Σελίδες

15/11/21

Απογραφή

 

Για όσους αισθάνονται ανύπαρκτοι, για όσους βασανίζονται από υπαρξιακά προβλήματα ή σταθερά οι άλλοι κάνουν σαν να μην τους βλέπουν, - να δεις - για αυτούς που κινούνται στον χώρο αόρατοι: ναι, για αυτούς φροντίζει το κράτος να απογραφούν επιτέλους, να γίνουν μια εγγραφή σε κάποιον κατάλογο με νούμερο και μερικά bytes, που βέβαια δεν συγκρίνεται με τίποτα με τους παλιούς καταλόγους που ήθελες δυο χέρια για να τους ανοίξεις και ο σελιδοδείκτης είχε το μέγεθος γραβάτας - αλλά εντάξει, ας το παραδεχτούμε η ύπαρξη είναι το παν, ψηφιακή ή χειρόγραφη κανείς δεν θα τους κακιώσει. Το θέμα είναι η νέα ύπαρξη σ' αυτήν την κοινωνία ή καλύτερα η "εσάνς της Νέας ύπαρξης". 
 
Για τους άλλους, τους παλαιούς - τους ανέκαθεν που μεγάλωσαν με την αίσθηση τους σύμπαντος γύρω από το όνομα τους, εκείνους που υπήρχαν και το γνώριζαν καθότι όλους τους ήξεραν - ε, για αυτούς η απογραφή είναι μια αβαρία, μια υποχρεωτική εγγραφή ή ακόμη καλύτερα ακόμη μια υπογραφή σε κάποιο έγγραφο. Ποιος νοιάζεται; ε;

3/11/21

Λευτεριά στο υπηρετικό προσωπικό

Λούλο, Λούλο που την έχεις σαν μπαούλο. 

Ήταν ένα πρωί του Δεκεμβρίου όταν ο Ντεμέτριο έφυγε με εκείνο το σχετικά εντυπωσιακό λιαρ τζετ αφήνοντας πίσω την θέρμη της γυναίκας που τον αγκάλιαζε. Τον είδε να φεύγει για άλλη μια φορά.
Απότομα όπως πάντα. Όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι.
Έκλεισε δηλαδή, αλλά μόνο το ένα και δεν πιάνει. Όσο ηταν ξαπλωμένη ο Λούλος είχε κάτσει δίπλα της να την κοιτάζει και να αφουγκράζεται τις ανάσες της, κοιτάζοντας πάντα τα καλλίγραμμα πόδια της που χύνονταν έξω από τα σατέν σκεπάσματα διακριτικά, θαρρείς ξεπηδώντας απ' την άκρη του δαντελωτού της εσώρουχου. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν είχε ερεθιστεί τόσο και δεν έφτανε ή αν απλώς ο σεβασμός τον έκανε να μην μπορεί να πλησιάσει στο κρεβάτι και να χυμήξει παθιάρικα πάνω της.
Μπα! Περίμενε μέχρι εκείνο το ένα μάτι που συζητούσαμε πριν να πέσει πάνω του. Δεν συνέβη ποτέ αλλά ακόμη κι έτσι, εκείνος περίμενε.

Αρκετές ώρες αργότερα ο ήλιος απλώθηκε στο δωμάτιο και αργότερα - μα πολύ αργότερα - εκείνη σηκώθηκε από το κρεββάτι βλέποντας τον Λούλο να την έχει σαν μπαούλο.
- Λούλο ; τι είναι αυτό ρώτησε εκστασιασμένη αλλά με κάποιο δέος στην ματιά της. Εκείνος πετάχτηκε ακόμη κι αυτό φαινόταν αδύνατο μετά από τέτοιο ξενύχτι. Το μπαούλο, μπαούλο πάντα.
- Κυρία! Είπε με κάποια ζωντάνια. Τι να σας φέρω;
- Λούλο.. τι να φέρεις; ό,τι θέλω είναι εδώ.
- Ήσασταν στεναχωρημένη χθες το βράδυ είπε ο Λούλος και εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα με μια ταπεινότητα που θα την ζήλευε και η μητέρα Τερέζα.
- Ναι, απάντησε "εκείνος ο Ντεμέτριο .[..]"  ξεκίνησε να λέει αλλά έπειτα σταμάτησε απότομα κουμπώντας την ρόμπα της. Θα ορκιζόταν ο Λούλος ότι βούρκωσε σαν πλησίασε (όσο μπορούσε) κοντά της. Εκείνη πήδηξε πάνω απ' το μπαούλο για να φτάσει στο παράθυρο και έπειτα ζήτησε με προσταγή να της φέρει πρωινό. Με μια κλίση του κεφαλιού πήρε ο Λούλος το μπαούλο και επέστρεψε μετά από μισή ώρα με ένα δίσκο γεμάτο καλούδια.
Χυμό από τέσσερα φρούτα, κέικ βανίλια από την Ταιλάνδη, τσάι από μία από τις Σέρρες (άγνωστο ποια από όλες), και ένας πρόχειρος αχταρμάς από λουκάνικα βοδιού με πατάτες Άνδεων πασαλειμένα σε βούτυρο καμήλας.
Εκείνη έφαγε στην αρχή με όρεξη - όπου - σαν να θυμήθηκε κάτι σταμάτησε απότομα.
- Κυρία, είπε ο Λούλος, είστε καλά; Εκείνη τον κοίταξε και τον ρώτησε με προσταγή Κρουέλας.
- Λούλο παιδί μου το γυαλίζεις;
- Ποιο κυρία;
- Το μπαούλο παιδί μου είπε και πριν προλάβει να απαντήσει ο Λούλος, έπεσε με μανία πάνω στο μπαούλο του και άρχισε να το γυαλίζει με μανία. ..[..] κυρία [..] ψέλλισε ο Λούλος αλλά σύντομα ανοίξανε τα συρτάρια, έπεσαν τα βάζα , κουνήθηκε το χαλί και εκείνη να ουρλιάζει πάνω στο καπλαμά σε κατάσταση ροντέο ενόσω εκείνος στο αποκορύφωμα δίνει μια και πετάει τα βερνίκια του (σαν τότε στην Fontana di Trevi που πραγματικά είχε μείνει ενεός με την δυναμική του χώρου. Είχε πάει πριν κάτι χρόνια με έναν συμμαθητή του και το έπος της στιγμής ήταν απερίγραπτο. Ίσως όχι μόνο το έπος, αλλά και το πεος. Δεν έχει σημασία όμως, άλλη ιστορία αυτή).

Σαν τελείωσαν όλα κι αφού έκανε ένα τσιγάρο με τον Λούλο πήρε τον Ντεμέτριο και του ζήτησε να απομακρυνθούν για λίγο να σκεφτούν την σχέση τους. Γιατί; τι γιατί; Την άκουσε να λέει, έτσι - θα ασχοληθώ με τα μπαούλα πλέον. Φτάνουν οι πλατωνικές έρωτες, θέλω κάτι πιο δρύινο - κάτι σε wenger βρε αδερφέ.. Άσε με, θέλω να μείνω σπίτι. Με τα έπιπλα θα μείνεις ; πρέπει να την ρώτησε ο Ντεμέτριο, και εκείνη πρέπει να απάντησε Ναι, με τα μπαούλα συγκεκριμένα. 

 

** 03.11.21


 Το παρόν είναι η απάντηση στο επικό κείμενο του μαιτρ., αλλά και επειδή πληγώθηκα :)  :

https://mamaloukas.blogspot.com

[belucci.jpg]



21/8/21

Όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα μια πνοή

 Όταν πηγαίναμε εμείς σχολείο, εκείνος ήδη δούλευε σε βενζινάδικο και οδηγούσε τα αμάξια με εξαιρετική ευκολία. Μου φαινόταν υπεράνθρωπο τότε. Όταν έφτασε σε ηλικία να δώσει για δίπλωμα του λέει ο εκπαιδευτής/εξεταστής "δεν περνάς". Σοβαρά; του απαντάει και του δείχνει την βελόνα της βενζίνας που έδειχνε περίπου την μέση. Θα σε πάω μέχρι να αδειάσει του είπε, και έφυγε με σπινιές και drift στις στροφές. 

Έτσι ήταν-πάντα αυθόρμητος, ντόμπρος και απίστευτα δυνατός σαν χαρακτήρας, είχε ανδρωθεί πιο γρήγορα από εμάς και δεν μας έπαιρνε να του κάνουμε μαλακίες. Ό,τι έλεγε ήταν νόμος.  Μην φανταστείς, τον συμπαθούσες εύκολα, γινόταν ένα με την παρέα, την ήξερε-δεν την ήξερε και βέβαια είχες σοβαρές πιθανότητες να βρεθείς λουσμένος με ένα ποτήρι Τζακ ντάνιελς κ τον Γιώργο δίπλα να γελάει χαρακτηριστικά με το τσιγάρο στο στόμα ή και να  βρεθείς το ίδιο βράδυ σε ένα ρεμπεταδικο να χορεύεις πάνω στην πίστα το "Μάγισσες φέρτε βότανα" και να επιστρέψεις σπίτι κοιτώντας τα άστρα.  

Μόνο που δεν θα αρκεί στην ζωή  να φέρνουν βότανα οι μάγισσες, κι εκείνα τα άστρα πολλές φορές μας μπέρδευαν όλους. Βλέπεις, έίμασταν μικροί και άμαθοι, αλλά εκείνος έδειχνε να τα γνωρίζει καλύτερα από εμάς πάντα. Άναβε τσιγάρο και με το βλέμμα μονάχα ήξερες ότι όλα είχαν μια εξήγηση.

Όταν ήταν στο στρατόπεδο την ημέρα που πέθανε ο Καζαντζίδης κατέβασε μεσίστια την σημαία βάζοντας στο ράδιο στο διαπασόν τραγούδια του Στελλάρα. "Δεν έχω άδεια, έφαγα καμπάνα", είπε στο τηλέφωνο και η Άννα η κοπέλα που τον έβλεπε και λαμπύριζε απογοητεύτηκε που δεν θα βρισκόντουσαν όπως περίμενε. Κι εκείνος δεν πήγαινε πίσω,  πήγε φαντάρος, γύρισε και την παντρεύτηκε όσο πιο σύντομα γινόταν σαν να ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Εκεί κάπου  χαθήκαμε αλλά βαθιά μέσα μου πίστευα ότι θα βρεθούμε ξανά, ώσπου τον είδα για τελευταία φορά σε μια συνάντηση συμμαθητών. Κοιταχτήκαμε με ζέση και αγκαλιαστήκαμε με νοσταλγία. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα συζήταγες για πολύ, αρκούσε μια ματιά, ένα βλέμμα και τα είχε τακτοποιήσει όλα. Εγώ ήμουν ανέκαθεν πολύ πιο φλύαρος αλλά εκείνη η σιωπηλή συγκατάβαση μου αρκούσε. Ήμουν σίγουρος για την επόμενη συνάντηση μας αλλά τα σχέδια είναι για τους ανθρώπους, η τύχη και το κάρμα είναι όμως κάτι διαφορετικό.  Ο Γιώργος, ο Γιάννης, ο Σωτήρης, ο Νεκτάριος, ο Δημήτρης, η Σοφία, η Εύη, τα αδέρφια Πλέσσα και πολλοί άλλοι ήταν για χρόνια ο πυρήνας της ενηλικίωσης μας. Αλλά ο Γιώργος ξεχώριζε ή τον ξεχώριζα κι όπως στεναχωρήκα τότε που χαθήκαμε, έτσι κάπως με πήρε και το παράπονο τώρα. Εξάλλου, πάντα πίστευα ότι θα άναβε τσιγάρο εμπρός στον Άγ. Πέτρο και θα του έλεγε να πα να γαμηθεί κοιτώντας τον στα μάτια. Τώρα μένει να λέμε ιστορίες για εκείνον, πολλές ιστορίες αλλά όπως θα έλεγε κι ό ίδιος,

 
Δυο πόρτες έχει η ζωή άνοιξα μια και μπήκα
σεργιάνισα ένα πρωινό κι ώσπου να `ρθει το δειλινό από την άλλη βγήκα

Όλα είναι ένα ψέμα μια ανάσα μια πνοή σαν λουλούδι
κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή

 RIP Γιώργο,


28/10/20

Διαπλανητικό ΟΧΙ

 Ο κύριος Γαλανός πάνω στην σκάλα προσπαθούσε να βάλει την σημαία όταν άνοιξε την πόρτα η τυφλή μαγείρισσα με την μαρμίτα στα χέρια προκαλώντας ένα εκωφαντικό ήχο καθώς έπεφτε ο κύριος Γαλανός στα πόδια του κουτσού οδηγού (που κρατούσε την σκάλα) , κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι είδε ο κουφός μπάτλερ την πτώση έκανε ότι δεν άκουσε τίποτα (με αρκετή αληθοφάνεια όπως είπε αργότερα) έτσι ώστε να αποφύγει τις αγριοφωνάρες που ακολούθησαν μαζί με μια μαρμίτα που εκτοξεύτηκε στο υπερπέραν, Σελήνη, Κρόνος, πλάι του Σογιούζ κλπ κλπ, και μια βεβαίως συνεπής ακολουθία ενός ΟΧΙ συνδεδεμένο με κοσμητικά επίθετα άκοσμου χαρακτήρα που πλανήθηκε στον χώρο..

15/9/19

Όλα μίας χρήσης

Κανείς δεν αγοράζει πλέον αναπτήρες Ronson, Zippo, Porche ασημένιους με σκαλίσματα στις παρειές και τέτοια. Μου έχει λείψει η εικόνα του σκαλιστού αναπτήρα δίπλα στην μεταλλική κασετίνα. Οι περισσότεροι καπνιστές βολεύονται με ένα πλαστικό bic ή αντίστοιχο, εύκολα να μπει στην τσέπη - δεν θέλει ζιπέλαιο, δεν βάζεις γκάζι, δεν θέλει φιτίλι κι αν τον χάσεις δεν κάνει τίποτα, άλλωστε πολλές φορές φεύγεις με τον bic του άλλου, με τις ιδέες του και τις παρέες του. Όλα σ’ αυτήν την ζωή έχουν γίνει πλαστικά, μιας χρήσης φερέφωνα καθημερινής διδακτικής και τέτοια.
Ένα δάχτυλο κινείται εμπρός μας συνέχεια, δεν έχουμε κάτι δικό μας να φροντισουμε ή να σκεφτούμε. Ανεβάζουμε στάτους κοινοποίησης, όλα μιας χρήσης, μια κοινωνία πλυντήριο με ιδέες παρωπίδας. Το, είπα, το έβγαλα.

 Image result for ronson lighter