Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαχανίζοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαχανίζοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13/4/10

Ανοησίες #1


Ούτε που ήθελα να του απαντήσω. Απλά έπρεπε μετά την χοντρή κουβέντα που εκστόμισε ο κύριος με το στενό πουκάμισο, ένα πανάκριβο σίγουρα, που έκρυβε μέσα του μία ασφυκτική κοιλιά σαν ψημένο κείκ. Το πρόσωπο του περιποιημένο, γύρω στα πενήντα καλοαναθρεμμένος. Σαν όλους τους επαρχιώτες με το γυαλιστερό πρόσωπο από τον καθαρό αέρα, την σειρά με τα καθαρά δόντια και το ύφος, εγώ είμαι και κανένας άλλος.

«Μα δεν αγαπάτε το αμάξι σας;» Αν δεν το αγαπώ; Φυσικά και δεν το αγαπώ, αλλά ποτέ δεν θα δεχτώ να το πω δημόσια. Με ποιο δικαίωμα με ρωτάει τέτοιο πράγμα; Το μόνο που κάνω με το αμάξι μου είναι να λυπάμαι τα λεφτά του φαναρτζή, δεν το αγαπάω με την στενή ερμηνεία του λόγου, αν με εννοείτε.
«Σας παρακαλώ κύριε..» είπα ενοχλημένος .
«Εμ! Αν το αγαπούσατε δεν θα παρκάρατε στην γωνία! Να, τις προάλλες προσπάθησα να στρίψω, είχε παρκάρει και άλλος ένας απέναντι, και με το ζόρι κρατήθηκα να μη σε χτυπήσω! Για αυτό λέω δεν το αγαπάτε το αμάξι σας..»
«Καλά και δεν χωρούσατε να περάσετε; Και άντε, δεν χωρούσατε, αυτός είναι λόγος για να μην αγαπάω το αμάξι μου;»
«Μα κύριε, πεντέμισι μέτρα αμάξι έχω, που να στρίψει;» κάπου ένιωσα άβολα όταν άκουσα το μήκος του αμαξιού του. Για ώρες βαρούσα το κεφάλι μου μετά, αλλά εκείνη την ώρα ένιωσα να απολογηθώ που είχα παρκάρει στην γωνία και ο κύριος με τα πεντέμισι μέτρα μαούνα, δεν μπόρεσε να στρίψει. Εξάλλου, και εμένα μου έχει τύχει να δω κάποιο αμάξι κακοπαρκαρισμένο, σχεδόν παρατημένο σε κάποια γωνία και να αναφωνήσω «Καλά δεν αγαπάνε το αμάξι τους;»
«Ξέρετε, είναι το δεύτερο αμάξι μου, το πρώτο είναι στο γκαράζ και δεν βρήκα αλλού να παρκάρω..» δικαιολογήθηκα.
«ε και; Ένα μόνο γκαράζ έχετε; Να πάρετε και δεύτερο.. όπως όλοι μας..» αυτό το "όπως όλοι μας" ήταν μαχαίρι στα σπλάχνα, αν ήθελε μάλιστα να το γυρίσει δεξιόστροφα έτσι ώστε να ουρλιάξω από τον πόνο θα πρόσθετε «Δεν είχατε λεφτά να αγοράσετε δεύτερο γκαράζ; έτσι δεν είναι ;» αλλά ευτυχώς δεν το έκανε. Τον συμπάθησα για αυτό.

«Ε! Δεν έχω, τι να κάνουμε.. Άλλη φορά όμως αν δεν χωράτε, να κάνετε το τετράγωνο, και εγώ αυτό κάνω όταν με στριμώχνουν...»

«Καλά.. καλά.. δεν ήρθα για τσαμπουκά..» είπε και εξαφανίστηκε στο βάθος του δρόμου..
Χωρίς βιασύνη, έβαλα την κόρη μου στο πίσω κάθισμα, έβαλα την ζώνη στον μικρό , έβγαλα το παλτό μου και άναψα την μηχανή. Για ώρα ήμουν αρκετά αναστατωμένος, χωρίς όμως να ξέρω γιατί.. άκου, δεν αγαπώ το αμάξι μου.. και ακόμα χειρότερο, δεν ήρθε για τσαμπουκά. Και εγώ νευρίασα, για το πιο απλό πράγμα του κόσμου..

Ανοησίες...

27/9/09

Το Χειρουργείο..



Είχε πάρει στα χέρια του σφιχτά το χαρτί. Χέρια τρεμάμενα, πρόσωπο ωχρό, πανιασμένο, ελαφρά φοβισμένος. Πλησίασε τον γκισέ με τις πληροφορίες.
"παρακαλώ, έλαβα - από φανερού λάθους - αυτήν την ειδοποίηση, με ποιόν θα μπορούσα..."
Ο υπάλληλος μέσα από τον γκισέ, φανερά βιαστικός και απότομος, τράβηξε το χαρτί με δύναμη από τα χέρια του κοντού, σχεδόν σκυμμένου ανθρωπάριου.

"Θα πάτε στο τέλος του διαδρόμου αριστερά και μετά δεξιά, εκεί θα ρωτήσετε!"
"Μάλιστα ευχαριστώ.. πρόκειται για λάθους.. για λάθους.."
"Επόμενος, παρακαλώ" απάντησε με δύναμη ο υπάλληλος και μάζεψε το τσουλούφι του από την μούρη.

Ο κυριούλης προχώρησε σκυφτά στον πρώτο διάδρομο, ένα μικρό φωταγωγημένο διάδρομο με καρέκλες στα πλάγια του τοίχου. Διάβαζε τις πινακίδες σε κάθε πόρτα που περνούσε. "Ράδιο", "Ακτίνες", "Παθολόγος", "Καθαρίστριες".... Στο τέλος του διαδρόμου έστριψε αριστερά και προχώρησε ίσια μέχρι που βρήκε μια πόρτα που έγραφε με μεγάλα γράμματα "Σπρώξτε ..".

Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και βρέθηκε σε ένα μικρό σαλονάκι με διάφορους ανθρώπους που σχεδόν αμίλητοι κοίταζαν μια μεγάλη κόκκινη πόρτα - σαν χειρουργείου. Πάνω της είχε μια μεγάλη μπάρα που την άνοιγε διάπλατα και με μεγάλα γράμματα έγραφε "Ησυχία".

Κάθισε δίπλα σε ένα καραφλό, με κοιλιά που ίδρωνε συνέχεια.
"Συγνώμη, εγώ έχω έρθει από λάθους... εδώ είναι το τμήμα με το χειρουργείο;"
"χα!" γέλασε ο χοντρούλης και έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη. Σκούπισε το φαλακρό δέρμα της κεφαλής και έσκυψε δίπλα του.
"Όλοι από λάθους ήμαστε εδώ! Ποιος θα πίστευε ότι θα μας έβρισκε τέτοια συμφορά..!"
"Αυτό σας εξηγώ, εμένα δεν μου ήρθε συμφορά, ειδοποίηση μου ήρθε ότι έχω κάποια μεγάλη συμφορά και πρέπει να περάσω χειρουργείο!"
"Εμ.; εμάς τι μας ήρθε; Μόνοι μας το σκεφτήκαμε και ήρθαμε εδώ;"
"Ναι αλλά εγώ δεν πονάω, δεν νιώθω τίποτα επιλήψιμο για να μπώ χειρουργείο. Αντιθέτως νιώθω γερός σαν βόδι..!"
"Και εγώ! Και όλοι μας. Δεν έχει σημασία τι νιώθεις αλλά τι λένε ετούτοι με τα άσπρα. Αυτοί ξέρουν, εμείς κάνουμε ότι μας πούν!"
"Μα είναι παράλογο!"
"Θες να πεθάνεις;"
"Οχι!"
"Τότε περίμενε την σειρά σου όπως εγώ.."

Η πόρτα άνοιξε, μπήκανε μέσα δύο γρήγορα προτού κλείσει πάλι με θόρυβο..
Ο κυριούλης το μετάνιωσε. Σηκώθηκε να φύγει, ώσπου παρατήρησε όλους τον κοιτούν με περιέργεια..
"Τι με κοιτάτε; Δεν είμαι άρρωστος! Απορώ γιατί ήρθα μέχρι εδώ..."
"Και που το ξέρεις;" φώναξε ένας.
"Και τι θα καταλάβεις άμα φύγεις; μπορεί να είσαι βαριά άρρωστος και να πεθάνεις μόλις βγεις από εδώ.."
"Λέτε;" είπε διστακτικά ο κυριούλης και έκατσε πάλι στην καρέκλα του.

Η πόρτα άνοιγε κατά διαστήματα και έμπαιναν μέσα σιγά-σιγά όλοι. Κανείς δεν έβγαινε. Μόνο έμπαιναν. Κάποια στιγμή είχε μείνει μόνος του.
Μπήκε με αργές κινήσεις, διστακτικές....
"Το χαρτί που μου στείλατε" είπε σιγανά σχεδόν από μέσα του, σε ένα κύριο με μια πράσινη ρόμπα και μαντήλι στο πρόσωπο. Το πρόσωπο του κρυβόταν καλά, το σώμα όμως έδειχνε έναν ψηλό δυνατό άντρα..

"Ωραία, βγάλε τα ρούχα σου και περίμενε.."
Έβγαλε τα ρούχα του και περίμενε, ώσπου ήρθε ένας άλλος με πράσινη ρόμπα και με νόημα του έδειξε μιαν άλλη αίθουσα..
"Τι έχεις;" τον ρώτησε.
"Δεν ξέρω.." σχεδόν έκλαιγε..
"Ωραία! κατάλαβα..."
"Να, δείτε το χαρτί που ..."

Μπήκε το δωμάτιο κάποιος ντυμένος στα άσπρα και πριν προλάβει να μιλήσει του έχωσε μια βελόνα στο μπράτσο .. τα πάντα σκοτείνιασαν...

**
Προσοχή στο ταχυδρομείο, και στο καταραμένο γράμμα...


22/7/09

Μικρές (Παρ)ανομίες..





Ήταν απόγευμα, ο ήλιος φανερά κουρασμένος μάζευε με αργές κινήσεις τις ακτίνες του πάνω από τα έπιπλα, κάποια παιδιά στον δρόμο τσακωνόντουσαν με τους γονείς τους για λίγο παιχνίδι παραπάνω.. ένα τυπικό απόγευμα, μια κλασσική σκηνή που θα έκλεινε την ταχύτητα της ημέρας με κάτι ανάλαφρο και ήρεμο.

Ο καναπές, δεν είναι πλέον μαλακός όσο τότε που τον αγόρασα αλλά δεν βαριέσαι, την δουλειά του την κάνει, δεν μπορούνε να είναι όλα καινούργια εσαεί..
Χωρίς να πολύ-σκεφτώ, τα πόδια μου απλώθηκαν στην νότια πλευρά του καναπέ και το δεξί μου χέρι γλίστρησε πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού χαϊδεύοντας το σκληρό πλαστικό του χειριστηρίου της τηλεόρασης. Έφερα στον νου μου τις τελευταίες κινήσεις του σώματος μου, σαν να ήταν άλλος αυτός που εκτελούσε και άλλος αυτός που σκεφτόταν.

Και τι να δω στην τηλεόραση; Να αποχαυνωθώ σε φθηνές εκπομπές; Σε εικονικούς τσακωμούς; Να δω την χαρά της νοικοκυράς που έχει να πλύνει ακόμα 2 γήπεδα παρκέ; Και σε κάθε περίπτωση, γιατί ο εγκέφαλος μου συνδυάζει την ξεκούραση με την τηλεόραση; Ποιος είναι αυτός που το πέρασε μέσα στο υποσυνείδητό μου;

Όχι. Κανονικά, ένα βιβλίο έπρεπε να ανοίξω. Ένα καλό βιβλίο με μεγάλα γράμματα. Βλέπεις δεν βλέπω πλέον τόσο καθαρά όπως παλιά οπότε ένα δυνατό φως θα ήταν χρήσιμο. Ίσως και ο καναπές να μην είναι ότι καλύτερο για τέτοια δουλειά. Μπορεί να αποκοιμηθώ, όπως τις προάλλες που πετάχτηκα πάνω έντρομος βλέποντας τον ήλιο να με κοιτάει κατάματα.. Ακόμα θυμάμαι τα θολά από τον ύπνο μάτια μου να ψάχνουν το ρολόι στον χώρο του σαλονιού, ευτυχώς για μένα ήταν μόνο 7.00 το πρωί.

Μόνο! Βλέπεις, για να πει κανείς ότι κοιμήθηκε πρέπει η ώρα να είναι τουλάχιστον 9 το πρωί. Άντε και σε κάποιες περιπτώσεις 10.. μην πω 11.30 και με πάρετε στο ψιλό!

Δεν βαριέσαι! Άμα κοιμάσαι αργά, ξυπνάς και αργά. Νόμος! Όπως και συνήθεια μου έχει γίνει να κοιμάμαι αργά, καθότι είναι μόνες ώρες που μπορώ να ασχοληθώ με τον υπολογιστή μου ανενόχλητος. Κάτι που θα κάνω και τώρα, θα πάρω το βιβλίο και θα κάτσω στον υπολογιστή μου μπροστά να διαβάσω. Έτσι δεν θα με πάρει ο ύπνος και θα κοιτάω και τα εμαιλ μου συχνά πυκνά. Μπορεί και το FaceBook. Μπορεί και άλλες ιστοσελίδες...

Κάπου ανάμεσα στο Facebook και στο ανεμολόγιο είδα με την άκρη του ματιού μου, το χέρι μου να κινείται αυθόρμητα, εντελώς ανεξέλεγκτα. Λες και κάποια εξωγήινη δύναμη το είχε μαγνητίσει και το έσερνε σε ακολουθία κινήσεων με μεγάλη προσοχή. Η πίπα κρατήθηκε στα χέρια μου, καθαρίστηκε, μπήκε το φίλτρο, ο καπνός και ... πάφ..

Μια άκρη του μυαλού μου προσπαθούσε να χωνέψει, να εξηγήσει την αυτοματοποίηση της κίνησης των χεριών μου. Κάτι εντελώς μαγικό συμβαίνει όταν θέλουμε να πάρουμε μια ανάσα από την ζωή. Όταν λες,θέλω να αφήσω τα πάντα πίσω μου και να ασχοληθώ με τον εαυτό μου, οι συνήθειες που σε βλάπτουν είναι περισσότερες από αυτές που σε βοηθάνε... Αυτήν την διαπίστωση έκανα και μάλιστα δεν θα έλεγα ότι ήταν απλώς διαπίστωση αλλά και παράπονο. Που σκατά είναι η αυτοσυντήρηση του ζώου ανθρώπου;

Όταν ο κάστορας νιώσει ότι η λίμνη είναι ακατάλληλη, τρέχει γρήγορα να φύγει. Όταν ο σκύλος μυρίσει χαλασμένη τροφή, φεύγει τρέχοντας μακριά. Ο άνθρωπος είναι τόσο ζώο που δεν μπορεί να δει ότι η τηλεόραση και το τσιγάρο είναι βλαβερά για αυτόν; Ίσως όχι τα μόνα, αλλά έχουν και αυτά το μερίδιο τους στην «Ακατάλληλη για μακροζωία» ζωή μας..

Ζωή μας ... ας γελάσω..!

Δεν τα βλέπουμε ως βλαβερά, διότι μας ναρκώνουν. Αυτή είναι η μόνη ορθολογική απάντηση που μπόρεσα να δώσω, σαν ανακάλεσα στην μνήμη την αυθόρμητη κίνηση του χεριού μου και σπινθήρισα μια σειρά από σκέψεις γύρω από αυτό. Το ότι αυτές οι συνήθειες, δρουν ναρκωτικά πάνω μας το επιβεβαίωσα την ώρα που έκανα ετούτες τις σκέψεις και παράλληλα ρουφούσα με απόλαυση τον Δανέζικο καπνό από την ξύλινη σκαλιστή μου πίπα.. Κάθε ρουφηξιά και μια ακόμα γεύση από παράδεισο, οσμή από ξύλο και σκέψη κοφτερή ..

«Έτσι είναι φίλοι μου», αναφώνησα ζωηρά εκείνη την ώρα,
«ζούμε για να κυνηγάμε αυτούς που μας κυνηγάνε και δεν ανεχόμαστε πιέσεις από τρίτους, από αφεντικά, γυναίκες,παιδιά, πολιτικούς και άλλα, αλλά από την άλλη έχουμε παραδοθεί, στις μικρές άνομες ναρκωτικές μας απολαύσεις. Το παιδεραστή που έβλαψε τον μικρό στην απέναντι πολυκατοικία θα τον λιθοβολήσουμε, το ναρκομανή μέσα στο σπίτι μας, θα τον καλωσορίσουμε και ίσως ανταλλάξουμε και αστεϊσμούς. Έτσι για να περνάει καλύτερα η ώρα μαζί του!»

Ποιος ξέρει, ίσως αφού τελειώσω την πίπα μου, να γράψω και ένα κείμενο για την απαράδεχτη κίνηση των πολιτικών που προσπαθούν να μου κόψουν το τσιγάρο με δικτατορικές μεθόδους..

λίγη υπομονή, θα το γράψω και αυτό σε λίγο..





6/2/09

Ένα πιάτο φαί..



T
ο να βρίσκεσαι πάνω από ένα πιάτο φαί, αν μη τι άλλο είναι βασανιστικό. Ένα σωρό τύψεις σε αρπάζουν απο τα μαλλιά, ο ήχος του διαιτολόγου σε μαστιγώνει με τις εντολές του ασταμάτητα. Ενστικτωδώς κάνεις τους υπολογισμούς σου, 40 θερμίδες το κοτόπουλο, 30 το ρύζι στο σύνολο, κλάπ κλάπ -> μπάμ.. πολλές ! λογίζεται η κούτρα σου. Άλλος ένας υπολογισμός, σαν τους πολλούς που κάνεις καθημερινά, 600 το νοίκι συν 88 τα κοινόχρηστα, πάει ο μήνας και πότε θα ξαναπληρωθώ;;.. Ακόμα δέκα λεπτά μέχρι την δουλειά, στις πέντε σχολάω κατά τις έξι θα είμαι σπίτι. Μια ζωή μέσα στους υπολογισμούς, στις προβλέψεις χρόνου και χρήματος.

Και το μόνο που σου μένει είναι να απολαύσεις ένα πιάτο γεμισμένο με θεάρεστες λιχουδιές. Και το μυαλό, σαν να γυρνάνε αργά τα γρανάζια κάποιου παλιού ρολογιού, αρχίζει να παίρνει στροφές. Χλομιάζεις, παίρνεις μια ανάσα και βουτάς το πιρούνι! Δεν βαριέσαι, δεν πάνε να πνιγούν όλοι τους!

Μέσα στο πιάτο, μια ντομάτα παρέα με λίγο άνηθο και άσπρο μακρύκοκο ρύζι έχει περικυκλώσει το κοτόπουλο, φωνάζοντας του απειλητικά «παραδώσου!». Από τα πλάγια, ξεμυτίζει το ψωμί και με κλεφτές ματιές παρατηρεί την μάχη που εκτυλίσσεται μέσα στο πιάτο, σαν στρατηγός στο λόφο. Ξάφνου ένα θεόρατο μεταλλικό κατασκεύασμα με μυτερές άκρες, κατεβαίνει με δύναμη από τον ουρανό και καρφώνει το κοτόπουλο στο κέντρο. Φωνές θριάμβου από το ρύζι, πανικός από την ντομάτα. «Ευχαριστώ Θεέ!» φωνάζει το ρύζι, η ντομάτα σφίγγεται και γίνεται πιο κόκκινη ακόμα από την χαρά της. Το κοτόπουλο αφήνει μια στερνή φωνή, ένα τελευταίο ρόγχο και αιματοκυλίζει την σάλτσα στο πιάτο. Ένα κομμάτι του κοτόπουλου ανεβαίνει στο ουρανό, μπαίνει στην σπηλιά με τα χίλια δόντια και χάνεται ...

Ανακατεύεται στον ουρανίσκο,διαμελίζεται από δόντια κοφτερά και σαν η βαρύτητα να πήρε τα σκήπτρα απο τον όγκο, αρχίζει να λιώνει και να βυθίζεται μέσα στο λαρύγγι σου.. μια τελευταία κραυγή .. και η κόλαση κάνει την εμφάνιση της.

«Θεσπέσιο το κοτόπουλο με αυτή την σάλτσα» συλλογίζεσαι και σκέφτεσαι, κάποια παιδιά στην Αφρική δεν έχουν να φάνε και εγώ εδώ έχω πάθει γαστρική βουλιμία. «Σε τι κόσμους ζούμε! Θεέ μου!» κάνεις τον σταυρό σου και κόβεις μια γωνιά από το ψωμί, θρυμματίζοντας το σε μια έκταση εκατοστών γύρω του.

Το ρύζι, σαν βλέπει τον στρατηγό να διαμελίζεται και να μοιράζει τα σαρκικά του γύρω, κράζει δυνατά «κράτα στρατηγέ μου!»
«Μην σκιάζεσαι» φωνάζει το ψωμί, σφίγγοντας τα δόντια απο τον πόνο. «Προσπαθεί να μας κάμψει την ψυχολογία, αλλά εγώ αμόλυσα τα κομμάτια μου παντού, να μήν μπορεί να με φάει όλο!»
«Σοφός ο Αρχηγός» φωνάζει η ντομάτα! «Πανούργος» παραμιλάει το ρύζι..

Τι πιο σκληρό σε μία μάχη, από το να αναγκάσεις τον στρατηγό να φάει τους στρατιώτες του. Με μία κίνηση το υπόλοιπο του στρατηγού ψωμιού, σκουπίζει τα απομεινάρια του ρυζιού και τις ντομάτας από το πιάτο που γίνηκε η μάχη..
Τίποτα στο πεδίο της μάχης δεν έχει απομείνει παρά μια ασπρίλα και κάποια ίχνη απο την αιματοβαμμένη σάλτσα του υποχθόνιου κοτόπουλου.

«Σε ευχαριστώ θεέ μου, για το λουκούλλειο γεύμα» παραμιλάς και δένεις τις παλάμες σου ευλαβικά. Σειρά έχει η ξεκούραση μετά από μια τέτοια μεγάλη μάχη.

Μέσα στην ησυχία της νύχτας, το ψωμί φωνάζει στον τελευταίο κόκκο ρυζιού.
«Μην ανυσηχείτε άνδρες μου, ακόμα και εδώ που είμαι την δολιοφθορά μου την έκανα!»
«Τι έκανες αρχηγέ;»
«Του ανέβασα το ζάχαρο..»

25/11/08

ΜπαρμπουνοΙστορίες..




- Μπαρμπούνι θες;
- Μπα; Πόσο το έχεις;
- Τόσο!
- Ακριβά το έχεις ! είναι φρέσκο;
- Παραμιλάει!
- Μπα; Και τι λέει;
- Από χθες διαβάζει του Ντοστογιέφσκι το ΗΛΙΘΙΟΣ ανάποδα..
- Τι λες; Με την Οδύσσεια τελείωσε;
- Τωωωρα; Ακόμα εκεί είσαι εσύ;
- Καλά, ας σοβαρευτούμε είναι ωκεανού;
- Το μπαρμπούνι μου;
- Ναι το μπαρμπούνι σου!
- Καπετάνιος στο βασιλικό ναυτικό ήταν, τώρα έχει βγει στην σύνταξη!
- Τόσο σάπιο είναι;
- Σάπια είναι η μούρη σου, τα μπαρμπούνια βγαίνουνε νέα στην σύνταξη!
- Τι λες; Δουλεύουνε από μικρά;
- Τώρα το θες το μπαρμπούνι ή θα κάνουμε συζήτηση για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του μπαρμπουνιού;
- Καλά μην φωνάζεις! Πόσο είπες ότι έχει ;
- Ακριβά!
- Καλά το θυμόμουνα, κάτι σε πιο φθηνό έχεις;
- Πάρε μαρίδες.
- Αυτές παραμιλάνε;
- Σπανίως.
- Ναι αλλά εγώ θέλω να φάω τα μπαρμπούνια !
- Και λοιπόν; Και εγώ θέλω να σε χτυπήσω αλλά θα μου πάει ακριβά το δικαστήριο, δεν έχω άρα δεν παίρνω!
- Ε καλά, βάλε μου ένα!
- Δεν γίνεται! Τα μπαρμπούνια πάνε ζευγάρι. Τιμολογούνται έκαστος αλλά πωλούνται ζευγάρι, Σαν τα ηχεία του στερεοφωνικού, έχεις αγοράσει ποτέ ένα ηχείο;
- Όχι, αλλά τι σχέση έχουν τα μπαρμπούνια με τα ηχεία; Θα μας τρελάνεις!
- Κάνουν θόρυβο και αυτά!
- Όταν παραμιλάνε;
- Όταν τα τρως στην κεφάλα! Πάρε και αυτή, πάρε και αυτή!....


13/11/08

And now ladies & Gentlemen ...









Τα χέρια παγωμένα, κοντά στην τηλεόραση, μια μικρή ασπρόμαυρη είχαμε με κεραίες που τις γυρνούσαμε δεξιά και αριστερά να φύγει το χιόνι από την εικόνα. Η μητέρα μου, ετοίμαζε το βραδινό, εμείς είχαμε διαβάσει για την επομένη, οπότε δικαιωματικά είχαμε μισή ώρα να δούμε καμιά εκπομπή. Έξω από το σπίτι μια παγωμένη ανάσα περιπλανιότανε, την νιώθαμε, αλλά τα ζεστά ρούχα και τα πυρωμένα καλοριφέρ μας προστάτευαν. Καθόμασταν κοντά ο ένας στον άλλο, σε αυτό το μικρό σπίτι εξάλλου δεν μπορούσες να απαιτήσεις απόσταση ..

Η μητέρα μου ήθελε τα δύο αδέλφια, να έχουν το δικό τους δωμάτιο, να νιώθουμε ελεύθεροι, για αυτό αποφάσισε να κοιμάται στο σαλόνι και αν κάποια φορά ερχόταν κανένας άνθρωπος, πέταγε πάνω στον ντιβάνο-κρεβάτι ένα κάλυμμα, κρύβαμε την στενή ζωή μας.

Γελάγαμε θυμάμαι, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο, απλά ξεκαρδιζόμασταν.

Χωρίς σκέψεις, αυτό το είχε αναλάβει άλλος.

Χωρίς αγωνία, δεν ξέραμε τι σημαίνει.

Απλά γελάγαμε.

Με την καρδιά μας.

14/7/08

MacBook (II) η συνέχεια..




..απάντηση στα σχόλια του προηγούμενου post...


Έξω από το πολυτελές σπίτι της κ. Μάρπλ, δύο σκύλοι τσακωνόντουσαν για ένα κόκκαλο σπρώχνοντας με την μουσούδα τους ο ένας τον άλλο. Το θέαμα ήταν ιδιαιτέρως απεχθές αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος του ενός σκύλου και την λύσσα που δάγκωνε το κόκκαλο ο άλλος, πιο μικρός και πιο τριχωτός σκύλος.

Στο βάθος πίσω από το βορινό παράθυρο μια κυρία κάποια ηλικίας – η κυρία Μάρπλ – καθόταν και κοίταζε το κήπο με τις νεραντζιές και τα μικρά αγαλματάκια που βρίσκονταν ανάκατα μέσα στο γκαζόν, σαν να ήταν έτοιμα να φύγουν με το πρώτο σφύριγμα του κηπουρού. Με το ένα χέρι κρατούσε το πολύχρωμο φλιτζάνι με το ζεστό τσάι που άχνιζε, έχοντας πάντα το μικρό δάχτυλο προτεταμένο, όπως ορίζουν οι καλοί τρόποι της.

- Μουλάρα !, φώναξε..
- Σουλάρα κυρία με λένε, απάντησε η μεσόκοπη με την φαρδιά μέση και το γεμάτο φακίδες πρόσωπο, υπηρέτρια της κυρίας τα τελευταία δύο χρόνια. Με το ένα χέρι κρατούσε το φτερό και με επιδέξιες κινήσεις σκούπιζε την σκόνη από τα πανάκριβα ασημικά της κυρίας Μαρπλ.
- Ακούω φωνές! είπε η κυρία Μαρπλ αδιαφορώντας για το διορθωτικό σχόλιο της υπηρέτριας. Ακούω κάποιον να φωνάζει συνέχεια MACBOOK MACBOOK! δεν είναι περίεργο ;
- Καθόλου κυρία, ο απέναντι κύριος φωνάζει έτσι. Παράξενο όμως... απάντησε η υπηρέτρια.
- Καλά δεν ξέρει ότι είναι άσπρο και λερώνει συνέχεια ; ότι δεν έχει δεξί κλίκ ; ότι τον ορθογράφο του word πρέπει να τον αγοράσεις extra ; μου φαίνεται απίστευτο το παραλήρημα του! είπε απορημένη η γηραιά κυρία και με μια κίνηση αληθινής αριστοκράτισσας, έφερε το φλιτζάνι στο στόμα της και κατάπιε απολαυστικά μια γουλιά ακόμα από το αχνιστό τσάι της,
- Τι να πεις .. συναίνεσε η υπηρέτρια, ο κόσμος πάει κατά διαβόλου..
- Δουλάρα, έχουμε κανένα στην αποθήκη ;
- Σουλάρα, κυρία ! Σουλάρα και ναι ! έχουμε δώδεκα στην αποθήκη. Με βάλατε να αγοράσω μια παλέτα το ξεχνάτε ;
- Α! ναι, ξέρεις η ηλικία ... το 2.4 έχουμε ή το 2,0 έ ;
- το 2,4 .. με τον 160GB HDD το άσπρο ...
- α... αυτό που λερώνει συνέχεια.. πέταξε του στο κεφάλι, μέσα απο το παράθυρο του... Αν η επιθυμία του πραγματοποιηθεί, είμαι σίγουρη ότι από αύριο θα θέλει την Canon 450D με φακό 18-55 κιτ ..

Η Υπηρέτρια γύρισε την πλάτη της και έκανε να φύγει από το δωμάτιο για να εκτελέσει την διαταγή την πάμπλουτης αφεντικίνας της. Δεν είχε ακόμα βγει από το δωμάτιο όταν ακούστηκε η φωνή της κυρίας Μάρπλ να λέει ...

- Πού 'σαι ; Μουλάρα. αγόρασε και μια παλέτα Canon 450D, το κίτ με τον 18-55.. θα του σπάσουμε τα αρχίδια του τύπου...



Για όσους δεν κατάλαβαν.. αυτό το post γράφτηκε σε macbook ...

5/7/08

Η καρέκλα




Άνοιξε με τα κλειδιά του την κεντρική πόρτα και οδηγήθηκε μηχανικά προς το σαλόνι, το κέντρο του σπιτιού. Η διακόσμηση ήταν φθηνή, δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο εκτός από τα παρακάτω δύο : ένα παράθυρο που βλέπει την δύση και μια καρέκλα από αυτές που συνειρμικά σαν την βλέπουμε, αισθανόμαστε την γιαγιά μας στο χώρο να ετοιμάζετε να μας πει ένα παραμύθι ή να πλέξει κουνώντας την ρυθμικά.

Την είχε βρει σε ένα παζάρι, καλή κατάσταση με ψάθινο κάθισμα και σκούρο καφέ χρώμα ξύλου. Ο έμπορος φάνηκε να μην θέλει να την δώσει, ίσως και αυτός να μην ήταν σίγουρος αν μια τέτοια «καρέκλα» έπρεπε να πουληθεί, αλλά αυτός την αγόρασε κάνοντας τον έμπορο κατσουφιασμένο και λιγομίλητο σαν κράταγε τα χρήματα στο χέρι.

Σε αυτή την καρέκλα, καθότανε αρκετά βράδια, αφήνοντας το κορμί του στο αθώο της κούνημα μέχρι που τα μάτια του χαμήλωναν και τέλος ένας ύπνος γλυκός του εύφραινε την ψυχή. Έστω και για λίγο, μέχρι να νιώσει πιασμένος από την ακινησία και να αναγκαστεί να πάει στο κρεβάτι του.

Εκείνο το απόγευμα δεν ήταν κουρασμένος, το κάθε άλλο, μπουχτισμένος ίσως, σαν το πληγωμένο ελάφι που κρυβόταν από τον κυνηγό. Κάθισε στην ξύλινη πολυθρόνα και άφησε το βλέμμα του να κοιτάει το άπειρο μέσα από το τετράγωνο παράθυρο που ήταν ακριβώς απέναντι. Μενεξεδένιο το χρώμα της δύσης στον ουρανό, μικρές σκοτεινές σκιές μοιράστηκαν μέσα στο δωμάτιο και αυτός προσπαθούσε να απωθήσει από μέσα του τις στενάχωρες σκέψεις..

Άρχισε να λικνίζεται, μηχανικά χωρίς να το καταλάβει, τόσο αθώα σαν να κάθετε σε μια παιδική κούνια και η καρέκλα άρχισε να τρίζει σαν γέρος που οι κλειδώσεις του πονούνε. Συνέχισε να κινείται πιο γρήγορα, βάζοντας δύναμη στα πόδια. Το ξύλινο πάτωμα άρχισε να αισθάνεται το βάρος πάνω του και άφησε και αυτό κάποιες πνιχτές κραυγούλες να ακουστούν μέσα στην ησυχία του δωματίου. Πιο δυνατά, πιο γρήγορα, πιο δυνατά.. το πάτωμα έτριζε κανονικά και η καρέκλα έμοιαζε έτοιμη να σπάσει. Πιο γρήγορα, πέρα δώθε, πέρα δώθε και από το στέρνο του μέσα μια φωνή άρχισε να ακούγεται στην αρχή σιγά μετά πιο δυνατά, μέχρι που ο ήχος από το λαρύγγι του έγινε βοή, σπαραγμός και δέηση …


«Θέλω το macbook … θέλω το Macboook…….”

29/12/07

Το δεξί μου χέρι


Αγαπητέ Χάρη,

Εν γένει η υγεία μου καλά πάει, και δράττομαι της ευκαιρίας αυτού του γράμματος για να σε παρακαλέσω, γύρω από ένα θέμα που με απασχολεί αρκετά τον τελευταίο καιρό.


Όπως ήδη γνωρίζεις προ τριμήνου, επιτέλους κατάφερα να αποσπάσω μια ευκαιρία από αυτήν την παλιοζωή και να κερδίσω μια ακρόαση (audition αγγλιστί, να δείχνουμε και τα προσόντα μας) στην θεατρική παράσταση της Μ.Ν. στο ομώνυμο θέατρο της.

Γνωστό δεν έβαλα, γιατί όπως καλά γνωρίζεις είμαι πολλάκις αντίθετος με τη κατινιά του κόσμου να χρησιμοποιώ μεσάζοντες για να επιτύχω τον σκοπό μου. Στην παράσταση θα παρακολουθούσε την audition η ίδια η Μ. Ν. , πράγμα που μου φούσκωνε τα σωθικά αλλά και το άγχος μου παράλληλα. Ο πατέρας μου ανέκαθεν με θεωρούσε ψώνιο, και εγώ έκανα τα πάντα να διατηρεί αυτήν την εντύπωση.

Να μην τα πολυλογώ, στα παρασκήνια γνώρισα και μια κοπέλα, σκέτη κοντέσα. Μύριαμ Παπαδοπούλου η Τρίτη. Η τρίτη στην σειρά εννοώ.. το κορμί της σκέτη πρόκληση απολαύσεων και το μυαλό της ξουράφι για αινίγματα και γρίφους. Το ίδιο βράδυ κανονίσαμε να βρεθούμε και εν συντομία, να συνεχίσουμε αυτό το μονοπάτι της ζωής παρέα. (την audition εννοούσα, που πάει το μυαλό σου?)

Εάν δεν συνέβαιναν τα απίστευτα!

Εγώ σκυμμένος (όπως ακριβώς πρόσταζε ο ρόλος μου) μπροστά από την Κοντέσσα Μαρία Βαγγυκάλου και να τις λέω λόγια βγαλμένα από τα σωθικά ερωτικού ποιητή, και από την άλλη η Μ. Ν. πρώτη σειρά να παρακολουθεί με συγκίνηση την παράσταση, πλάι στον γνωστό σκηνοθέτη και παραγωγό Νίκο Πετρόπουλο. Τον ξέρεις από τα πολλά σήριαλ που έχει ετοιμάσει για την τηλεόραση αλλά και από πολύ επιτυχημένες ταινίες που παίζονται αυτήν την στιγμή στον κινηματογράφο, με αρκετά εμπορική επιτυχία πρέπει να ομολογήσω.

Τα πόδια μου ολόισα σε διάταξη ευθεία όπως άρμοζε, τα γόνατα μου σε ελαφρά λυγισμένη θέση, ημί παρουσίαση της τριχωτής μου γάμπας, και το αριστερό μου χέρι στο ύψος των γοφών της Κοντέσσας, που με αναφιλητά άκουγε αυτή την θεσπέσια μελωδία ερωτικών εξομολογήσεων που με μεγάλη μαεστρία απάγγελνα. Το να παρουσιάζει Μάκβεθ κανείς, ξέρεις πολύ καλά δεν είναι εύκολο πράγμα και απαιτεί πολύ καλή γνώση του κειμένου άλλα και της ψυχολογίας του συγγραφέως. Εγώ χωρίς να το παινευτώ, είχα κάνει πολύ προετοιμασία ειδικά για αυτήν την δύσκολη ατάκα που θα παρουσίαζα.

Ξαφνικά και δίχως ιδιαίτερη σκέψη ή εντολή από άλλο σημείο του σώματος μου, το δεξί μου χέρι υψώθηκε αυτοβούλως με ταχύτητα αστραπής και όταν ξεπέρασε το ύψος του κεφαλιού μου, μια παλάμη με ανοιχτά δάχτυλα παρουσιάστηκε μπροστά στο έκπληκτο πρόσωπο της κυρίας Μ. Ν.

- Τώρα ακριβώς τι έγινε την μούντζωσε ? είπε ο υπεύθυνος παραγωγής και έτριβε τα μάτια του για να δει καλύτερα.
- Ω ρε μούντζα ! είπε ο ηχολήπτης και ανέβασε τον ήχο από το μικρόφωνο της Μ.Ν. ψάχνοντας τι άλλο ! τον μέγιστο χαβαλέ!

Η Κοντέσα Μαρία Βαγγυκάλου, χλόμιασε και αντάλλαξε γρήγορες ματιές με την Μ. Ν. και με μένα, σαν να περίμενε να σκάσει μία χειροβομβίδα αλλά μη όντας σίγουρη για το πού θα έσκαγε προσπαθούσε με γρήγορες ματιές να μαντέψει, έτσι ώστε να κάνει το σωστό σάλτο αποφυγής των θραυσμάτων.

Σου ορκίζομαι αγαπητέ Χάρη, αυτό σίγουρα δεν το έλεγχα, δεν είχα την δύναμη να ελέγξω το χέρι μου ακόμα και όταν την ίδια χειρονομία την επανέλαβε άλλες τέσσερεις φορές, το μη ευγενικό και συνάμα αντιπαθητικό χέρι μου! Ξανά .. και ξανά και ξανά….

Η κακόμοιρα η Μ. Ν. είχε πλέον πάθει υστερία! Ο πανικός που επικράτησε μέσα στην αίθουσα μετέτρεψε την audition σε κατήφορο τρένου σε Λούνα Παρκ όπου όλα τα παιδιά ουρλιάζανε από υστερία αδρεναλίνης και φόβου !

Ο ηχολήπτης πλέον είχε πέσει κάτω από τα γέλια, και το χαχανιτό του έβγαινε από τα ηχεία κάνοντας την M.Ν. ακόμα πιο έξαλλη. Ο παραγωγός δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, από την μία ήταν φίλη του η Μ.Ν. , και δεν ήταν επιτρεπτό να γελάσει, αλλά από την άλλη το θέαμα από μόνο του, έφερνε αρκετό γέλιο. Σφικτά λοιπόν προσπαθούσε να κρατήσει τα γέλια του, και πλησίασε την Μ.Ν. όπου σε κατάσταση πανικού και οργής ούρλιαζε :
- Διώξτε τον !! όχι Κρατήστε τον ! Την αστυνομία ! Θα του κάνω μήνυση !

Δάκρυα θυμού και οργής έτρεχαν από τα άσπρα πλαστικά μαγουλά της … και η μάσκαρα (plus η πλαστική) έκανε ένα κράκ … και έσπασε … κύματα ρυτίδων και κύτταρων ανακατεμένων με πούδρα , ρουζ και πανάκριβο μέικαπ απλώθηκαν με ορμή στο κέντρο του προσώπου της, κάτω από την μύτη. Και αμέσως μετά απλώθηκαν σαν το λεκέ σε πανάκριβο χαλί, σε όλη την επιφάνεια του προσώπου της, ανεβάζοντας την ηλικία της κατά μια τριακονταετία τουλάχιστον!

Ο ηχολήπτης όταν είδε και αυτήν την ατάκα είχε πλέον ξεραθεί στα γέλια, και πέφτοντας πίσω από την καρέκλα με γδούπο, το μόνο που κατάφερε να φωνάξει ήταν :

- Μην σταματάτε να τραβάτε !!

Πράγματι σε μία γωνία υπήρχε ένας καμεραμάν, ο οποίος από την ώρα την αυτόβουλης χειραγώγησης της Μιμής από το δικό μου χέρι, ζούμαρε μία στο χέρι μου .. μία στην Μιμή..
- Σταματήστε τον! – Σπάστε του τα πόδια – πάρτε του την κάμερα! Κάψτε το φιλμ !

Η τύχη του κάμεραμαν ακόμα και σήμερα είναι άγνωστη, αλλά το video αυτό το είδα πρόσφατα στο youtube οπότε μάλλον πιστεύω ότι την γλύτωσε με ένα δυο δικαστήρια ο άμοιρος βιοπαλαιστής.

Την υπόλοιπη τύχη μου, αν δεν την γνωρίζεις από τις εφημερίδες θα στην γράψω σε επόμενο γράμμα.

Αυτό που θα ήθελα λοιπόν από εσένα είναι καταρχάς να σου υποσχεθώ ότι το χέρι μου έδρασε αυτοβούλως και άνευ της δικιάς μου θελήσεως, και μάλιστα εξέφρασε απόψεις που δεν της συμμερίζομαι και επίσης δεν είμαι σύμφωνος με αυτές. Και για να γνωρίζεις, εγώ ουδέποτε δεν θα αντιδρούσα έτσι σε οποιαδήποτε αντίστοιχη περίπτωση λόγω του πολιτισμού και των αρχών με τις οποίες μεγάλωσα και ανατράφηκα.

Επιπλέων επί της παρούσης το χέρι αυτό δεν μπορεί πλέον να αποκτήσει αυτόβουλη άποψη, λόγω του ότι το περιβάλει περί τα 3 εκατοστά γύψος σε όλη την έκταση μέχρι τον ώμο. Άρα δεν είναι δυνατό να αποφασίσει και να πράξει χωρίς την σύμφωνη γνώμη μου, παρά μόνο εάν σπάσει τον γύψο, σκέψη που αντεύχομαι λόγω του πόνου που θα δημιουργηθεί σε αυτό το σημείο, και που δυστυχώς είναι η μόνη μου πλέον επαφή με αυτό το σημείο του σώματος μου.

Θα ήθελα λοιπόν να σε παρακαλέσω, να μιλήσεις της κυρίας Μ. Ν. καθότι γνωρίζω ότι μια προσωπική φιλιά την έχεις μαζί της, και ο λόγος σου μετράει στα αυτιά, αυτής της εξαιρετική αρτίστας, που συνοδευόμενη από το καταπληκτικό ταλέντο υποκριτικής τέχνης που κατέχει ανέρχεται στην φαντασία μου … σαν μια Σταρ!…

Γνωρίζω ότι κάτω από τον ίσκιο των τελευταίων καταστάσεων, δεν είναι εύκολο, αλλά η παράκληση μου είναι μεγάλη, και είσαι η μοναδική πόρτα που μπορώ να χτυπήσω, έτσι ώστε να μπορέσω να επιδιορθώσω τα λάθη του δεξιού μου χεριού!

Πάντα δικός σου

Αλέκος Δεξιός…