στο ενεργητικό μας.Της τύψης που δημιουργείται από την μοναξιά του αλκοόλ.
Κανείς τελικά, δεν πρέπει να πίνει μόνος.

20/4/10

Audrey Hepburn La Vie En Rose





Αυτή την νύχτα η υγρασία νότιζε τους κορμούς με όλες τις μυρουδιές του δάσους. Δυο μάτια λαμπύρισαν μέσα στο σκοτάδι, κάποια αλεπού ή άλλο ζώο του δάσους, ξάγρυπνο πετάχτηκε πάνω από τον βάρβαρο ήχο του αυτοκινήτου που πλησίαζε. Κοίταξε καλύτερα να δει...

Δυο φώτα -προβολείς- ξέσκισαν την καταχνιά, ένας ήχος μηχανής που επιτάχυνε και ένα .. γλυκό τραγούδι που έβγαινε από το ξέσκεπο αυτοκίνητο ήταν τα σημάδια ότι κάτι πλησίαζε την ομορφιά της νύχτας, ανατάρασσε γλυκά την ησυχία της φύσης..
Το φεγγάρι πλησίασε να ακούσει καλύτερα, τα κλαδιά μάζεψαν και αγκάλιασαν τα νυχτοπούλια.. Αν η νύχτα είχε φωνή θα σφύριζε στο ρυθμό της αλαβάστρινης φωνής της κοπέλας που μάγευε την πλάση με τούτο το τραγούδι ..
Des yeux qui font baiser les miens,
Un rire qui se perd sur sa bouche,
Voila le portrait sans retouche
De l'homme auquel j'appartiens

Quand il me prend dans ses bras
Il me parle tout bas,
Je vois la vie en .... rose.

- ω, το καπέλο σου είναι στραβό, είπε η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά και τα γλυκά μάτια . Τα χείλια της γέλασαν ελαφρά, με τσαχπινιά κούνησε το κορμί της, έπιασε το καπέλο και το έστρωσε σωστά στο κεφάλι του οδηγού.

Κοίταξε στα μάτια τον Χάμφρευ, έναν ώριμο πενηντάρη, με πρόσωπο έμπειρο, τσαλακωμένο από την βαρύτητα του χρόνου με δυο μάτια εξημερωμένης σκληράδας. Θα έλεγες, εκείνη την στιγμή η ψυχή του ήταν βουτηγμένη στην αγγελική φωνή της νεαρής δίπλα του. Η καρδιά του χτύπαγε με τρελούς ρυθμούς, μα η λογική τον κράταγε σταθερό, στα λόγια, στις αποφάσεις του. Έσφιξε το τιμόνι με δύναμη.

- Που θα βρω κάποιον να προσέχει την εμφάνιση μου στο Παρίσι; Που θα βρω κάποιον να με βοηθάει στα Γαλλικά μου; Ρώτησε ο οδηγός και κάρφωσε την ματιά του πάνω της.
- Ω.. σίγουρα θα βρεις κάποια στο πλοίο, πάντα βρίσκεις...
- Νομίζεις;
- Σίγουρα... τουλάχιστον υποθέτω, τα μάτια της κοπέλας μαλάκωσαν, έβαλε το χέρι της στον ώμο του, χάιδεψε την αύρα του.
- Αν υποθέσουμε .. άρχισε να μουρμουρά με σκυμμένο το κεφάλι ο οδηγός... Αν υποθέσουμε ότι εσύ δεν ήσουνα παντρεμένη με τον Ντείβιντ.. Αν υποθέσουμε ότι εγώ ήμουνα δέκα χρόνια νεότερος... ας υποθέσουμε ... ω! Μα τι λέω! Όλο υποθέσεις είμαι! Απλά ας υποθέσουμε ότι λέω βλακείες αυτήν την στιγμή! Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε το σκοτάδι στα πλάγια του αυτοκινήτου, τα μάτια του βούρκωσαν, δεν έπρεπε να το δει η κοπέλα αυτό.

Μια μικρή σιωπή, η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι και δεν απάντησε αμέσως. Η καρδιά της έσφιξε, τα δόντια της κρύφτηκαν παίρνοντας μαζί τους το χαμόγελο, τα χέρια άσπρισαν από την δύναμη που τα ζούληξε, σχεδόν έχωσε τα νύχια μέσα της για να ξυπνήσει από τις σκέψεις, τις παράλογες, τις απίθανες.. του έρωτα..

- ας υποθέσουμε, ότι ναι! λες βλακείες ... σιγομουρμούρισε με σπαστές λέξεις και μεμιάς το μετάνιωσε αυτό που είπε, τινάζοντας το κεφάλι της ψηλά.

Ο οδηγός έφερε την ματιά του πάνω της, την χάιδεψε στοργικά με το βλέμμα του και την παρακάλεσε για μια τελευταία φορά.

- Ας υποθέσουμε τότε ότι θα συνεχίσεις να τραγουδάς, αργά αυτή την φορά, να το απολαύσω..
.. η νύχτα κατάπιε την παράνομη αγάπη μέσα της...



16/4/10

Buena Vista Social Club - Chan Chan



Η παλιά πράσινη μπούικ απ' έξω με την άσπρη οροφή, παπούτσια, άσπρα με μαύρο, ριχτό άσπρο ιδρωμένο πουκάμισο, χαμόγελο χαμένο στις σκέψεις και με τους αγκώνες σκυφτά πάνω σε ένα βρώμικο μπαρ να μετράω τα λεπτά μέχρι να λυγίσει ο ρυθμός στα αυτιά μου. Από πάνω μας, ένας ανεμιστήρας στην οροφή δίκαζε και εκτελούσε με συνοπτικές διαδικασίες τον ζεστό αέρα του μαγαζιού. Κάθε γουλιά, και μια σκέψη ... 
Έτσι το είδα.

13/4/10

Ανοησίες #1


Ούτε που ήθελα να του απαντήσω. Απλά έπρεπε μετά την χοντρή κουβέντα που εκστόμισε ο κύριος με το στενό πουκάμισο, ένα πανάκριβο σίγουρα, που έκρυβε μέσα του μία ασφυκτική κοιλιά σαν ψημένο κείκ. Το πρόσωπο του περιποιημένο, γύρω στα πενήντα καλοαναθρεμμένος. Σαν όλους τους επαρχιώτες με το γυαλιστερό πρόσωπο από τον καθαρό αέρα, την σειρά με τα καθαρά δόντια και το ύφος, εγώ είμαι και κανένας άλλος.

«Μα δεν αγαπάτε το αμάξι σας;» Αν δεν το αγαπώ; Φυσικά και δεν το αγαπώ, αλλά ποτέ δεν θα δεχτώ να το πω δημόσια. Με ποιο δικαίωμα με ρωτάει τέτοιο πράγμα; Το μόνο που κάνω με το αμάξι μου είναι να λυπάμαι τα λεφτά του φαναρτζή, δεν το αγαπάω με την στενή ερμηνεία του λόγου, αν με εννοείτε.
«Σας παρακαλώ κύριε..» είπα ενοχλημένος .
«Εμ! Αν το αγαπούσατε δεν θα παρκάρατε στην γωνία! Να, τις προάλλες προσπάθησα να στρίψω, είχε παρκάρει και άλλος ένας απέναντι, και με το ζόρι κρατήθηκα να μη σε χτυπήσω! Για αυτό λέω δεν το αγαπάτε το αμάξι σας..»
«Καλά και δεν χωρούσατε να περάσετε; Και άντε, δεν χωρούσατε, αυτός είναι λόγος για να μην αγαπάω το αμάξι μου;»
«Μα κύριε, πεντέμισι μέτρα αμάξι έχω, που να στρίψει;» κάπου ένιωσα άβολα όταν άκουσα το μήκος του αμαξιού του. Για ώρες βαρούσα το κεφάλι μου μετά, αλλά εκείνη την ώρα ένιωσα να απολογηθώ που είχα παρκάρει στην γωνία και ο κύριος με τα πεντέμισι μέτρα μαούνα, δεν μπόρεσε να στρίψει. Εξάλλου, και εμένα μου έχει τύχει να δω κάποιο αμάξι κακοπαρκαρισμένο, σχεδόν παρατημένο σε κάποια γωνία και να αναφωνήσω «Καλά δεν αγαπάνε το αμάξι τους;»
«Ξέρετε, είναι το δεύτερο αμάξι μου, το πρώτο είναι στο γκαράζ και δεν βρήκα αλλού να παρκάρω..» δικαιολογήθηκα.
«ε και; Ένα μόνο γκαράζ έχετε; Να πάρετε και δεύτερο.. όπως όλοι μας..» αυτό το "όπως όλοι μας" ήταν μαχαίρι στα σπλάχνα, αν ήθελε μάλιστα να το γυρίσει δεξιόστροφα έτσι ώστε να ουρλιάξω από τον πόνο θα πρόσθετε «Δεν είχατε λεφτά να αγοράσετε δεύτερο γκαράζ; έτσι δεν είναι ;» αλλά ευτυχώς δεν το έκανε. Τον συμπάθησα για αυτό.

«Ε! Δεν έχω, τι να κάνουμε.. Άλλη φορά όμως αν δεν χωράτε, να κάνετε το τετράγωνο, και εγώ αυτό κάνω όταν με στριμώχνουν...»

«Καλά.. καλά.. δεν ήρθα για τσαμπουκά..» είπε και εξαφανίστηκε στο βάθος του δρόμου..
Χωρίς βιασύνη, έβαλα την κόρη μου στο πίσω κάθισμα, έβαλα την ζώνη στον μικρό , έβγαλα το παλτό μου και άναψα την μηχανή. Για ώρα ήμουν αρκετά αναστατωμένος, χωρίς όμως να ξέρω γιατί.. άκου, δεν αγαπώ το αμάξι μου.. και ακόμα χειρότερο, δεν ήρθε για τσαμπουκά. Και εγώ νευρίασα, για το πιο απλό πράγμα του κόσμου..

Ανοησίες...

11/4/10

εκείνο τον πίνακα τον θυμάσαι;


Και εκεί που εσύ βλέπεις ένα κοριτσόπουλο να κάνει νάζια στο φακό, εγώ βλέπω μια μέλλουσα μητέρα με το τσιγάρο στο χέρι, ‘κει που βλέπεις δυο ματάκια όλο απορίες εγώ βλέπω δυο ρυτιδιασμένα, πρόχειρα βαμμένα μάτια, που στο βάθος του μυαλού τους προσπαθούν να θυμηθούν αν βάλανε αλάτι στο φαί. Προσπάθησες πολύ, στο καταλογίζω, αλλά βλέπεις ότι δεν υπάρχει εύκολος τρόπος.

Μα αν υπάρχει κάτι που μας ενώνει είναι η οπτική σαν γεγονός, οι σκέψεις είναι απλώς δικές σου και πίστεψε με, δεν θέλω να τις ακούσω γιατί προέχει να ακούσω τις δικές μου σκέψεις πρώτα. Σε αυτό δεν φταίς εσύ, βλέπεις, μιλάνε δυνατά οι σκέψεις μου και κάποιες φορές δεν σε ακούω καθαρά..

Και εκείνο τον πίνακα, μαζί τον πήραμε, άραγε ποιες σκέψεις μας κοινώνησαν σε αυτήν την απόφαση; Ποτέ δεν θα μάθω, ούτε θα μάθεις. Υπάρχει βλέπεις ακόμα μια  παράμετρος ανάμεσα μας, η συμπάθεια. Δέχομαι και δέχεσαι να είμαστε διαφορετικοί και αυτό αυτόματα μας κάνει ομάδα, ίδιους όμως ποτέ.

Όπως λέει και η μητέρα μου δύο ίδια είναι άχρηστα και εσύ δεν είσαι άχρηστος..

Όχι για μένα.

Σήκω, πάμε τώρα. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να δούμε εδώ, εξάλλου η οπτική μένει η ίδια, οι σκέψεις αλλάζουν και μα τον θεό δεν είναι ανάγκη να στεκόμαστε μέσα στο κρύο. Στο βάθος του μυαλού μας θα μείνει η εικόνα σε αυτό που μαζί είδαμε και η ταραχή της σκέψης μας θα υπάρχει επίσης για μέρες ακόμα μέσα μας, ακόμα και αν έχουμε φύγει..

Σήκω, πάμε, ο καθένας στον ευατό του..


23/3/10

Απ' το Αεροπλάνο




Πρωτόλειες σκέψεις, χαράζονται, αντιστέκονται σε κάθε σταυροδρόμι αποφάσεων δίβουλες για την συνέχεια. Επιστρέφω στην έννοια «Ανθρωπος» συχνά πυκνά, με σκοπό να εξαγνίσω και να επαναδημιουργήσω την άγoνη σκέψη μου εκ νέου. Ωριμότητα αντίδρασης, είναι μια κατάσταση που αντιμετωπίζεται βάσει των εμπειριών που έχουμε αποκομίσει στην μέχρι τώρα ζωή μας, ή προκάλυμμα της σαρκοβόρας υφής του Εγώ μας; 

Κοιτώ, ο άνθρωπος ζει σε ένα πόλεμο, η καρδιά του αιμοδιψεί για αποδείξεις ανωτερότητας σε καθημερινό επίπεδο. Για μήπως οι καταστάσεις, σε φέρνουν σε τέτοιο κράμα σκέψεων; Σαν σου ορμάει κάποιος, σάμπως δεν πρέπει να αμυνθείς; Ή να πολεμήσεις με περισσότερη λύσσα, να τον ανακάμψεις, να τον τρομάξεις; Συχνά το βλέπω, το νιώθω, το κάνω στην εργασία μου με βαριά καρδιά.. Πρώτιστη αντιμετώπιση, η απαξίωση. Μα δεν κρατάει πολύ ή ακόμα καλύτερα δεν αντέχει πάντα την λαίλαπα της επίθεσης. Σύμβουλοι, καλοί, συνάνθρωποι μου λένε, φίδι σαν δεις το εξουδετερώνεις, δεν αναρωτιέσαι αν έφταιξε. Θα φταίξει. Δεν με βολεύει τούτη η λογική, δεν στέκεται ορθά μπροστά μου. Αρνούμαι. Θα είμαι ειλικρινής, κουράστηκα να το ζω και επιθυμώ να επιστρέψω στην έννοια «Άνθρωπος». Αφού δεν μπορώ να αλλάξω το πλήθος, θέλω να επιλέξω την απουσία μου. Να μην χρειάζεται να αμύνομαι, να στέκομαι εκ του βάθρου και να κοιτώ τα μανιασμένα λυκόσκυλα να ξεσκίζονται. Σαν φαγωθούν, ευχαρίστως να φροντίσω πάσης. Και να γράφω για αυτούς, για τον πόλεμο τους, τον πόλεμο μου. Να τους θυμίζω την κατάσταση τους, αυτή που προφανώς από ταχύτητα χρόνου δεν πρόλαβαν να συνειδητοποιήσουν και  να αξιολογήσουν. Να τους πω ότι έχουν οργή μέσα τους, οργή που ταΐζεται από τις καθημερινές τους τύψεις. Αυτός ο κόσμος έτσι όπως τον ζούμε, παράγει τύψεις που με την σειρά τους δημιουργούν οργή, μια ορμή που περιέχει ελπίδα για αποκατάσταση των τύψεων. Τι ψέμα! 

Ζω τις μέρες μου, μέρες δύσκολες αλλά κρατώ την πίστη μου στους ανθρώπους, στο χαμόγελο τους. Στην ημέρα που θα δουν τον πόλεμο κατάματα, θα ανακαλύψουν ότι δεν υπάρχουν αντίπαλοι και φίλοι, συμπαίκτες και θηρία. Θα διαβάσουν όλη την λέξη «Άνθρωπος» και θα αναπηδήσουν από χαρά για την ανακάλυψη τους. 

20/3/10

Όρος Σινά..




Ζούμε την αγωνία του Σινά,
ακόμη λες, να ανέβει ο Μωυσής,
κενό ακόμη, το μονοπάτι,
που υποσχέθηκε να ανέβει,
σαν πατέρες την αργοπορημένη κόρη αναμένουμε,
κάτω από λιγοστό φως, και το βιβλίο στα γόνατα.
Απέξω, αδίστακτη η νυχτιά τριγυρνά στις φλέβες μας.

Σαν παγωνιά που σκαρφαλώνει στα κλαριά,
μας αγκαλιάζουν αλλοτινοί εχθροί,
τωρινοί φίλοι..

Σκιαγραφώ,

Η ευθύνη, επιταγή.
Μόλις την χρεώσουμε κάπου,
πιστεύουμε, ματαίως, σε μια ρόδινη ζωή.
Ακούραστοί ψεύτες του εαυτού μας..

Λέω, Είμεθα το Όρος,
και λύτρωση ζητούμε από το πλήθος.
Λάθος η εντύπωση ότι οι εντολές γράφτηκαν στο Όρος,
Οι πλάκες, μας στάλθηκαν, και χρέος μας,
η ερμηνεία τους.

Παρεξήγηση. Μία από τις πολλές…

14/3/10

I Can See Clearly Now






Υπάρχει το δεδομένο και στην αντίθετη όψη, το αναπάντεχο, το απρόσμενο. Μα εσφαλμένα θεωρούμε ότι αυτά είναι αντίθετα στοιχεία, καθότι οι πιθανότητες αντιστροφής της ζυγαριάς, ή ακόμα καλύτερα η ανακάλυψη ότι στεκόμαστε στην αντίθετη μεριά είναι μέσα στις πιθανότητες της ζωής.

Χθες είδα στο χαζοκούτι, ένα τυφλό παλικάρι να παίρνει μέρος σε ένα διαγωνισμό ταλέντων στο τραγούδι. Και τα κατάφερε τόσο καλά, που συγκινήθηκα. Ώρες μετά προσπαθούσα να διαχωρίσω μέσα μου τα συναισθήματα μου. Θυμήθηκα αυτόματα μια κοπέλα που δεν ακούει καλά, έναν ανάπηρο που έφερε η τύχη να γνωρίσω και που ζει την ζωή μέσα από το γέλιο. Ένα παλικάρι – πολύ φίλο μου – που μεγάλωσε χωρίς γονείς σε μια κοινωνία, την ίδια κοινωνία που ζούσα εγώ. Μετά θυμήθηκα τον δικό μου φόβο να αδράξω γεγονότα της ζωής, θυμήθηκα την ανασφάλεια του μέλλοντος, τον φόβο του εξορισμού από αυτό που ονομάζουμε κοινωνία. Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα. Δεν έχω ούτε καν συμπάθεια για τέτοιους ανθρώπους, παρά μόνο θαυμασμό. Ο άνθρωπος είναι τα μέλη του ή η ψυχή του; Ίσως τελικά αν αφαιρέσεις κάποια ανθρώπινα μέλη, η ψυχή να βρίσκει «δρόμο» να περιπλεύσει.  Ότι βλέπει η τραγική μας όραση είναι ένα σάρκινο περίβλημα και τίποτα άλλο. Πίσω από αυτό υπάρχει ένας άνθρωπος και ταυτόχρονα εν δυνάμει Θεός..

Αναρωτιέμαι αν ο τυφλός που πήρε μέρος στον διαγωνισμό με την απίθανη φωνή του θα βρει το πάτημα να κάνει το όνειρο του; Θα τον αφήσουν ή η ψευτοκοινωνική μας αποδοχή θα περιοριστεί στα είδωλα που προσφέρουν σεξισμό; Τα ινδάλματα γιατί πρέπει να έχουν αγαλματένιο σώμα, ξεχωριστό μαλλί, υπέροχα μάτια, καλό συνθέτη και στιχουργό πίσω τους; Γιατί να μην κάνουμε ίνδαλμα έναν τυφλό με εξαιρετική φωνή; Γιατί να επιλέγουμε πρότυπα που πουλάν σε νεαρά κορίτσια και τις κάνει να ουρλιάζουνε σαν μανιακές; Επειδή υπάρχει ολόκληρη βιομηχανία από πίσω, θα μου πείτε. Το ξέρω, αλλά αυτό δεν με κάνει και σύμφωνο αυτής την σκέψης. Δεν διαφέρει σε τίποτα αυτή η κίνηση από την προσπάθεια πώλησης ενός κραγιόν ή μιας οικοσκευής. Αυτό το ρεύμα, προωθεί όλα τα σύνδρομα της καταναλωτικής μανίας, που για να υπερκεραστούν από τους ανυποψίαστους νεαρούς αναπόφευκτα θα στραφούν στην λεγόμενη τραπεζική πίστη ή απάτη.  Και ο κύκλος εφάπτεται με ακρίβεια χιλιοστού.

Πρέπει κάποια στιγμή να αντιληφθούμε ότι ο τυφλός ακούει καλύτερα από εμάς, νιώθει τα διπλάσια από εμάς, δεν τον αποσπά η παραπλανητική όραση, χρησιμοποιεί τις αισθήσεις του σε βαθμό που σε  κάνει να τον ζηλεύεις. Ο Στίβεν Χόκινκς μέσα από την καρέκλα του μπόρεσε να δημιουργήσει γνώσεις που ελάχιστοι κατάφεραν, ο Μπετόβεν χωρίς ακοή έγραψε έργα μνημειώδη και πολλοί άλλοι διακριθήκαν μέσα από την αναπηρία τους.

Η ζωή υπάρχει και είναι μπροστά μας με ότι έχουμε για  να την απολαύσουμε, ελλειπτικοί είμαστε εμείς όταν θεωρούμε τα δεδομένα και τα απρόσμενα να ζουν σε διαφορετικές φωλιές. Τυφλός είναι αυτός που βλέπει σαν το πιο σημαντικό στοιχείο πάνω του, το δέρμα του, κουφός αυτός που δεν ακούει τις σκέψεις των άλλων, κουτσός αυτός που δε μπορεί να μετακινηθεί μακρύτερα απο τον ευατό του..

Ίσως η ποιο ανίατη αναπηρία να είναι η πνευματική..


update * Το παλικάρι τον λένε Νίκο Αποστολίδη, βρήκα και το video τυχαία εδώ http://hamomilaki.blogspot.com/2010/03/nikos-apostolidis-greek-idol.html



11/10/09

Ο Βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο Βασιλιάς.



Πράξη πρώτη.
Στο κέντρο της αίθουσας, ένα φέρετρο βαμμένο κίτρινο ανοιγμένο πάνω σε ένα τραπέζι με ξύλινα από μαόνι πόδια. Χαλί κόκκινο, σειρά καρέκλες με βελούδο στην πλάτη και σκαλιστά ποδάρια γύρω από το τραπέζι, απομακρυσμένα και ευθυγραμμισμένα.
Ένας μεγάλος πολυέλεος στο ταβάνι φώτιζε κάθε πτυχή του δωματίου, αφήνοντας ανένταχτες τις ψυχές των φίλων του Βασιλιά.

Πράξη Δεύτερη
«Ήταν δίκαιος!» μουρμούρισε η κοντέσα κρύβοντας το στόμα της με ένα μαντίλι, φανερά συγκινημένη.
«Φυσικά, αφού δεν έκανε τίποτα, πως να γίνει άδικος..» απάντησε ο κύριος με την μπριγιαντίνη και το στενό μέτωπο. Τα ρούχα ατσαλάκωτα, ένα κόκκινο λουλούδι στο πέτο.
«Μα, γιατί το λέτε αυτό κόμη;»
«Αν δεν είχε τον Αρχηγό της αυλής, θα είχε πεθάνει απο καιρό ..»
«Σιγά! Από τι;»
«Από άνοια..»

Πράξη Τρίτη.
Ο Αρχηγός, φορώντας τα σειρήτια στη δεξιά μεριά του πέτου, ίσιωνε την στολή του συνέχεια και κούρδιζε την μουστάκα του, που ήταν σαν πέταλο στην μούρη.
Σκεφτόταν δυνατά,
«Αν δεν ήμουν εγώ... τουλάχιστον κατάφερα να μοιράσω τύψεις σε όλους τους παρευρισκόμενους. Δεν πέθανε άδικα ο Βασιλιάς, τώρα όλοι ξέρουν ότι αυτοί τον σκοτώσανε, με την γκρίνια τους. ΜΟΝΟ εγώ ξέρω την αλήθεια.. μόνο εγώ.. Τουλάχιστον, όλοι φάνηκαν ότι στεναχωρήθηκαν, αυτό μάλλον είναι αρκετό ..»

Πράξη τέταρτη
Η Υπηρέτρια που τόσο την συμπαθούσε για την χωριάτικη καταγωγή της, την δήθεν καθαρεύουσα που πρόφερε σε κάθε πρόταση προσπαθώντας μάταια να παρουσιάσει μια ευγενική καταγωγή, αναδεύτηκε στην θέση της νευρικά. Μια σειρά βραχιόλια κουδούνισαν με δύναμη .. Έσκυψε το κεφάλι της διακριτικά και είπε στην μαγείρισσα..
«Ευρυδίκη, ποία η θέση μας τώρα; Μήπως τα προ-διαγραφέντα γεγονότα μας οδεύουν σε μία και μόνη λύση; Σε έναν στόχο ανώτερο;»
«ποια καλή μου; Δεν σε καταλαβαίνω;» απάντησε η μαγείρισσα με χαμόγελο. Καλοκάγαθη με ευμεγέθη περιφέρεια στήθους και όχι μόνο. Ακόμα φορούσε την ποδιά της την άσπρη και στο κεφάλι, εκείνο το δαντελωτό που την έκανε συμπαθή στον Βασιλέα..
«Την δημιουργία άλλου Βασιλείου, όπου εγώ πιστός ακόλουθος θα συνεχίσω να υπηρετώ τον νέο Βασιλιά..»
«Ποιόν νέο Βασιλιά, καλή μου;»
«Εσένα φυσικά...»

Πράξη πέμπτη και τελευταία.
Ο Αρχηγός της αυλής σηκώθηκε όρθιος με στόμφο, έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό λογύδριο που είχε ετοιμάσει για την περίσταση – Το είχε γράψει πριν από πέντε-έξι χρόνια, αλλά συνέχιζε να είναι επίκαιρο -.
«Πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να εκτελέσουμε την τελευταία επιθυμία του Βασιλέως..»
«Ποια είναι τούτη η Επιθυμία, υψηλότατε;» ρώτησε με χαμόγελο η υπηρέτρια του βασιλέως ...
«Η επιθυμία του είναι ...»

Μια βροντή έσκισε την αίθουσα στα δύο, σαν μουσελίνα που σκίζετε από άκρη σε άκρη.. Η φωνή ερχόταν μέσα από το φέρετρο..
«Κλείστε το καπάκι, να πεθάνω άχρηστοι..!! Έξι χρόνια δεν κοιμάμαι μη με φάτε ζωντανό, κάνω το ξύπνιο για να σας προσέχω.. αφήστε με να πεθάνω επιτέλους !»



10/10/09

Asturias - Isaac Albeniz



Χαροπαλεύει το κενό,
μάτια χαμηλά,
σαν κεράκι σε μανουάλι το στέρνο
αναβοσβήνει..

διπλωμένα γόνατα,
πλάτη γυρτή,
δυο ψίθυροι,
ένα για μένα, ένα για σένα..

Ανάβαση στο άφατο,
ή κατάβαση στο απερίγραπτο;

ένα νόμισμα, δύο όψεις
μα και πάλι,
κάποιος αγοράζει,
κάποιος πουλάει,
άραγε οι όψεις αλλάξαν το νόμισμα;

4/10/09

Το χιούμορ ως αντίδοτο ,,,

Είναι το χιούμορ πράγματι βασικό στοιχείο του ανθρώπου;

Η πρώτη αναγωγή του Αγγλικού όρου humor έρχεται από τον Ιπποκράτη «περί των χυμών του σώματος». Σύμφωνα με αυτή την θεωρία η καλή διάθεση του ανθρώπου εξαρτάται από την αρμονική μίξη των χυμών του σώματος. (Χολή, φλέγμα, μέλαινα χολή, αίμα).

Το χιούμορ είναι συνδεδεμένο με την αισθητική που ο καθένας έχει σαν προσωπικό βίωμα. Για κάποιους η αισθητική του χιούμορ είναι ένα βαθύ καπέλο που ανεξάντλητα βγάζει λαγούς με αποτέλεσμα όπου και να κοιτάξουν να βλέπουν αστεία θέματα. Για κάποιους άλλους ο μόνος τρόπος για να συναντήσει κανείς το χιούμορ είναι μια κωμωδία ή κάποια εικονογραφία/βιβλίο που προορίζεται να τους διασκεδάσει. Δεν εφεύρουν το χιούμορ μέσα από τις καταστάσεις, αλλά οι ίδιες οι καταστάσεις ορθώνονται μπροστά τους χιουμοριστικά και αυτοί το αποδέχονται. Συνήθως για αυτή την μερίδα ανθρώπων, ένας αστεϊσμός σε χρόνο ανύποπτο είναι αντιαισθητικό στοιχείο ή ακόμα και προσβλητικό.

Για παράδειγμα, αν δούνε σε μια κηδεία κάποιον να γελάει, θα το θεωρήσουν προσβολή. Αν απαντήσει κάποιος χιουμοριστικά σε ένα καθηγητή που διδάσκει, επίσης και ούτω κάθε εξής. Αυτοί δεν έχουν αίσθηση του χιούμορ; Είναι φρενοβλαβείς; Όχι φυσικά, απλώς έχουν διαφορετικά προσωπικά βιώματα από κάποιους άλλους. Το χιούμορ, λέμε είναι πηγαίο χάρισμα. Άραγε τι να σημαίνει αυτό; Γεννιόμαστε με χιούμορ; Υπάρχει τέτοιος κώδικας στο DNA μας; Αμφιβάλλω. Το πιο πιθανόν είναι να μας το παιδεύουνε κατά την παιδική ή εφηβική μας ηλικία. Αν παρ’ ελπίδα η ιατρική έχει δώσει θετική απάντηση σχετικά με το DNA, θα συμπληρώσω ότι δεν φτάνει κανείς να έχει στο αίμα του την τάση, πρέπει να το εκπαιδεύσει.

Το χιούμορ έχει αποχρώσεις; Έχει.

Υπάρχει το σαρκαστικό, το βιτριολικό, το ξερό, το μαύρο, η παρωδία, ο αυτοσαρκασμός, το σουρεαλιστικό και πολλά άλλα. Τι είναι αυτό που κρίνει την ποιότητα του χιούμορ;
Η αισθητική μας και πάλι.

Μα είναι τόσο κακό να μην μας αρέσει το χιούμορ του άλλου; Όχι φυσικά, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, διότι θα ήταν σαν να του λέμε «φταίει η οικογενειακή σου εκπαίδευση». Δεν ισχύει αυτό. Απλώς το χιούμορ χρειάζεται και άλλες παραμέτρους για να γίνει αποδεκτό από τον άλλο.

Πρώτη και βασική παράμετρος είναι η δεκτικότητα εκείνου που την λαμβάνει. Και συνήθως η δεκτικότητα εξαρτάται από την ψυχική του διάθεση. Ένας στεναχωρημένος, δύσκολα θα δεχτεί χιούμορ. Ένας που αγωνιά για κάποιο λόγο επίσης. Όταν ο εγκέφαλος είναι προσανατολισμένος στην αναμονή κάποιας συγκεκριμένης κατάστασης, αυτόματα απορρίπτει οτιδήποτε άλλο.
Δεύτερη παράμετρος είναι ο κοινωνικός μανδύας που φοράμε. Ένας πρωθυπουργός δεν γεύεται αστεϊσμούς λυκειόπαιδων. Ένας πλούσιος, όπως θα αποφύγει την παρέα των υποδεέστερων παρεών, έτσι θα αποφύγει να αστειευτεί και με τον θυρωρό. Ένας φτασμένος λογοτέχνης το ίδιο. Είναι σωστό αυτό; Είναι, γιατί κανείς από αυτούς δεν θα γινόταν αυτό που είναι αν δεν υπήρχε το στοιχείο της αλαζονείας μέσα τους. Συνήθως η σοβαροφάνεια κρύβει μέσα της ρινίσματα αλαζονείας. Η αληθινή σοβαρότητα μετριέται στις πράξεις του ατόμου, στα έργα του, όχι στις προφορικές ή γραπτές πρόχειρες σημειώσεις του. Πόσο οξύμωρο είναι αλήθεια να έχεις την δυνατότητα να αστειεύεσαι σε προσωπικό επίπεδο με κάποιον και παρουσία κόσμου να παρουσιάζεις την εικόνα που σου επιβάλλει ο κοινωνικός σου μανδύας.

Σαν τρίτη παράμετρο θα έβαζα, την γνωστή ρήση «Το χιούμορ θέλει τον χρόνο του». Μα αυτό δεν ισχύει καθότι η αληθινή ρήση θα έπρεπε να είναι «Το χιούμορ θέλει τον ΔΙΚΟ ΜΟΥ χρόνο» και όχι γενικά τον χρόνο του. Με λίγα λόγια, θέλει και την κατάλληλη διάθεση/στιγμή του ανθρώπου που δέχεται το χιούμορ.

Δεν θα ήθελα να προχωρήσω σε πιο βαθιά ανάλυση της ποιότητας/χρόνου/αισθητικής του χιούμορ γιατί ενστερνίζομαι απόλυτα την έκφραση του Πιραντέλο που ανέφερε στο έργο του «Η αισθητική του χιούμορ»..
Το χιούμορ έχει αμέτρητες εκφάνσεις και ακόμα περισσότερα διακριτικά χαρακτηριστικά. Η προσπάθεια διατύπωσης ενός ορισμού ενέχει τον κίνδυνο, από τη μία, της εκ του σύνεγγυς μελέτης ενός ή δύο ενοτήτων και, από την άλλη, της αποκήρυξης πολλαπλάσιων δυσνόητων πλευρών του.

Είναι δυσνόητο να το παρακολουθήσουμε ή να αναλύσουμε κάθε πτυχή του χιούμορ, απλώς θα σταθώ στην λέξη Αισθητική, μια λέξη που θα την συναντήσουμε πολλές φορές κοντά στην λέξη ηθική.

Το χιούμορ που προσβάλει είναι μη αισθητικό απλώς; ή μήπως και ανήθικο συνάμα;

Και τι ορίζει την ηθική μας;

Αυτός που προσβάλει ορίζει την ηθική του προσβαλλόμενου ή ο προσβαλλόμενος υποστηρίζει την ηθική του με την ασπίδα της προσωπικότητας του; Πόσο ανιαρό να πεις ότι μου επιτέθηκε με αναίσχυντο χιούμορ; Μήπως θα ήταν προτιμότερο και πιο ειλικρινές να πούμε ότι δε είχαμε την δύναμη/το σθένος να αντιδράσουμε στην ηθική προσβολή που μας επιβάλει ο εκάστοτε;

Γιατί η καυστική σάτιρα είναι ευρέως αποδεκτή; Επειδή δεν αναφέρεται στο πρόσωπο μας;
Μήπως αντί να διαπομπεύουμε αυτούς που αστειεύονται, να έπρεπε να παραδεχτούμε μερικά πράγματα για τον εαυτό μας; Το χιούμορ έχει την δύναμη να αποδιαρθρώνει την αντιφατικότητα της υποκειμενικής θεώρησης της προσωπικότητας μας και εφόσον είναι γενικά αποδεκτό ότι είναι ένας συναισθηματικός προσδιορισμός, να δώσει έναυσμα γέννας του παραλόγου μέσα την μίζερη λογική μας.

Επιπλέον στην λογοτεχνία θεωρείται ο πιο δύσκολος κλάδος γραφής. Και δεν έγκειται το γεγονός σε κάποια δυσκολονόητη τεχνική γραψίματος, αλλά στην επιτυχία του συγγραφέα να αποτυπώσει το συναίσθημα της πληρότητας που εμπεριέχει, χρησιμοποιώντας λέξεις και συμβολισμούς για να το επιτύχει. Όσο καλό μπορεί να είναι ένα θλιβερό κείμενο, τόσο καλό μπορεί να είναι και ένα χιουμοριστικό ή σαρκαστικό. Γιατί άραγε το μελαγχολικό κείμενο, μας είναι πιο προσφιλές;

(μερικές σκέψεις)

1/10/09

Ένας τρελός μονόλογος..




Ένα λουλούδι σκαρφαλώνει στον τοίχο με δύναμη, απλώνει τις ρίζες στο έδαφος με πείσμα και οργή.

Μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε....

Υπάρχει ένας πόνος παιδικός που δεν τολμούμε να ομολογήσουμε. Σαν το γιασεμί μας τυλίγει, μας σφίγγει. Ότι ζούμε το βλέπουμε με άλλο βλέμμα, δεν είναι παιδικό. Είναι ώριμο μιαν άλλη οπτική της ίδιας της ζωής. Δεν είμαστε χαμηλά να κοιτούμε ψηλά, να ζητάμε την στήριξη. Κοιτάμε πλέον χαμηλά, στηρίζουμε, ενισχύουμε τα θεμέλια των γύρω μας. Θέλει θάρρος. Αν λέγεται έτσι αυτό που κάνουμε, δεν νομίζω.

Ανακλαστικές θεωρίες δύναμης, μη προσβάσιμες στην σκέψη. Απλά συμβαίνουν. Σταματάμε να κοιτάμε ψηλά και κοιτάμε αυτούς που εξαρτιούνται από εμάς. Και η ζωή, φοράει το μαύρο κολλητό της φόρεμα, οπλίζει το ροζιασμένο χέρι της με ένα μαστίγιο. Μια βαράει στο έδαφος και μια στην πλάτη, στο πρόσωπο. Και εμείς δεν κουνιόμαστε από την θέση μας. Ενίοτε κλαίμε, όσο μπορούμε κλαίμε. Κάποτε βουβά, άλλοτε φωναχτά. Δεν έχει διαφορά , κανείς δεν μας ακούει. Σε κανέναν δεν στρέφουμε το στενάχωρο βλέμμα μας. Το κρατάμε γερά στην παλάμη μας, για εμάς, για τον εαυτό μας..

Το λουλούδι αρπάζει τον τοίχο με δύναμη, στηρίζει το βάρος στις ρίζες, κοιτάει κατάματα τον ήλιο, με οργή ...

Ο κόσμος γύρω μας κάνει ένα τρελό πανηγύρι παραλογισμού. Οι πάντες ντύνονται με ρούχα φανταχτερά, άλλος τρέχει στο πάλκο και ουρλιάζει με δύναμη. Άλλος ξερνάει, δίπλα μας άλλος σκύβει το κεφάλι, άλλος γελάει δυνατά. Και όλοι μαζί, χορεύουν ανάμεσα μας, μας χτυπάνε με το βλέμμα τους, με τα νύχια τους ξεσκίζουν τις σάρκες μας.

Δεν μας μένει παρά να τους αντιμετωπίσουμε με χαμόγελο, εκείνο το αφοπλιστικό ηλίθιο χαμόγελο που φωτίζει στο κούτελο την πινακίδα από νέον : "Είμαι και εγώ ηλίθιος σαν και εσάς.."

Το λουλούδι αδράζει τον ήλιο, τα σύννεφα παλεύουν, αλλά η ζωή έχει εφαρμόσει τους κανόνες της.

Μένει να γύρουμε το κεφάλι μας προς το λουλούδι, να το ζηλέψουμε.. να σφίξουμε όποια δόντια μας έχουν μείνει, να βγάλουμε την σιαγόνα μας από τον σβέρκο μας, να πλύνουμε το αίμα από την ψυχή μας και να ανασάνουμε βαριά αναμασώντας την ίδια καραμέλα.

Και αυτό πέρασε... (αλλά τι πήρε μαζί του;;)




27/9/09

Το Χειρουργείο..



Είχε πάρει στα χέρια του σφιχτά το χαρτί. Χέρια τρεμάμενα, πρόσωπο ωχρό, πανιασμένο, ελαφρά φοβισμένος. Πλησίασε τον γκισέ με τις πληροφορίες.
"παρακαλώ, έλαβα - από φανερού λάθους - αυτήν την ειδοποίηση, με ποιόν θα μπορούσα..."
Ο υπάλληλος μέσα από τον γκισέ, φανερά βιαστικός και απότομος, τράβηξε το χαρτί με δύναμη από τα χέρια του κοντού, σχεδόν σκυμμένου ανθρωπάριου.

"Θα πάτε στο τέλος του διαδρόμου αριστερά και μετά δεξιά, εκεί θα ρωτήσετε!"
"Μάλιστα ευχαριστώ.. πρόκειται για λάθους.. για λάθους.."
"Επόμενος, παρακαλώ" απάντησε με δύναμη ο υπάλληλος και μάζεψε το τσουλούφι του από την μούρη.

Ο κυριούλης προχώρησε σκυφτά στον πρώτο διάδρομο, ένα μικρό φωταγωγημένο διάδρομο με καρέκλες στα πλάγια του τοίχου. Διάβαζε τις πινακίδες σε κάθε πόρτα που περνούσε. "Ράδιο", "Ακτίνες", "Παθολόγος", "Καθαρίστριες".... Στο τέλος του διαδρόμου έστριψε αριστερά και προχώρησε ίσια μέχρι που βρήκε μια πόρτα που έγραφε με μεγάλα γράμματα "Σπρώξτε ..".

Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και βρέθηκε σε ένα μικρό σαλονάκι με διάφορους ανθρώπους που σχεδόν αμίλητοι κοίταζαν μια μεγάλη κόκκινη πόρτα - σαν χειρουργείου. Πάνω της είχε μια μεγάλη μπάρα που την άνοιγε διάπλατα και με μεγάλα γράμματα έγραφε "Ησυχία".

Κάθισε δίπλα σε ένα καραφλό, με κοιλιά που ίδρωνε συνέχεια.
"Συγνώμη, εγώ έχω έρθει από λάθους... εδώ είναι το τμήμα με το χειρουργείο;"
"χα!" γέλασε ο χοντρούλης και έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη. Σκούπισε το φαλακρό δέρμα της κεφαλής και έσκυψε δίπλα του.
"Όλοι από λάθους ήμαστε εδώ! Ποιος θα πίστευε ότι θα μας έβρισκε τέτοια συμφορά..!"
"Αυτό σας εξηγώ, εμένα δεν μου ήρθε συμφορά, ειδοποίηση μου ήρθε ότι έχω κάποια μεγάλη συμφορά και πρέπει να περάσω χειρουργείο!"
"Εμ.; εμάς τι μας ήρθε; Μόνοι μας το σκεφτήκαμε και ήρθαμε εδώ;"
"Ναι αλλά εγώ δεν πονάω, δεν νιώθω τίποτα επιλήψιμο για να μπώ χειρουργείο. Αντιθέτως νιώθω γερός σαν βόδι..!"
"Και εγώ! Και όλοι μας. Δεν έχει σημασία τι νιώθεις αλλά τι λένε ετούτοι με τα άσπρα. Αυτοί ξέρουν, εμείς κάνουμε ότι μας πούν!"
"Μα είναι παράλογο!"
"Θες να πεθάνεις;"
"Οχι!"
"Τότε περίμενε την σειρά σου όπως εγώ.."

Η πόρτα άνοιξε, μπήκανε μέσα δύο γρήγορα προτού κλείσει πάλι με θόρυβο..
Ο κυριούλης το μετάνιωσε. Σηκώθηκε να φύγει, ώσπου παρατήρησε όλους τον κοιτούν με περιέργεια..
"Τι με κοιτάτε; Δεν είμαι άρρωστος! Απορώ γιατί ήρθα μέχρι εδώ..."
"Και που το ξέρεις;" φώναξε ένας.
"Και τι θα καταλάβεις άμα φύγεις; μπορεί να είσαι βαριά άρρωστος και να πεθάνεις μόλις βγεις από εδώ.."
"Λέτε;" είπε διστακτικά ο κυριούλης και έκατσε πάλι στην καρέκλα του.

Η πόρτα άνοιγε κατά διαστήματα και έμπαιναν μέσα σιγά-σιγά όλοι. Κανείς δεν έβγαινε. Μόνο έμπαιναν. Κάποια στιγμή είχε μείνει μόνος του.
Μπήκε με αργές κινήσεις, διστακτικές....
"Το χαρτί που μου στείλατε" είπε σιγανά σχεδόν από μέσα του, σε ένα κύριο με μια πράσινη ρόμπα και μαντήλι στο πρόσωπο. Το πρόσωπο του κρυβόταν καλά, το σώμα όμως έδειχνε έναν ψηλό δυνατό άντρα..

"Ωραία, βγάλε τα ρούχα σου και περίμενε.."
Έβγαλε τα ρούχα του και περίμενε, ώσπου ήρθε ένας άλλος με πράσινη ρόμπα και με νόημα του έδειξε μιαν άλλη αίθουσα..
"Τι έχεις;" τον ρώτησε.
"Δεν ξέρω.." σχεδόν έκλαιγε..
"Ωραία! κατάλαβα..."
"Να, δείτε το χαρτί που ..."

Μπήκε το δωμάτιο κάποιος ντυμένος στα άσπρα και πριν προλάβει να μιλήσει του έχωσε μια βελόνα στο μπράτσο .. τα πάντα σκοτείνιασαν...

**
Προσοχή στο ταχυδρομείο, και στο καταραμένο γράμμα...


5/9/09

Faraway




Τα βραχοπούλια τον ωκεανό κοιτούν και νοσταλγούν,
Ερειπωμένα μάτια μέσα σε κατάλευκα κορμιά.
Και η θάλασσα από κάτω, πλατσουρίζει σαν παιδί,
Ο άνεμος σβουρίζει τα πούπουλα, ανακατεύει θύμησες με ελπίδες.

Και σαν κοιτούν κατάρτι να ορθώνεται στο βάθος,
κρώζουν με βραχνή φωνή,

μια νέα πατρίδα ανατέλλει..

4/9/09

Epilogue



και λέω τούτο :
Αρνούμαι το βιβλίο τούτο εδώ να κλείσω,
Και εσείς θεοί μην χαλκεύετε τα γέλια σας,
Με την δική μου αδυναμία.

Τον επίλογο αυτό που μου σερβίρετε,
εγώ δεν θα τον διαβάσω,
Θα τον αμφισβητήσω και θα τον χλευάσω.

Και αν εσείς φτεροπόδαροι, κεραυνοκράτορες, δίκαιοι και άδικοι,
παντοκράτορες και παντογνώστες,
Με άνεμο ύπουλο γυρίσετε τις σελίδες,
Με πλάνη φέρετε το πρόσωπο μου στα τελευταία λόγια,
Να γνωρίζετε ότι εγώ θα κάνω ότι δεν σας άκουσα,
Δεν υπήρξατε, δεν σας γνωρίζω...

Ακόμα και αν βαθιά μέσα μου ξέρω ότι,
Το βιβλίο της ζωής, εσείς το γράψατε
και το σκαρίφημα του επίλογου, πάλι εσείς το σχεδιάσατε,
μα και όλη την δερματόδετη ράχη με τα γαμψά σας νύχια συράψατε, κολλήσατε και σφραγίσατε,

Μελάνι το αίμα σας, ιστορία το δάκρυ και το γέλιο μας!


Ω, ναι μάλλον πρέπει να σταματώ να σας πολεμώ, το βλέπω τώρα.
Ζητήστε μου στα γόνατα να συρθώ,
να παρακαλέσω, να ζητήσω..
τι;
Μιαν ευκαιρία να μου δώσετε, έναν επίλογο άλλο να διαβάσω,
ποιον;
Αυτό που θα με βόλευε να διαβάσω...
Γιατί γελάτε;
Γιατί γελάτε;
Και αυτό ανόητο, έτσι δεν είναι;
Και αυτό ανόητο..

Ευδοκία



Απόψε τούτος ο χορός,
ας γίνει πεπρωμένο,

τούτα τα βήματα, να δεις,
ιχνηλατούν λεβέντες.

και η μεταλλική ματιά,
χτίζει συνειδήσεις.

ένα κρασί και ένας χορός,
μεγάλο σχέδιο ζωής,

Σε τούτες τις δουλεμένες πλάτες θεέ μου,
ο κόσμος στηρίζεται απ' άκρη σ 'άκρη .