


(φωτο Ν.Κ.)
Ο γέρος συνέχεια χαμογελούσε. Ακόμα και όταν οι φωνές υψώνονταν δίπλα του.
«Θυμάσαι;» τον ρωτούσαν, αυτός γελούσε χαρωπά. Δεν θυμόταν, αλλά δεν τον πείραζε. Τους άλλους τους ενοχλούσε που δε θυμόταν, τους νευρίαζε που γελούσε με το καθε τι. Με έπιασε καθώς πήγαινα στην κουζίνα, σιγανά μου είπε μην τον ακούσουν οι άλλοι. «Μετά τα ογδόντα είσαι ευτυχής. Κανείς δεν θα στεναχωρηθεί και πολύ σαν πεθάνεις..»
Μου αρέσουν οι περίπατοι στο δάσος. Αλλά έχω καιρό να πάω και όταν συμβαίνει αυτό, οι ανηφόρες με φουσκώνουν, η υγρασία με ενοχλεί στο αναπνευστικό. Δεν είναι και εύκολο με τόσα τσιγάρα, αλλά μου αρέσει να περπατάω. Σκέφτομαι συνέχεια, μη πεταχτεί τίποτα απο τα πυκνά χόρτα, αλλά ευχαριστιέμαι την μυρουδιά του υγρού χώματος, τα πορτοκάλια που βαραίνουν τα κλαδιά, οι γέρικες ελιές. Όλα μου μυρίζουν όμορφα, αλλά δυσκολεύομαι να τα καταλάβω. Οι βαθιές ανάσες απο το λαχάνιασμα δεν με αφήνουν να ευχαριστηθώ. Είμαι ένα παιδί της πόλης. Άραγε άμα γλυστρίσω σε καμιά κατηφόρα θα με βρει κανείς;
Σήμερα έφτασα μέχρι το ποταμάκι. Εχω χρόνια να πάω. Το νερό ήταν λασπωμένο αλλά γεμάτο δύναμη. Ήξερα ότι ερχόταν απο ψηλά και κατέληγε στην θάλασσα. Προσπάθησα να το πλησιάσω αλλά είχε λάσπες στην όχθη. Δεν δοκίμασα. Αλλά το φωτογράφισα. Ήταν ο μόνος τρόπος να το φέρω σπίτι μου. Και το έφερα.
Όλα στην ζωή είναι διπλά. Αυτά που θέλουμε και αυτά που μπορούμε να έχουμε.


