Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15/11/08

Η μικρή ζωή μας..



Μέσα σε αυτή την μικρή πόλη, τα πάντα ήτανε μικροκαμωμένα. Μικροί οι άνθρωποι, τελίτσες τόσες δα μικρές στο σύμπαν, μικρές και οι ψυχές τους. Μικρή τους η ευγένεια, μικρή τους και η χαρά.

Μέσα σε αυτήν την μικρή πόλη, αυτό το πολύβουο μελίσσι, μύριοι μικροί άνθρωποι με χρώματα πολύχρωμα ζωγράφιζαν ένα σκηνικό από μικρά πλασματάκια, στοιβαγμένα μέσα σε μικρά σπίτια, με μικρά χεράκια. Σαν χαιρέταγε ο ένας τον άλλο, μικρή η απόσταση που τους χώριζε, μικρή και η χαιρετούρα. Μια καλημέρα αν έπεφτε, μικρή ήταν και αυτή, η καληνύχτα δε ούτε από κοντά δεν ακουγότανε, ακόμα πιο μικρή αυτή.

Μέσα σε αυτή λοιπόν την πόλη, ένας μικρός, πολύ μικρός μπόμπιρας, με ένα δόντι σαν γεννήθηκε, όλοι φοβόντουσαν μην τον χάσουνε. Μικρή η πόλη, μικρό το σπίτι, μικρό το κρεβάτι του μπόμπιρα, απειροελάχιστα μικρός ο ίδιος ο μπόμπιρας, σαν πέσει από την κούνια, ποιος θα τον βρει ; μην τον σκουπίσει με την μικρή της σκούπα η μητέρα του από λάθους;

Μεγάλο το πρόβλημα, στην μικρή την πόλη!

Περάσανε τα χρόνια, ο μπόμπιρας μεγάλωνε, στην αρχή λίγο έτσι ώστε να φαίνεται ευκρινώς στην κούνια του και αργότερα αρκετά ώστε να χωράει σε μεγαλύτερο κρεβάτι. Σαν έγινε τρεις πόντους όλοι ζητωκραυγάσανε, σαν έγινε 5 πόντους όλοι κουνάγανε το μικρό τους κεφάλι ευχαριστημένοι, σαν έγινε 15 πόντους άρχισαν να ανησυχούνε, σαν έγινε 30 πόνους φωνάξαν τον γιατρό.

Ήρθε ο μικρός γιατρός με τη μικρή του τσάντα, έβγαλε από μέσα το μικρό στηθοσκόπιο, το έβαλε στα μικρά αυτιά του και τα ακούμπησε στο μεγάλο στήθος του μπόμπιρα που χασκογέλαγε συνέχεια. Είχε πλέον πάρει μόνος του ένα δωμάτιο, δεν χώραγε σε κούνια, δεν χώραγε σε κρεβάτι και αν συνέχιζε έτσι να μεγαλώνει δεν θα χώραγε ούτε στο σπίτι.

Ο μικρός γιατρός λοιπόν, κοίταξε τον ασθενή μπόμπιρα με τα μικρά εργαλεία του, σημάδι ασθενείας δεν βρήκε. Γιγαντισμό τους είπε, μέχρι 40 πόντους το πολύ προβλέπει να γίνει και πρότεινε να μεταφερθεί σε ίδρυμα τάχιστα!. Από τα μάτια των γονιών, μικρές στάλες νερού πέσανε, μικρή στεναχώρια τους βρήκε.

Τον πήγανε στο ίδρυμα του δώσανε στην αρχή ένα δωμάτιο, μετά από μερικούς μήνες ένα μεγαλύτερο και τέλος το στάδιο για να χωράει. Είχε γίνει ο άτιμος κοντά μισό μέτρο, ποιό ψηλός και πιο τεράστιος από τον καθένα στην πόλη. Στα πηγαδάκια των μικρών καφενείων σούσουρο για τον μπέμπη γίγαντα υπήρχε, ακόμα και ανέκδοτα.. φαντάζεσαι να φτερνιστεί; Κατρίνα κατηγορία 1 θα γίνει.. και δώστου τα γέλια. Έκτος από τους γονείς, που ακόμα και τώρα δεν τον άφηναν μόνο του. Είχανε προσλάβει γερανό, να μεταφέρει την πάνα του, να του κρατάει την δεξαμενή με το γάλα στον αέρα.

Μα ο μεγαλύτερος τρόμος τους ήταν η φαντασίωση της ημέρας που θα μπουσούλαγε. Θα έπαιρνε σβάρνα τα πάντα, δεν θα έμενε σπίτι για σπίτι στην πόλη όρθιο. Είπανε τον φόβο τους στον δήμαρχο και αυτός με την σειρά του στο πρωθυπουργό. Να μεταφερθεί στην εξοχή, μακριά από την πόλη! Ούρλιαξε ο πρωθυπουργός και αυτός με την σειρά του ενημέρωσε τον πρόεδρο της δημοκρατίας και τον στρατό.

Μερικές μέρες πριν την μεταφορά του με ειδικό γερανό στην εξοχή, ο μπόμπιρας πέταξε την πρώτη του λέξη. Ιεν λέπω.. είπε στην μητέρα του.. Δεν βλέπω, το μετάφρασε η μαμά και ξαναφώναξε τον μικρό γιατρό. Το παιδί δεν βλέπει, του είπε με αγωνία ..

Ήρθε πάλι ο μικρός γιατρός με την μικρή του τσάντα, έβαλε μια σκάλα και κοίταξε από κοντά τα μεγάλα πράσινα μάτια του μπόμπιρα. Εμ! Βέβαια αποφάνθηκε με στιβαρό ύφος, ο γιατρός. Το παιδί έχει καταράχτη, πρέπει να γίνει αμέσως επέμβαση.
Παρακάλεσαν τον στρατό, τον δήμαρχο και τον πρωθυπουργό να κάνουν λίγο υπομονή να γίνει η εγχείρηση και μετά θα το πηγαίναν στην εξοχή όπως έπρεπε.

Και έτσι έγινε. Μια μέρα ήρθαν τέσσερα μικρά ελικόπτερα με τα μικρά τους κανόνια laser, υπό την καθοδήγηση του μικρού γιατρού, ρίξανε την φωτεινή δέσμη σε κάθε μάτι. Μετά η πρώτη μοίρα αεροπορίας σε συνδυασμό με τον ορειβατικό σύλλογο, περάσανε στα μάτια του με πολύ κόπο μια ειδική τέντα-επίδεσμο – ειδική παραγγελία - για να κλείσουν τα μεγάλα μάτια του μωρού.

Μην φοβάστε, είπε ο μικρός γιατρός. Μικρή εγχείρηση ήτανε, το δύσκολο ήταν να πείσουμε την αεροπορία να βοηθήσει, αφού το καταφέραμε .. Οι γονείς εκφράσανε ένα μικρό ευχαριστώ στον μικρό γιατρό και τον πλήρωσαν με μικρό νόμισμα. Ο γιατρός άφησε ένα μικρό χαμόγελο ικανοποίησης και γύρισε πίσω στο μικρό του σπίτι, ευχαριστημένος γιατί για πρώτη φορά όλα τα ΜΜΕ ασχολήθηκαν μαζί του, πλέον ήταν διάσημος.

Όταν ξάναρθε η αεροπορία και ο ορειβατικός σύλλογος και του ξεδέσανε τα μάτια, μια λάμψη ήρθε στα μάτια του μικρού παιδιού. Και μετά αμέσως μια θλίψη. Αν και τόσο μικρός σε ηλικία, κατάλαβε ότι αυτός ήταν πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε μια τόσο μικρή πόλη. Πολύ μεγάλος για να δεχτεί μια τόσο μικρή αγκαλιά από την ελάχιστα μικρή μητέρα του. Και από τότε άρχισε να συρρικνώνεται, κάθε μέρα και πιο πολύ. Στην αρχή 5 πόντους, μετά 10 και τέλος 25 πόντους. Όταν έφτασε στους 10 πόντους, χαμογέλασε ευχαριστημένα και οι μικροί του γονείς τον πήραν μια μικρή αγκαλιά. Ο δήμαρχος άφησε στα κανάλια μια μικρή δήλωση, υπερηφάνειας, ότι με την δική του συμβολή ο φόβος εξανεμίστηκε.

Από τότε ο μπόμπιρας αναπτύχθηκε κανονικά, πήγε σχολείο σαν όλα τα άλλα παιδιά, πήγε στρατό, πήγε στο μικρό πανεπιστήμιο, ασχολήθηκε με την μικρό-φιλοσοφία και την μικρό-φιλολογία, δούλεψε σε μια μικρή πόλη, έγινε διάσημος και πλούσιος.

Σαν κάποια διάλεξη, από αυτές που τον καλούσαν συχνά, κάποιος τον ρώτησε.
-Ποιος είναι ο δρόμος για να γίνει κάνεις μεγάλος σαν εσάς; (στην λέξη μεγάλος ένα μακρόσυρτος ήχος αναστάτωσης πλημμύρισε την αίθουσα)
-Να είσαι τυφλός στα μικρά, να πιστεύεις ότι όλα είναι μεγάλα, του απάντησε ο πλέον μεγαλωμένος μπόμπιρας.. με ένα πλατύ ήρεμο χαμόγελο..

Και ζήσανε όλοι αυτοί μικροί και εμείς ακόμα μικρότεροι..





22/10/08

Όταν οι λέξεις περιττεύουν ..



.. Η υστερία της γυναίκας, είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Καθότανε δίπλα στον δάσκαλο και τον σκουντούσε, του φώναζε και γέλαγε δυνατά. Αυτή δεν χρειάζεται κήρυγμα, ψυχίατρο χρειάζεται, λέγανε οι γύρω που είχαν μαζευτεί να ακούσουν τον δάσκαλο.

- Ηρέμησε, της έλεγε ο δάσκαλος, ηρέμησε ..

Η γυναίκα γέλασε πιο δυνατά, μάζεψε την κοιλιά της με τα χέρια και κοίταζε τον δάσκαλο στωικά.

- Επειδή εσύ κάθεσαι πιο πάνω από εμάς, είσαι καλύτερος από εμένα; τον ρώτησε ανάμεσα στα γέλια και τις φωνές.

- Εσύ και εγώ είμαστε το ίδιο, της απάντησε. Εσύ είσαι Θεός, αυτοκράτορας στον θρόνο, έχεις τον ήλιο βοηθό και το φεγγάρι ζει για να αναπνέεις, της απάντησε με ένα χαμόγελο καρδιάς.

Η γυναίκα γέλασε πιο δυνατά αυτή την φορά.

- Είναι αστεία αυτά που λες, του είπε.
- Κάνε μου μια ερώτηση που θα την ξέρω μόνο εγώ.. την ρώτησε. Αν με ρωτήσεις κάτι που μόνο εγώ ξέρω την απάντηση και εσύ όχι, τότε είμαι ανώτερος σου, αλλιώς θα πρέπει να συμφωνήσεις ότι είμαστε το ίδιο.
- Ωραία τότε, είπε η γυναίκα γελώντας, θα σε ρωτήσω αυτό : Τι είναι η αγάπη ; αν μου το απαντήσεις αυτό θα συμφωνήσω μαζί σου και θα σταματήσω να είμαι ανάγωγη.

Ο Δάσκαλος σκέφτηκε αρκετά, ώσπου στο τέλος σηκώθηκε όρθιος. Πέρασε ανάμεσα από το πλήθος, βγήκε έξω και άρχισε να περπατάει στους δρόμους της Βαγδάτης. Το πλήθος μέσα στην αίθουσα σάστισε, κάπου θέλει να μας πάει, σιγομουρμούρισαν, ας τον ακολουθήσουμε.

Βγήκαν όλοι έξω από την αίθουσα και ακολούθησαν τον δάσκαλο από πίσω. Η γυναίκα περίεργη και αυτή, ακολούθησε τους άλλους. Ο δάσκαλος, έφτασε σε μια γειτονιά όπου μένανε φτωχοί ανθρώποι, σταμάτησε έξω από ένα σπίτι που στα σκαλιά καθότανε ένα μικρό παιδί, αδυνατισμένο από την πείνα. Δεν είπε τίποτα, μα στάθηκε να το κοιτάει. Ο κόσμος που τον είχε ακολουθήσει, αισθάνθηκε άσχημα που καθόταν έτσι και κοίταζαν το παιδί να κρυώνει και να πεινάει. Με νωχελικές κινήσεις, βγάλανε λίγα λεφτά απο την τσέπη τους και τα δώσανε στο μικρό παιδάκι, που απο το στόμα το αδυνατισμένο ένα χαμόγελο ανέτειλε. Η γυναίκα, αισθάνθηκε και αυτή τον πόνο εκείνη την ώρα και έβαλε και αυτή το χέρι της στην τσέπη. ψαχούλεψε αρκετά, αλλά δεν βρήκε χρήματα στην τσέπη, είχε ξεχάσει να πάρει εκείνη την ημέρα μαζί. Χωρίς να το σκεφτεί έβγαλε το κολιέ της, από πολυτελή μαργαριτάρια και το πέρασε στο λαιμό της μικρής. Το χαμόγελο που δέχτηκε, ζέστανε την καρδιά της.

Σαν την είδε ο δάσκαλος, έβγαλε τα παπούτσια του και τα έδωσε στην μικρή, εμένα μου είναι άχρηστα, της είπε, εσύ μπορείς να τα πουλήσεις.

Με μια κίνηση, γύρισε το κεφάλι και άρχισε να περπατάει ξανά μέσα στα σοκάκια της Βαγδάτης. Περπάτησε για πολύ ώρα, μέχρι που τα πόδια του ματώσαν και το πλήθος άρχισε να παραπατάει από την κούραση.

- Φτάνει! φώναξε η γυναίκα, γιατί μας τρέχεις από εδώ και από εκεί;
- Εγώ ; την ρώτησε ο Δάσκαλος, εγώ σας τρέχω ; εσείς με ακολουθείτε.
- Εμείς σε ακολουθούμε ... γιατί πιστεύουμε ότι θα μας δείξεις την απάντηση σε αυτό που σε ρώτησα..
- Πιστεύεις ότι έχω την απάντηση ; την ρώτησε πάλι.
- Ναι, απάντησε αυτή, το πιστεύω αυτό.
- Ωραία, άρα ξέρεις το πρώτο σκέλος της αγάπης, μόλις το είπες Πιστεύω!, τώρα για πες μου τι ένιωσες, όταν βοήθησες το μικρό κορίτσι;
- Ενιωσα ζεστασιά, απάντησε και χαμήλωσε το κεφάλι.
- Άρα ένιωσες τι σημαίνει να αγαπάς, μπορούμε να γυρίσουμε τώρα.

Η γυναίκα, αισθάνθηκε πολύ άσχημα που όλος αυτός ο κόσμος έφυγε από την αίθουσα, για να γίνει μάρτυρας για ένα δικό της καπρίτσιο. Συγνώμη εγώ φταίω που είσαστε όλοι εδώ, είπε σε όλους και έκατσε κάτω στην γη με τα γόνατα. Από τα μάτια της τρέξανε δάκρυα και η καρδιά της την έσφιγγε τόσο πολύ, που ένιωθε ότι θα σπάσει..

Οι υπόλοιποι σαν την είδαν έτσι λυπημένη, την πλησίασαν και την αγκάλιασαν στοργικά. Κάνεις δεν μας ανάγκασε, της είπανε, Και εμείς πιστέψαμε ότι θα πάρουμε μια απάντηση για αυτό ήρθαμε..

Η φωνή του δασκάλου έσκισε τον αέρα στα δυο σαν μαστίγιο.

- Μαρτύρησε τι νιώθεις τώρα, Πες μου και εμένα τι είναι η αγάπη ;

και η γυναίκα απάντησε με δάκρυα στα μάτια, αγκαλιασμένη από τους άλλους :

Η αγάπη δεν έχει λόγια, δεν έχει αναπνοή, δεν έχει σκέψη, είναι το φως το αέναο, κάθε μέρα ανατέλλει και κάθε μέρα δύει, μαζί με μια υπόσχεση ότι θα ξανάρθει, πιο δυνατή, πιο καυστική ... μα πρέπει να πιστεύεις ότι θα την βρεις, αλλιώς είναι μάταιο το ταξίδι..

Ο δάσκαλος, κοίταξε τα πόδια του που πόναγαν και πορφυρές στάλες από αίμα κυλούσαν στην γη, για να το διδάξεις αυτό όμως πρέπει να ματώσεις, μουρμούρισε ..

..αφιερωμένο σε αυτούς που πιστέψαν με φαιδρότητα, ότι η αγάπη είναι μια εύκολη και αναίμακτη απάντηση ..

14/10/08

Θεωντόρ




«Είμαι ο Θεωντόρ ο τελευταίος γιος του Μάνφιτ. Γεννήθηκα ένα βράδυ του δέκατου φεγγαριού, μια νύχτα ξάστερη και σιωπηλή. Η μάνα μου με μεγάλωσε αγωνιστή και ο πατέρας μου
με προίκισε την τέχνη του πολέμου. Το κυνήγι, την επιβίωση, σμίλεψε στα ατσαλένια μου μπράτσα και με έμαθε να επιζώ κάτω από όλες τις συνθήκες, στο κρύο, στην ζέστη, στο χιόνι, και στην πείνα.
Δεκαοχτώ επί δώδεκα κύκλους του φεγγαριού μέτρησε ο μάγος Τσάου για να μου χαράξει στο στήθος με καυτό σίδερο και μαύρη μπογιά το σημάδι της ενηλικίωσης. Ήμουνα πλέον έτοιμος να πάω το μεγάλο ταξίδι. Έπρεπε να ταξιδέψω δώδεκα γεμάτα φεγγάρια μέχρι το τέλος της γης και να γυρίσω ζωντανός. Και το έκανα!
Τώρα που θα μπω στον καταυλισμό, ο πατέρας θα με χρίσει αρχηγό της φυλής και η φυλή μου θα με αγκαλιάσει ζεστά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο συναίσθημα από αυτό..»

**

Ένα άλογο κουρασμένο με τα γκέμια πεσμένα και βαρύ βηματισμό, μπήκε στον έρημο δρόμο του καταυλισμού. Ο καπνός ακόμα ήταν ζεστός πάνω από τις φωτιές και τα παιδιά τρέχανε από τη μία σκηνή στην άλλη σαν παλαβά. Μια εικόνα αλλοπρόσαλλη παρουσιάστηκε μπροστά του. Τα άλογα ήταν σφαγιασμένα και παντού πτώματα πολεμιστών, γυναίκες με σκισμένα ρούχα, φωτιά, καπνός και κλάμα γεμίζανε τα αυτιά του. Το σώμα του Θεωντόρ ήταν κατάκοπο από το μεγάλο ταξίδι, αλλά τα μάτια του σαν είδαν την καταστροφή πετάχτηκαν από τις κόγχες έκπληκτα. Σταμάτησε ένα πιτσιρίκι και το πίεσε να μάθει, που είναι οι υπόλοιποι, τι έγιναν οι γυναίκες, που είναι ο πατέρας του, ποιος έκανε αυτή την καταστροφή .. και οι απαντήσεις τον λύγισαν τον έριξαν στα γόνατα, κάτω να ουρλιάζει..

Ο αιμοσταγής βασιλιάς Φιόρ με τα στρατεύματα του, κατέστρεψαν την βλάστηση, ρίξανε φαρμάκια στους ποταμούς, γδάρανε τα ζωντανά, κλέψανε το σιτάρι. Και σαν η μάχη έγινε, από τα σκληροτράχηλα κορμιά τα ιδρωμένα, πετάχτηκαν από μέσα τους όλα τα σωθικά τους. Ο πατέρας του έφτασε σχεδόν μέχρι το κάστρο, μα είκοσι βέλη στην σειρά, το έκαναν να πέσει από το άλογο του. Το κεφάλι του έγινε λάβαρο στα χέρια του εχθρού του.. Οι γυναίκες βιάστηκαν και σφαγιάστηκαν να μην γεννήσουν ποτέ πια σπόρο…

Κοίταξε τον ουρανό, αυτό που έγινε δεν υπήρχε στις προφητείες, ο άνθρωπος σκότωσε άνθρωπο. Μια απελπισία, μια κραυγή του γέμισε τα σωθικά, γέμισε τον καταυλισμό και αγκάλιασε τα δέντρα. Οι σκίουροι κρύφτηκαν, τα πουλιά πέταξαν μακριά..

Έζωσε στο άλογο ένα κάρο που ήταν εκεί παρατημένο, το γέμισε με ότι όπλα βρήκε, σπαθιά, φαρέτρες, ακόντια και τόξα και καβάλησε να φύγει. Ανακατεμένος, με το κεφάλι σκυφτό βγήκε από τον καταυλισμό ξεκίνησε για το βουνό. Το είχε αποφασίσει, η οδύνη δεν μπορούσε να τον βρει ξαπλωμένο κάτω από τα αστέρια να κλαίει, δεν μπορούσε να τον βρει ο ήλιος θλιμμένο. Η συνέχεια είχε γραφτεί στους ουρανούς με ατσαλένια γράμματα. Θα πήγαινε να βρει την ψυχή του πατέρα του, ακόμα και ήταν αναγκασμένος να επιτεθεί μόνος του στο κάστρο. Η δίψα για εκδίκηση τον έκανε δυνατό, απάνθρωπα κενό από σκέψεις, η ζωή του υπήρχε πλέον μέχρι να πολεμήσει αυτούς που κάνανε το κακό.

Το ίδιο απόγευμα έφτασε σε ένα ξέφωτο και ο μόνος ήχος που ακουγότανε ήταν από ένα ρυάκι εκεί δίπλα που στάλαζε γάργαρα τα νερά του. Ξάπλωσε στο έδαφος και έβλεπε τον μενεξεδένιο ήλιο να μαζεύεται στον δίσκο του, ώσπου εξαφανίστηκε. Η κούραση του ταξιδιού, νίκησε τις σκέψεις του και αφέθηκε στο ύπνο με σκέπαστρο τον έναστρο ουρανό.

Σαν ο ήλιος ακούμπησε σταθερά τα πόδια του στον ουρανό βρήκε τον Θεωντόρ να ετοιμάζεται να ξεκινήσει για το τελευταίο του ταξίδι. Το άλογο κατηφόρισε αργά το βουνό σέρνοντας το ξύλινο κάρο πίσω του, αγόγγυστα. Δεν άργησε να φτάσει στους πρόποδες όταν είδε ένα γέρο τυλιγμένο σε μια πλεχτή κουβέρτα να κάθεται πάνω σε ένα μικρό βράχο. Τα μάτια του ήταν κλειστά και στο ένα χέρι κράταγε σφιχτά ένα ραβδί από ελιά.

- Τι κάνεις εδώ γέρο, τον ρώτησε ο Θεωντόρ.

Ο γέρος άνοιξε τα μάτια του, παρατήρησε τον νέο πάνω στο άλογο, κοίταξε προσεκτικά τα όπλα που κουβαλούσε στο κάρο.

- Εγώ ξέρω τι κάνω εδώ! Εσύ ξέρεις που πηγαίνεις;
- Πως δεν ξέρω! Απάντησε θαρρετά ο Θεωντόρ και πρόσθεσε : Φαίνετε ότι δεν ξέρεις τι συνέβη στον καταυλισμό μου, δεν ξέρεις για τον Βασιλιά Φιόρ..
- Ξέρω, απάντησε απαλά ο γέρος, ξέρω .. και αυτά που ξέρω είναι αρκετά για να σου πω ότι είσαι ένας ανόητος.

Ο Θεωντόρ πειράχτηκε, τινάζοντας το σώμα του απάντησε θυμωμένα.

- Τι λες γέρο! Σκοτώσανε τον πατέρα μου, βιάσανε τις αδελφές μου! Τι μεγαλύτερες αδικίες μπορεί να κάνει άνθρωπος στην γη και να μην του αξίζει η τιμωρία; Σαν τιμωρός πηγαίνω στο κάστρο!
- Τι χειρότερο σε αυτήν την γη, από έναν ανόητο που νομίζει ότι ο πόλεμος βγάζει κάπου!. απάντησε ο γέρος και έκλεισε πάλι τα μάτια του.
- Έχεις χάσει τα λογικά σου γέρο .. ένα σαρκαστικό γέλιο πλημύρισε το πρόσωπο του Θεοντώρ.
- Εγώ έχω χάσει τα λογικά μου ή εσύ που πας να πολεμήσεις χιλιάδες στρατιώτες κρατώντας πόσα; Δύο σπαθιά και ένα τόξο; ένας εναντίον ολόκληρου κάστρου; Ποιος από τους δυο μας είναι ο παράλογος ;
- Αυτή είναι η μοίρα μου!
- Αυτή είναι η ανοησία σου, η μοίρα σου είναι να γίνεις σπουδαίος όπως το κάθε τι σε αυτή την γη.
- Και δεν είναι σπουδαίο να εκδικηθώ, να νιώσει ευχαριστημένος ο πατέρας μου από εκεί που είναι ;
- Σπουδαίο είναι να δει ο πατέρας τον γιο του ολόκληρο όχι κομμάτια στις τρεις γωνιές της γης! Αλήθεια πιστεύεις ότι θα καταφέρεις κάτι μόνος σου ;
- Και τι να κάνω; Έχεις κάποια ιδέα πώς να τους νικήσω ; πως θα ξεπλύνω την ντροπή ;
- Ναι έχω, αλλά αυτό που έχω δεν θα ξεπλύνει την ντροπή σου, θα επαναφέρει την τάξη στον κόσμο, θα αποτρέψει άλλες αιματοχυσίες και ο κόσμος θα γίνει μονιασμένος και αγαπημένος. Αλλά εσύ δεν έχεις τέτοιες σκέψεις στο μυαλό σου. Προχώρα ανόητε και σαν πεθάνεις και εσύ από τα βέλη, όπως ο πατέρας σου, κανείς δεν σε θυμάται, κανείς δεν θα έχει να πει μια καλή κουβέντα για σένα, θα απορροφηθείς από το μελάνι της ιστορίας και η λήθη θα καταπιεί την ύπαρξη σου.

Ο θεοντώρ έμεινε σκεπτικός για λίγο. Και τι προτείνεις ; τον ρώτησε και τα μάτια του στένεψαν από απορία.

- Πέταξε όλα τα όπλα από το κάρο και γέμισε το με λουλούδια, μαργαρίτες, τριαντάφυλλα και ήλιους. Διάλεξε λουλούδια με ζωντανά χρώματα, μην πάρεις αγριόχορτα ή τσουκνίδες και πήγαινε εκεί. Αν κάνεις αυτό, οι θεοί θα είναι μαζί σου.
- Είσαι τρελός γέρο το ξέρεις ; ένα γέλιο δυνατό γέμισε την πλάση..
- Είμαι. Απάντησε σοβαρά ο γέρος. Αλλά και όχι πιο τρελός από εσένα που πηγαίνεις να τα βάλεις με ένα στρατό. Κανένα ξίφος, καμία ασπίδα δεν σε γλυτώνει. Μόλις εμφανιστείς στον ορίζοντα, έφυγες, έγινες καπνός και εσύ και η εκδίκηση σου. Η βία με βία δεν νικιέται, ο φόβος δεν νικιέται με το φόβο αλλά με την αγάπη, αυτό σίγουρα δεν στο έχουν διδάξει ..

Τα τελευταία λόγια του γέρου έσβησαν από τον θόρυβο του κάρου που κυλούσε πάνω στον κακοτράχαλο δρόμο. Ένα χλιμίντρισμα ακόμα και ο γέρος έμεινε πίσω στον βράχο σαν την ανάμνηση .. Δεν είχε νόημα να κάτσει να τον ακούσει, ήταν φανερό ότι για τον νου του Θεοντώρ ο γέρος είχε χάσει τα λογικά του.

Δυο μέρες μετά έφτασε έξω από το κάστρο του Βασιλιά Φιόρ. Καθόταν σε ένα σημείο, κάτω από ένα πεύκο από όπου δεν μπορούσαν να τον δούνε από τις πολεμίστρες οι στρατιώτες και όπου εκείνος μπορούσε να δει καθαρά το θηρίο που θα πολεμούσε.

Το κάστρο ήταν τεράστιο, μεγάλες πλίθινες πέτρες και μάρμαρα ασήκωτα στεριώνανε την κατασκευή του. Από ένα υπολογισμό, μέσα θα είχε πάνω από σαράντα χιλιάδες στρατιώτες, άλογα, όπλα και βαρύ οπλισμό όπως καταπέλτες και άλλα. Ένα ρίγος τον διαπέρασε βλέποντας το μέγεθος του εχθρού. Δεν πρέπει να φοβάμαι σκέφτηκε αλλά η σκέψη αυτή ήταν τόσο μικρή όσο ένας κόκκος σκόνης. Κάθισε κάτω και κοίταξε τα όπλα του. Φάνταζαν τόσο λίγα. Έφερε την μορφή του πατέρα στο νου. Αλλά ούτε και αυτό τον έκανε να ξεχάσει τον φόβο του. Μια εσώτερη αηδία τον γέμισε, αηδία για τον ανθρώπινο φόβο για τις σκέψεις εκείνης της ώρας. Σκέφτηκε τα λόγια του γέρου. Ακόμα και αν πάρ΄ ελπίδα νικούσε σε αυτήν την μάχη, αν και απίθανο, τι θα γινόταν από εκείνη την στιγμή και μετά; Τον ίδιο φόβο δεν θα μετέδιδε και εκείνος με την σειρά του παρακάτω; Ποιος θα τον πλησίαζε ; μήπως ο φόβος και ο τρόμος είναι σαν την ασθένεια; Την μεταδίδεις ή την νιώθεις από κάποιον που έχει καταβληθεί από φόβο;. Ναι είναι άσχημο αυτό το συναίσθημα και τελειωμό δεν έχει.

Γεννήθηκα πολεμιστής, φώναξε και σηκώθηκε ορθός, μα σαν το αγέρι φύσηξε πιο δυνατά, η σκέψη, το κορμί του ξεφούσκωσε. Και ανόητος, πρόσθεσε και έκατσε κάτω. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια του, τα ακούμπησε με τα χέρια του, τα έφερε στο φως. Γιατί ένας πολεμιστής να κλαίει; Άμα ήμουνα πραγματικός πολεμιστής, δεν θα έπρεπε να έχει το σώμα μου μέσα δάκρυα, μόνο δύναμη.. άρα δεν είμαι τόσο πολεμιστής όσο νομίζω. Και φοβάμαι και κλαίω, δεν διαφέρω από ένα ανόητο παιδί που πιστεύει ότι του λένε ..

Σηκώθηκε όρθιος με μια σκέψη τελευταία στον νου. Ίσως έτσι γίνω δυνατός.. και σπουδαίος.. σκέφτηκε και άρχισε να κόβει λουλούδια από γύρω του. Σαν μάζεψε αρκετά, τα έφερε κοντά στο κάρο, το άδειασε από όπλα, πέταξε το σπαθί του μακριά και γέμισε την καρότσα με λουλούδια. Μάζεψε ακόμα λίγα να γίνει σαν στρώμα παχύ, πέρασε στον λαιμό του αλόγου ένα στεφάνι από κίτρινες μαργαρίτες και στα μαλλιά του έβαλε ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν την φωτιά. Σαν τελείωσε ιδρωμένος, μια ανεξήγητη ευφορία τον κατέλαβε, ο φόβος είχε γίνει στάχτη πλέον. Χαμογέλασε.

Καβάλησε το άλογο και το πρόσταξε να ξεκινήσει. Κανείς δεν ξέρει αν τα άλογα καταλαβαίνουνε, αλλά αυτό το άλογο από εκείνη την στιγμή χλιμιντρούσε περήφανα και περπατούσε αρχοντικά, σαν να έσερνε κάτι πολύτιμο ..
**
Η θέα ενός ανθρώπου πάνω σε άλογο, σέρνοντας ένα κάρο γεμάτο λουλούδια, μόνο γέλια έφερε στους στρατιώτες από ψηλά. Στην αρχή τράβηξαν τα τόξα, μα σαν είδαν καλύτερα ένα γέλιο τους αγκάλιασε όλους. Για να πολεμήσει ήρθε τούτος ! φωνάξανε και πέσανε κάτω από τα γέλια. Να ενημερώσουμε τον Βασιλιά! Φώναξε ένας άλλος. Και έτσι έγινε.

Μέσα στον χρυσό-καλούπωτο θρόνο, ζωσμένος με πανάκριβα ρούχα και πίνοντας με τον ένα χέρι ένα ποτήρι από μια σπάνια γεύση κρασιού, ο Βασιλιάς Φιόρ άκουσε με προσοχή την αναφορά του Λοχαγού για τον περίεργο εισβολέα, όπως και τα γέλια που προκάλεσε στους στρατιώτες. Κάλεσε αμέσως σοβαρός, τον στρατηγό, τον διευθυντή επιχειρήσεων και τους συμβούλους του.
Σαν μαζευτήκαν όλοι τους είπε με ύφος σοβαρό.

- Αυτός ο άνθρωπος είναι ο Θεοντώρ γιος του Μάνφιτ που σκοτώσαμε πρόσφατα σε μάχη. Σύμφωνα με τον κώδικα τιμής της φυλής του έπρεπε να μας πολεμήσει, αλλά αυτός ήρθε εδώ σέρνοντας ένα κάρο .. λουλούδια! Τι σας λέει αυτό ;

Γέλια γεμίσανε την αίθουσα συνεδριάσεων, μα σύντομα κοπάσανε σαν είδανε το σοβαρό πρόσωπο του Βασιλιά.

- Ανόητοι! Τους φώναξε. Δεν καταλαβαίνετε τι γίνεται εδώ;
- Όχι! Ψέλλισε ο στρατάρχης, γιατί πρέπει να το πάρουμε σοβαρά το ζήτημα ;
- Αν οι Θεοί θέλανε να μας μεταφέρουν ένα μήνυμα τι θα στέλνανε : στρατό να μας πολεμήσει ή έναν λουλούδο-φορεμένο σαν και τούτον ;
- Θέλετε να πείτε ότι είναι απεσταλμένος των θεών; Ρώτησε ο Στρατηγός με απορία
- Είναι φανερό! Τι άλλο μπορεί να είναι ; παρά ένα μήνυμα από τους Θεούς. Με παραλήπτη εμάς! Τους ανίκητους. Είναι φανερό ότι οι Θεοί δεν θέλουνε να πολεμάμε άλλο. Η αποστολή μας ήταν μέχρι εδώ! Και αν οι Θεοί αυτό θέλουν, εγώ δεν θα τους πάω ανάποδα, δεν θα προκαλέσω την οργή τους!
Ένα σούσουρο γέμισε την αίθουσα. Ώσπου πετάχτηκε ο σύμβουλος ο πονηρός και πλησίασε τον Βασιλιά.
- Ω Βασιλιά, είναι σοφό αυτό που σκέφτηκες, μα τα χίλια φεγγάρια δεν πήγε το μυαλό μας εκεί, αλλά μήπως δείξουμε αδυναμία αφήνοντας αυτόν τον άοπλο να ζήσει ; μήπως εκμεταλλευτούν οι εχθροί μας, αυτήν την διορατικότητα σας ;
- Αν τον σκοτώσουμε, η οργή των Θεών θα πέσει πάνω μας! Αυτός θα γίνει μάρτυρας, θα γίνει σύμβολο και θα οδηγήσει σε επανάσταση. Αν τον αφήσουμε να ζήσει, το θέμα ξεχνιέται και ταυτόχρονα δείχνουμε ένα καλό πρόσωπο σε αυτούς μας κατηγορούνε για βαρβαρότητα. Τα πάντα είναι πολιτική, μην το ξεχνάς. Μπορεί να σκοτώσουμε χιλιάδες ένοπλους, κανείς δεν θα πει ότι είναι παράλογο, αλλά άμα σκοτώσεις έναν άοπλο που κρατάει λουλούδια, αργά ή γρήγορα η εξουσία μου θα χαθεί.. σκέψου το..
-Είσαι σοφός Βασιλιά μου και το μυαλό σου είναι το πιο φωτεινό όλων μας. Απάντησε ο σύμβουλος και λούφαξε στην γωνιά του.
-Και τι θα κάνουμε τότε; Ρώτησε ο Στρατηγός ενοχλημένος που δεν θα σκοτώσουνε τον Θεοντώρ.
-Βάλτε τον μέσα, πετάξτε όλα τα όπλα από το κάστρο έξω σαν κίνηση καλής θέλησης, και φερθείτε του σαν Θεό επί της γης! .. και φέρτε τον να του μιλήσω..

Ο Θεοντώρ, πλέον δεν ένιωθε φόβο ακόμα και αν τον σημαδεύανε χιλιάδες τόξα από μέσα από το κάστρο. Μπορούσε να δει τα πρόσωπα των στρατιωτών από τις πολεμίστρες καθαρά από εκεί που ήταν, αλλά και πάλι δεν φοβόταν τίποτα, αντιθέτως μια παράξενη ευφορία τον είχε πλημυρίσει από την κορφή μέχρι τα νύχια. Ξάφνου είδε το εξής παράδοξο:

Από κάθε γωνιά του κάστρου, ο κάθε στρατιώτης πετούσε τα όπλα του από ψηλά στο έδαφος! Άνοιξε η ξύλινη πύλη και μια συνοδεία από στρατιώτες άοπλοι τον κύκλωσαν και τον συνοδέψανε μέσα στο κάστρο. Του έδωσαν φαγητό, χωρίς να του μιλάνε και μετά τον οδηγήσανε στην αυτοκρατορική αίθουσα να δει τον Βασιλιά. Προτού βγει ο βασιλιάς από τα ιδιαίτερα του, όλοι ανεξαιρέτως αποσύρθηκαν από την αίθουσα έτσι ώστε να μείνουνε μόνοι ο Βασιλιάς και ο Θεοντώρ, όπως τους είχε προστάξει.

Ο ήλιος έπαιζε τις ακτίνες του μέσα από τα μικρά παράθυρα, χαϊδεύοντας μια τα αγάλματα που υπήρχαν στον χώρο, μία το πανάκριβο μαρμάρινο μωσαϊκό. Μια πόρτα ξύλινη με χρυσαφί ζωγραφιές άνοιξε διάπλατα και βγήκε ο Βασιλιάς από μέσα, περπατώντας με αργά βήματα.

Ο Θεοντώρ έμεινε ξέπνοος σαν τον είδε!

Ήταν ο γέρος που είχε δει στον βράχο, μόνο που αυτή την φορά ήταν ντυμένος πιο πλούσια και στο κεφάλι φορούσε ένα στέμμα διακοσμημένο με πανάκριβα ρουμπίνια και διαμάντια .. Ο γέρο Βασιλιάς Φιόρ σαν είδε την αντίδραση του σαστισμένου Θεοντώρ γέλασε δυνατά και μετα απο λίγο είπε με ύφος ωριμασμένης σοφίας :

Κάποιες φορές η μοίρα είναι ένα παιχνίδι στα χέρια του ήλιου!

Ελπίζω ότι αυτό που θα σου μείνει από την μικρή σου περιπέτεια
είναι ότι η πίστη στον εαυτό σου κάνει θαύματα.

Και σε παρακαλώ ξέχνα ότι η πίστη είναι
μια κάλπικη λίρα που σου βάζουν στην τσέπη.

Σκέψου ότι είσαι αρκετά δυνατός για να έχεις τσέπη, αυτό σκέψου!


24/4/08

Παιχνίδια





Σε ένα ονειρεμένα μαγικό κόσμο ζούσε μια τουλίπα. Είχε πέταλα ωραία με μίσχο ζηλευτό και οι μέλισσες, αυτήν την γύρη διάλεγαν σαν έβγαιναν σεργιάνι. Ο ήλιος και η δροσοσταλιά της νύχτας σμιλεύανε το χρώμα του και τελειοποιούσαν την εικόνα του θεού πάνω του, κάνοντας το να νιώθει περήφανα και υπεροπτικά.

Παραδίπλα εκεί κοντά στα στάχυα τα ψηλά και λυγερά, ζούσε ένα ταπεινό σκουλήκι καφέ στο χρώμα και άσχημο σαν τους λεπρούς. Κάθε που κινιότανε λύγιζε το σώμα του και ξανά μπροστά πετούσε το κορμί του. Σαν ο θεός να το ήθελε να είναι ο απόπατος της πλάσης το άφηνε βρώμικο να σέρνεται στις λάσπες και στο χώμα. Όταν ο ήλιος σκαρφάλωνε στους ουρανούς αυτό αμέσως κρυβότανε, γιατί ντροπή μεγάλη για την ασχήμια του είχε.

Ένα σούρουπο σαν όλα τα άλλα, ο σκώληκας πλησίασε την όμορφη τουλίπα και αποφάσισε να δαγκάσει το κλωνάρι της για να τραφεί.

-«Τι κάνεις εκεί;»
-«τι κάνω ; τρώω..»
-«Εμένα που είμαι τόσο όμορφη και ξακουστή, για τα ωραία χρώματα και την αξεπέραστη μυρουδιά μου; Τράβα φάε κάτι άλλο!»
-«Δεν μπορώ. Μου πήρε ώρες να έρθω μέχρι εδώ και έχω πεινάσει. Δεν αντέχω να πάω παραπέρα.»
-«Έλα τώρα ! Δεν λυπάσαι να χαλάσεις το όμορφο κορμάκι μου και την λυγερή κορμοστασιά μου;»
-«Όχι. Εγώ από φυτά τρέφομαι είτε είναι όμορφα είτε είναι άσχημα. Δεν βλέπω κάποια διαφορά σε σένα!»
-«Δεν είναι δυνατό να μην βλέπεις διαφορές! Εγώ τώρα είμαι όμορφη ας ερχόσουν όσο ήμουν μικρή και ασήμαντη. Όχι τώρα!»
-«Η συμφωνία μου με τον Θεό ήταν να τρώω τα πάντα!»
-«Δεν ισχύει αυτή η συμφωνία! Τουλάχιστον όχι τώρα που χρειάζομαι την ομορφιά μου!»
-«Τι λες ; και πότε θα ισχύσει αυτή η συμφωνία;»
-«Όταν γεράσω και η λάμψη μου χαθεί μαζί με τα πέταλα μου. Τότε έλα και φάε από το κλωνάρι μου. Δεν θα σου πω κουβέντα.»
-«Αυτό μπορεί να αργήσει»

Η τουλίπα έμεινε σκεπτική γιατί δεν είχε άλλα επιχειρήματα να παρουσιάσει στον χαμερπές σκώληκα.

-«Ωραία θα κάνουμε μια άλλη συμφωνία.» είπε ο σκώληκας και εξήγησε τους όρους του :
-«Εγώ δεν θα σε φάω τώρα, αλλά θα περιμένω μέχρι να φύγει η νιότη από μέσα σου αλλά τότε θα κάτσεις να σε φάω όλη, γιατί θα είμαι πολύ πεινασμένος τότε. Εντάξει; Εγώ το φαγητό μου δεν σκοπεύω να το χάσω! Με αυτόν τον τρόπο θα ήμαστε και οι δύο ευχαριστημένοι! »

-«Εντάξει» απάντησε η τουλίπα λυπημένη γιατί άλλη δύναμη δεν είχε μέσα του για να διαπραγματευτεί.

Η αλήθεια αυτή ήταν! Όπως την είπε. Η συμφωνία ήταν να γίνει τουλίπα με κλωνάρι και όμορφα φύλα για να έρχεται ο σκώληκας να τρώει. Αλλά και αυτός ο κερατάς, από την μία σεβάστηκε την επιθυμία της τουλίπας να μην θέλει να χαλάσει την ομορφιά της και από την άλλη δεν δέχτηκε να χάσει έστω και προσωρινά το φαί του. Θα κάνει υπομονή αλλά σας έρθει η ώρα θα πάρει πίσω όσα δικαιούται και με τόκους από πάνω.

Ο Θεός όμως είναι μεγάλος και τα μάτια του τα έχει παντού και όλους μας κοιτάει από όλες τις πλευρές με τρόπο τέτοιο που μπορεί να μας γνωρίζει καλύτερα από τους ίδιους τους εαυτούς μας. Αυτός μοιράζει την τράπουλα και αυτός τραβάει το φύλλο, ακόμα και όταν γνωρίζει από πριν την αξία του φύλλου που θα έρθει…

Ο σκώληκας περίμενε υπομονετικά να έρθει η ώρα που η τουλίπα θα τινάξει από πάνω την θαμπάδα της και οι μέλισσες θα σταματήσουν την καθημερινή τους θωπεία και σαν φυσικό επόμενο τις επισκέψεις τους. Θα περίμενε μέχρι να ακουστεί το βουητό του κόσμου που θα συζητάει για την πτώση της βασίλισσας και την αρχή του τέλους. Θα περίμενε όπως είχε τάξει, αλλά ο χρόνος συμφωνίες δεν κοιτά, μα κυλάει σταθερά και ανεξάρτητα από τις επιθυμίες μας. Ένα σούρουπο το στομάχι του πιέστηκε πολύ και τα γουργουρητά από την πείνα ακουγόντουσαν όλο και δυνατότερα ώσπου στο τέλος έπεσε λιπόθυμο στις ρίζες της τουλίπας.

-«Δεν είσαι εντάξει! Εγώ προσφέρθηκα να σε βοηθήσω και εσύ με αφήνεις να πεθάνω από την πείνα. Σε παρακαλώ τελείωνε με την νιότη σου να σε φάω!» είπε στην τουλίπα και δάκρυα πόνου έτρεχαν από τα τριακόσια μάτια του.
-«Γιατί δεν είμαι εντάξει; Είχαμε κάνει μια συμφωνία ; δεν είχαμε κάνει;»
-«Ναι είχαμε κάνει και πρέπει να την τηρήσουμε ..» απάντησε ο σκώληκας και κατέβασε το κεφάλι του λυπημένα.
-«Ελπίζω τώρα λίγο πριν πεθάνεις από την πείνα να καταλάβεις τι λάθος έκανες» του είπε η τουλίπα.
-«Εγώ ; τι λάθος έκανα;»
-«Ενώ φαινομενικά έκανες καλή πράξη και δεν με έφαγες, έτσι ώστε να διατηρήσω την ομορφιά μου, στην ουσία το έκανες για να φας περισσότερο μετά από λίγο. Αυτή και μόνη η σκέψη σου η πονηρή, αναιρεί τις οποιαδήποτε καλές σου προθέσεις. Κανείς δεν πίστεψε ότι με λυπήθηκες και δεν με έφαγες τότε, ούτε καν εγώ, αλλά προφασισμένος την καλή σου την καρδιά φανταζόσουνα μια καλύτερη συμφωνία με περισσότερο φαί! Έτσι δεν είναι;»
-«Ναι αυτή είναι αλήθεια! Έχεις απόλυτο δίκαιο. Θα μπορούσα απλά να σε αφήσω - γιατί πραγματικά ήθελα να σε βοηθήσω, ακόμα και αν δεν με πιστεύεις τώρα - και να πήγαινα κάπου αλλού να φάω. Έπρεπε απλά να κάνω την καλή μου πράξη χωρίς ανταλλάγματα και όρους. Τώρα θα ήμουνα χορτάτος και όχι ένα βήμα πριν την αυλή του Θεού!» απάντησε ο σκώληκας φανερά μετανιωμένος και πρόσθεσε. «Πλέον δεν έχω δύναμη να πάω παραπέρα να φάω και μάλλον τελικά εγώ θα ξαπλώσω κοντά στις ρίζες σου να γίνω λίπασμα και να τραφείς εσύ από εμένα …»


19/4/08

Η Ζωή και ο Μύθος..



«Θεέ μου θέλω να την παντρευτώ τι να κάνω ;» ρωτούσε τον ουρανό κοιτάζοντας τα σύννεφα που με σοβαρότητα τον κοίταζαν πάνω από το κεφάλι του.

«Δεν αντέχω άλλο να είμαι φτωχός!» είπε στα στάχυα που λύγιζαν σε κάθε ψίθυρο του ανέμου.

«Πώς να της το πω; Αυτή είναι πλούσια και εγώ είμαι φτωχός!» τον άκουσαν να ρωτάει οι δρυοκολάπτες και σταμάτησαν το τραγούδι.

Ένα μικρό τριαντάφυλλο γύρισε το κεφαλάκι του προς το μέρος του και του ψιθύρισε κάτι.. που αυτός δεν μπορούσε να το ακούσει γιατί η φωνή του ήταν σιγανή και ίσα που ακουγόταν. Το τριαντάφυλλο φώναξε τις μέλισσες που πάντα ήταν φίλοι και αυτές του έδωσαν μια τσιμπιά στο χέρι για να γυρίσει να κοιτάξει το τριαντάφυλλο.

«Τι μέλισσες έβαλες να με τσιμπήσουν; Τι σου έκανα; Ούτε σε πάτησα ούτε σε ενόχλησα;» είπε ο νεαρός θυμωμένα και έσκυψε πιο κοντά να δει το τριαντάφυλλο.

Μια μικρή φωνούλα έφτασε στα αυτιά του. «Κόψε με!» Ο νέος δεν πίστευε στα αυτιά του.

«Γιατί να σε κόψω; Δεν με πείραξες; Δεν με ενόχλησες!»

«Κόψε με και πρόσφερε με στην καλή σου!» ακούστηκε να λέει.

«Μα τι λες τώρα! Δεν μπορώ να το κάνω αυτό! Αν σε κόψω, η ζωή σου θα σταματήσει και ποτέ δεν θα ξαναμιλήσεις με τι μέλισσες τις φίλες σου!»

«Κόψε με σου λέω, ότι είχα να πω με τις μέλισσες το είπα. Δεν έχουμε άλλες κουβέντες να πούμε.»

«Δεν μπορώ μην επιμένεις. Αν επιθυμείς να σταματήσεις την ζωή σου κάντο με άλλο τρόπο εγώ δεν μπορώ να σου πάρω την ζωή σου»

«Πρέπει δεν καταλαβαίνεις; Αυτή είναι η μοίρα μας και των δύο»

Ο νέος σκέφτηκε από μέσα του ότι ένα τριαντάφυλλο λιγότερο δεν θα κάνει την διαφορά. Εξάλλου ήταν ένας τρόπος να πει στην αγαπημένη του ότι την αγαπάει. Έδωσε μία και έκοψε το τριαντάφυλλο με το χέρι. Ένα από τα φύλα του έπεσε στο χώμα και από την ψυχή του τριαντάφυλλου μέσα ακούστηκε ένας θόρυβος σαν κάτι να έσπασε. Οι μέλισσες που ήταν τριγύρω πλησίασαν το φύλο που ήταν πεσμένο στην γη, το μάζεψαν όλες μαζί και πήγαν πάνω στον λόφο να το θάψουν.

Ο νέος εξομολογήθηκε τον έρωτα του στην καλή του και της πρόσφερε ένα τριαντάφυλλο πορφυρό σαν την φωτιά και δροσερό σαν τα νιάτα του. Η καλή του τον παντρεύτηκε και ζήσανε χρόνια πολλά και μονιασμένα. Αυτός έγινε έμπορος και λεφτά μάζεψε αρκετά ώστε να αγοράσει ένα σπίτι, ένα εξοχικό και τέσσερεις άμαξες με δέκα πανέμορφα άλογα.

Όλοι είχαν να λένε για το πλούτο του νεαρού που ροκανίζοντας τον χρόνο απέγινε άντρας, πατέρας και παππούς.

Σαν πλησίαζε η ώρα να φύγει και αυτός από αυτόν τον κόσμο, πήγε κουτσοπερπατώντας στο χωράφι που είχε πάει στα νιάτα του και κάθισε πάλι χάμω στο χώμα όπως τότε.

«Τα έκανα όλα στην ζωή μου» τον άκουσε να λέει το πυκνό χορτάρι. Δίπλα του βρισκόταν μια τεράστια βελανιδιά που το ύψος της έφτανε στον ουρανό και οι ρίζες της απλωνόντουσαν πέρα μέχρι την πόλη.

«Και τα χρωστάω όλα σε ένα μικρό τριαντάφυλλο που μου χαρίστηκε για να ικανοποιήσω όσα ήθελα να κάνω! Παράξενο δεν είναι ; να χρωστάω ευγνωμοσύνη σε ένα ταπεινό τριαντάφυλλο!» είπε και από τα μάτια του έτρεξαν δάκρυα που με βάρος πλαντάξανε πάνω στο καφέ της γης το χώμα.

«Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι το τριαντάφυλλο σου έδωσε την ζωή που έζησες;» ακούστηκε να λέει η βελανιδιά και τα κλαριά της κουνηθήκανε απαλά με την δύναμη του ανέμου.

Ο γέρος γύρισε το κεφάλι του και προσπάθησε να δει την κορφή της βελανιδιάς αλλά δεν μπορούσε γιατί ο ήλιος του τύφλωνε τα μάτια.

«Αν δεν ήταν το τριαντάφυλλο τι ήταν τότε; Από τότε που παντρεύτηκα με την προίκα που απέκτησα άνοιξα ένα μικρό μαγαζάκι και αυτό το μαγαζάκι σιγά αλλά σταθερά το έκανα επιχείρηση, πλούτισα έκανα παιδιά, ζήσανε όλοι πλουσιοπάροχα και έχουνε μείνει τόσα λεφτά ώστε να ζήσουν και τα παιδιά των παιδιών τους ακόμα! Δεν χρωστάω χάρη στο τριαντάφυλλο; Μέχρι εκείνη την στιγμή η ζωή μου ήταν μαύρη και η πείνα είχε θερίσει την οικογένεια μου. Η μάνα μου κάθε μέρα έκλαιγε και την ποδιά του κάθε αφέντη φίλαγε για να φέρει λίγο ψωμί μέσα στην αχυρένια μας καλύβα» είπε ο γέρος και η φωνή του σαν τα έλεγε αυτά ούτε κόμπιαζε ούτε κουραζόταν. Αλλά σαν την ριπή του ανέμου ακούστηκαν τα λόγια του και η βελανιδιά αντέδρασε κουνώντας τα κλαδιά της τόσο δυνατά που όλα τα πουλιά που ήταν πάνω φοβισμένα πέταξαν μακριά για να κρυφτούνε.

«Πήγαινε πάνω στον λόφο» είπε με βροντερή φωνή η βελανιδιά «εκεί θα δεις ένα ψηλό δέντρο με μια μεγάλη πέτρα στον ίσκιο του. Θα δεις λουλούδια και χαμηλά χόρτα. Θα δεις γρασίδι στο χώμα και το χώμα θα είναι τόσο αφράτο που σαν το πιάσεις από τα δάχτυλά σου μέσα θα γλιστράει. Θα δεις από εκεί πάνω να απλώνεται η πόλη στα πόδια σου σαν γκρίζο χαλί που ασφυκτικά πιέζει την γη κόβοντας την αναπνοή της. Οι άνθρωποι μέσα εκεί σαν τα ποντίκια έχουν εγκλωβιστεί και δεν θυμόνται από πού μπήκανε. Ο αέρας είναι δύσοσμος και αποπνιχτικός. Οι μυρουδιές, το χαμόγελο και η περηφάνια έχουν ξεφτίσει σαν να ήταν παιχνίδι παιδικό.

Σαν κοιτάξεις όμως δυτικά, στην άλλη μεριά του λόφου, θα δεις την απέραντη κοιλάδα που ακόμα άνθρωπος δεν έχει πατήσει ακόμα, όπου η ομορφιά υφάνθηκε με τα καλύτερα χρώματα και ποτίστηκε με το καλύτερο άρωμα που έχεις ποτέ μυρίσει και τότε σίγουρα η αναπνοή σου θα κοπεί και η καρδιά σου θα λυγίσει. Θα δεις με το μάτι σου την χάρη του θεού και με την καρδιά σου θα αγκαλιάσεις την αγάπη και την αγνότητα.

Εκεί σε αυτόν το τόπο είναι τώρα θαμμένη η τριανταφυλλιά που έκοψες και αγναντεύει μια την ματαιοδοξία των ανθρώπων και μια την γαλήνη του Θεού. Αυτό ήθελε να κάνει από τότε που γεννήθηκε αλλά ο θεός της έδωσε ρίζες για να μην μπορεί να το κάνει. Αλλά αυτή αγνάντευε τον λόφο και η καρδιά της σπάραζε που οι ρίζες δεν την αφήνανε να πραγματοποιήσει το όνειρο της. Και τότε ήρθες εσύ. Σε έπεισε ότι θυσιάζεται για σένα αλλά στην πραγματικότητα ο καθένας εξυπηρετούσε τον σκοπό του. Κανείς δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν.»

«Χαζό δέντρο» είπε ο γέρος και γύρισε στην πόλη του και στα παιδιά του.

Ο Θεός του έδωσε άλλα λίγα χρόνια για να δει τα παιδιά του να τσακώνονται και τα εγγόνια να σφάζονται για λίγη παραπάνω γη και λίγα παραπάνω άλογα. Στεναχώρια μεγάλη τον έπιασε και η λύπη του έσφιξε τόσο την καρδιά ώσπου σταμάτησε να χτυπάει.

Μια μέλισσα σαν ξεψύχαγε στην μύτη του πάνω έκατσε και κοίταζε με περιέργεια τα μισόκλειστα μάτια του. Μια κουβέντα μπόρεσε να πει πριν το ταξίδι του αρχίσει.

«Σε παρακαλώ μέλισσα πες μου.. η τριανταφυλλιά είναι ευτυχισμένη εκεί που είναι τώρα;»

Και η μέλισσα κουνώντας τα φτερά απάντησε:

«Όχι γέρο δεν είναι. Ο Θεός την έκανε τριαντάφυλλο και ένα τριαντάφυλλο έχει μίσχο, φύλα και κλωνάρι. Εμείς οι φίλες της θάψαμε μόνο το φύλλο. Το φύλλο δεν έχει δύναμη να γίνει τριαντάφυλλο και το χώμα είναι πιο βαρύ και δυνατό από την θέληση της. Εκεί είναι ακόμα και κλαίει που δεν κατάφερε στην ζωή της να δει τίποτα από αυτά που ονειρευόταν…»

«Παράξενο πράγμα η ζωή!» είπε ο γέρος και γέλασε τόσο δυνατά που η μέλισσα φοβήθηκε και πέταξε μακριά. Τα μάτια έκλεισε και αφέθηκε στα έμπειρα χέρια των αγγέλων.

17/3/08

Ο Κουφός & ο Τυφλός


Ένας πλήρης οργασμός εργασιών επικρατούσε στην κυρία αίθουσα καθώς η προσμονή αυτών που θα τιμούσαν με την παρουσία τους την παράσταση απόψε το βράδυ, έκανε τους πάντες νευρικούς και αγχώδεις. Ο Δήμαρχος, δημοσιογράφοι και άλλοι γνωστοί και άγνωστοι είχανε κλείσει εισιτήρια για να δούνε από κοντά την ορχήστρα των χρωμάτων, μήνες πριν την επίσημη ημέρα έναρξης.

Η ορχήστρα σε μια γωνιά ζέσταινε τα όργανα αφήνοντας νότες και ήχους χωρίς ρυθμό και μουσικό ύφος, να πλανιούνται στον χώρο. Θα αναλογιζόταν κανείς ότι πώς ήταν δυνατόν τόσα διαφορετικά είδη οργάνων, που αν ακουστούν όλα μαζί ταυτόχρονα, η κακοφωνία τους αναιρεί κάτι τόσο γλυκό όσο την συμφωνία του Αυγούστου που θα εκτελούσαν απόψε το βράδυ.

Ο Μαέστρος σε μια καρέκλα διάβαζε τις παρτιτούρες του ξανά και ξανά φανερά ενοχλημένος από τις καθαρίστριες του θεάτρου που μάζευαν τα τελευταία σκουπίδια ανάμεσα από τις καρέκλες. Ο Ταμίας στην είσοδο ταξινομούσε τα εισιτήρια μέσα στο συρτάρι του, ανά πτέρυγα και κόστος. Ο υπάλληλος στο κιλικίο έβαζε τα τσιπς και τα γαριδάκια στο μπροστινό μέρος και ονειρευόταν τις σημερινές εισπράξεις καθότι πίστευε ότι σήμερα ο πολύς κόσμος θα του άφηνε ένα καλό μεροκάματο.

Η ώρα 6.00 το απόγευμα και όλα ήταν στην εντέλεια! Τα πατώματα αστράφτανε, η είσοδος ήταν τακτοποιημένη και όλοι οι υπάλληλοι του θεάτρου φοράγανε αυτήν την ομοιόμορφη στολή μπλε παντελόνι με μωβ γιλέκο.

Πλήθος κόσμου μαζεύτηκε στην είσοδο και μετά από λίγο μπήκε στην κεντρική σάλα αφού πλήρωσε το αντίτιμο. Ο Δήμαρχος ήταν εκεί και ο γιός του βουλευτή που πολλά έχουν γραφτεί για την κοσμική του ζωή. Μπροστά μπροστά ένας ξανθός και δίπλα του ένας μελαχρινός κοντός με μεγάλα αυτιά που με τα απλά ρούχα που φορούσε ξεχώριζε ανάμεσα στα σμόκιν και τις γραβάτες των περισσότερων.

Σαν τα φώτα χαμήλωσαν, ο μαέστρος εμφανίστηκε σε ένα βάθρο σαν άλλος Ιησούς στο Όρος των Ελαιών. Σιγά αλλά σταθερά η ησυχία κυριάρχησε στις θέσεις των επισκεπτών και τα φώτα χαμήλωσαν και άλλο.

Μουσική απαλή σαν το νερό και δυνατή σαν τον άνεμο μάγεψε τα αυτιά των θεατών. Ο Μαέστρος ίδρωνε και έδινε οδηγίες, πότε στο κόντρα μπάσο πότε στα βιολιά. Ησυχία πάλι και ο ήχος από το πιάνο έκανε όλους να κοιτάξουν τον πιανίστα με θαυμασμό. Οι νότες χοροπήδαγαν από την ουρά του πιάνου και ο απαλός ήχος από το βιολί συντρόφευε την αρμονία του πιάνου. Ξανά βιολιά πιο δυνατά έσκισαν την αίθουσα στα δυο και συνεπήραν μαζί τους σκέψεις και επιθυμίες.
Όλοι κοίταζαν και κανείς δεν μίλαγε ακόμα και όταν επικράτησε σιωπή στην ορχήστρα. Τα τύμπανα βάρεσαν δυνατά και από το τσέλο ένας τσιριχτός γλυκός ήχος έκανε τους πάντες να ανατριχιάσουν. Η μουσική δάμαζε την σκοτεινιά και η σκοτεινιά κοίταζε στα μάτια τους τρομπετίστες έτοιμη να καταπιεί αδίστακτα και τις δικές τους νότες.

Ξανά σιωπή ,μια μικρή παύση, τα φώτα άναψαν και ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος χειροκροτώντας δυνατά. Τα χέρια τους κοκκίνισαν από την δύναμη που χτύπαγαν τις παλάμες και ο μαέστρος έσκυψε το κεφάλι μα από μέσα του ο παράδεισος ζωγραφιζόταν ζωντανά μιας και τα αυτιά του ακούγανε τα ζήτω και τα μπράβο.
Σιγά σιγά αποχώρησαν με τάξη και με ήθος, σαν όλοι να αλλάξανε μυαλά για λίγο εκεί μέσα.

Στη έξοδο ο Διευθυντής χαιρέταγε τους πάντες, μα ιδιαίτερη υπόκλιση στον Δήμαρχο και στους γνωστούς δεν ξέχναγε να κάνει. Ξάφνου από μπροστά του πέρασε και ο μελαχρινός ο κοντός με τα μεγάλα αυτιά. Του έπιασε τα χέρια σφιχτά με καλοσύνη και με χαμόγελο πλατύ τον συγχάρηκε. Ευχαριστώ του είπε ο Διευθυντής αλλά ο κοντός με τα μεγάλα αυτιά δεν άκουσε και ζήτησε να το επαναλάβει. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ είπε πάλι ο Διευθυντής και ο κοντός πάλι δεν άκουσε τίποτα. Συγνώμη ζήτησε ταπεινά λίγο πιο δυνατά γιατί είμαι κούφος …

Το βράδυ καθόταν ο διευθυντής με τον μαέστρο και πίνανε ένα ρακί εις μνήμη τις σημερινής νύχτας που τους χάρισε δόξα και εισπράξεις. Περίεργο λέει ο Διευθυντής ήταν και ένας κουφός που πολύ του άρεσε η παράσταση; Αστείο δεν είναι ;

Αστείο είναι
απάντησε ο μαέστρος ότι αυτοί που ακούγανε ελάχιστα βλέπανε..

27/1/08

Όνειρο..


Εκείνο το βράδυ, ύπνος βαρύς, το κορμί και το μυαλό μου είχε παρασύρει. Ένα όνειρο προσπάθησε να με αγκαλιάσει και εγώ έμεινα ακίνητος, το χάδι του να νιώσω και με τα μάτια της ψυχής μου στάθηκα να το χαζεύω…


Σε ένα χωμάτινο δρόμο ήμουνα και περπατούσα με σκέψεις φορτωμένος. Στα αριστερά του δρόμου, γέρικες πορτοκαλιές με λυγισμένα τα κλαριά από τους παρά-φορτωμένους της καρπούς, και στα δεξιά μου χώμα κόκκινο σαν αίμα οριοθετούσαν ένα μονοπάτι, αυτό που ακολουθούσα.

Κρατούσα ένα ξύλο χοντρό, ψηλό - για μπαστούνι μου το είχα - και από τα ρούχα που εφόραγα μάλλον για απλός άνθρωπος φαινόμουν. Ψηλάφησα το πηγούνι μου και έπιασα τα γένια μου ατημέλητα να κρέμονται κάτω από το πρόσωπο μου.

Πίσω μου άνθρωποι αρκετοί βαδίζανε μαζί μου. Δεν ήξερα γιατί το κάνανε αυτό αλλά φυσιολογικό αρκετά που φάνηκε εκείνη δα την ώρα.

Συνέχισα τον δρόμο μου και έφτασα πάνω σε ένα λοφίσκο. Κατευθύνθηκα στο κέντρο του, στο πιο ψηλό σημείο και ο κόσμος ευθύς με κύκλωσε τριγύρω μου να κάτσει. Στάθηκα ακίνητος και με τα μάτια μου τους ξεψάχνισα προσεκτικά. Ήταν όλοι φτωχοί, γυναίκες άντρες και παιδιά. Κάποιοι ήταν βρώμικοι άλλα από το πρόσωπο τους μια λάμψη ευδοκιμούσε. Κάποιοι άλλοι, που αν και ήταν αρχοντικά ντυμένοι, ήτανε φανερό ότι είχανε δωρίσει τα περιττά και μόνο τα ρούχα αυτά, τους είχαν μόνο περισσέψει.

Τα μάτια τους επίμονα με κοιτάζανε και ανέμεναν μια λέξη σωτηρίας ,ελπίδας απρόσμενα να έρθει. Κάποιος από αυτούς – ένας ψηλός αδύνατος με όψη αριστοκράτη – στο τέλος με ρώτησε, μπροστάζοντας το σώμα του, κάνοντας έτσι την φωνή του δυνατή.

«Πώς είναι ο Παράδεισος? Εσύ πρέπει να ξέρεις

Σήκωσα ψηλά τα μάτια μου και κοίταξα το ήλιο, προκαλώντας τον την τύφλωση να μου χαρίσει. Ήμουνα σίγουρος ότι ο ήλιος, εκείνη την ώρα πείσμα μεγάλο είχε βάλει, όλη τη γη αγκάλιαζε , θερμαίνοντας κάθε κύτταρο ζωντανού οργανισμού που από την γη τρεφόταν.

Ένα σύννεφο – προστάτης - εμφανίστηκε από την άκρη του ορίζοντα και γοργά κατευθύνθηκε πάνω από τον λοφίσκο. Το μπλε του ουρανού χάθηκε και τα γκρίζα σύννεφα, σκεπάσανε την γη. Σκόνη, άμμος ανακατεμένη με μυρουδιές της πλάσης σηκώθηκαν και σκέπασαν τον λοφίσκο.

«Πως είναι ο Παράδεισος ?» επανέλαβα βροντοφωνάζοντας και χάρισα στον άνθρωπο που ρώταγε δύο μάτια όλο φλόγες. Τότες, μου φάνηκε πώς άκουσα επτά σάλπιγγες να ηχούν από εφτά μεριές της γης, και είδα το αστέρι της βηθλεέμ να σκίζει τον ορίζοντα στην μέση.

Ο ουρανός χωρίστηκε από την μια με χρώματα απόκοσμα και μαγικά και από την άλλη απόηχος πολέμου ακούστηκε ανακατεμένος με κλάματα παιδιών και μάνες που σπάραζαν. Οι Δώδεκα Απόστολοι στο κέντρο κατοικούσαν. Με κοίταξαν κατάματα και με το φώς που στείλανε με ανάγκασαν το χώμα να φιλήσω.

Σκυφτός εκεί με δάκρυα, κατάλαβα ότι απάντηση καμία δεν είχα να επιστρέψω. Ο ουρανός απάνταγε μέσα από το υπερπέραν και η γη από την καρδιά της μέσα έσταζε στα πόδια μου το μέλι της σοφίας, αλλά στην γλώσσα μου λόγια σοφά δεν είχα να χαρίσω.

Τότε καταλάγιασα εσωτερικά, και το κενό του νου μου αποδέχτηκα θλιμμένα.

Με μάτια άδεια χάιδεψα το άνθρωπο αυτόν που με ρωτούσε και αυτός το βλέμμα χαμήλωσε σαν συγχώρεση να ζητούσε. Το μόνο που κατάφερα ήταν ετούτο να ψελλίσω :

“Πήγαινε σπίτι σου, και δες την κόρη σου αυτή, με τα μεταξένια τα μαλλιά και την κοιλιά χορτάτη. Πήγαινε μετά στου γείτονα απέναντι το σπίτι και δες τον γιό του τον αδύνατο, αυτόν που η κοινωνία έχει ξεχάσει. Αυτόν που από τον πρωί δούλευε και τώρα θα είναι ράκος. Πήγαινε και ρώτα τον ποια είναι η αλήθεια. Αυτός θα ξέρει καλύτερα γιατί εκεί έχει κατοικήσει. Κόλαση και παράδεισος μέσα στην κάρδια του κάστρα τρανά έχουν χτίσει. Και μετά γύρνα στην κόρη σου και δίδαξε την αυτά που εκείνη δεν γνωρίζει Και τότε μόνο την απάντηση μες στην καρδιά σου ψάξτην...»

Ιδρώτας σε όλο κορμί μου , και σφίξιμο μέσα απ’ την καρδία, με πέταξαν και τον ύπνο μου διακόψαν. Τα σκεπάσματα μου έδιωξα το όνειρο πια να με αφήσει. Αφού πλέον ανακάθισα καλύτερα στο κρεβάτι, τότε άρχισα να σκέπτομαι το νόημα του ονείρου.

Σοφός μάλλον δεν ήμουνα γιατί μια απλή απάντηση δεν άντεξα να δώσω, άγιος πάλι δεν ήμουνα γιατί στον κόσμο αυτό πολλάκις είχα σφάλει.

Άνθρωπος μάλλον ήμουνα και τύψεις κουβαλούσα..


26/12/07

Επιστολή σε ένα φίλο


Αγαπητέ φίλε,


Σου γράφω αυτό το γράμμα, με την ευκαιρία της τελευταίας ερώτησης που έθεσες –εμμέσως πλην σαφώς – του τι είναι η φιλία. Σαφέστατα η ερώτηση σου δεν ετέθει έτσι πεζά, αλλά αποτελεί την ουσία της τελευταίας μας συζήτησης. Δεν θα διαφωνήσω μαζί σου σε κανένα από τα επιχειρήματα που πολύ εύστοχα μου έθεσες.


Στόχος μου δεν είναι να σε πείσω για κάτι που ο χρόνος έχει αποδείξει μέσα στις φλέβες σου. Το μόνο που θα προσπαθήσω είναι να εκφέρω την δικιά μου άποψη, απλά για να φανώ αντάξιος στο διάλογο που ανοίξαμε. Ο Φιλόσοφος δεν ρητωρεί και απαιτεί, ακούει τον άλλο και μαθαίνει. Φιλόσοφος είναι ο καθείς για τον εαυτό του και για κανέναν άλλον. Επέτρεψε μου λοιπόν να φιλοσοφήσω πρώτα για μένα και μετά χάριν της ωραίας μας συζήτησης.

Επίσης η οποιαδήποτε καταγραφή θεωριών, έρχεται αντιμέτωπη του δικού μου τρόπου επιχειρηματολογίας, και έτσι θα προσπαθήσω να μεταφέρω γλαφυρά τις απόψεις μου και να δώσω το έναυσμα στην δική σου ψυχή να ερμηνεύσει, και να κρίνει την δικιά μου άποψη.

«Κάτω στον κάμπο, πέρα από τις πορτοκαλιές, το χώμα στα σπλάχνα του σπόρο μεγάλωνε.
Ο σπόρος ρώταγε την μάνα γη :

- Μάνα εγώ τον κόσμο τον τρανό πότε θα μάθω. Πότε θα δω τον ήλιο λαμπερό και το φεγγάρι νύχτα?
- Με καρτέρι και υπομονή, και εσύ σαν όλα τα λουλούδια την σειρά σου θα πάρεις. Απαντούσε η μάνα στοργικά και με νερό βρόχινο ετάιζε τον σπόρο.

Μέρες πέρασαν όχι μήνες και ο σπόρος από την γη κεφάλι έσκασε, τον κόσμο είδε. Χλωρό κλαράκι έγινε και αγωνία μεγάλη αμέσως το έπιασε.
- Μάνα γη εσύ που όλα τα ξέρεις, πότε θα γίνω εγώ όμορφο δεντράκι με ζηλευτά λουλούδια , όπως όλα τα άλλα?
- Γιε μου, εγώ σε μεγάλωσα και τα ξέρω όλα, μεγάλο θα γίνεις και εσύ καρτέρι και υπομονή να ‘χεις και σαν τα άλλα και συ μεγάλο θα γενείς.

Μέρες πέρασαν και όχι μήνες και το λουλούδι όμορφο κλωνάρι άπλωσε και μίσχο δυνατό ετοίμασε. Κλαριά μεγάλα δυνατά απλώσανε στον χώρο. Με τον καιρό πέταλα κόκκινα σαν τις φωτιάς ξεπρόβαλαν που σαν μανδύες αυτοκρατορικοί φαινόντουσαν.

Μήνες πέρασαν όχι χρόνια και το λουλούδι τον ήλιο χόρτασε, και το φεγγάρι λαμπερό πλέον δεν του φαινόταν. Σκέψεις βαριές μέσα του γυρνούσαν.
- Μάνα γη, τα πόδια μου τις ρίζες μου σε εσένα μέσα τα’χω και τα πάντα γνωρίζεις.
Ξέρω, είμαι αυτό που πάντα ήθελα να ήμουν, αλλά τώρα μόνος νιώθω και δεν ξέρω τι μου λείπει.
- Θα το μάθεις γιέ μου μόλις έρθει, μέχρι τότε θα το περιμένεις. Εγώ είμαι η μάνα γη και όλα τα γνωρίζω ! Τις ερωτήσεις αυτές τις έχω ξανα ακούσει και την απάντηση την ίδια πάντα δίδω. Καρτέρι και υπομονή γιέ μου!

Ένα καλοκαίρι σταυλοχελίδονο μικρό, ήρθε και έκατσε στου λουλουδιού την άκρη. Κουβέντα και ιστορίες για μακρινές παρτίδες εξιστορούσε και το λουλούδι χαρά μεγάλη βρήκε. Παρέα καλή κάνανε και η γη καμάρωνε που ο βλαστός της, το νόημα της ζωής το βρήκε.

Το καλοκαίρι πέρασε και το σταυλοχελίδονο σε άλλη πατρίδα το ένστικτο καλούσε. Με δάκρυα χαιρέτησε το λουλούδι και υποσχέθηκε ότι η καρδιά του εκεί θα είναι πάντα.
- Υποσχέσου μου ότι θα ξανάρθεις. Εγώ δεν μπορώ να φύγω να πετάξω, φτερά σαν και εσένα δεν έχω, και τα κλαριά μου μόνο ο άνεμος μπορεί και τα κουνάει. Σε χρειάζομαι…
- Θα έρθω, ποτέ δεν θα σε ξεχάσω. Πάντα στην καρδιά μου θα ‘σαι, και το καλοκαίρι σαν πάλι έρθει, εδώ πάλι θα είμαι. Ιστορίες καινούργιες φανταχτερές θα σου φέρω και πάλι.
Και όλα σαν και τώρα θα ‘ναι.

Με δάκρυα επέταξε και προς τον ήλιο πήγε. Το λουλούδι κλάμα έριξε και την μάνα γη αναρωτούσε.
- Μάνα, το βρήκα αυτό που μου έλειπε και πάλι το έχασα. Γιατί ? μόνος δεν θέλω πλέον να ‘μαι.
- Εγώ είμαι η μάνα γη, και πολλά από αυτά τα ξέρω τα έχω δει. Σκέψου μόνο αυτό : αν δεν έφευγε, και ήταν σαν εσένα ακίνητο.. Θα σου έλειπε ? θα το ονειρευόσουν ποτέ? Θα έλπιζες ποτέ ? Απάντα μόνο σου και σκέψου. Τώρα ξέρεις τι έχεις ανάγκη. Καρτέρι και υπομονή και ο χρόνος όλα τα απαντάει, μόνο αυτό σου λέω γιε μου.
Μέρες γιορτινές για τους ανθρώπους ήρθαν, και η μικρή λουλούδια από τον κάμπο μάζευε πολύχρωμα και εντυπωσιακά το σπίτι της να λάμψει.

Το χέρι της άπλωσε και το λουλούδι τράβηξε, και με μεγάλη περιέργεια δύναμη πολύ χρειάστηκε , μάλλον οι ρίζες μεγάλες μες τον χώμα απλωνόταν.

Το λουλούδι φώναζε την μάνα γη καλούσε, δύναμη να βάλει τις ρίζες μην αφήσει.
- Μάνα γιατί ? που πάω ? κράτα γερά μην φύγω!
- Μάνα είμαι εγώ όλων των λουλουδιών και γιους και κόρες πολλές μεγάλωσα! Μα εσύ είσαι αγαπητό γιατί σκεφτόσουν και έλπιζες την κάθε μέρα. Κρατάω γερά τις ρίζες σου αλλά των ανθρώπων η δύναμη με ξεπερνάει. Κράτα αυτά που σου έμαθα και φρόντισε να τα πλουτίσεις. Η ευχή μου μαζί σου πάντα θα ναι. Να το ξέρεις…

Δάκρυα το χώμα έριξε και η γη στο τόπο εκεί σκούρυνε θλίψη άπλωσε τριγύρω. Το κοριτσάκι παραξενεύτηκε για τα νερά που έβρεξαν τα φανταχτερά παπούτσια της άλλα σκέψη άλλη δεν συνέχισε.

Μέρες πέρασαν όχι μήνες και το λουλούδι μαζί με άλλα μέσα σε βάζο με νερό, το σαλόνι του σπιτιού το στολισμένο, χάζευε μελαγχολικά.

Από το παράθυρο, με τις κουρτίνες στολισμένο, οι ακτίνες του ήλιου τα δάκρυα σκούπιζαν του λουλουδιού, αλλά χαμόγελο δεν του χάριζε, δεν είχε.

Τα άλλα τα λουλούδια κουβέντα ξεκίνησαν και τον ρωτούσαν γιατί πονάει γιατί κλαίει ?

- Την μάνα μου την γη, και σεις μάνα την είχατε. Άλλα να μας προσφέρει δεν μπορούσε. Μας τάισε μας πότισε, μεγάλους και σοφούς μας άφησε, άλλα δεν είχε να μας δώσει. Τον φίλο μου το σταυλοχελίδονο πότε θα το ξαναδώ? Αυτόν σκέφτομαι και κλαίω και την φιλία του νοσταλγώ. Υπόσχεση είχα δώσει, εκεί στο κάμπο να τον περιμένω… αλλά αυτή την υπόσχεση πλέον δεν μπορώ να την τηρήσω. Ποιος θα μου λέει ότι είμαι όμορφος, ποιος θα δίνει χαρά στα αυτιά μου με ιστορίες?

Τα άλλα λουλούδια σώπασαν και ξανά δεν του μίλησαν. Αυτά δεν τα καταλάβαιναν δεν τα έζησαν. Μουρλό και παλαβό τον έλεγαν και παρέα δεν ζητούσαν.

Ένα πρωί στο παράθυρο ο ήλιος δώρο μεγάλο στο λουλούδι χάρισε. Το σταυλοχελίδονο ήταν εκεί και του εφώναζε :
- Έρχομαι, ο ήλιος και η γη μου δείξανε που είσαι. Έρχομαι μην ανησυχείς.
- Φύγε, αν σε δουν οι άνθρωποι θα σε κυνηγήσουν. Λουλούδια μέσα στα σπίτια τους τα θέλουν. Πουλιά όμως δεν ανέχονται. Φύγε πριν σε κυνηγήσουν!
- Δεν με νοιάζει, θα πάρω το ρίσκο να σε δω. Ιστορίες καινούργιες έχω να σου πω. Τα δάκρυα σου να γιατρέψω, τα πέταλα σου να χαϊδέψω..

Ρώτησε τον ποντικό πώς μες στο σπίτι να τρυπώσει, και σύντομα πάνω στο βάζο είχε κάτσει.
Το λουλούδι και το σταυλοχελίδονο παρέα και χαρές αρχίσαν πάλι. Διόλου δεν το ένοιαζε που τα πόδια του στο χώμα πια δεν πατούσαν. Η κάθε στιγμή το κάθε δευτερόλεπτο ήταν γιορτή και χαμόγελα συνέχεια σκορπούσε. Ο ήλιος καταχάρηκε στην γη το αντιλαλούσε. Το χώμα πάλι καφέ εγίνηκε και η πλάση χρώμα πήρε.

Μετά από αρκετή ώρα το λουλούδι είπε :
- Εγώ στο βάζο καιρό δεν μπορώ να ζω. Φύγε και κάνε άλλους φίλους, δεν θέλω να με δεις να μαραζώνω! Αν φύγεις και με αφήσεις ζωντανό πάντα θα ελπίζεις ότι θα με ξαναδείς.

Αν περιμένεις να χαθώ και μετά φύγεις, η ελπίδα να με ξαναδείς θα πεθάνει μαζί μου. Σε παρακαλώ άσε αυτό να είναι το τελευταίο δώρο μου σε εσένα.. Σε παρακαλώ..

Το σταυλοχελίδονο το σκέφτηκε και με δάκρυα στα μάτια, άπλωσε τις φτερούγες του και με θόρυβο έφυγε από το δωμάτιο.

Κάθε χρόνο το σταυλοχελίδονο γυρνάει και ψάχνει για το λουλούδι, και κάθε χρόνο το λουλούδι περιμένει το σταυλοχελίδονο.

Η ελπίδα τους να ξανασυναντηθούνε ποτέ δεν πέθανε…»

Για να είμαι δίκαιος και ορθός ως προς τον διάλογο και τις σκέψεις σου, η ιστορία είναι μόνο η μία άποψη της Φιλίας. Δυστυχώς ο μόνο τρόπος για να οριοθετήσεις τις αρχές τις φιλίας είναι να την ζήσεις. Όριο είναι εκεί που μπορεί να την φανταστείς, και μοναδική σου απαίτηση πάντα πρέπει να είναι η ελπίδα ότι αυτός/αυτή θα είναι πάντα φίλος, και τότε που πραγματικά τον χρειάζεσαι..

Φιλικά nkarakasis

11/12/07

Τέσσερεις εποχές




Κάποτε πολύ παλιά, πριν τους επιστήμονες και πολύ πριν την εξάπλωση των θρησκειών , υπήρχε ένας μύθος…

Ο Μύθος της πριγκίπισσας Ζιρκάτα.

Ξάπλωνε το κορμί της στον πιο ψηλό βουνό, και όταν τέντωνε τα πόδια της τα δάχτυλα της άγγιζαν την θάλασσα. Άπλωνε τα χέρια της και αγκάλιαζε όλους τους ανθρώπους σε ανατολή και δύση.

Τόσο μεγάλη και καλή ήταν η πριγκίπισσα Ζιρκάτα.

Όταν ακούμπαγε την ράχη της στην πλαγιά του βουνού, ο ουρανός σκοτείνιαζε και ο ήλιος στενοχωρημένα αποχωρούσε, δίδοντας την σειρά του στον χορό των αστεριών.

Όταν φορούσε το άσπρο πέπλο στα μαλλιά της, όπου ακούμπαγαν οι άκρες, το τοπίο άσπριζε, και νιφάδες χιονιού κάλυπταν τα δέντρα και τα σπίτια, σαν μια λευκή μαγική κουβέρτα που αγκάλιαζε την πλάση.

Όταν ανακάτευε τα πόδια της στην θάλασσα, κύματα μεγάλα ανακάτευαν τον βυθό, και όστρακα μαζί με πέτρες, ξεκινούσαν ταξίδι μακρινό και άγνωστο.

Όταν ανάπνεε βαριά, αέρας και βουητό σηκωνόταν και οι άνθρωποι αγκαλιασμένοι γύρω από την φωτιά, παρακάλαγαν την γιαγιά παραμύθι να αρχινίσει.

Όταν έλυνε τα μαλλιά της τα ξανθά, στο τοπίο ήλιος φωτεινός, με μυρωδιά καλοκαιριού ζέσταινε του ανθρώπους, και η πλάση πανηγύρι έστηνε, φορώντας το πολύχρωμο φόρεμα της.

Όταν έκλαιγε, τα δάκρυα έπνιγαν τις πόλεις και τα σπαρτά χάνονταν. Οι άνθρωποι φοβόντουσαν, και προσευχή άρχιζαν, η πριγκίπισσα γρήγορα να γιάνει..

Όταν όμως χαμογελούσε, πόνος και θλίψη δεν χωρούσε στην ψυχή των ανθρώπων και όλοι ταπεινά ευχαριστούσαν την πριγκίπισσα Ζιρκάτα, για τα δώρα που άδολα χαρίζει στην καρδιά τους.

Τόσο μεγάλη ήταν η πριγκίπισσα Ζιρκάτα.

Και εγώ την θυμάμαι, γιατί την είδα..

Την είδα να με κοιτάει και να μου χαμογελάει.