Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/8/10

ήχος...


Ψιχάλιζε το φως στο αφρισμένο ακρογιάλι
Η άμμος χρυσόκουκη ανακάτευε
τα δάχτυλα των ανήλιων ποδιών μας
Και εσύ να φωνάζεις το όνομα μου
θαρρείς μια ρομβία
ηχεί ακούσματα,
Ταγκό και φλερτ με ιστορία.

20/4/10

Audrey Hepburn La Vie En Rose





Αυτή την νύχτα η υγρασία νότιζε τους κορμούς με όλες τις μυρουδιές του δάσους. Δυο μάτια λαμπύρισαν μέσα στο σκοτάδι, κάποια αλεπού ή άλλο ζώο του δάσους, ξάγρυπνο πετάχτηκε πάνω από τον βάρβαρο ήχο του αυτοκινήτου που πλησίαζε. Κοίταξε καλύτερα να δει...

Δυο φώτα -προβολείς- ξέσκισαν την καταχνιά, ένας ήχος μηχανής που επιτάχυνε και ένα .. γλυκό τραγούδι που έβγαινε από το ξέσκεπο αυτοκίνητο ήταν τα σημάδια ότι κάτι πλησίαζε την ομορφιά της νύχτας, ανατάρασσε γλυκά την ησυχία της φύσης..
Το φεγγάρι πλησίασε να ακούσει καλύτερα, τα κλαδιά μάζεψαν και αγκάλιασαν τα νυχτοπούλια.. Αν η νύχτα είχε φωνή θα σφύριζε στο ρυθμό της αλαβάστρινης φωνής της κοπέλας που μάγευε την πλάση με τούτο το τραγούδι ..
Des yeux qui font baiser les miens,
Un rire qui se perd sur sa bouche,
Voila le portrait sans retouche
De l'homme auquel j'appartiens

Quand il me prend dans ses bras
Il me parle tout bas,
Je vois la vie en .... rose.

- ω, το καπέλο σου είναι στραβό, είπε η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά και τα γλυκά μάτια . Τα χείλια της γέλασαν ελαφρά, με τσαχπινιά κούνησε το κορμί της, έπιασε το καπέλο και το έστρωσε σωστά στο κεφάλι του οδηγού.

Κοίταξε στα μάτια τον Χάμφρευ, έναν ώριμο πενηντάρη, με πρόσωπο έμπειρο, τσαλακωμένο από την βαρύτητα του χρόνου με δυο μάτια εξημερωμένης σκληράδας. Θα έλεγες, εκείνη την στιγμή η ψυχή του ήταν βουτηγμένη στην αγγελική φωνή της νεαρής δίπλα του. Η καρδιά του χτύπαγε με τρελούς ρυθμούς, μα η λογική τον κράταγε σταθερό, στα λόγια, στις αποφάσεις του. Έσφιξε το τιμόνι με δύναμη.

- Που θα βρω κάποιον να προσέχει την εμφάνιση μου στο Παρίσι; Που θα βρω κάποιον να με βοηθάει στα Γαλλικά μου; Ρώτησε ο οδηγός και κάρφωσε την ματιά του πάνω της.
- Ω.. σίγουρα θα βρεις κάποια στο πλοίο, πάντα βρίσκεις...
- Νομίζεις;
- Σίγουρα... τουλάχιστον υποθέτω, τα μάτια της κοπέλας μαλάκωσαν, έβαλε το χέρι της στον ώμο του, χάιδεψε την αύρα του.
- Αν υποθέσουμε .. άρχισε να μουρμουρά με σκυμμένο το κεφάλι ο οδηγός... Αν υποθέσουμε ότι εσύ δεν ήσουνα παντρεμένη με τον Ντείβιντ.. Αν υποθέσουμε ότι εγώ ήμουνα δέκα χρόνια νεότερος... ας υποθέσουμε ... ω! Μα τι λέω! Όλο υποθέσεις είμαι! Απλά ας υποθέσουμε ότι λέω βλακείες αυτήν την στιγμή! Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε το σκοτάδι στα πλάγια του αυτοκινήτου, τα μάτια του βούρκωσαν, δεν έπρεπε να το δει η κοπέλα αυτό.

Μια μικρή σιωπή, η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι και δεν απάντησε αμέσως. Η καρδιά της έσφιξε, τα δόντια της κρύφτηκαν παίρνοντας μαζί τους το χαμόγελο, τα χέρια άσπρισαν από την δύναμη που τα ζούληξε, σχεδόν έχωσε τα νύχια μέσα της για να ξυπνήσει από τις σκέψεις, τις παράλογες, τις απίθανες.. του έρωτα..

- ας υποθέσουμε, ότι ναι! λες βλακείες ... σιγομουρμούρισε με σπαστές λέξεις και μεμιάς το μετάνιωσε αυτό που είπε, τινάζοντας το κεφάλι της ψηλά.

Ο οδηγός έφερε την ματιά του πάνω της, την χάιδεψε στοργικά με το βλέμμα του και την παρακάλεσε για μια τελευταία φορά.

- Ας υποθέσουμε τότε ότι θα συνεχίσεις να τραγουδάς, αργά αυτή την φορά, να το απολαύσω..
.. η νύχτα κατάπιε την παράνομη αγάπη μέσα της...



20/1/10

Κάποιο απόγευμα...




Από πάνω μας 2 μεγάλοι ανεμιστήρες οροφής. Θύμιζαν εκείνα τα ζεστά καλοκαίρια που ο σβέρκος ιδρώνει και κοιτάς ψηλά στις λεπίδες των ανεμιστήρων να βρεις ελπίδα. Δεξιά αριστερά μπλέ καρέκλες και κόσμος. Πολύ κόσμος. Ο γιατρός αργούσε να μας δεχτεί μα ευτυχώς μια συμπαθητική νοσοκόμα με φαρδουλά καπούλια και κόκκινο μαλλί μας ενημέρωνε συνέχεια για την καθυστέρηση που θα τρώγαμε. Σαν να ζητούσε συγνώμη για την πολύωρη αναμονή μας εκεί πέρα, δεν έφταιγε αυτή αλλά ένιωθε ότι μέρος της ταλαιπωρίας ήταν δικό της φταίξιμο. Κανείς δεν της είπε τίποτα, με γαϊδουρινή υπομονή περιμέναμε τον γιατρό. Τι κάνεις τόσες ώρες σε ένα θάλαμο με τριάντα άτομα;

Κοιτάς τους άλλους. Αυτή είναι η ενασχόληση σου εκείνη την στιγμή. Χωρίς να το έχεις σκεφτεί, σαν κάτι φυσικό που έρχεται από μέσα, παρατηρείς τους άλλους που επίσης περιμένουνε μαζί σου με υπομονή. Κοιτάς την γριά απέναντι που φυσάει και ξεφυσάει, κουνάει τα πόδια της δεξιά και αριστερά. Πονάει η κακομοίρα. Δίπλα η χοντρή με το κόκκινο πρόσωπο φανερά εκνευρισμένη, δεν αντέχει άλλο καθιστή, σηκώνεται κρατώντας τις τσάντες της. Μια φθηνή δερμάτινη και μια σακούλα με τις εξετάσεις. Σακούλα.. κάτοικος Πειραιά, με δύο παιδιά που περιμένουν να γυρίσει για να τους σερβίρει φαγητό. Στους ακαμάτες γιούς.. Δίπλα της ο άντρας της, ξινός με έκφραση λύπης στηριγμένη στο σκληρό του πρόσωπο, σίγουρος ότι η γυναίκα του θα φουντώσει και θα βρίσει καμιά νοσοκόμα για την καθυστέρηση. Πάλι θα τσακωθούνε μεταξύ τους, το έχω σίγουρο. Με κοιτάει, τραβάω την ματιά μου αδιάφορα αριστερά στην νόστιμη κοπελίτσα με το μπλε πουλόβερ. Μικρή μαθήτρια με σπυράκια, ίσως και να έχει γκόμενο, η μάνα της με σπασμένο πρόσωπο ούτε που θέλει να ξέρει για αυτό το θέμα. Νιώθω την ματιά ενός νεαρού από το βάθος. Ήρθε να συνοδέψει την δεσποινίδα με το αεράτο μαλλί δίπλα του. Καμιά εικοσαριά χρονών, αξύριστος και φόρμα αθλητική. Κοιτάει σαν επισκέπτης σε μουσείο, εμάς. Τους άρρωστους, αυτός είναι υγιής. Η κοπέλα προσπαθεί να τον διασκεδάσει με κουβέντες, καταλαβαίνω. Μικρές ενοχές που μας σκαλίζουν το μυαλό όταν κουβαλάμε κάποιον μαζί μας στην δική μας ταλαιπωρία. Μάλλον τον αγαπάει, δεν είναι αδέλφια.

Κάποιος προσπαθεί να μου πιάσει κουβέντα. Μεγαλύτερος από εμένα, συνοδεύει την γυναίκα του, καθότι αυτός είναι ο άνδρας του σπιτιού και κανείς άλλος. Ακόμα και στις αρρώστιες. Προσπαθώ να τον αποφύγω, σηκώνομαι να περπατήσω.
«Ε ! που πάτε, σε λίγο είναι η σειρά σας..»
«Πιάστηκα, πάω να περπατήσω» απαντάω σε μια μεγάλη κυρία με κοντό μαλλί και μοντέρνα ρούχα. Δίπλα της ο πανύψηλος παππούς είναι ο άντρας της. Μουσάκι κακοξυρισμένο με γωνιές στο πηγούνι, αδύνατος με προσεγμένο ντύσιμο και μαλακά παπούτσια. Σίγουρα έχει μια παλιά bmw και ένα ακριβό σπίτι. Τσιγκούνης με τα έξοδα, γκρινιάζει για το παραμικρό και διαβάζει εφημερίδα καθημερινά. Πώς να περάσουν οι μέρες της σύνταξης εξάλλου. Δεν πρέπει να έχουν παιδιά, φαίνονται από εκείνα τα γέρικα ζευγαράκια που φρόντισαν .. και δεν ελεήθηκαν ..

Σαν περπατάω να φύγω, αλλάζω το βήμα μου σε κάτι πιο επίσημο. Σαν πασαρέλα ένα πράγμα, πρέπει και αυτοί να σκεφτούν με την σειρά τους για μένα.. Τώρα μπορούν να με κοιτάξουν όρθιο με την τσάντα στον ώμο και τον φάκελο με τις εξετάσεις στο χέρι.

Όχι δεν τις βάζω σε σακούλα σουπερμάρκετ εγώ..

20/6/09

Ένα μεσημέρι στην αγορά..



Δρόμοι με κίνηση, χρώματα που φεύγουν,
ήλιος φαεινός, πυροκαίει λαμαρίνες,
τζάμια φιλοξενούν εδέσματα, όμορφα υφάσματα,
ρούχα και ελπίδες, μια σπατάλη φαιάς ουσίας,
ένας στόχος, ένας σκοπός,
μάλλον μελαγχολικός,
σιγο-χτυπιέται στις σκέψεις,
τα βαλάντια μετράνε,
άντρες υποταγμένοι στις επιθυμίες,
και σε καταναλωτικούς στοχασμούς,
ανάγκες οικογενειακές εκπληρώνονται...
ανάγκες;

Στάσιμη νεολαία,
ανταλλάσσει κουβέντες, ρουφώντας με θόρυβο,
λέξεις ανούσιες, σκοπός η παρουσία τους,
στόχος η ψευδαίσθηση της ηρεμίας, ελευθερίας.
Χρόνος σκοτωμένος, μέσα σε κόκκους καφέ.
Μάλλον η επανάσταση θα αργήσει..

Μερικά ζευγάρια, σκοτώνουν την πλήξη τους
λίγο πιο πέρα,
κάνοντας την προκλητική γκαρσόνα,
να ανεβοκατεβαίνει τα σκαλιά,
σαν πλήκτρα πιάνου,
τρελοί ρυθμοί,
ξένοιαστη μελωδία..

Μια συνηθισμένη σαββατιάτικη μέρα,
στην αγορά του Χαλανδρίου.

Επιστροφή το μεσημέρι,
στους τέσσερις τοίχους,
όλα κλείνουν με μια μακαρονάδα..
καλό μεσημέρι...

19/3/09

The First of Autumm




Είναι στιγμές που είναι σαν τα φύλλα που πέφτουν το πρώτο-Σεπτέμβρη, σαν να νερά που αναβλύζουν από το συντριβάνι, χαρούμενες, όμορφες, δροσερές. Σε γεμίζουν με ένα συναίσθημα πληρότητας και αναρωτιέσαι : Τι είναι αυτό που νομίζεις ότι μπορεί να σε κάνει να αισθανθείς σαν το Διόνυσο σε γιορτή;

Μια συνένωση, παλαιών φίλων, παλαιών συγγενών. Να κάτσεις με κάποιους ανθρώπους σε ένα τραπέζι και να νιώσεις σαν συνέχεια της δικής σου ζωής, της δικής τους ζωής. Να γελάσεις και να κλάψεις μαζί τους, σαν ενιαίο κομμάτι της ύπαρξής σου. Να νιώσεις ότι και χθες μαζί ήσασταν και αύριο πάλι μαζί θα είστε. Να μηδενίσεις τα χαμένα χρόνια και να αποδείξεις εσώτερα ότι είσαι αυτό που είσαι ..

Και αυτό που είσαι είναι πάρα πολύ σημαντικό...! όχι για κανένα άλλο λόγο,αλλά γιατί και τα γύρω σου είναι σημαντικά και όμορφα συνεπώς δε θα μπορούσες να διαφέρεις.
Πίνω στις ωραίες στιγμές, τις μικρές αυτές χαρούμενες στιγμές που σε κάνουν να αισθανθείς ανθρώπινα και κάτι ξεχωριστό από την μίζερη κάποιες φορές πραγματικότητα.

Εβίβα!




9/3/09

Βιολοντσέλο



Στάση ερωτική, θεσπέσια. Ανοιγμένα τα πόδια διάπλατα σφιχταγκαλιασμένα με ένα σατέν γαλάζιο του πάγου ύφασμα, που σε κάνει να μαντεύεις την καλλιγραφία της θηλυκότητας. Ανάμεσα τους ένα βιολοντσέλο, μικρή λατρεία ζωής, γερτή με τα μαλλιά από μαύρο έβενος φανταχτερά στο έγχρωμο σκοτάδι. Τα μάτια σφαλιστά, γεύονται την μουσική να μαστιγώνει το σκοτάδι σε κάθε δοξαριά. Τινάζει τους θεατές, απλώνει ένα αμυδρό φως μέσα στην κάθε έμβια ψυχή.

Καλωσόρισες άνοιξη, μουρμούρισε ένα παιδί και στο ασπρόμαυρο σκοτάδι, ένα κόκκινο τριαντάφυλλο με πορφυρή πανοπλία, έφυγε από τα χέρια του μικρού, πέταξε, πέρασε πάνω από τα κεφάλια. Στάθηκε πάνω από τους βιολονίστες, άφησε ένα πέταλο να πέσει και σαν μεταξένιο ύφασμα ξάπλωσε πάνω στο βιολοντσέλο. Γλίστρησε μαλακά και ακούμπησε το σκονισμένο δάπεδο..

υπόκλιση



23/1/09

La Vie en Rose II

Αυτή την νύχτα η υγρασία νότιζε τους κορμούς με όλες τις μυρουδιές του δάσους. Δυο μάτια λαμπύρισαν μέσα στο σκοτάδι, κάποια αλεπού ή άλλο ζώο του δάσους, ξάγρυπνο πετάχτηκε πάνω από τον βάρβαρο ήχο του αυτοκινήτου που πλησίαζε. Κοίταξε καλύτερα να δει...

Δυο φώτα -προβολείς- ξέσκισαν την καταχνιά, ένας ήχος μηχανής που επιτάχυνε και ένα .. γλυκό τραγούδι που έβγαινε από το ξέσκεπο αυτοκίνητο ήταν τα σημάδια ότι κάτι πλησίαζε την ομορφιά της νύχτας, ανατάρασσε γλυκά την ησυχία της φύσης..
Το φεγγάρι πλησίασε να ακούσει καλύτερα, τα κλαδιά μάζεψαν και αγκάλιασαν τα νυχτοπούλια.. Αν η νύχτα είχε φωνή θα σφύριζε στο ρυθμό της αλαβάστρινης φωνής της κοπέλας που μάγευε την πλάση με τούτο το τραγούδι ..

Des yeux qui font baiser les miens,
Un rire qui se perd sur sa bouche,
Voila le portrait sans retouche
De l'homme auquel j'appartiens

Quand il me prend dans ses bras
Il me parle tout bas,
Je vois la vie en .... rose.

- ω, το καπέλο σου είναι στραβό, είπε η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά και τα γλυκά μάτια . Τα χείλια της γέλασαν ελαφρά, με τσαχπινιά κούνησε το κορμί της, έπιασε το καπέλο και το έστρωσε σωστά στο κεφάλι του οδηγού.

Κοίταξε στα μάτια τον Χάμφρευ, έναν ώριμο πενηντάρη, με πρόσωπο έμπειρο, τσαλακωμένο από την βαρύτητα του χρόνου με δυο μάτια εξημερωμένης σκληράδας. Θα έλεγες, εκείνη την στιγμή η ψυχή του ήταν βουτηγμένη στην αγγελική φωνή της νεαρής δίπλα του. Η καρδιά του χτύπαγε με τρελούς ρυθμούς, μα η λογική τον κράταγε σταθερό, στα λόγια, στις αποφάσεις του. Έσφιξε το τιμόνι με δύναμη.

- Που θα βρω κάποιον να προσέχει την εμφάνιση μου στο Παρίσι; Που θα βρω κάποιον να με βοηθάει στα Γαλλικά μου; Ρώτησε ο οδηγός και κάρφωσε την ματιά του πάνω της.
- Ω.. σίγουρα θα βρεις κάποια στο πλοίο, πάντα βρίσκεις...
- Νομίζεις;
- Σίγουρα... τουλάχιστον υποθέτω, τα μάτια της κοπέλας μαλάκωσαν, έβαλε το χέρι της στον ώμο του, χάιδεψε την αύρα του.
- Αν υποθέσουμε .. άρχισε να μουρμουρά με σκυμμένο το κεφάλι ο οδηγός... Αν υποθέσουμε ότι εσύ δεν ήσουνα παντρεμένη με τον Ντείβιντ.. Αν υποθέσουμε ότι εγώ ήμουνα δέκα χρόνια νεότερος... ας υποθέσουμε ... ω! Μα τι λέω! Όλο υποθέσεις είμαι! Απλά ας υποθέσουμε ότι λέω βλακείες αυτήν την στιγμή! Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε το σκοτάδι στα πλάγια του αυτοκινήτου, τα μάτια του βούρκωσαν, δεν έπρεπε να το δει η κοπέλα αυτό.

Μια μικρή σιωπή, η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι και δεν απάντησε αμέσως. Η καρδιά της έσφιξε, τα δόντια της κρύφτηκαν παίρνοντας μαζί τους το χαμόγελο, τα χέρια άσπρισαν από την δύναμη που τα ζούληξε, σχεδόν έχωσε τα νύχια μέσα της για να ξυπνήσει από τις σκέψεις, τις παράλογες, τις απίθανες.. του έρωτα..

- ας υποθέσουμε, ότι ναι! λες βλακείες ... σιγομουρμούρισε με σπαστές λέξεις και μεμιάς το μετάνιωσε αυτό που είπε, τινάζοντας το κεφάλι της ψηλά.

Ο οδηγός έφερε την ματιά του πάνω της, την χάιδεψε στοργικά με το βλέμμα του και την παρακάλεσε για μια τελευταία φορά.

- Ας υποθέσουμε τότε ότι θα συνεχίσεις να τραγουδάς, αργά αυτή την φορά, να το απολαύσω..

.. η νύχτα κατάπιε την παράνομη αγάπη μέσα της...





3/1/09

στο μικρό καφέ..



Η νεαρή κοπέλα βούτηξε το πανί στο νερό και με απαλές κινήσεις κέρασε το πάγκο σταγόνες δροσιάς, το έπιασε και το έσφιξε δυνατά πάνω από τον νεροχύτη να φύγουν από μέσα όλες οι ιστορίες που είχαν ακουστεί κατά καιρούς μέσα σε εκείνο τον μικρό καφέ της οδού Σόλωνος.

Άνοιξε η τζαμένια πόρτα τρίζοντας, μπήκανε με βιάση οι τέσσερις, περάσανε πάνω από τον σκύλο, που είχε ξαπλώσει σαν όμικρον μπροστά στην πόρτα, με επιδέξιες χορευτικές φιγούρες κατευθυνθήκανε στο ξύλινο τραπέζι στην γωνία με τις αναπαυτικές μικρές πολυθρονίτσες. Στην αρχή η μιλιά ήταν σταθερή, ζεστάθηκαν τα αίματα, σήκωσαν τα μανίκια, η φωνή ανέβηκε, ο ψηλός αδύνατος ανεβοκατέβαζε το μουστάκι με ταχύτητα σαν οι λέξεις εκσφενδονίζονταν με φόρα έναντι του άλλου του Θηβαίου με την καλοσυνάτη ματιά. Πετάχτηκε και ο αξύριστος ψιλόλιγνος στην κουβέντα, πέταξε ακόμα πέντε λέξεις στο τραπέζι, σηκωθήκανε όλοι όρθιοι με δύναμη, ο τόνος ανέβηκε πνεύματα συναντήθηκαν, διαφωνήσανε, συμφωνήσανε, αγκαλιαστήκανε, χορέψανε και πλατύνανε μέσα σε ένα δροσερό γέλιο

Το ξύλινο ρολόι πάνω από το μπαρ σήκωνε τους λεπτοδείχτες με βαρύτητα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο πλήθος που –κατά την αλαζόνα γνώμη του- μαζεύτηκε για να το θαυμάσει. Με ιδρώτα έβγαλε ένα κράξιμο περηφάνιας. Ήταν οχτώ.

Απότομα μαζεύτηκαν οι τέσσερις, αγκαλιάστηκαν, χαιρετηθήκανε και χωρίς κουβέντα τους πήρε η Αθήνα στους κόλπους της, σαν να τραβήχτηκε το σχοινί που τους κράταγε χώρια τόσα χρόνια.

Βλέπεις, τα μεγάλα πράγματα στην ζωή καμιά φορά χωράνε πάνω σε ένα μικρό τραπέζι.


8/11/08

Συγνώμη..


Έχουμε βάλει τα χέρια πίσω στην πλάτη και το βλέμμα μας κοιτάει τον ουρανό, μας ενοχλεί μην βρέξει, όχι αν θα πατήσουμε καμιά λακκούβα..

Δεν θα ήταν μεγάλη, καμιά τριανταπενταριά χρονών, φτωχή, πιθανόν τσιγγάνα. Τα ρούχα της ήταν άγευστα, άμορφα, από τους ανθρώπους που τους παρατηρείς για την φτώχια που γαργαλάει την γαλλική μας μύτη. Σαγιονάρες πλαστικές και κάλτσα άσπρη αθλητική, συνδυασμός πρόχειρος μα αρκετά ζεστός για τους χειμωνιάτικες μήνες. Στο βλέμμα έκρυβε τον πόνο, την έλλειψη, την ανασφάλεια της κοινωνίας, την απόρριψη, δεν μπόρεσα να μην το δω.

Στην αγκαλιά της ένα παιδί, ντυμένο με τζιν ρούχα, παντελόνι και μπουφάν, καπέλο μοντέρνο. Το κοίταξα καλύτερα, είχε μέρες να πλυθεί, το σκουρόχρωμα δέρμα του είχε λωρίδες από βρώμα στο πρόσωπο, τσίμπλες στα μάτια. Το βλέμμα του περίεργο, το ένιωθε ότι ξεχώριζε.

Φτάσαμε στο ταμείο, αυτοί μπροστά, το παιδί χάζευε την κόρη μου, περιποιημένη με τα ροζ Ντίσνεϊ ρούχα της, το μαλακό άσπρο δερματάκι της, θα ήταν κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερη η κόρη μου από το πιτσιρίκι της τσιγγάνας.

Η τσιγγάνα κράταγε σφιχτά κάποια κέρματα, το μόνο που είχανε ψωνίσει ήταν κάτι μέσα τυλιγμένο καλά σε μια σακούλα. 1,5 ευρώ της ζήτησε η ταμίας, αυστηρά. Άφησε κάτω το παιδί, τα έδωσε με προσοχή, σαν να ήταν αυτή που έδινε ρέστα και δεν έπρεπε να κάνει λάθος.

Το παιδί, έφυγε από δίπλα της, πήγε στο δίπλα ταμείο και ζαχάρωνε τη δεσμίδα με τα χρήματα που η υπάλληλος μέτραγε τις εισπράξεις της ημέρας. Τον μάλωσε σιγανά, κουνώντας το δάχτυλο πέρα δώθε. Δεν παίρνουμε λεφτά από τους άλλους, φάνηκε να του λέει, μόνο άμα μας τα δώσουν οι άλλοι.

Εξαφανίστηκε από μπροστά μου, πάλι αγκαλιά με την μάνα του. Την σταμάτησε μια κυρία πιο κάτω, έβαλε το χέρι στην σακούλα με τα ψώνια που κουβαλούσε, έβγαλε τρεις γκοφρέτες, τις έδωσε στα χέρια της τσιγγάνας. Για το παιδί, της είπε. Ένα χαμηλόφωνο ευχαριστώ, γρύλισαν τα δόντια της τσιγγάνας, χαμήλωσε το βλέμμα εξαφανίστηκε.

Μάζεψα τις σακούλες, προβληματισμένος.

Βγήκα έξω από το μάρκετ αγαθών, μόνο για έχοντες χρήματα, την είδα να κάθεται σε ένα πρόχειρο φράχτη για τα αυτοκίνητα, ζητιάνευε ελεημοσύνη. Δίπλα της το παιδί, είχε ανοίξει την σακούλα και με τα χέρια έτρωγε κοτόπουλο με πατάτες φούρνου, αυτό είχανε ψωνίσει με το 1,5 ευρώ. Η ίδια, είχε απομακρυνθεί από το πρόχειρο μεσημεριανό του παιδιού. Δεν θα έτρωγε, για το παιδί χάλασε ίσως τα τελευταία της λεφτά. Δεν πλησίαζε το φαγητό, πρώτα θα έτρωγε το παιδί, μετά αν υπήρχε σάλτσα θα την έγλυφε, έτσι φαντάστηκα την σκηνή.

Με πιάσανε τύψεις, αισθάνθηκα αηδιαστικά πλούσιος που κρατούσα τρεις σακούλες. Είχα πάρει μάλιστα δύο φραντζόλες ψωμί, μη λείψει στα παιδιά.
Έβγαλα τα χέρια από την πλάτη, χαμήλωσα το βλέμμα από τους ουρανούς, άνοιξα τις σακούλες μου, έψαξα νευρικά μέσα. Έκοψα την φραντζόλα στην μέση, την έβγαλα από την σακούλα. Ντράπηκα, για μένα, για τον τρόπο που σκέφτηκα. Και μια φραντζόλα μου έφτανε, γιατί να κόψω την μισή, αφού είχα στο σύνολο δύο; Την έβαλα πάλι μέσα, έψαξα καλύτερα την σακούλα.

Έβγαλα τα μπισκότα των παιδιών. Τα έδωσα στην κόρη μου.
- Δώσε τα στο παιδί, να φάει. της είπα. Δεν χρειάστηκε να συζητήσουμε για πιο παιδί, ήξερε πολύ καλά.
- Γιατί, με ρώτησε με έκπληξη.
- Το βλέπεις που κάθετε και τρώει; Εσύ το μεσημέρι θα φας σε τραπέζι! Τι λες δεν πρέπει να το βοηθήσουμε ;

Δεν το σκέφτηκε παραπάνω, βούτηξε τα μπισκότα και πλησίασε το μικρό παιδί, του έδωσε τα μπισκότα και έτρεξε πίσω γρήγορα σε μένα. Το παιδί πήρε τα μπισκότα με ψεύτικη περηφάνια και τα έβαλε πίσω του, μην τα χάσει. Το θεώρησε πολύτιμο. Η μάνα δάκρυσε, ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ .. είπε και στένεψε το σώμα της με τα χέρια της, με αγκάλιαζε νοητά.

Δάκρυσα, ακόμα και αν τα μάτια δεν υγρανθήκανε, λύγισα ακόμα και αν δεν έσκυψα. Πήρα τις σακούλες να της βάλω στο αυτοκίνητο. Το ευχαριστήθηκες ; ρώτησα την κόρη μου. Ναι μου απάντησε η τεσσάρων χρονών κοπέλα και το στόμα της γέμισε με αυτήν την καταφατική λέξη.

Μετάνιωσα που δεν της έδωσα το ψωμί, ακόμα και κομμένο, μετάνιωσα που δεν πήγα στην ταμία να της αφήσω, όχι πολλά, είκοσι ευρώ και την παραγγελία να πληρωθούν ότι ψωνίσει η τσιγγάνα. Λεφτά στη ίδια δεν θα άφηνα, δεν θα με γέμιζε ποτέ αυτό, δώρα, πολλά και ακριβά για αυτούς δώρα.. ελάχιστα για μένα.

Δεν αξίζουν όλοι να σωθούν και για αυτό έχουμε ρίξει τις τύψεις στον καιάδα.. μια μερίδα, ανίκανων μας έχουνε κάνει να σκεφτόμαστε .. ή ακόμα καλύτερα να μην σκεφτόμαστε.

Τα χέρια μας είναι πίσω από την πλάτη, σφυρίζουμε αδιάφορα και κοιτάμε στον ουρανό, μη μας ζαλίσει το έδαφος. Αλλά στο έδαφος περπατάμε, όχι στον ουρανό, όσο απέραντος και όσο φωτεινός και να είναι ... Στεκόμαστε με τα πόδια στο έδαφος και το κεφάλι στο άπειρο... μα πάντα πιο κοντά θα είναι το έδαφος..



Συγνώμη τσιγγάνα, την άλλη φορά θα έχω έτοιμες τις σκέψεις μου...


3/11/08

Μια καραμέλα..


Δυο ρόδινα μαγουλάκια, με πυρόξανθα μαλλιά, συνοδευόμενα από ένα ζευγάρι διαπεραστικά μελί μάτια, ξεπρόβαλαν πίσω από τον πάγκο. Την κοίταξε με παιδική ντροπή. Το μικρό αγόρι, φανέρωσε ένα μεγάλο χαμόγελο που έφτασε από άκρη σε άκρη.

-Τι θες να σου δώσω μικρέ; ρώτησε η κυρία του ζαχαροπλαστείου.

Ο μικρός έδειξε με το δάχτυλο του, μια μεγάλη γυάλα που βρισκόταν στην αριστερή μεριά του πάγκου. Ήταν γεμάτη πολύχρωμες καραμέλες και τα γυαλιστερά χαρτάκια λαμπυρίζανε στην αντηλιά του πρωινού ήλιου.

-Έχεις λεφτά; ξαναρώτησε ξιπασμένα η υπάλληλος.

Το παιδί κούνησε το κεφάλι από άκρη σε άκρη, αρνητικά.

-Και; όλα τα παιδιά θέλουν καραμέλες, άμα ήταν να έδινα σε όλα τα παιδιά από μια δεν θα έμενε να πουλήσουμε. Χωρίς λεφτά, μισθό δεν παίρνω, χωρίς λεφτά δεν μπορώ να πληρώσω το νοίκι και τα λοιπά..

Το παιδί την κοίταζε περίεργα, πολλές άγνωστες λέξεις για ένα μικρό μυαλουδάκι. Στάθηκε εκεί να την κοιτάει αμίλητο, με ένα ζευγάρι αθώα μάτια.

-Η μαμά σου, ο μπαμπάς σου που είναι; ρώτησε κοφτά πάλι η υπάλληλος.

Το παιδί έκλεισε τα μάτια και χαμήλωσε το κεφάλι στεναχωρημένα.

Ξέρεις εγώ από μικρό παιδί, δουλεύω, τίποτα δεν μου χαρίσανε. Αυτή την φορά ο τόνος της μεσήλικης γυναίκας με τα σπασμένα μάτια και σκαμμένα χέρια έγινε πιο στοργικός.

Το παιδί γύρισε να φύγει, το πρόσωπο του είχε ένα σύννεφο πάνω του. Έφτασε μέχρι την τζαμένια πόρτα, άπλωσε το μικρό του χεράκι να αγγίξει την πετούγια όταν άκουσε μια φωνή από πίσω του.

-Περίμενε!

Η κυρία πίσω από τον πάγκο, έσκυψε στο κάτω μέρος του πάγκου, έβγαλε μια χάρτινη μικρή σακούλα, πλησίασε την γυάλα και έπιασε με την χούφτα της καραμέλες. Γέμισε την σακούλα μέχρι πάνω και την έκλεισε καλά. Άνοιξε ένα πορτάκι, έφτασε μέχρι την πόρτα που βρισκόταν ο μικρός.

Λύγισε στα γόνατα με δυσκολία, έφτασε το ύψος του μικρού παιδιού.

-Πάρε, του είπε, ας είναι! Αν δεις τον Θεό στον ύπνο σου, πες μια καλή κουβέντα και για μένα, έτσι ;

Το παιδί, πήρε την σακούλα και ξανά ανέτειλε στο προσωπάκι του ο ήλιος. Έφτασε την πετούγια, άνοιξε την πόρτα και ξεχύθηκε στο δρόμο, έφυγε σαν τον άνεμο...

Η κυρία έμεινε έτσι σκυφτή για λίγη ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα απότομα. Ήταν η κυρία Α. από απέναντι..

-Τι κάνεις εκεί, θα σε πιάσει η μέση σου πάλι; την ρώτησε με φανερή περιέργεια.

-Το είδες το παιδί που έφυγε; είδες χαμόγελο; τα παιδιά είναι οι άγγελοι του Θεού.

-Πιο παιδί; σε κοιτάω μια ώρα τώρα από την βιτρίνα να μιλάς μόνη σου..

25/10/08

Masters of Photography

Masters of Photography: Andre Kertesz



"Everything is a subject. Every subject has a rhythm. To feel it is the raison detre.
The photograph is a fixed moment of such a raison detre, which lives on in itself."

created by zafsot

Πρισματικές σταγόνες σκέψης..



Δεν είναι τα χρώματα, δεν είναι οι γραμμές, δεν είναι η τεχνοτροπία παρά το θέμα του πίνακα είναι αυτό που ξυπνάει μέσα σου, τον αγροίκο της τέχνης και τον δημιουργό. Ακουμπάει την φαντασία σου με τα στιβαρά του μπράτσα και με ένα τίναγμα των φτερών την απογειώνει σε μια άλλη πολιτεία, εκεί που εσύ ακόμα ονειροπολείς να βρεθείς μια μέρα. Και νιώθεις μέσα σου βαθιά την ανάσα του ζωγράφου να κοντανασαίνει με ένα παρακαλετό και να σου λέει :

κάτι έχω να σου πω, κοίτα για λίγο εδώ...

Έτσι με τέτοια θαμπωμένα μάτια κοίταζα ένα πρωί, το κάδρο της κουζίνας μου. Ένα απλό συνηθισμένο κάδρο, που χρόνια τώρα με συντροφεύει στην καθημερινότητα μου. Πότε το απέκτησα; Πότε το κάρφωσα στον τοίχο, ακόμα και τώρα δεν μπορώ να ανακαλέσω αυτήν την θύμηση αλλά και ελάχιστη σημασία έχει. Ο μύθος ότι αυτό υπήρχε εκεί πριν από εμένα με ικανοποιούσε, με έκανε να νιώθω μεγαλύτερο σεβασμό σε αυτό το κατασκεύασμα του ανθρώπου, που άθελά του μετέφερε το μήνυμα του καλλιτέχνη μέσα στα χρόνια, σαν το μπουκάλι στην θάλασσα.

Θάλασσα, γαλάζια και απέραντη, σαν ασπρισμένα κοχύλια ο αφρός και ένα παράθυρο άσπρο με μπλε νησιώτικο, που οδήγαγε το βλέμμα σου μέσα στο μεγαλείο της. Και αν το παράθυρο δεν ήταν διακριτό αρκετά, τα μάτια της ψυχής μου το έβλεπαν, ορθάνοιχτο. Αυτή ήταν ή ματιά του ζωγράφου, αυτά βλέπω και εγώ σήμερα εκεί.


Ένιωσα άσχημα, δεν το απαρνιέμαι, τόσα χρόνια μέσα στην κουζίνα μου, αυτό και εγώ, δύο ξένοι. Μα σήμερα του έκανα την τιμή και έκατσα απέναντί του, με σεβασμό. Παρατήρησα όλες τις ψευδαισθήσεις του καλλιτέχνη, τα βαθουλώματα του χρώματος στα σημεία που ίσως να υπήρχε από πίσω ένας γρίφος. Δεν τον έλυσα, ούτε καν προσπάθησα. Γρίφος λυμένος, δεν είναι γρίφος και αν εγώ ποτέ έβαζα γρίφο σε κάποιον, θα στεναχωριόμουνα τρομερά αν τον έλυνε.


Άφησα λοιπόν την μαγεία- αν υπήρχε- στην θέση της, δεν προσπάθησα να μαντέψω τίποτα, παρά χάραξα με τον νου μου την αύρα του καλλιτέχνη. Τον φαντάστηκα, να ετοιμάζει την παλέτα του με μαεστρία και τα πινέλα του στην σειρά, καλά καθαρισμένα. Φαντάστηκα την θάλασσα, ένα πρωινό στην Καλδέρα ίσως (είπαμε δεν θα τον λύσω ούτε αυτόν τον γρίφο) και τον άνθρωπο με τα ψαρά μαλλιά και το φαρδύ καπέλο να περνάει τα πινέλα του πάνω στον καμβά με την σιγουριά του θεού, την δύναμη του Δία και την αποφασιστικότητα του Ποσειδώνα. Τα ρούχα του ο άνεμος τα ανέμιζε, ένα παιχνίδι παιδικό που παίζει χρόνια τώρα. Τα μαλλιά του, αναδευόντουσαν, σαν έχωνε η νεράιδα την χτένα βαθιά μέσα..

Όλες τις αισθήσεις έβαλε μέσα εκεί, την θάλασσα, γυναίκα ξιπασμένη και ερωμένη μου, τα σύννεφα, σκεπή των ονείρων και της σκέψης μου και τέλος το παράθυρο, αυτό το συνειρμικό δισάκι που πάντα κουβαλάω.



Μια σκέψη όμως με τάραξε, σε μύρια κομμάτια τον νου μου έφερε. Μήπως απλά, η καινούργια ανακάλυψη των ματιών μου, έκανε τον πίνακα σημαντικό; Μήπως ο φόβος της νέας οπτικής με τρομάζει, μήπως ο καθημερινός θαυμασμός αποφέρει κορεσμό; Μήπως τώρα που ανακάλυψα το κάλος του, τα χρώματα ξεβάψουνε, η θάλασσα στερέψει και το παραθύρι αυτό σφαλιστά με κλείσει απ’ έξω; Μήπως ο μύθος, πρέπει να μείνει μύθος ; Μήπως κέρδισα το Κέρας της Αμάλθειας και έχω πια τον πλούτο, να ξεχωρίζω το όμορφο παντού; Η αμφιβολία, η αμάθεια και ο φόβος με τύλιξε όπως το γιασεμί βίαια αγκαλιάζει τον τοίχο ..

Ρίγησα, νευρικά τα δάχτυλα χτύπησα πάνω στο τραπέζι. Πήγα στο δωμάτιο, ένα σεντόνι έφερα το σκέπασα και το κατέβασα κάτω.

Εμείς οι δυο πρέπει να χωρίσουμε,.. του είπα και το έβαλα βαθιά στην αποθήκη.


..ας παραλάβει ο καθένας, αυτό που του λείπει ..

23/7/08

The Return to Innocence


Κάνεις δεν μπορούσε να καταλάβει την λύπη του ογδοντάχρονου παππού. Όλοι νομίζαν ότι τον είχε καταβάλει ψυχικά ότι δεν μπορούσε να περπατήσει εύκολα. Άλλοι πάλι νομίζανε ότι είχε νευριάσει από μια πολιτική συζήτηση που είχαν πιο πριν. Πάμε στην εκκλησία, τον προέτρεπαν όλοι αφού ξέρανε ότι εκεί ηρεμούσε και όλα τα ξέχναγε. Λίγο η κουβέντα, λίγο οι ψαλμωδίες σίγουρα θα του έκαναν καλό.

Κάνεις δεν μπορούσε να υποψιαστεί τον λόγο και κρυφά όλοι συζητάγανε τι μπορεί να είναι αυτό που τον είχε καταβάλει. Καθότανε σε μια καρέκλα και δεν μίλαγε, δεν απαντούσε σε καμία ερώτηση. Του φέρανε νερό, αλλά δεν το ήπιε. Του φέρανε ένα παξιμάδι και ένα καφέ. Δεν τον ακούμπησε. Μάταια τον ρωτάγανε τι είχε. Δεν μίλαγε. Δεν έλεγε κουβέντα. Κλεισμένος σαν ερμητικό βαρέλι κρατούσε το μυστικό μέσα του. Σκεφτήκανε τον γιατρό, αλλά σαν τον πήρε χαμπάρι ο παππούς τους αγριοκοίταξε. Και τι να του λέγανε;

Πέρασαν ώρες έτσι, ένα δωμάτιο σιωπής άνευ λόγου και αιτίας. Η τηλεόραση παρλάριζε μια πολιτική συζήτηση όπου όλοι είχαν τα μάτια τους καρφωμένα πάνω της, αλλά η σκέψη ήταν στον παππού και στο λυπημένο βλέμμα του.
Πήγε έντεκα η ώρα, μαζευτήκανε όλοι να πάνε για ύπνο. Πριν φύγει ο μικρός Πέτρος από το δωμάτιο, είχανε μείνει μόνοι τους, ο παππούς του ζήτησε να πλησιάσει. Του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο, τον καληνύχτισε και ο μικρός Πέτρος δεν άντεξε να μην ρωτήσει ξανά τον παππού γιατί είναι λυπημένος.

Σαν σήμερα πριν από 30 χρόνια, τέτοια ώρα αποχαιρέτησα την μητέρα μου. Δεν θα έπρεπε να είμαι λυπημένος ;

Η τρυφερή αγκαλιά του μικρού Πέτρου απορρόφησε ένα κομμάτι από την στεναχώρια του, τίναξε το κεφάλι ψηλά και χαϊδευτικά προέτρεψε το εγγονό να πάει για ύπνο.

Μεταξύ μας έτσι; Δεν θα το πεις πουθενά ;

Πουθενά, το υπόσχομαι...





2/7/08

Last Breath ...





Την κοίταξα στα μάτια και βυθίστηκα στις σκέψεις μου. Είδα το λυκαυγές τους τέλους και την άνυδρη ρωμιοσύνη της ψυχής μου. Χάθηκα μέσα στο αποφασιστικό βλέμμα των ματιών της που σαν τα την πέτρα απαξιεί τον άνεμο.

Είδα εμένα, όρθιο πάνω σε ένα βουνό. Δεν είδα κανέναν άλλο, ήμουνα μόνος μου σε μια έρημο άμμους και σκόνης. Κανείς δεν με έβλεπε και κανείς δεν μπορούσε να πει ούτε καλό ούτε κακό λόγο. Μοναξιά ένιωσα, σαν κόκκος σε ένα πλανήτη στρογγυλό που όλο γυρίζει, μόνος σε ένα πλανήτη γεμάτο κόσμο που δεν γυρνάει κανείς να σε κοιτάξει.

Θέριεψα, άρχισα να μιλάω δυνατά, λόγια αγγέλων είχα να πω, μα κανείς δεν με άκουγε. Σε γυάλινο τοίχο σταμάταγαν οι λέξεις μου, πιο πέρα δεν πήγαιναν.
Την κοίταξα καλύτερα.. ήμουνα εγώ μέσα εκεί, μα ήμουνα ανύπαρκτος σαν με κατασπάραζε το μίσος..

«Ώστε τελείωσαν όλα;»
«Ναι» μου απάντησε σκύβοντας το κεφάλι, φόρος τιμής σε κάτι που έφυγε.

Μοιράστηκε ανάμεσα μας η σιωπή, το δωμάτιο βάρυνε, η ατμόσφαιρα δεν σήκωνε άλλα λόγια.

Πλέον οι αποφάσεις σφραγίστηκαν, έσβησα το μισοτελειωμένο μου τσιγάρο στο μεγάλο τασάκι και σηκώνοντας τον γιακά μου βγήκα από το δωμάτιο. Το μόνο που μου έμεινε ήταν μια γλυκιά ευχαρίστηση που δεν απάντησα στην τελευταία της ερώτηση : «Αυτά που μου είχες πει, ένα βράδυ στην παραλία, τα εννοούσες ;» πήρα μαζί μου την απάντηση, αν και ήταν δύσκολο να μην πω : «ακόμα και τώρα τα πιστεύω…»

Ίσως αύριο, σαν πιούμε κάτι παραπάνω, να τα σκεφτούμε από καρδιάς και να κλάψουμε, μα δεν πειράζει.. ήταν όμορφα, δεν ήταν ;

26/6/08

Το Τρίκυκλο..





Σαν όλες τις μέρες ήταν και αυτή, βυθισμένη στο τέλμα της καθημερινότητας και της προσωπικής μου κούρασης. Ευτυχώς η ώρα ήταν εφτά το απόγευμα και εγώ κλείδωνα το γραφείο να ξεκινήσω να πάω στο σπίτι όπου δύο όμορφες αγκαλιές θα μου τα έσβηναν όλα, σαν την άμμο που παίρνει τα γραμμένα στο πρώτο κύμα.

Πήγα να ανοίξω το αυτοκίνητο, μηχανικά έβαλα την τσάντα στο πίσω κάθισμα και στο μυαλό μου ακόμα τριγύριζε η φούρια της ημέρας. Πελάτες που απαιτούσαν να δεχτείς το παράλογο με χαμόγελο, προμηθευτές που ζητούσαν τα υπόλοιπα με ανάγωγη φωνή, projects που πρέπει να τελειώσουν.. υποσχέσεις για ένα καλύτερο αύριο..

Από το μέτωπο, ένας ιδρώτας του στρες έκανε την εμφάνιση του και με το αριστερό μου χέρι το σκούπισα, σαν να ήταν λάθος, ένα δικό μου μυστικό που κανείς δεν πρέπει να μάθει. Τι ανόητο, σκέφτηκα και άνοιξα την πόρτα του οδηγού.

Θόρυβος πίσω μου, μια μηχανή φασαριόζα ακουγόταν και γύρισα μηχανικά, ασυναίσθητα να κοιτάξω. Ένα τρίκυκλο, από αυτά που είσαι σίγουρος ότι στην στροφή η ρόδα δεν θα ακολουθήσει το όχημα, πράσινο με σαπισμένη λαμαρίνα. Στην θέση του οδηγού ένας σκυθρωπά σκυμμένος ανθρωπάκος, σαν να του κάθεται η κοινωνία στο σβέρκο και αυτός την αντέχει χαμερπής, χωρίς στωικότητα, χωρίς εγωισμό, χωρίς ανάσα. Θαρρείς ότι το μόνο που του αρκεί είναι να έρθει η επόμενη μέρα. Τίποτα άλλο, έτσι απλά ..

Δίπλα του μια γυναίκα επίσης θλιβερή και στα μάτια της έβλεπες σκοτωμένα όνειρα, πεθαμένες ελπίδες.. τα ρούχα της μανταρισμένα πρόχειρα και στο κεφάλι μια μαντήλα κρύβει τα ατημέλητα, λιγδιασμένα μαλλιά της. Για ποιόν να φτιαχτεί; Για ποιόν να γίνει αρεστή; Ότι χρειάζεται από την ζωή είναι δίπλα της, πίσω της στην καρότσα….

Σαν οι εικόνες, συνοδεύονται από σκέψεις ο χρόνος χάνει την σημασία του. Παρατηρείς τα πάντα, γρήγορα, αποφασιστικά. Δέχεσαι τα λεπίδια της σκέψης σου μέσα στο κρανίο σου να σε χτυπάνε στα απόμακρα σημεία του μυαλού σου, εκεί που νόμιζες ότι δεν κατοικεί κανείς πια, σε εκείνο το σημείο που ο νους ενώνεται με την καρδιά..

Στην καρότσα δύο παιδικά βλέμματα, αντίκρουσαν τα δικά μου. Τι κοιτάν ; Εμένα, ναι!
Εμένα να μπαίνω στο ακριβό για αυτούς αμάξι μου, σκεπτόμενα τα άκρως αντίθετα από μένα. Εγώ λυπόμουν την άχαρη εμφάνιση των δύο παιδιών, τα όνειρα που πιθανόν δεν θα γνωρίσουνε, την απόγνωση της θλίψης τους που είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Και αυτά κοίταζαν ζηλευτά τα σιδερωμένα ρούχα μου και το πανάκριβο για αυτούς αυτοκίνητο μου. Με το μυαλό τους πλάθανε ένα κόσμο, που περιείχε αυτά που όλοι θεωρούμε αυτονόητα..

Τα μάτια μας συναντήθηκαν, εκ διαμέτρου αντίθετες σκέψεις ανταλλάξαμε σε κλάσματα δευτερολέπτου.. και μετά χαρίσαμε ο ένας στον άλλον ένα χαμόγελο, σαν κρυφή συνεννόηση για αυτά που συζητήσαμε, σαν επισφράγιση μια φιλικής κουβέντας που ανταλλάξαμε, σαν μια σκέψη που μοιράστηκε στα δύο.

Μαζεύτηκε ο καθένας μας σε μια γωνιά αυτού του πλανήτη, κρατώντας τις σκέψεις του προσωπικές, στιγμιαίες.. μα πολύ σημαντικές.


21/6/08

Elisa Dancing..



Σήκωνε το πόδι της ψηλά, το έφερνε γύρω από το εαυτό της και με μια απότομη κίνηση πραγματοποιούσε μια πιρουέτα που θαρρείς ο κόσμος γύριζε κι αυτή έμενε ακίνητη. Σαν σταμάταγε να γυρνάει, έμενε πάνω στις μύτες των ποδιών της σαν να είχε γεννηθεί μέσα σε αυτά τα στενά υποδήματα. Τα μαλλιά της ανέμιζαν και μια ξανθοκάστανη τούφα έπεφτε απαλά πάνω στο πρόσωπο της. Ένα  λευκό φόρεμα σαν φτερά αγγέλου, έντυνε το κορμί της ανεμίζοντας  κάθε της κίνηση. Μια ρυθμική μπαλάντα του Elton John ακουγόταν από ένα φθηνό στερεοφωνικό πίσω της κι ο αγαπημένος της φίλος ο Τζον Μακ Κάρθυ κρατούσε την κάμερα σταθερά για να αποθανατίζει το θελκτικό κορμί της που χόρευε παθιασμένα με φόντο ένα λευκό φωτισμένο παράθυρο.

- «Πραγματικά εκπληκτικό!» της είπε κλείνοντας την κάμερα.
- «Θα το ανεβάσεις σήμερα;» τον ρώτησε προσπαθώντας ταυτόχρονα να κερδίσει μια ανάσα από το λαχάνιασμα.
- «Ναι. Το βράδυ..» απάντησε εκείνος κι αφού έβγαλε την κασέτα από μέσα πλησίασε τα χείλια της και της έδωσε ένα παθιασμένο φιλί.
- «το ξέρεις ότι με ανάβεις Elisa;» της είπε σιγανά πλησιάζοντας το αυτί της κι εκείνη άφησε ένα ναζιάρικο γέλιο να ξεχυθεί μέσα στο μικρό δωμάτιο της οδού Παντέτσι, παράλληλος  της φημισμένης Βία Κοντότι στο κέντρο της Ρώμης. Είχε κίνηση απ' έξω και τα αυτοκίνητα έφερναν την ζωή μέσα στο διαμέρισμα.

Το ίδιο βράδυ στο προσωπικό της blog είχε ανέβει ακόμη ένα video όπου η Elisa Betrino χόρευε μαγευτικά προσκαλώντας τον οποιαδήποτε ενδιαφερόμενο να αφήσει σχόλια για εκείνη, τον χορό της και γιατί όχι; Να ακολουθήσει όνειρα της από μια αντάξια πρόκληση ενός ατζέντη. Κοίταξε ακόμη μια φορά τον καθρέπτη με αυτοπεποίθηση.