Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6/7/11

Το πρωινό ξύπνημα του Κύριου Έρριγκτον


Εκείνη την ημέρα σηκώθηκε με μια διάθεση λίγο στενάχωρη. Προσπάθησε να προσδιορίσει το αίσθημα που ένιωθε και το μόνο που κατάφερε ήταν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε μια δυσφορία που τον έπνιγε.
Παρόλο, και αυτό το σκεφτόταν έντονα, ζει σε μια πόλη που όλοι συμμορφώνονται στους κανόνες, χαμογελούν καθημερινά ο ένας στον άλλο ό,τι και να τους συμβαίνει, εκείνος ένιωθε μέσα του ένα βράσιμο που καθόλου δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Πιθανόν, και αυτό το θεώρησε βέβαιο έπειτα από κάποια σκέψη, να φταίει που μονοδρομήσανε τον κεντρικό δρόμο που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του τελευταία, με αποτέλεσμα να είναι αναγκασμένος να κάνει κύκλους για να φτάσει στο γκαράζ του. Έπειτα προσμετρούσε στην κακή του διάθεση εκείνη την αλλαγή στην σηματοδότηση στους περιφερειακούς δρόμους γύρω από το σπίτι του· φυσικά και γνώριζε ότι όλη αυτή η κατάσταση γύρω από το σπίτι του είναι αποτέλεσμα κάποιας επίπονης συγκοινωνιακής μελέτης και διόλου αποτέλεσμα κάποιας υπεροψίας ενός ανώτερου προσώπου που ανήκει στο δημόσιο όπου ήθελε να παρουσιάσει ... έργο. Και σαφώς όχι τύχη, η τύχη δεν είχε θέση στις επιλογές του Δήμου.
Αν τον ρωτούσες για τον ύπνο που είχε, θα έλεγε ότι κοιμήθηκε ανήσυχα. Μάλιστα είδε τα συνηθισμένα πλέον όνειρα· Μια ρώσικη μπαμπούσκα είχε κατακτήσει τον κόσμο και ξεκαθάριζε ψυχές σε δύο καλάθια. Στο ένα έβαζε ανθρώπους που ποτέ δεν εναντιώθηκαν σε τίποτα στην ζωή τους. Εκείνους τους απλούς ανθρώπους που ακόμη και την σύνταξη να τους πάρεις από τα δάχτυλα μέσα δεν θα γύριζαν ούτε να αντιμιλήσουν, δεν θα έβγαζαν άχνα. Στο άλλο, έβαζε τους αντιδραστικούς, εκείνους που κάθε τρεις και λίγο, έβγαιναν στους δρόμους με πανό και ντουντούκες. Έπειτα πέταγε τα καλάθια στον αέρα και όπως έπεφταν και ανακατευόντουσαν, καλοί, κακοί, πονηροί, αγνοί τους ξανά διάλεγε με την ίδια θέρμη όπως και πρώτα, στα δύο εκείνα μεγάλα καλάθια.
Όταν πετάχτηκε από το κρεβάτι του ιδρωμένος η μόνο απορία που γύρναγε στο μυαλό του ήταν γιατί δεν έκανε κάτι η μπαμπούσκα έτσι ώστε να σκοτώσει τους κακούς και να αφήσει τους καλούς; ή το ανάποδο! Γιατί δεν έκανε μια εκκαθάριση στις ψυχές αφού πραγματικά έμπαινε στην διαδικασία να τις ξεχωρίσει; Δεν ήξερε ότι κάποια στιγμή μια μερίδα ψυχών από το ένα καλάθι θα επαναστατούσε; Μα σύντομα τα ξεχνούσε όλα αυτά μόλις γέμιζε με θόρυβο το πρόσωπο του με νερό από το νιπτήρα.

Όπως και να έχει, εκείνη την ημέρα είχε αποφασίσει ότι κάτι έπρεπε να κάνει για όλα αυτά. Εκείνη η υφιστάμενη άποψη ότι δεν αντιδρούμε στις αποφάσεις της κυβέρνησης και του Δήμου, είχε περάσει ανεπιστρεπτί για εκείνον. Οι λέξεις επανάσταση, αντίδραση, είχαν εγερθεί μέσα του σαν σημαία που σηκώνεται σε λόφο αιματοβαμμένης κατάκτησης. Αυτό αρκούσε για να του δώσει εκείνο το χαμόγελο που του έλειπε εκείνο το πρωινό. Ναι, είπε αποφασιστικά.
Η υπόλοιπη μέρα του κύλησε φυσιολογικά, εκτός από το κεφάλι του όπου αναστατωμένο έψαχνε την τέλεια λύση για εκείνη την αντίδραση που είχε ήδη αποφασίσει, μάλιστα κάποιες φορές ένιωθε σαν να υπήρχε στο πάνω μέρος του κρανίου του, ένας μικροσκοπικός άνθρωπος όπου έχει απλώσει χάρτες στο πάτωμα και τους κοίταζε σκεφτικός· τον φαντάστηκε μάλιστα να καρφιτσώνει σε ένα μεγάλο πάνελ σημειώσεις, φωτογραφίες και κρατώντας το μολύβι στο αυτί να σημειώνει στον υπολογιστή κάθε συμπέρασμα ή λεπτομέρεια που ήθελε να σωθεί έτσι ώστε όλα αυτά τα στοιχεία με κάποια επιμέλεια να μετατραπούν κάποια στιγμή, από χάος σε τάξη και έπειτα αν όλα πήγαιναν καλά σε ένα πανέξυπνο σχέδιο. Ώσπου κάποια στιγμή όλα ήταν έτοιμα.
Το ίδιο βράδυ θα ξεκινούσε το σχέδιο του κρατώντας στα χέρια μια τσάντα με εργαλεία και ένα απόκομμα χάρτη των δρόμων γύρω από το σπίτι του με σημειωμένες τις υπάρχουσες σημάνσεις και φανάρια. Ξεκίνησε από το σχολείο που βρίσκεται τρία στενά πιο κάτω και γύρισε τις ταμπέλες ανάποδα με τέτοιο τρόπο ώστε τα αυτοκίνητα να παίρνουν τις συντομότερες διαδρομές αποφεύγοντας τα ζιγκ ζακ. Έπειτα πήγε στο μονοδρομημένο δρόμο και ανοίγοντας το καπάκι στα φανάρια τα επαναπρογραμμάτισε έτσι ώστε να δείχνουν μόνιμα πράσινο φως στα αυτοκίνητα που θέλουν να μπουν στον δρόμο καταργώντας έτσι την μονοδρόμηση. Μερικές ταμπέλες ακόμη και σύντομα η περιοχή που κατοικούσε είχε αλλάξει τελείως. Κουρασμένος αλλά πολύ ευχαριστημένος επέστρεψε σπίτι με μια ευφορία που την συνόδεψε με ένα ποτήρι παγωμένο κρασί και ελιές προτού ξαπλώσει να κοιμηθεί.
Όταν ξύπνησε την επομένη βγήκε αμέσως στο μπαλκόνι να παρακολουθήσει το έργο του και με μεγάλη του ικανοποίηση είδε τους ανθρώπους να μπαίνουν στα αυτοκίνητα τους και να πηγαίνουν ανακουφισμένοι στην δουλειά τους. Έτσι έκανε και ο ίδιος, δηλαδή πήρε το αυτοκίνητο του και δίχως να στρίψει πουθενά έφτασε στο γραφείο του σε χρόνο μικρότερο από ότι συνήθως. Φανερά χαρούμενος ανέβηκε τις σκάλες, ετοιμάστηκε να μπει στο γραφείο του όταν είδε τον γραμματέα της συντονιστικής επιτροπής δημοσίων έργων να πλησιάζει αγχωμένος. Τι έπαθες; τον ρώτησε και εκείνος τον ενημέρωσε με κοφτές κουβέντες, κάπως λαχανιασμένος και νευριασμένος ότι "κάποιος" άλλαξε πάλι τις πινακίδες στην περιοχή της Τούφας. Αδιανόητο! Φώναξε ο άνθρωπος μας δείχνοντας έκπληκτος και συνάμα αρκετά εκνευρισμένος. Ο γραμματέας τον καθησύχασε λέγοντας του "Κύριε Δήμαρχε, θα τα ξαναλλάξουμε αμέσως σήμερα! Δεν είναι δυνατόν οι πολίτες να κάνουν του κεφαλιού τους!" Και αυτό να κάνεις, είπε ο Δήμαρχος με έντονο ύφος και πρόσθεσε:
“Πες μου μόνο, πόσες φορές έχει συμβεί το ίδιο πράγμα;”
“Σήμερα είναι η πέμπτη φορά κύριε Δήμαρχε!”
“Πιστεύεις ότι υπάρχει κάποια εμμονή σε αυτό; Δηλαδή, για ποιο λόγο κάποιος να αλλάζει τις σημάνσεις κάθε νύχτα;”
“Δεν ξέρω τι να σας πω..”
“Νομίζω ότι θέλει να μας μεταδώσει κάποιο μήνυμα. Τι λες;”
“Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να φανταστώ δηλαδή. ”
“Τότε θα συνεχίσει μέχρι να το “λάβουμε” το μήνυμα. Έτσι δεν είναι;”
“Τι να σας πω! Είναι αδιανόητο να κάνουν του κεφαλιού τους! Υπάρχουν διατάξεις, νόμοι! Δεν μπορείς να είσαι παράνομος!”
“Γιατί; οι νόμοι είναι απόλυτοι; και αν ναι, γιατί ο κάθε δήμαρχος ή ο κάθε κυβερνών τις αλλάζει κάθε φορά που ανεβαίνει στην εξουσία;”
“Οι νόμοι προσδιορίζονται από τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες! Έτσι λειτουργεί το σύστημα!”
“Σας θαυμάζω κύριε γραμματέα, για την προσήλωση σας στο καθήκον τόσο που δεν μπορείτε να δείτε ότι το κοινωνικό μήνυμα που περιμένουμε για να αλλάξουμε τις σημάνσεις μας το λέει καθαρά αυτός ... ο ταραχοποιός! Ποια είναι η άποψη σας;”
“Εχμ.. δεν νομίζω. Τουλάχιστον δεν είναι τρόπος αυτός! Είναι παράνομος!” Το τελευταίο το είπε ο γραμματέας με κάποιο στόμφο υψώνοντας το δάχτυλο στο αέρα και φουσκώνοντας τα στήθη.
Σωστά! απάντησε με θέρμη ο δήμαρχος και πρόσθεσε, “Και μέχρι να γυρίσει το κεφάλι σου, εκείνος θα είναι παράνομος και εμείς ο Μωυσής με τις δέκα εντολές. Άντε τώρα, φτιάξτε όλα όπως ήταν. Να μάθουν όλοι ότι κανείς δεν τα βάζει με τον Δήμαρχο και τους νόμους!

Την επομένη ο άνθρωπός μας, δηλαδή ο Δήμαρχος ξύπνησε με μια διάθεση λίγο στενάχωρη. Προσπάθησε να προσδιορίσει το αίσθημα που ένιωθε και το μόνο που κατάφερε ήταν να φτάσει στο συμπέρασμα ότι είχε μια δυσφορία που τον έπνιγε.

15/2/11

Επιστολή...

Και αυτή την επιστολή του, την έβαλα μαζί με τις άλλες, στο κουτάκι με το δερμάτινο καπάκι. Πρέπει να είχα, πάνω από είκοσι εκεί μέσα, όλες σε φάκελο κιτρινωπό με στάμπες από απίθανα ταχυδρομεία. Στρογγυλές σφραγίδες, τετράγωνες, ίσιες, με λιοντάρια, φώκιες, ότι τραβούσε η ψυχή σου. Μα τούτη η τελευταία που μου είχε στείλει με είχε αφήσει με ανάμικτα συναισθήματα φόβου και περιέργειας. Ξέρω, πρέπει να σας εξηγήσω. Λοιπόν θα σας διαβάσω την επιστολή πριν την βάλω στο κουτί, αν και με έχει εξορκίσει να μην τις εξιστορώ σε κανέναν. Αλλά είναι κρίμα, πολύ κρίμα να στριμώχνονται τέτοιες ιστορίες σε κλουβί. Για αυτό θα σας διαβάσω την τελευταία..
«Αγαπητέ Νίκο,
Αυτή η παλιά γνωριμία μας, ξέρω ότι πολλοί θα την αξιολογήσουν σαν πρόχειρη και επιπόλαιη αλλά θέλω να ξέρεις εκείνη η ολιγοήμερη επίσκεψη στο κάστρο σου τότε, μου έδωσε την χαρά να σε νιώσω δικό μου άνθρωπο. Εξάλλου, πρέπει να σου ομολογήσω ότι αισθάνομαι ντροπή που τα τελευταία χρόνια σε ενοχλώ με τις επιστολές μου και δε ευκαιρώ να σε επισκεφτώ για να απολαύσω την όμορφη φιλοξενία σου, να δροσίσω τα χείλια μου, με τα σπάνια κρασιά από εκείνη την πολύτιμη κάβα που με τόση φροντίδα ταξινομείς και επιβλέπεις στο υπόγεια σου. Υπόσχομαι όμως ότι μια μέρα.. πόσο ποταπή είναι μια υπόσχεση όμως από ένα γερό ξεκούτη που γράφει επιστολές; .. Θα με συγχωρέσεις άραγε ποτές σου;
»Πριν από ένα μήνα, πήρα το τραίνο από το Portsmouth της Αγγλίας για το Τζιμπουτί, είχα κοιτάξει καλά τον χάρτη και ήξερα ότι τα μίλια έβγαιναν 387. Με μια άνετη αξιολόγηση της ταχύτητας του τραίνου, ήμουν σίγουρος ότι σε δεκαπέντε ημέρες θα φτάναμε στο σταθμό του Τζιμπουτί, αφού θα περνούσαμε το Gof bay, τις Σαρακήνες θα μπαίναμε στο Σουέζ με τελικό προορισμό την γη των «αγνών αράπηδων» όπως καλούσε η μνήμη μου τον γέρο Τζάμει να τους λέει. Δεν έχει σημασία. Μέσα στο βαγόνι, βρίσκονταν λίγοι άνθρωποι, οι περισσότεροι ταξιδιώτες, από αυτούς που συχνά βρίσκεις μέσα σε ένα τρένο. Λίγο κάτω από την Ισπανία και αφού είχαμε δειπνήσει στο εστιατόριο καραμελωμένο αγριόχοιρο, με σάλτσα βδέλλας, περιτριγυρισμένο από γνήσια Μελλισιώτικα Μαρούλια DasKApitaL, επιστρέψαμε όλοι οι επιβάτες στις κουκέτες μας γνωρίζοντας καλά ότι το ταξίδι θα κρατούσε για πολύ ακόμη. Μαζί με εμένα, στην ίδια κουκέτα, έμενε και ένας γέρος ναυτικός με ένα ξύλινο πόδι. Με ευγενική ψυχή, όπως αντιλήφθηκα πολύ γρήγορα. Αφού ξεβίδωσε το ξύλινο πόδι και το ακούμπησε έξω από την πόρτα μας (το Σανταλόξυλο βγάζει μια περίεργη μυρουδιά τις νύχτες, όπως μου εξομολογήθηκε) έβγαλε από την τσάντα του ένα βιβλίο, το πρωτότυπο της Αλίκης στην Χώρα των Θαυμάτων. Δοκίμασα να κρυφοκοιτάξω, όταν με είδε κάτω από τα πυκνά γένια του. Αυτό μου λέει, είναι σπάνιο βιβλίο. Το βρήκα στην θάλασσα να περιπλανιέται μέσα σε μια φουσκωτή κατασκευή με ένα κατάρτι να αιωρείται σαν σημαία. Το μάζεψα, και από τότε το διαβάζω. Όποτε αλλάζω σελίδα, η γη γυρίζει πιο γρήγορα. Όταν βάζω σελιδοδείκτη και το κλείνω, η γη σταθερά χάνει ρυθμούς ώσπου στο τέλος καταντάει σαν ακίνητη ιτιά. Αποκλείεται! Τέτοιο ψέμα δεν το έχω ξανακούσει! Ο ναυτικός επέμενε όμως και τα περίεργα μάτια μου δεν άντεξαν να μην δοκιμάσουν. Άνοιξα την πρώτη σελίδα, την διάβασα και έπειτα άλλαξα σελίδα να πάω στην πάνω παράγραφο. Δίπλα μου, το σκοτάδι παραδόθηκε σε ζεστές ακτίνες, άλλαξα ξανά σελίδα και είδα τα παράλια της Σαρακήνας, γύριζα-γύριζα και ο ναυτικός εμπρός μου γερνούσε απότομα, τρόμαξα, είδα το δέρμα μου που τσίτωνε από σημάδια ηλικίας ! Το έκλεισα απότομα. Ήμασταν έξω από το σταθμό του Τσιμπουτί, σταματημένοι και ακίνητοι… δεν έχω κουράγιο να συνεχίσω την διήγηση. Καταλαβαίνεις καλέ μου φίλε, ότι με το βιβλίο κλειστό την επιστολή αυτή για να την γράψω έκανα έξι μήνες, για να την ταχυδρομήσω τρεις μέρες και για να φτάσει σε εσένα αρκετούς μήνες. Αν ταξιδέψεις ποτέ προς την Αφρική, έλα να με πάρεις. Τρομάζω και μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να αλλάξω σελίδα.»
Εδώ κόβεται η επιστολή … 

10/2/11

Απόγευμα, νύχτα και βράδυ

Απόγευμα, νύχτα και βράδυ. Απέναντι, μια κυρία ψηλή με δεμένους ώμους γύρευε το χαμόγελο, έζησα λέει μαζί με τον άνδρα μου μια υπέροχη ζωή στην Ρουμανία, την δική του φυσικά, προς τι η ερώτηση! Δίπλα του, σε κάθε αγώνα. Αυτός να τρέχει και εγώ να του φοράω το κασκόλ να μην κρυώσει. Κουβαλούσα ξύλα, ετοίμαζα φαί, καθάριζα το σπίτι, αυτή ήταν η ζωή μου. Και αν καμιά φορά έφερνε δουλειά στο σπίτι, εγώ κρατούσα τα παιδιά, να έχει ησυχία. Ήταν δάσκαλος, ένας υπέροχος δάσκαλος.. Περίεργο, της λέω, πολύ περίεργο, δεν έζησες, το ξέρεις; Γύρισε το κεφάλι στο παράθυρο τάχα ενοχλημένη...
Δίπλα της, μια κοπελίτσα, ξέρεις με εκείνο το βαμμένο μαλλί και το στενό κολλάν που μαρτυρά τα πάντα. Μα εκείνα τα μάτια, εκείνα τα χαμένα μάτια μέσα στο μελαχρινό κορμί με έκαναν να την παρατηρώ για ώρα • σαν να περιείχαν ένα μήνυμα που περίμενε να το αποκωδικοποιήσω. Ήταν να πιάσω δουλειά σε ένα εμπορικό. Δεν έκατσε, μου είπε. Ζητούσαν να ξέρω και Αγγλικά, ΄κάναν περατζάδα τουρίστες βλέπεις. Καταλαβαίνω, της απάντησα. Και τώρα; Τώρα. Τίποτα, κατέβασε το κεφάλι. Αν είχα τελειώσει το λύκειο, κάτι θα είχα στα χέρια μου, αλλά βλέπεις… Περίεργο της λέω, δείχνεις ότι θα τα καταφέρεις αλλά έχεις χάσει το θάρρος σου.. Αυτά τα καλόβολα ψέματα πάντα με ενοχλούσαν.. Στα αρχίδια μας, απάντησε ο διπλανός μου• ψηλός με χαραγμένο αυλάκια στο πρόσωπο. Σκληρός. Με μάτια βουτηγμένα στην θλίψη, σαν κουλουράκια μαυριδερά μέσα σε τσάι. Στα αρχίδια μου όλοι σας, βροντοφώναξε αλλά η φωνή του ήταν πιο χαμηλωμένη, πιο τρυφερή από όσο πίστεψα στην αρχή. Περίεργο, σκέφτηκα, καταφέρνει να δείχνει και να μην δείχνει ταυτόχρονα… Κράτησα όμως την σιωπή μου και τις σκέψεις που σύντομα διακόπηκαν από ένα ψηλό παλικάρι, με παντελόνι παραλλαγής στρατιωτικό, κασκόλ με κίτρινες αποχρώσεις και μαλλί ξυρισμένο στην βάση που μόλις μπήκε στο βαγόνι. Στάθηκε στο κέντρο. Όμορφο παλικάρι, λεβέντικο, είπα από μέσα μου. Μας κοίταξε όλους με θρασύτητα. Τον παρατηρούσα, όμορφο παλικάρι, πολύ όμορφο. «Καλησπέρα σας και συγνώμη για την ενόχληση. Είναι τοξικομανής και έχω AIDS, δεν κλέβω, προτιμώ να εξευτελίζομαι εδώ μπροστά σας, πέφτω στα πόδια σας, σας εκλιπαρώ…» Περίεργο λέω, πολύ περίεργο.. να δεις, κάτι σφίχτηκε μέσα μου εκείνο το απόγευμα, νύχτα και βράδυ…


22/9/10

Δεξιά την κεφαλή..

Λέγεται ότι ο πατέρας του παιδιού ήταν άνεργος, άλλοι ότι απλώς τις νύχτες άκουγε απαλή τζαζ με μπίρες με αποτέλεσμα όλη την ημέρα να κουβαλάει την μέθη της νύχτας. Πάντως το θέμα ήταν ότι ήταν πολύ σκληρός με όλους και πρωτίστως με τα παιδιά του.

Κάποιοι λέγαν ότι αυτή η βιαιότητα, η απαράδεχτη για τα κοινωνικά δεδομένα μας συμπεριφορά δεν ήταν κάτι άλλο παρά το αποτέλεσμα παιδικών τραυμάτων, άλλοι πάλι – ειδικοί στην ψυχανάλυση – θεωρούσαν ότι τέτοια συμπεριφορά δεν θα μπορούσε να έχει σχέση με την παιδική ηλικία του ανθρώπου αυτού, αλλά προερχόταν από κοινωνικές συνθήκες ενηλικίωσης όπως ανεργία, χαμηλό βιωτικό επίπεδο και τα λοιπά. Όχι ότι όλα αυτά έχουν τελικά σημασία, καθότι στην πραγματικότητα κάνεις δεν μπορούσε να πει κάποια σίγουρη και εξακριβωμένη ιστορία σχετικά με αυτόν τον άνθρωπο, όλη τους η υπόθεση στηριζόταν σε φήμες, όπως αυτή :

Κάποιο πρωινό ο μικρός γιος του έκλαιγε και ούρλιαζε γιατί δεν ήθελε να πέσει στην πισίνα του δημοτικού κολυμβητηρίου. Ο προπονητής έκανε ότι μπορούσε να πείσει τον μικρό, του έφερε παιχνίδια, φουσκωτά, του υποσχέθηκε πτώση από την τσουλήθρα. Τίποτα, ο μικρός ήταν ανένδοτος στην αρχική του απόφαση να μην μπει στο νερό, βάζοντας σαν μοναδικό του όπλο τα κλάματα. Έτρεξε μάλιστα κάνα δυο φορές προς τον πατέρα του να τον πάρει από εκεί μέσα, αλλά ακόμα και εκεί βρήκε σκληρό τοίχο μπροστά του. Ο πατέρας, άρχισε να τον βρίζει και να του λέει ότι οι άντρες δεν κλαίνε! Τον έσπρωχνε με το χέρι να πέσει πάλι στην πισίνα, εκείνος έκλαιγε ακόμα πιο δυνατά γιατί έβλεπε, αλίμονο, δεν υπήρχε κάποιος να τον υποστηρίξει! Ακόμα και ο ίδιος ο πατέρας, ο μόνος που θεωρητικά τον καταλάβαινε, τον έβριζε με τα χειρότερα λόγια και τον έσπρωχνε να πέσει πάλι μέσα.
Ώσπου ο πατέρας νευρίασε πιο πολύ και τον έπιασε από τις μασχάλες και βρίζοντας του την μάνα του και τα θεία τον πέταξε με δύναμη μέσα στην πισίνα σαν να ήταν ένα τσουβάλι που το πετάει κάποιος πιο πέρα. Με την ίδια απάθεια, με την ίδια δύναμη! Το παιδί έκανε τόξο και έπεσε με το κεφάλι μέσα στο νερό που έπνιξε το δυνατό ουρλιαχτό του. Ευτυχώς φορούσε ζώνη για να επιπλέει και έτσι σύντομα βγήκε πάλι το κεφάλι έξω κλαίγοντας και ουρλιάζοντας. Η προπονήτρια δεν άντεξε, του έδιωξε και τους δύο, πατέρα και γιο ... ο πατέρας έφυγε νευριασμένος όπως δηλαδή είχε έρθει, ο γιος σπασμένος στα τέσσερα. Από εγωισμό, από φόβο για τα νεύρα του πατέρα και από την άκαρδη τιμωρία των δέκα ημερών που του επέβαλε ο πατέρας του την ώρα που έκλεινε η πόρτα του κολυμβητηρίου. Κάνεις δεν μπορεί να φανταστεί το είδος της τιμωρίας..

Χρόνια μετά, ο γιος μεγάλωσε, έφυγε από την πόλη και έτσι χαθήκανε τα ίχνη του, μέχρι που έπεσε στα χέρια μου εκείνο το απόκομμα της εφημερίδας για τον δολοφόνο από την Τεργέστη, το μέρος δηλαδή που μεγάλωσε ο μικρός. Ο δημοσιογράφος μιλούσε με δέος, για το τέρας που σκότωσε τους γονείς του και αργότερα μια κολυμβήτρια που έτυχε να βγει μαζί του. Η φωτογραφία όμως δεξιά του άρθρου τον αδικούσε πολύ.
Σαν παιδί ήταν ένα γλυκύτατο αγόρι..!

31/8/10

Οι δύο γέροι..



Οι πόρτες έκλεισαν, δυο καρέκλες άδειες. Η μία απέναντι απο την άλλη. Το τρένο ξεκίνησε, τα πάντα κουνήθηκαν. Απο την στάση στην κίνηση και απο εκεί στο τρίξιμο του μέταλλου με τον δρόμο. 
Κοίταξα στην άλλη σειρά. Ψηλή γύρω στα πενήντα, μακρύ μαλλί μαζεμένο πίσω σαν χρυσό στάχυ δεμένο με κορδέλα, στα χέρια ένα μικρό βιβλίο. Φακίδες στο πρόσωπο, δεμένο, δουλεμένο αλλά προσεκτικά βαμμένο.
Απέναντι ένα μουστάκι με ένα κύριο πάνω του, καπέλο με το νούμερο 34 ραμμένο, πράσινο με κίτρινες ρίγες, κοντό παντελόνι που έκρυβε ένα πνιγμένο πράσινο πουκάμισο . Απο κάτω τρίχες και λαστιχένια παντόφλα. Μάλλον κοιτούσε μαζί με το μουστάκι, τους δύο γέρους απέναντι.
Προσπάθησα να τους ξεχωρίσω, ίδιοι έμοιαζαν. Με τις ζάρες τους, το χαμένο χαμόγελο και το άσπρο πουκαμισάκι τους. Συμπαθητικοί.
Έπαιζαν την τελευταία τους παράταση. Είναι φανερό, στην επόμενη άντε στην παραεπόμενη στάση θα τους συναντούσε ο Χάρος. Μόνο έτσι μπόρεσα να εξηγήσω το χαμόγελο τους. Μας είχανε όλους κοροιδέψει, ακόμα και τον χρόνο που πιθανόν να έχασε τούτο το δρομολόγιο. Κάθε λεπτό είναι κέρδος, μου είπε ο ένας..

"Κατεχάκη" Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή..

Κατέβηκα..

11/6/10

Στου Παναή..


Εκείνος ογδοήκοντα, εγώ εβδομήκοντα οχτώ και δύο τέταρτα του χρόνου. Σαφώς μεγάλη διαφορά ηλικίας. Χάος γενεών θα έλεγα. Εκείνος, γκρινιάρης, εγώ μαγκούφης, τίποτα δεν έχει να ζηλέψει ο ένας από τον άλλο, εκτός από εκείνον δα τον μεζέ που σαν πιο χονδρός από εμένα τσακίζει με δύο μασέλες. Την άνω και την κάτω. 
Ενίοτε πέφτει η πάνω, την στέλνει για επισκευή και επιστρέφει δριμύτερος. Έτσι , κάθε απόγευμα τα κουτσολέμε. Σε εκείνο το καφενέ, στις πέντε ακριβώς. Σαν χάπι. Τέσσερεις και πενήντα κατηφορίζω, δεν έχω να δώσω λογαριασμό. Εκείνος έχει μια γυναίκα που τσακώνετε συνέχεια, αλλά δεν δίνει σημασία, μόνο ότι μπορεί και κατηφορίζει τα σκαλιά μέχρι τον καφενέ του αρκεί για να σταματήσει την γκρίνια. Όταν λέμε σταματήσει την γκρίνια, εννοούμε πάντα για την γυναίκα. Τις άλλες γκρίνιες τις έχει πρόχειρες στην τσέπη, σαν φιστίκια. Κάθε τρείς και λίγο τσιμπάει μία και πριν προλάβεις την έχει πει. Μα τον αγαπάω τον μπάσταρδο, τα τελευταία τρία χρόνια μου έχει γίνει απαραίτητος.

Να έτσι περνάνε τα απογεύματα στου Παναή τον καφενέ. Πότε οι δυό μας, πότε ο Στρατηγός, πότε ο Χριστάρας.. περνάει το απόγευμα..

8/5/10

Θεωντόρ


«Είμαι ο Θεωντόρ ο τελευταίος γιος του Μάνφιτ. Γεννήθηκα ένα βράδυ του δέκατου φεγγαριού, μια νύχτα ξάστερη και σιωπηλή. Η μάνα μου με μεγάλωσε αγωνιστή και ο πατέρας μου με προίκισε την τέχνη του πολέμου. Το κυνήγι, την επιβίωση, σμίλεψε στα ατσαλένια μου μπράτσα και με έμαθε να επιζώ κάτω από όλες τις συνθήκες, στο κρύο, στην ζέστη, στο χιόνι, και στην πείνα.
Δεκαοχτώ επί δώδεκα κύκλους του φεγγαριού μέτρησε ο μάγος Τσάου για να μου χαράξει στο στήθος με καυτό σίδερο και μαύρη μπογιά το σημάδι της ενηλικίωσης. Ήμουνα πλέον έτοιμος να πάω το μεγάλο ταξίδι. Έπρεπε να ταξιδέψω δώδεκα γεμάτα φεγγάρια μέχρι το τέλος της γης και να γυρίσω ζωντανός. Και το έκανα!
Τώρα που θα μπω στον καταυλισμό, ο πατέρας θα με χρίσει αρχηγό της φυλής και η φυλή μου θα με αγκαλιάσει ζεστά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο συναίσθημα από αυτό..»

**

Ένα άλογο κουρασμένο με τα γκέμια πεσμένα και βαρύ βηματισμό, μπήκε στον έρημο δρόμο του καταυλισμού. Ο καπνός ακόμα ήταν ζεστός πάνω από τις φωτιές και τα παιδιά τρέχανε από τη μία σκηνή στην άλλη σαν παλαβά. Μια εικόνα αλλοπρόσαλλη παρουσιάστηκε μπροστά του. Τα άλογα ήταν σφαγιασμένα και παντού πτώματα πολεμιστών, γυναίκες με σκισμένα ρούχα, φωτιά, καπνός και κλάμα γεμίζανε τα αυτιά του. Το σώμα του Θεωντόρ ήταν κατάκοπο από το μεγάλο ταξίδι, αλλά τα μάτια του σαν είδαν την καταστροφή πετάχτηκαν από τις κόγχες έκπληκτα. Σταμάτησε ένα πιτσιρίκι και το πίεσε να μάθει, που είναι οι υπόλοιποι, τι έγιναν οι γυναίκες, που είναι ο πατέρας του, ποιος έκανε αυτή την καταστροφή .. και οι απαντήσεις τον λύγισαν τον έριξαν στα γόνατα, κάτω να ουρλιάζει..

Ο αιμοδιψης βασιλιάς Φιόρ με τα στρατεύματα του, κατέστρεψαν την βλάστηση, ρίξανε φαρμάκια στους ποταμούς, γδάρανε τα ζωντανά, κλέψανε το σιτάρι. Και σαν η μάχη έγινε, από τα σκληροτράχηλα κορμιά τα ιδρωμένα, πετάχτηκαν από μέσα τους όλα τα σωθικά τους. Ο πατέρας του έφτασε σχεδόν μέχρι το κάστρο, μα είκοσι βέλη στην σειρά, το έκαναν να πέσει από το άλογο του. Το κεφάλι του έγινε λάβαρο στα χέρια του εχθρού του.. Οι γυναίκες βιάστηκαν και σφαγιάστηκαν να μην γεννήσουν ποτέ πια σπόρο…

Κοίταξε τον ουρανό, αυτό που έγινε δεν υπήρχε στις προφητείες, ο άνθρωπος σκότωσε άνθρωπο. Μια απελπισία, μια κραυγή του γέμισε τα σωθικά, γέμισε τον καταυλισμό και αγκάλιασε τα δέντρα. Οι σκίουροι κρύφτηκαν, τα πουλιά πέταξαν μακριά..

Έζωσε στο άλογο ένα κάρο που ήταν εκεί παρατημένο, το γέμισε με ότι όπλα βρήκε, σπαθιά, φαρέτρες, ακόντια και τόξα και καβάλησε να φύγει. Ανακατεμένος, με το κεφάλι σκυφτό βγήκε από τον καταυλισμό ξεκίνησε για το βουνό. Το είχε αποφασίσει, η οδύνη δεν μπορούσε να τον βρει ξαπλωμένο κάτω από τα αστέρια να κλαίει, δεν μπορούσε να τον βρει ο ήλιος θλιμμένο. Η συνέχεια είχε γραφτεί στους ουρανούς με ατσαλένια γράμματα. Θα πήγαινε να βρει την ψυχή του πατέρα του, ακόμα και ήταν αναγκασμένος να επιτεθεί μόνος του στο κάστρο. Η δίψα για εκδίκηση τον έκανε δυνατό, απάνθρωπα κενό από σκέψεις, η ζωή του υπήρχε πλέον μέχρι να πολεμήσει αυτούς που κάνανε το κακό.

Το ίδιο απόγευμα έφτασε σε ένα ξέφωτο και ο μόνος ήχος που ακουγότανε ήταν από ένα ρυάκι εκεί δίπλα που στάλαζε γάργαρα τα νερά του. Ξάπλωσε στο έδαφος και έβλεπε τον μενεξεδένιο ήλιο να μαζεύεται στον δίσκο του, ώσπου εξαφανίστηκε. Η κούραση του ταξιδιού, νίκησε τις σκέψεις του και αφέθηκε στο ύπνο με σκέπαστρο τον έναστρο ουρανό.

Σαν ο ήλιος ακούμπησε σταθερά τα πόδια του στον ουρανό βρήκε τον Θεωντόρ να ετοιμάζεται να ξεκινήσει για το τελευταίο του ταξίδι. Το άλογο κατηφόρισε αργά το βουνό σέρνοντας το ξύλινο κάρο πίσω του, αγόγγυστα. Δεν άργησε να φτάσει στους πρόποδες όταν είδε ένα γέρο τυλιγμένο σε μια πλεχτή κουβέρτα να κάθεται πάνω σε ένα μικρό βράχο. Τα μάτια του ήταν κλειστά και στο ένα χέρι κράταγε σφιχτά ένα ραβδί από ελιά.

- Τι κάνεις εδώ γέρο, τον ρώτησε ο Θεωντόρ.

Ο γέρος άνοιξε τα μάτια του, παρατήρησε τον νέο πάνω στο άλογο, κοίταξε προσεκτικά τα όπλα που κουβαλούσε στο κάρο.

- Εγώ ξέρω τι κάνω εδώ! Εσύ ξέρεις που πηγαίνεις;
- Πως δεν ξέρω! Απάντησε θαρρετά ο Θεωντόρ και πρόσθεσε : Φαίνετε ότι δεν ξέρεις τι συνέβη στον καταυλισμό μου, δεν ξέρεις για τον Βασιλιά Φιόρ..
- Ξέρω, απάντησε απαλά ο γέρος, ξέρω .. και αυτά που ξέρω είναι αρκετά για να σου πω ότι είσαι ένας ανόητος.

Ο Θεωντόρ πειράχτηκε, τινάζοντας το σώμα του απάντησε θυμωμένα.

- Τι λες γέρο! Σκοτώσανε τον πατέρα μου, βιάσανε τις αδελφές μου! Τι μεγαλύτερες αδικίες μπορεί να κάνει άνθρωπος στην γη και να μην του αξίζει η τιμωρία; Σαν τιμωρός πηγαίνω στο κάστρο!
- Τι χειρότερο σε αυτήν την γη, από έναν ανόητο που νομίζει ότι ο πόλεμος βγάζει κάπου!. απάντησε ο γέρος και έκλεισε πάλι τα μάτια του.
- Έχεις χάσει τα λογικά σου γέρο .. ένα σαρκαστικό γέλιο πλημύρισε το πρόσωπο του Θεοντώρ.
- Εγώ έχω χάσει τα λογικά μου ή εσύ που πας να πολεμήσεις χιλιάδες στρατιώτες κρατώντας πόσα; Δύο σπαθιά και ένα τόξο; ένας εναντίον ολόκληρου κάστρου; Ποιος από τους δυο μας είναι ο παράλογος ;
- Αυτή είναι η μοίρα μου!
- Αυτή είναι η ανοησία σου, η μοίρα σου είναι να γίνεις σπουδαίος όπως το κάθε τι σε αυτή την γη.
- Και δεν είναι σπουδαίο να εκδικηθώ, να νιώσει ευχαριστημένος ο πατέρας μου από εκεί που είναι ;
- Σπουδαίο είναι να δει ο πατέρας τον γιο του ολόκληρο όχι κομμάτια στις τρεις γωνιές της γης! Αλήθεια πιστεύεις ότι θα καταφέρεις κάτι μόνος σου ;
- Και τι να κάνω; Έχεις κάποια ιδέα πώς να τους νικήσω ; πως θα ξεπλύνω την ντροπή ;
- Ναι έχω, αλλά αυτό που έχω δεν θα ξεπλύνει την ντροπή σου, θα επαναφέρει την τάξη στον κόσμο, θα αποτρέψει άλλες αιματοχυσίες και ο κόσμος θα γίνει μονιασμένος και αγαπημένος. Αλλά εσύ δεν έχεις τέτοιες σκέψεις στο μυαλό σου. Προχώρα ανόητε και σαν πεθάνεις και εσύ από τα βέλη, όπως ο πατέρας σου, κανείς δεν σε θυμάται, κανείς δεν θα έχει να πει μια καλή κουβέντα για σένα, θα απορροφηθείς από το μελάνι της ιστορίας και η λήθη θα καταπιεί την ύπαρξη σου.

Ο θεοντώρ έμεινε σκεπτικός για λίγο. Και τι προτείνεις ; τον ρώτησε και τα μάτια του στένεψαν από απορία.

- Πέταξε όλα τα όπλα από το κάρο και γέμισε το με λουλούδια, μαργαρίτες, τριαντάφυλλα και ήλιους. Διάλεξε λουλούδια με ζωντανά χρώματα, μην πάρεις αγριόχορτα ή τσουκνίδες και πήγαινε εκεί. Αν κάνεις αυτό, οι θεοί θα είναι μαζί σου.
- Είσαι τρελός γέρο το ξέρεις ; ένα γέλιο δυνατό γέμισε την πλάση..
- Είμαι. Απάντησε σοβαρά ο γέρος. Αλλά και όχι πιο τρελός από εσένα που πηγαίνεις να τα βάλεις με ένα στρατό. Κανένα ξίφος, καμία ασπίδα δεν σε γλυτώνει. Μόλις εμφανιστείς στον ορίζοντα, έφυγες, έγινες καπνός και εσύ και η εκδίκηση σου. Η βία με βία δεν νικιέται, ο φόβος δεν νικιέται με το φόβο αλλά με την αγάπη, αυτό σίγουρα δεν στο έχουν διδάξει ..

Τα τελευταία λόγια του γέρου έσβησαν από τον θόρυβο του κάρου που κυλούσε πάνω στον κακοτράχαλο δρόμο. Ένα χλιμίντρισμα ακόμα και ο γέρος έμεινε πίσω στον βράχο σαν την ανάμνηση .. Δεν είχε νόημα να κάτσει να τον ακούσει, ήταν φανερό ότι για τον νου του Θεοντώρ ο γέρος είχε χάσει τα λογικά του.

Δυο μέρες μετά έφτασε έξω από το κάστρο του Βασιλιά Φιόρ. Καθόταν σε ένα σημείο, κάτω από ένα πεύκο από όπου δεν μπορούσαν να τον δούνε από τις πολεμίστρες οι στρατιώτες και όπου εκείνος μπορούσε να δει καθαρά το θηρίο που θα πολεμούσε.

Το κάστρο ήταν τεράστιο, μεγάλες πλίθινες πέτρες και μάρμαρα ασήκωτα στεριώνανε την κατασκευή του. Από ένα υπολογισμό, μέσα θα είχε πάνω από σαράντα χιλιάδες στρατιώτες, άλογα, όπλα και βαρύ οπλισμό όπως καταπέλτες και άλλα. Ένα ρίγος τον διαπέρασε βλέποντας το μέγεθος του εχθρού. Δεν πρέπει να φοβάμαι σκέφτηκε αλλά η σκέψη αυτή ήταν τόσο μικρή όσο ένας κόκκος σκόνης. Κάθισε κάτω και κοίταξε τα όπλα του. Φάνταζαν τόσο λίγα. Έφερε την μορφή του πατέρα στο νου. Αλλά ούτε και αυτό τον έκανε να ξεχάσει τον φόβο του. Μια εσώτερη αηδία τον γέμισε, αηδία για τον ανθρώπινο φόβο για τις σκέψεις εκείνης της ώρας. Σκέφτηκε τα λόγια του γέρου. Ακόμα και αν πάρ΄ ελπίδα νικούσε σε αυτήν την μάχη, αν και απίθανο, τι θα γινόταν από εκείνη την στιγμή και μετά; Τον ίδιο φόβο δεν θα μετέδιδε και εκείνος με την σειρά του παρακάτω; Ποιος θα τον πλησίαζε ; μήπως ο φόβος και ο τρόμος είναι σαν την ασθένεια; Την μεταδίδεις ή την νιώθεις από κάποιον που έχει καταβληθεί από φόβο;. Ναι είναι άσχημο αυτό το συναίσθημα και τελειωμό δεν έχει.

Γεννήθηκα πολεμιστής, φώναξε και σηκώθηκε ορθός, μα σαν το αγέρι φύσηξε πιο δυνατά, η σκέψη, το κορμί του ξεφούσκωσε. Και ανόητος, πρόσθεσε και έκατσε κάτω. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια του, τα ακούμπησε με τα χέρια του, τα έφερε στο φως. Γιατί ένας πολεμιστής να κλαίει; Άμα ήμουνα πραγματικός πολεμιστής, δεν θα έπρεπε να έχει το σώμα μου μέσα δάκρυα, μόνο δύναμη.. άρα δεν είμαι τόσο πολεμιστής όσο νομίζω. Και φοβάμαι και κλαίω, δεν διαφέρω από ένα ανόητο παιδί που πιστεύει ότι του λένε ..

Σηκώθηκε όρθιος με μια σκέψη τελευταία στον νου. Ίσως έτσι γίνω δυνατός.. και σπουδαίος.. σκέφτηκε και άρχισε να κόβει λουλούδια από γύρω του. Σαν μάζεψε αρκετά, τα έφερε κοντά στο κάρο, το άδειασε από όπλα, πέταξε το σπαθί του μακριά και γέμισε την καρότσα με λουλούδια. Μάζεψε ακόμα λίγα να γίνει σαν στρώμα παχύ, πέρασε στον λαιμό του αλόγου ένα στεφάνι από κίτρινες μαργαρίτες και στα μαλλιά του έβαλε ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν την φωτιά. Σαν τελείωσε ιδρωμένος, μια ανεξήγητη ευφορία τον κατέλαβε, ο φόβος είχε γίνει στάχτη πλέον. Χαμογέλασε.

Καβάλησε το άλογο και το πρόσταξε να ξεκινήσει. Κανείς δεν ξέρει αν τα άλογα καταλαβαίνουνε, αλλά αυτό το άλογο από εκείνη την στιγμή χλιμιντρούσε περήφανα και περπατούσε αρχοντικά, σαν να έσερνε κάτι πολύτιμο ..
**
Η θέα ενός ανθρώπου πάνω σε άλογο, σέρνοντας ένα κάρο γεμάτο λουλούδια, μόνο γέλια έφερε στους στρατιώτες από ψηλά. Στην αρχή τράβηξαν τα τόξα, μα σαν είδαν καλύτερα ένα γέλιο τους αγκάλιασε όλους. Για να πολεμήσει ήρθε τούτος ! φωνάξανε και πέσανε κάτω από τα γέλια. Να ενημερώσουμε τον Βασιλιά! Φώναξε ένας άλλος. Και έτσι έγινε.

Μέσα στον χρυσό-καλούπωτο θρόνο, ζωσμένος με πανάκριβα ρούχα και πίνοντας με τον ένα χέρι ένα ποτήρι από μια σπάνια γεύση κρασιού, ο Βασιλιάς Φιόρ άκουσε με προσοχή την αναφορά του Λοχαγού για τον περίεργο εισβολέα, όπως και τα γέλια που προκάλεσε στους στρατιώτες. Κάλεσε αμέσως σοβαρός, τον στρατηγό, τον διευθυντή επιχειρήσεων και τους συμβούλους του.
Σαν μαζευτήκαν όλοι τους είπε με ύφος σοβαρό.

- Αυτός ο άνθρωπος είναι ο Θεοντώρ γιος του Μάνφιτ που σκοτώσαμε πρόσφατα σε μάχη. Σύμφωνα με τον κώδικα τιμής της φυλής του έπρεπε να μας πολεμήσει, αλλά αυτός ήρθε εδώ σέρνοντας ένα κάρο .. λουλούδια! Τι σας λέει αυτό ;

Γέλια γεμίσανε την αίθουσα συνεδριάσεων, μα σύντομα κοπάσανε σαν είδανε το σοβαρό πρόσωπο του Βασιλιά.

- Ανόητοι! Τους φώναξε. Δεν καταλαβαίνετε τι γίνεται εδώ;
- Όχι! Ψέλλισε ο στρατάρχης, γιατί πρέπει να το πάρουμε σοβαρά το ζήτημα ;
- Αν οι Θεοί θέλανε να μας μεταφέρουν ένα μήνυμα τι θα στέλνανε : στρατό να μας πολεμήσει ή έναν λουλούδο-φορεμένο σαν και τούτον ;
- Θέλετε να πείτε ότι είναι απεσταλμένος των θεών; Ρώτησε ο Στρατηγός με απορία
- Είναι φανερό! Τι άλλο μπορεί να είναι ; παρά ένα μήνυμα από τους Θεούς. Με παραλήπτη εμάς! Τους ανίκητους. Είναι φανερό ότι οι Θεοί δεν θέλουνε να πολεμάμε άλλο. Η αποστολή μας ήταν μέχρι εδώ! Και αν οι Θεοί αυτό θέλουν, εγώ δεν θα τους πάω ανάποδα, δεν θα προκαλέσω την οργή τους!
Ένα σούσουρο γέμισε την αίθουσα. Ώσπου πετάχτηκε ο σύμβουλος ο πονηρός και πλησίασε τον Βασιλιά.
- Ω Βασιλιά, είναι σοφό αυτό που σκέφτηκες, μα τα χίλια φεγγάρια δεν πήγε το μυαλό μας εκεί, αλλά μήπως δείξουμε αδυναμία αφήνοντας αυτόν τον άοπλο να ζήσει ; μήπως εκμεταλλευτούν οι εχθροί μας, αυτήν την διορατικότητα σας ;
- Αν τον σκοτώσουμε, η οργή των Θεών θα πέσει πάνω μας! Αυτός θα γίνει μάρτυρας, θα γίνει σύμβολο και θα οδηγήσει σε επανάσταση. Αν τον αφήσουμε να ζήσει, το θέμα ξεχνιέται και ταυτόχρονα δείχνουμε ένα καλό πρόσωπο σε αυτούς μας κατηγορούνε για βαρβαρότητα. Τα πάντα είναι πολιτική, μην το ξεχνάς. Μπορεί να σκοτώσουμε χιλιάδες ένοπλους, κανείς δεν θα πει ότι είναι παράλογο, αλλά άμα σκοτώσεις έναν άοπλο που κρατάει λουλούδια, αργά ή γρήγορα η εξουσία μου θα χαθεί.. σκέψου το..
-Είσαι σοφός Βασιλιά μου και το μυαλό σου είναι το πιο φωτεινό όλων μας. Απάντησε ο σύμβουλος και λούφαξε στην γωνιά του.
-Και τι θα κάνουμε τότε; Ρώτησε ο Στρατηγός ενοχλημένος που δεν θα σκοτώσουνε τον Θεοντώρ.
-Βάλτε τον μέσα, πετάξτε όλα τα όπλα από το κάστρο έξω σαν κίνηση καλής θέλησης, και φερθείτε του σαν Θεό επί της γης! .. και φέρτε τον να του μιλήσω..

Ο Θεοντώρ, πλέον δεν ένιωθε φόβο ακόμα και αν τον σημαδεύανε χιλιάδες τόξα από μέσα από το κάστρο. Μπορούσε να δει τα πρόσωπα των στρατιωτών από τις πολεμίστρες καθαρά από εκεί που ήταν, αλλά και πάλι δεν φοβόταν τίποτα, αντιθέτως μια παράξενη ευφορία τον είχε πλημυρίσει από την κορφή μέχρι τα νύχια. Ξάφνου είδε το εξής παράδοξο:

Από κάθε γωνιά του κάστρου, ο κάθε στρατιώτης πετούσε τα όπλα του από ψηλά στο έδαφος! Άνοιξε η ξύλινη πύλη και μια συνοδεία από στρατιώτες άοπλοι τον κύκλωσαν και τον συνοδέψανε μέσα στο κάστρο. Του έδωσαν φαγητό, χωρίς να του μιλάνε και μετά τον οδηγήσανε στην αυτοκρατορική αίθουσα να δει τον Βασιλιά. Προτού βγει ο βασιλιάς από τα ιδιαίτερα του, όλοι ανεξαιρέτως αποσύρθηκαν από την αίθουσα έτσι ώστε να μείνουνε μόνοι ο Βασιλιάς και ο Θεοντώρ, όπως τους είχε προστάξει.

Ο ήλιος έπαιζε τις ακτίνες του μέσα από τα μικρά παράθυρα, χαϊδεύοντας μια τα αγάλματα που υπήρχαν στον χώρο, μία το πανάκριβο μαρμάρινο μωσαϊκό. Μια πόρτα ξύλινη με χρυσαφί ζωγραφιές άνοιξε διάπλατα και βγήκε ο Βασιλιάς από μέσα, περπατώντας με αργά βήματα.

Ο Θεοντώρ έμεινε ξέπνοος σαν τον είδε!

Ήταν ο γέρος που είχε δει στον βράχο, μόνο που αυτή την φορά ήταν ντυμένος πιο πλούσια και στο κεφάλι φορούσε ένα στέμμα διακοσμημένο με πανάκριβα ρουμπίνια και διαμάντια .. Ο γέρο Βασιλιάς Φιόρ σαν είδε την αντίδραση του σαστισμένου Θεοντώρ γέλασε δυνατά και μετα απο λίγο είπε με ύφος ωριμασμένης σοφίας :

"Νόμιζες ότι η πίστη σου σε έφερε εδώ, έτσι ; Δεν έχει σημασία, αυτό που ήθελα να πιστέψεις είναι ότι πράγματι η πίστη κάνει θαύματα. Τώρα αν είναι μια κάλπικη λίρα.. μη το σκέφτεσαι. Εγώ ότι ήθελα να κάνω, το έκανα. Με την δική σου πίστη που εγώ κατασκεύασα, σταμάτησα τους πολέμους και μπορώ να παραιτηθώ ήσυχα, χωρίς να με κατηγορήσει κανείς για δειλία. Είναι βλέπεις "Θέλημα Θεού!!".
Κάποιες φορές η μοίρα είναι ένα παιχνίδι στα χέρια του ήλιου.. και τι φωτεινότερο από την πολιτική..!"

Σκέψου ότι είσαι αρκετά δυνατός για να έχεις τσέπη, αυτό σκέψου!

20/2/10

Η Ησυχούπολη..


Ο Δήμαρχος της Ησυχούπολης, έξυνε το κεφάλι του αμήχανα σε κάθε λέξη της κυρίας Μαντσεστερ.

«Μα όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες συμφωνούν να περάσει ο δρόμος, μπροστά απο το σπίτι τους..» μουρμούραγε χαμένα ψηλαφώντας ένα ποτήρι με νερό που είχε δίπλα του. Τα λιγοστά μαλλιά του, έδειχναν μαραμένα, το χοντρό κορμί του σφιγγόταν απο την ένταση..
«Εγώ δεν θέλω! Δικαίωμα μου είναι!»
«Μα δεν καταλαβαίνω, γιατί;» ξαναρωτούσε ο Δήμαρχος και σιγοέπινε τάχα αδιάφορα το νερό μπροστά του.

«Γιατί μαζί με τους άλλους ανθρώπους που θα περπατάνε στον δρόμο, θα περπατάν και κλέφτες! Και δεν έχω καμία όρεξη μια μέρα να αποφασίσουν να μου ανοίξουν το σπίτι..!» Αυτή η εμφανισιακά ήσυχη γυναίκα είχε μεταμορφωθεί σε τερατόμορφο πλάσμα απο τον θυμό. Τα χέρια της έμοιαζαν με πλοκάμια, που στην άκρη τους είχαν γάτζους, τα δόντια της κιτρινα και ακονισμένα και σάλια λυσσας έτρεχαν στο μακρουλό πηγούνι της. Έτσι την έβλεπε ο Δήμαρχος εκείνη την ώρα και μια χλωμάδα του ήρθε στο πρόσωπο..

«Μα αν δεν έχει τσιμεντένιο δρόμο, δεν θα περπατήσουν οι κλέφτες; Μόνο σε τσιμέντο πατάνε τούτοι;Δεν είναι λογικό...»
«Τέλος! Δεν έχετε να αποφασίσετε τίποτα. Συνεδρίαση δεν θά κάνετε, δεν υπάρχει περίπτωση να συμφωνήσετε σε κάτι που ΕΓΩ απαιτώ να μην γίνει..Εξάλλου είμαι νομικός και θα σας ταράξω στις μηνύσεις. Δεν θα μείνει έτσι το πράγμα.»
«Εχουμε δώσει προκαταβολές στην τεχνική εταιρία, θα χρειαστούν νέα κονδύλια να αλλαχθούν τα σχέδια και ξέρετε ότι δεν υπάρχουν. Οι μπουλτόζες είναι εκει έξω και περιμένουν. Δεν καταλαβαίνω, αφήστε να το συζητήσω με τους πολίτες. Δεν μπορώ να πάρω τέτοιες αποφάσεις μόνος μου..» σχεδόν παρακαλετά ο Δήμαρχος είπε τα λόγια αυτά και μαζεύτηκε στην καρέκλα του, μη μανιάσει τελείως η κυρία Μαντσεστερ και αρπάξει κανένα μπαλτά και τον κάνει φέτες. Δειλά τράβηξε το ποτήρι κοντά του ...

«Δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα. Είναι τελείως παράλογο να δεχτώ κάτι τέτοιο.. εκτός..» το πρόσωπο της έλαμψε...
«εκτός;» ο Δήμαρχος σηκώθηκε όρθιος..
«Εκτός, αν μου δώσετε αποζημίωση 120,000 ευρώ...»
«Α!» αναφώνησε ο Δήμαρχος. «Με 120,000 ευρώ, το θέμα λύνεται, έτσι ;..» είπε ο Δήμαρχος μέσα απο τα δόντια του και έφερε το χέρι στο πρόσωπο του μη τυχόν φάει καμία ανάποδη.

Η κυρία Μάντσεστερ δεν μίλησε.

«Καλά αφήστε να μιλήσω με τους πολίτες. Ποιος ξέρει, μπορεί να δεχτούν νέα κονδύλια να περάσει απο αλλού ο δρόμος..»  ξαναείπε ο Δήμαρχος και έδειξε την πόρτα στην κυρία.
«Φυσικά και δεν θα δεχτούν να πληρώσουν επιπλέον! Για χαζή με έχετε; Είμαι νομικός κύριε Δήμαρχε! Μην το ξεχνάτε και να μεταφέρετε ότι σας είπα και στους άλλους να μην διανοηθούν να συζητήσουν άλλη λύση εκτός του να πληρώσουν.. είτε εμένα, είτε για νέα σχέδια του δρόμου..» Με αυτά τα λόγια η κυρία Μάτσεστερ έφυγε με γρήγορα βήματα απο το δωμάτιο..
Ο Δήμαρχος το μόνο που πρόλαβε να δει είναι ένα χοντρό τέρας, να σέρνεται μέχρι την πόρτα, να σφηνώνει στην κάσα και να ξεγλυστράει έξω. Τελευταία δύο πλοκάμια έφυγαν σούρνοντας πίσω της, κάνοντας χαρακιές στο ξύλινο πάτωμα με τους ακονισμένους γάτζους..

«φφφ.. τι ήταν και αυτό σήμερα..» είπε και κατάπιε με βουλιμία το υπόλοιπο νερό ο Δήμαρχος..

Η συνεδρίαση έγινε, αλλά ο Δήμαρχος επέλεξε να μην αναφέρει τις απειλές της κ. Ματσεστερ. Ούτε ανέφερε ότι είναι νομικός, ούτε ότι με 120,000 ε το θέμα ξεπερνιέται. Τους παρακάλεσε, να πληρώσουν 200,000 ε επιπλέον για να αλλάξουν σχέδια στον δρόμο. Ο κόσμος, σκέφτηκε και αποφάσισε. Ναι, θα πληρώσουμε το παραπάνω κονδύλι να αλλάξουν τα σχέδια για να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Αμα ένας δεν θέλει, κανένας δεν θέλει, είπανε όλοι μαζί με μια φωνή και ο Δήμαρχος φούσκωσε απο υπερηφάνια για την ποιότητα σκέψης των δημοτών.
Την άλλη μέρα, οι εργασίες ξεκίνησαν με νέα σχέδια, άλλη διαδρομή και περισσότερα λεφτά. 

Η κυρία Μάτσεστερ πλησίασε τον Δήμαρχο..
«Ωστε φοβήθηκαν ε;»

Ο Δήμαρχος, ζωσμένος με μια παράξενη δύναμη που βάση της ήταν η περηφάνια και η εκδίκηση, καθόλου δεν την φοβήθηκε ετούτη την φορά. Την είδε όπως ακριβώς ήταν. Κοντή, με πονηρή ματιά, δύο χέρια αδύναμα και κορμί σφιχτά ντυμένο σε ένα παλτό.

«χα! Τελικά κυρία μου ο μόνος που βρήκε παράλογο το αίτημα σας, ήσασταν εσείς.. Όλοι συμφώνησαν χωρίς να τους μεταφέρω οποιαδήποτε απειλή....δεν σας φοβήθηκαν κυρία μου! σας αγάπησαν και σας σεβάστηκαν... όσο παράλογα ανθρώπινο και να σας ακούγεται αυτό, Υπάρχει! »

17/1/10

Dance of the knights





Μαύρο ξημέρωμα. Μια σκούρα ομίχλη τύλιγε τους στρατιώτες του λόφου. Απέναντι το κάστρο ορθωνόταν σαν γίγαντας ακούραστος, φώτα από μέσα του το ζωντάνευαν. Νόμιζες ότι σαλεύει μέσα στην νυχτιά. Φωνές από γυναίκες, ιαχές, όλα αυτά κάνανε τους στρατιώτες του λόφου να κοιτάζονται μεταξύ τους. Φόβος, απόγνωση. Μια μαύρη μέρα θα ξημέρωνε για αυτούς. Όλοι ήταν αμίλητοι εκτός από έναν, το Ερφιλντ τον μέθυσο που εξακολουθούσε μέσα στην νύχτα να σιγοτραγουδάει μπεκρολογώντας μέσα από ένα μικρό τσίγκινο μπουκάλι, γεμισμένο με ποιος ξέρει τι..

Ο στρατηγός των πολεμιστών του λόφου κοίταζε και ξανακοίταζε το κάστρο, καμία λεπτομέρεια δεν έπρεπε να του διαφύγει. Κάθε του ματιά, πρόδιδε μια σχέση έρωτα-μίσους με τις μεγάλες πλίθινες πέτρες απέναντί του. Κάθε κεφάλι που ξεπρόβαλλε από τις πολεμίστρες το μετρούσε, έκανε λογαριασμό. Ένιωθε τον αντίπαλο στο στέρνο του, ξεφύσαγε απαλά σαν να χορεύει μαζί του. Είχε πάρει ένα χαρτί και σημείωνε ότι σκεφτόταν. Μια σημαία στο κέντρο του κάστρου ήταν ο στόχος. Απλώς έπρεπε να αντικατασταθεί με την δικιά τους. Απλώς… γέλασε. Έτσι απλά γράφεται η ιστορία, όχι οι αγώνες. Αίμα, μυαλά, σπλάχνα θα χυθούνε στις επόμενες μέρες, μητέρες θα θρηνήσουν τα παιδιά τους, γυναίκες θα χάσουν τον άντρα τους, παιδιά θα μείνουν ορφανά και μόνη τους απόδειξη σε ότι περάσανε θα είναι αυτή η μικρή αυτή πρόταση στο βιβλίο της ιστορίας. «Μετά από τρείς ημέρες πολιορκίας το Κάστρο Σελφιντ παραδόθηκε» Εννιά λέξεις θα είναι η μόνη μαρτυρία για χιλιάδες στρατιώτες και άλλους τόσους που σφαγιάστηκαν. Χωράει τοσος πόνος σε 9 λέξεις; Χαμογέλασε ο στρατηγός μέσα στην νύχτα.

Ένα μαύρο πουλί πέρασε από πάνω του. Τον κορόιδευε.
Μουσική ακούστηκε μέσα από το κάστρο. Ο στρατηγός του λόφου έδωσε το έναυσμα. Θα ξεκινούσαν. Μια μικρή ανηφόρα και θα πλησιάζανε στο κάστρο. Οι στολές κουδούνιζαν από τον βαρύ οπλισμό, τα πρόσωπα τους σκυθρωπά, τα πόδια βαριά κλωτσούσανε τις πέτρες. Μουσική ακούστηκε πάλι από το κάστρο. Βιολιά, τρομπόνια..

Ο μέθυσος Ερφλιντ άρχισε να τραγουδάει πιο δυνατά. Ένας στρατιώτης πίσω-πίσω τον ακολούθησε. Μετά από λίγο άλλος, και άλλοι, και άλλοι. Οι φωνές φτάσανε μέχρι τον στρατηγό, ένιωσε την δύναμη των στρατιωτών μέσα του. «Είναι έτοιμοι» μουρμούρισε, συμμετείχε και αυτός στο τραγούδι. Μα κάτι περίεργο συνέβαινε σε αυτούς.
Τους κοίταξε. Τα πόδια τους πλέον περπατούσαν ρυθμικά. Μια γέρικη ελιά, κούνησε τα κλαδιά της, μια πορτοκαλιά τίναξε τα φύλλα. Όλοι χορεύανε, ρυθμικά με τέμπο ακουγόντουσαν οι φωνές. Ο ίδιος ρυθμός και μέσα από το κάστρο. Και από εκεί μουσική. Στάθηκε ο στρατηγός. Τι συνέβαινε; Στα εκατό μέτρα μπροστά τους ήταν η μεγάλη ξύλινη πύλη, κανονικά έπρεπε να βγουν στις πολεμίστρες οι τοξότες. Τίποτα! κανείς. Η μουσική δυνάμωνε μέσα από το κάστρο. Οι φωνές των στρατιωτών του δυνάμωναν. Ο βαρύς οπλισμός που κουδούνιζε άχαρα πριν από λίγο, τώρα ακουγόταν σαν μαντολίνο μέσα στην νύχτα. Τα πρόσωπα δεν φαινόντουσαν, μόνο ρυθμικό χτύπημα των σπαθιών στην πανοπλία και μια σιγανή χορωδία. Τα βήματα τους ήταν ρυθμικά, ο Έλφιντ φώναζε δυνατά από πίσω…

Χει! Χει ΧΕΙ!

Οι πύλες του κάστρου άνοιξαν απότομα, η μουσική από μέσα από το κάστρο δυνάμωσε, χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στο χώρο έξω από το κάστρο, άρχισαν να χορεύουν μαζί με τους στρατιώτες του στρατηγού. Ο στρατηγός ούρλιαξε «Επίθεση!» «Επίθεση!» και άρχισε να τρέχει προς το κάστρο. Κανείς δεν τον ακολούθησε. Φώναξε τον υποστράτηγο. Εξαφανισμένος. Τον είδε να χορεύει με μια χωριάτισσα, αγκαλιασμένος τρυφερά. Η μουσική δυνάμωνε συνέχεια, ώσπου βγήκαν έξω τα βιολιά και τα τρομπόνια. Με τις βιόλες και φλάουτα. Και όλοι χόρευαν.
Κάτω από την μαύρη νύχτα, το φεγγάρι αντί για αίμα, έβλεπε γέννηση. Αντί για θάνατο, ζωή, αντί για μαρασμό, χαρά. Μαύρο άσπρο.

Ο στρατηγός είχε τρελαθεί, τα μηνίγγια του πόναγαν. Το σπαθί του άστραψε μέσα στην νύχτα, όλοι τον απόφυγαν. Έτρεχε ανάμεσα τους, ανήμπορος. Προσπαθούσε να σφάξει όποιον έβρισκε, τους στρατιώτες του, τους στρατιώτες του κάστρου. Τους πάντες. Η μουσική δυνάμωνε. Χόρευαν πιο δυνατά όλοι τους. Τα βαριά τους πόδια σήκωναν σκόνη από τα χοροπηδητά. Ο στρατηγός δεν έβλεπε, ξεσπάθωνε στα τυφλά ουρλιάζοντας.

Έπεσε χάμω και έκλαιγε. Τι θα πει η ιστορία για μένα σήμερα;

Τον πλησίασαν κάμποσοι και τον αγκάλιασαν τρυφερά. Τον πλησίασε και ο στρατηγός του κάστρου, τον βοήθησε να σηκωθεί. Αυτός στηρίχτηκε στο σπαθί του και σηκώθηκε με μάτια κόκκινα.

Αγκαλιάστηκαν.
Dance of the knights

2/11/09

Ο Νότος..



-Φεύγω για τον Νότο, μου είπε.
-Στάσου, απάντησα και δάγκωσα τα χείλια μου. Στάσου, θέλω να μου πεις κάτι ακόμα.
-Τι;
-Εκεί που πας, οι άνθρωποι πώς είναι; είναι ευτυχισμένοι;
-Δεν ξέρω. Έχει ζητιάνους που ζουν κάτω από τις γέφυρες,μοδίστρες που ράβουν σκυφτές με ελάχιστο φως, παιδάκια με μυαλό ξυράφι και σώμα γκρεμισμένο-κάθονται σε καρέκλες με ρόδες- μητέρες ανεβαίνουν τον Γολγοθά τους, πατέρες με σκοτεινά σακουλιασμένα μάτια από την στεναχώρια, γιαγιάδες που χαμογελούν να δώσουν κουράγιο.. ω ναι, είναι πολλά αυτά που υπάρχουν εκεί πέρα.. Μα δεν είναι μόνο αυτά, υπάρχουν και κήποι ολάνθιστοι, θάλασσα που το καλοκαίρι γεμίζει φωνές, βουνά που τον χειμώνα το κρύο τα αγκαλιάζει, τζάκι, παραμύθια.. ένα σωρό όμορφες εικόνες!
-Αυτό που περιγράφεις μοιάζει πολύ με τον δικό μου τόπο, δεν μου είπες κάτι καινούργιο.
-Φυσικά και δεν σου είπα, γιατί η ερώτηση σου ήταν λάθος.
-Έχεις δίκιο. την ξανακάνω. Εκεί που πας, έχει ανθρώπους όπως εδώ;

Τα φτερά του άνοιξαν, έκανε ένα κύκλο από πάνω μου και πέταξε ψηλά πάνω από τα σύννεφα. Μου φάνηκε ότι γελούσε με τις ερωτήσεις μου.

"Τελικά, εδώ είναι καλύτερα..." μουρμούρισα και άφησα το μικρό χελιδόνι να χαθεί στο απέραντο..

11/10/09

Ο Βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο Βασιλιάς.



Πράξη πρώτη.
Στο κέντρο της αίθουσας, ένα φέρετρο βαμμένο κίτρινο ανοιγμένο πάνω σε ένα τραπέζι με ξύλινα από μαόνι πόδια. Χαλί κόκκινο, σειρά καρέκλες με βελούδο στην πλάτη και σκαλιστά ποδάρια γύρω από το τραπέζι, απομακρυσμένα και ευθυγραμμισμένα.
Ένας μεγάλος πολυέλεος στο ταβάνι φώτιζε κάθε πτυχή του δωματίου, αφήνοντας ανένταχτες τις ψυχές των φίλων του Βασιλιά.

Πράξη Δεύτερη
«Ήταν δίκαιος!» μουρμούρισε η κοντέσα κρύβοντας το στόμα της με ένα μαντίλι, φανερά συγκινημένη.
«Φυσικά, αφού δεν έκανε τίποτα, πως να γίνει άδικος..» απάντησε ο κύριος με την μπριγιαντίνη και το στενό μέτωπο. Τα ρούχα ατσαλάκωτα, ένα κόκκινο λουλούδι στο πέτο.
«Μα, γιατί το λέτε αυτό κόμη;»
«Αν δεν είχε τον Αρχηγό της αυλής, θα είχε πεθάνει απο καιρό ..»
«Σιγά! Από τι;»
«Από άνοια..»

Πράξη Τρίτη.
Ο Αρχηγός, φορώντας τα σειρήτια στη δεξιά μεριά του πέτου, ίσιωνε την στολή του συνέχεια και κούρδιζε την μουστάκα του, που ήταν σαν πέταλο στην μούρη.
Σκεφτόταν δυνατά,
«Αν δεν ήμουν εγώ... τουλάχιστον κατάφερα να μοιράσω τύψεις σε όλους τους παρευρισκόμενους. Δεν πέθανε άδικα ο Βασιλιάς, τώρα όλοι ξέρουν ότι αυτοί τον σκοτώσανε, με την γκρίνια τους. ΜΟΝΟ εγώ ξέρω την αλήθεια.. μόνο εγώ.. Τουλάχιστον, όλοι φάνηκαν ότι στεναχωρήθηκαν, αυτό μάλλον είναι αρκετό ..»

Πράξη τέταρτη
Η Υπηρέτρια που τόσο την συμπαθούσε για την χωριάτικη καταγωγή της, την δήθεν καθαρεύουσα που πρόφερε σε κάθε πρόταση προσπαθώντας μάταια να παρουσιάσει μια ευγενική καταγωγή, αναδεύτηκε στην θέση της νευρικά. Μια σειρά βραχιόλια κουδούνισαν με δύναμη .. Έσκυψε το κεφάλι της διακριτικά και είπε στην μαγείρισσα..
«Ευρυδίκη, ποία η θέση μας τώρα; Μήπως τα προ-διαγραφέντα γεγονότα μας οδεύουν σε μία και μόνη λύση; Σε έναν στόχο ανώτερο;»
«ποια καλή μου; Δεν σε καταλαβαίνω;» απάντησε η μαγείρισσα με χαμόγελο. Καλοκάγαθη με ευμεγέθη περιφέρεια στήθους και όχι μόνο. Ακόμα φορούσε την ποδιά της την άσπρη και στο κεφάλι, εκείνο το δαντελωτό που την έκανε συμπαθή στον Βασιλέα..
«Την δημιουργία άλλου Βασιλείου, όπου εγώ πιστός ακόλουθος θα συνεχίσω να υπηρετώ τον νέο Βασιλιά..»
«Ποιόν νέο Βασιλιά, καλή μου;»
«Εσένα φυσικά...»

Πράξη πέμπτη και τελευταία.
Ο Αρχηγός της αυλής σηκώθηκε όρθιος με στόμφο, έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό λογύδριο που είχε ετοιμάσει για την περίσταση – Το είχε γράψει πριν από πέντε-έξι χρόνια, αλλά συνέχιζε να είναι επίκαιρο -.
«Πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να εκτελέσουμε την τελευταία επιθυμία του Βασιλέως..»
«Ποια είναι τούτη η Επιθυμία, υψηλότατε;» ρώτησε με χαμόγελο η υπηρέτρια του βασιλέως ...
«Η επιθυμία του είναι ...»

Μια βροντή έσκισε την αίθουσα στα δύο, σαν μουσελίνα που σκίζετε από άκρη σε άκρη.. Η φωνή ερχόταν μέσα από το φέρετρο..
«Κλείστε το καπάκι, να πεθάνω άχρηστοι..!! Έξι χρόνια δεν κοιμάμαι μη με φάτε ζωντανό, κάνω το ξύπνιο για να σας προσέχω.. αφήστε με να πεθάνω επιτέλους !»



27/9/09

Το Χειρουργείο..



Είχε πάρει στα χέρια του σφιχτά το χαρτί. Χέρια τρεμάμενα, πρόσωπο ωχρό, πανιασμένο, ελαφρά φοβισμένος. Πλησίασε τον γκισέ με τις πληροφορίες.
"παρακαλώ, έλαβα - από φανερού λάθους - αυτήν την ειδοποίηση, με ποιόν θα μπορούσα..."
Ο υπάλληλος μέσα από τον γκισέ, φανερά βιαστικός και απότομος, τράβηξε το χαρτί με δύναμη από τα χέρια του κοντού, σχεδόν σκυμμένου ανθρωπάριου.

"Θα πάτε στο τέλος του διαδρόμου αριστερά και μετά δεξιά, εκεί θα ρωτήσετε!"
"Μάλιστα ευχαριστώ.. πρόκειται για λάθους.. για λάθους.."
"Επόμενος, παρακαλώ" απάντησε με δύναμη ο υπάλληλος και μάζεψε το τσουλούφι του από την μούρη.

Ο κυριούλης προχώρησε σκυφτά στον πρώτο διάδρομο, ένα μικρό φωταγωγημένο διάδρομο με καρέκλες στα πλάγια του τοίχου. Διάβαζε τις πινακίδες σε κάθε πόρτα που περνούσε. "Ράδιο", "Ακτίνες", "Παθολόγος", "Καθαρίστριες".... Στο τέλος του διαδρόμου έστριψε αριστερά και προχώρησε ίσια μέχρι που βρήκε μια πόρτα που έγραφε με μεγάλα γράμματα "Σπρώξτε ..".

Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και βρέθηκε σε ένα μικρό σαλονάκι με διάφορους ανθρώπους που σχεδόν αμίλητοι κοίταζαν μια μεγάλη κόκκινη πόρτα - σαν χειρουργείου. Πάνω της είχε μια μεγάλη μπάρα που την άνοιγε διάπλατα και με μεγάλα γράμματα έγραφε "Ησυχία".

Κάθισε δίπλα σε ένα καραφλό, με κοιλιά που ίδρωνε συνέχεια.
"Συγνώμη, εγώ έχω έρθει από λάθους... εδώ είναι το τμήμα με το χειρουργείο;"
"χα!" γέλασε ο χοντρούλης και έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη. Σκούπισε το φαλακρό δέρμα της κεφαλής και έσκυψε δίπλα του.
"Όλοι από λάθους ήμαστε εδώ! Ποιος θα πίστευε ότι θα μας έβρισκε τέτοια συμφορά..!"
"Αυτό σας εξηγώ, εμένα δεν μου ήρθε συμφορά, ειδοποίηση μου ήρθε ότι έχω κάποια μεγάλη συμφορά και πρέπει να περάσω χειρουργείο!"
"Εμ.; εμάς τι μας ήρθε; Μόνοι μας το σκεφτήκαμε και ήρθαμε εδώ;"
"Ναι αλλά εγώ δεν πονάω, δεν νιώθω τίποτα επιλήψιμο για να μπώ χειρουργείο. Αντιθέτως νιώθω γερός σαν βόδι..!"
"Και εγώ! Και όλοι μας. Δεν έχει σημασία τι νιώθεις αλλά τι λένε ετούτοι με τα άσπρα. Αυτοί ξέρουν, εμείς κάνουμε ότι μας πούν!"
"Μα είναι παράλογο!"
"Θες να πεθάνεις;"
"Οχι!"
"Τότε περίμενε την σειρά σου όπως εγώ.."

Η πόρτα άνοιξε, μπήκανε μέσα δύο γρήγορα προτού κλείσει πάλι με θόρυβο..
Ο κυριούλης το μετάνιωσε. Σηκώθηκε να φύγει, ώσπου παρατήρησε όλους τον κοιτούν με περιέργεια..
"Τι με κοιτάτε; Δεν είμαι άρρωστος! Απορώ γιατί ήρθα μέχρι εδώ..."
"Και που το ξέρεις;" φώναξε ένας.
"Και τι θα καταλάβεις άμα φύγεις; μπορεί να είσαι βαριά άρρωστος και να πεθάνεις μόλις βγεις από εδώ.."
"Λέτε;" είπε διστακτικά ο κυριούλης και έκατσε πάλι στην καρέκλα του.

Η πόρτα άνοιγε κατά διαστήματα και έμπαιναν μέσα σιγά-σιγά όλοι. Κανείς δεν έβγαινε. Μόνο έμπαιναν. Κάποια στιγμή είχε μείνει μόνος του.
Μπήκε με αργές κινήσεις, διστακτικές....
"Το χαρτί που μου στείλατε" είπε σιγανά σχεδόν από μέσα του, σε ένα κύριο με μια πράσινη ρόμπα και μαντήλι στο πρόσωπο. Το πρόσωπο του κρυβόταν καλά, το σώμα όμως έδειχνε έναν ψηλό δυνατό άντρα..

"Ωραία, βγάλε τα ρούχα σου και περίμενε.."
Έβγαλε τα ρούχα του και περίμενε, ώσπου ήρθε ένας άλλος με πράσινη ρόμπα και με νόημα του έδειξε μιαν άλλη αίθουσα..
"Τι έχεις;" τον ρώτησε.
"Δεν ξέρω.." σχεδόν έκλαιγε..
"Ωραία! κατάλαβα..."
"Να, δείτε το χαρτί που ..."

Μπήκε το δωμάτιο κάποιος ντυμένος στα άσπρα και πριν προλάβει να μιλήσει του έχωσε μια βελόνα στο μπράτσο .. τα πάντα σκοτείνιασαν...

**
Προσοχή στο ταχυδρομείο, και στο καταραμένο γράμμα...


10/6/09

Μια πόλη μαγική...


Τα βλέπεις τούτα τα πουλιά, είναι λεύτερα...


Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν σε εκείνη την πόλη.

Εύποροι ψιθύριζαν αγκαλιασμένοι με καποιες πόρνες, νύχια μισοχωμένα στο κρέας και φθηνή βαφή που μύριζε απαίσια.
Όλοι παρέα τραύλιζαν έξω από το μαγαζί  με σήμα ένα βαρέλι μπύρας.

Ένστολοι  βάδιζαν δίχως σκοπό στα γύρω δρομάκια συζητώντας χαμηλόφωνα, προσέχοντας όμως κάθε κίνηση γυναικεία που τύχαινε να διαβεί κοντά τους.  Κάθε ήχος από γόβα που τρύπαγε το πλακόστρωτο δεν πήγαινε χαμένο, καμία κίνηση δεν έμενε ανεκμετάλλευτη και με στρατιωτική ετοιμότητα πραγματοποιούσαν ευγενική υπόκλιση, παρουσίαζαν το όνομα και τον θαυμασμό τους. 
Σαν πορτοφόλι που άνοιγε διάπλατα ξεδίπλωναν τον έρωτα τους σε κάθε γυναικείο χαμόγελο, μια νύχτα βλέπεις αναζητούσαν κι ας κρατούσε λίγες ώρες.

Σκύλοι αδέσποτοι, άλλοτε κοντοπόδαροι με άσχημη ουρά, άλλοτε ψηλόλιγνοι με τουρλωτή κοιλιά και δόντια που έσταζαν σάλια χάζευαν αδιάφορα την μπάντα των μουσικών του δρόμου, μια πολύχρωμη φιέστα από γυναικεία φανταχτερά ρούχα μουσελίνας, σκούρου κόκκινου και ανδρών με λερωμένο φράκο, κίβδηλο όπως η ματιά τους.
Κομφετί πολύχρωμο και ήχοι τζαζ και ρούμπας γέμιζαν τα σοκάκια, κάποιο ζευγάρι αγκαλιάστηκε, χόρεψε σφιχτά, η νύχτα τους ζάλισε, χάθηκαν μέσα στα στενά, θαρρείς τους κατάπιε το σκοτάδι.

Λίγο πιο κάτω ψεύτικοι μάγοι έβγαζαν τριαντάφυλλα από την χούφτα τους κι ευγενικά το προσέφεραν στην χαριτωμένη δεσποινίδα που τους κοίταζε με περιέργεια, ο καβαλιέρος τάχα πειραγμένος την τραβούσε να συνεχίσουν την βόλτα τους, πάντα με λόγια γλυκά, βελούδινα αλλά και τρυφερά.

Κάποιοι ζογκλέρ πιο πέρα φτύναν φωτιά μέσα από τα κιτρινισμένα δόντια τους, το κορμί τους, ένα ανδρικό σφιγμένο κορμί, ταλαίπωρο μέσα στα εφαρμοστά μπλουζάκια.
Στην άκρη του δρόμου μια  ζητιάνα καμπουριαστή, μάζευε στα ρούχα την ματιά της, μάλιστα πρότεινε ένα καπέλο φαγωμένο, γκρίζο, τσαλακωμένο και κάποιες - ελάχιστες φορές - ο ήχος των κερμάτων που κουδούνιζαν καθώς έπεφταν μέσα στο καπέλο την έκαναν να ζωηρεύει το βλέμμα και να ορθώνει την ματιά αλλά και πάλι σαν τα βήματα απομακρύνονταν, με ένα κρυφό γέλιο κουλουριαζόταν μέσα στην χοντρή της ζακέτα με τα μαύρα και κόκκινα σχέδια.

Και στην μέση της πόλης ένας υπέροχος ποταμός, με φωτισμένες όχθες από πυρσούς αναμμένους και αγκαλιές που αναστέναζαν σφιχτά  πάνω σε μια μικρή βαρκάδα, ένα μικρό ταξίδι έρωτα, κάτω από τον έναστρο ουρανό, μιας νύχτα μαγικής που απλωνόταν ευχάριστα σε κάθε σκέψη που είχε κερδίσει ο κάθε οίστρος.

Έτσι κυλούσε η ζωή σ' αυτή την πόλη, σαν ένα μαργαριτάρι που ποτέ δεν ήξερες αν είναι αληθινό ή ψεύτικο. Κάθε μέρα, κάποιος κέρδιζε και κάποιος έχανε, κάποιος αγαπούσε και κάποιος πέθαινε, μα κηδεία δεν είδαμε ποτέ, όσο και να ρωτήσαμε, κανένας δεν μπορούσε να πεθάνει εκεί πέρα και την εξήγηση την έδωσε ο αποτραβηγμένος καλόγερος που ζούσε μακριά από τον κόσμο, μόνο λίγα χιλιόμετρα έξω από αυτήν την πόλη.

Τα βλέπεις; είναι λεύτερα, ακόμα και να τα σκοτώσεις, την λευτεριά τους δεν μπορείς να την κερδίσεις, ούτε να την σκοτώσεις..







6/6/09

Κύρ-Αντώνης..





(λόγια)

Ο κυρ Αντώνης πάει καιρός
που ζούσε στην αυλή
μ' ένα κανάτι μ' ένα κρεβάτι
και με κρασί πολύ
είχε δυό μάτια γαλανά
κι αχτένιστα μαλλιά
κι ένα λουλούδι πάντα φορούσε
στα ρούχα τα παλιά

Αχ κυρ Αντώνη πως σ' αγαπάμε
και μαζί σου τ' άστρα κοιτάμε
τις φωτιές για σένα μετράμε
ως που να 'ρθεί η βροχή
και το θυμό σου πάντα ξεχνάμε
σαν πουλιά μαζί τριγυρνάμε
σαν παιδιά με σένα γελάμε
σαν κάνεις προσευχή
Ρεφραίν

Ο κυρ Αντώνης βιάζεται
να πάει να κοιμηθεί
γιατί το βράδυ στα όνειρα του
θέλει να θυμηθεί
ότι ποτέ δεν έζησε
μες στ' όνειρο του ζεί
μα η νύχτα φεύγει και λυπημένο
τον βρίσκει η χαραυγή

- Ρεφραίν -

Μα ένα βράδυ ο κυρ Αντώνης
πάει να κοιμηθεί
κι όταν ξυπνάμε τον καρτεράμε
στην πόρτα να βρεθεί
μα ο κυρ Αντώνης δεν θα βγεί
ποτέ του στην αυλή
αφού για πάντα μες στ' όνειρο του
θέλησε πια να ζεί

**
(δικός μου μονόλογος)

Καλησπέρα κυρ-Αντώνη,

Έχω καιρό να περάσω από την μικρή σου φωλιά, εκείνο το παλιόσπιτο με τους σαρακοφαγωμένους τοίχους, όπου μικροί σοβάδες πεσμένοι μπορούν ακόμα να θυμίζουν το χρώμα του σπιτιού, ένα ξεβαμμένο ροζ. Άραγε οι καμέλιες που είχες στη είσοδο είναι ακόμα ζωντανές; Ή έχουν πάρει και αυτές τον δρόμο του θεού μαζί σου;

Αχ, κυρ-Αντώνη, θυμάσαι;

Εγώ μικρό παιδί, χαμένο παιδί ήμουν, στην δίνη της απουσίας του κόσμου και εσύ να μου λες ιστορίες για πριγκιπόπουλα και βασίλισσες. Να σου πω κάτι; Νομίζω ότι είναι η ώρα να στο πω και ας στεναχωρηθείς. Ποτέ μου δεν γνώρισα κανέναν, δεν υπάρχουν κυρ-Αντώνη τέτοιοι άνθρωποι... δεν υπάρχουν...

Θυμάσαι, τότε που ήρθα στο σπίτι σου κλαίγοντας και με κράτησες σφιχτά στην αγκαλιά σου, δεν με ρώτησες, δεν άντεξες να με ρωτήσεις γιατί έκλαιγα, μόνο με χαίδευες στην πλάτη και οι φτερούγες των χεριών σου με προστάτευαν από το δικό μου κλάμα. Ποτέ δεν σου είπα τι είχε συμβεί, ποτέ δεν θα σου πω. Ξέρω ότι δεν σε ενδιαφέρει, το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να είμαι καλά, αυτή ήταν η δύναμη των χεριών σου, αυτή ήταν η μαγεία του χαμόγελου σου..

Αχ, κυρ-Αντώνη,.. αχ..!

3/6/09

Θα πάω Τζαμάικα...




Μετρίου αναστήματος, φουσκωτό μαλλί που δύσκολα στρώνει, τζιν παντελόνι νεανίζον, αδύνατη με λεπτά πόδια που στριμώχνονται σε ένα ζευγάρι στενά γοβάκια ουδέτερου χρώματος και μια μικρή φουσκοθαλασσιά στους γοφούς καθότι τα "ήντα" τα πέρασε πριν από χρόνια και κανείς δεν ζει πλεόν να πει με ακρίβεια....
Μάτι γαλανό που σε ξεφλουδίζει με την περιέργεια του και ύφος μπλαζέ, ξέρεις από αυτό που τα ξέρει όλα..
Δεν θα μπορούσα να ανοίξω συζήτηση,είναι αδύνατον να προλάβεις να μιλήσεις σε κάποιον που απαιτεί να είναι ανώτερος σου. Θες να μιλήσεις για κομπιούτερ έχει άποψη, θες να μιλήσεις για ηλεκτρολογικά έχει άποψη. Και κόβει απίστευτα λεφτά, αυτή είναι η αρμοδιότητα της, καθότι από τέχνες ελάχιστες γνωρίζει ..

Κόψε Νικόλα, κόψε.. είναι η μόνιμη ατάκα...

Να είχε ανάγκη από λεφτά, θα έλεγες πάει στα κομμάτια, αμ δε! Από πίσω της βουνό το χρήμα, σοφέρ την πηγαινοφέρνει ...
Και άγχος, που το πας το άγχος.;. το μοιράζει απλόχερα στους γύρω με το κιλό. «Αχ, θα δουλέψουν τι λες; Τι! Έχεις ανησυχία, πες μου..»
«Όλα καλά θα πάνε..» απαντάς με χαμόγελο και φεύγεις γρήγορα μην κολλήσεις από το άγχος της..»
«Αχ αν δεν ήσουν εσύ..» έρχεται η ατάκα με το γλείψιμο και αναρωτιέσαι, αυτή δεν με κοίταζε με μισό μάτι πριν;

Δεν βαριέσαι ..η ζωή συνεχίζεται ...

Το σημαντικό είναι να περνάς και τις ενοχλητικές θάλασσες με χαμόγελο, τέτοιο χαμόγελο όμως που να σε θυμούνται για χρόνια..

16/4/09

Φοινικόδεντρα..



Ό
σο και να δοκίμαζα τις εσωτερικές μου δυνάμεις να καταλάβω τις σκέψεις, την αντίληψη που ντύνει αυτόν τον άνδρα, αδύνατο μου φάνηκε. Σε ένα κόσμο που για να τον πείσεις πρέπει να του τα πεις παραμυθένια, να αναστήσεις ανθρώπους, να κάνεις θαύματα αυτός επιμένει να μιλάει για αγάπη, για συμπόνια, για ανθρωπισμό. Αρετές; Ιδιότητες; Συναισθήματα; Ακριβώς δεν ξέρω, αν και μέσα μου κυμβαλίζει κάθε λέξη σαν ουράνια καμπάνα, ευφραίνεται η σάρκα μου σε κάθε πράξη που συμβολίζει τις λέξεις τούτες. Και Αυτός μου τις δίδαξε. Αυτός πάτησε μέσα, - όχι δίπλα μα μέσα – στην δύσφημη ζωή μου και ανέσυρε από τα βάθη μου κάθε σκέψη, την έντυσε με τρυφερά λουλούδια και με έκανε να βλέπω από αυτά τα ταπεινά μάτια μου, τον κήπο της ζωής με άλλον τρόπο..

Νάτος προχωράει μπροστά μου, θα΄ναι δέκα βήματα που μας χωρίζουν μα τα νιώθω τριπλάσια και δεκαπλάσια, σαν σκέφτομαι τα λόγια του, τον τρόπο σκέψης του. Ένας χρυσοκέντητος ήλιος χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά του και ένα ελαφρό αεράκι τα αναδεύει ευχάριστα, παρέα με ένα άπλετο χαμόγελο που κάνει το πρόσωπο του να δείχνει νεανικό, φρέσκο. Είχα την εντύπωση ότι σε κάθε του βήμα, μίλαγε με την γη, απαντούσε στις απορίες των πουλιών, μάντευες από το περπάτημα του, ότι πρόσεχε μη πατήσει έμβια ζωή, ότι σέρνονταν στο χώμα.. είχε ένα ανάλαφρο βήμα, πεταχτό και σίγουρο.. Κάθε λέξη, κάθε ανάσα ανάβλυζε μια σιγουριά, μια δροσερή πνοή στην ξέρα της ζωής..

Τι δουλειά να έχουμε στην Ιερουσαλήμ .. αυτό και αν είναι το μυστήριο όλων. Μετά ειδικά τον χθεσινό δείπνο που είχαμε, όπου μας αποκάλυψε τον θάνατο του. Κανείς μας δεν ξέρει αν θα πεθάνει και πως, μα αυτός ήξερε τα πάντα, ακόμα και αυτόν που θα τον προδώσει.. ακόμα και τον σκοπό του θανάτου του.
Το θάνατο κανείς δεν τον περιμένει, κανείς δεν γνωρίζει τον χρόνο του, όπως κανείς δεν ξέρει γιατί γεννήθηκε, ποιος ο σκοπός...
Ζωή και Θάνατος, άγνωστα αγκωνάρια μιας ενδιάμεσης ζωής, αυτό είναι και τίποτα άλλο.
«Σαν πλουτίσεις την ζωή, η γέννηση και ο Θάνατος, παίρνουν αξία..» έλεγε και λίγο το καταλάβαινα..

«Δάσκαλε,» του φώναξα και πάτησα την γη με δύναμη να τον προφτάσω.. «που πάμε; Θέλω να πω, εδώ θα γίνει ότι προφήτευσες, στην Ιερουσαλήμ;»
Με κοίταξε, το βλέμμα ήταν σταθερό, τα χείλη κουνήθηκαν, ένα μικρό χαμόγελο με φώτισε και τα λόγια του παρατάχτηκαν μπροστά απο την σκέψη μου, σαν πειθαρχημένος στρατός.

«Ναι. Εδώ πάμε. Στην Ιερουσαλήμ, εκεί που θα τελειώσω εγώ και εσείς θα αναστηθείτε..»

«Μα γιατί; Δεν καταλαβαίνω.. Θα υπάρχουν και άλλοι τρόποι.!» απάντησα θαρεττά.

«Σίγουρα. Αλλά όπως λατρέψανε την Ανάσταση του Λαζάρου, έτσι θα λατρέψουν και τον Θάνατο μου. Βλέπεις στους δύσπιστους λαούς, μια γέννηση, ένας θάνατος ή μια ανάσταση είναι αυτό που κάνει εντύπωση. Τα απλά λόγια, τα λένε οι ποιητές, καταπίνονται στο τέλος απο τις ίδιες τους τις ρίμες, τους ρουφάει ο Αίολος και χάνονται... Ναί μόνος δρόμος είναι η Ιερουσαλήμ..» απάντησε και ο λόγος του είχε μια σταθερότητα στοχασμου, σαν ήρεμο συνεφιάτικο πρωινό ..

«Δεν υπάρχει παραλογία στην σκέψη σου Δάσκαλε, αλλά επιμένω ότι θα υπάρχει και άλλος τρόπος..»

«Υπάρχει, αλλά δεν μπορείς να τον σκεφτείς γιατί και εσύ αυτή θεωρείς την καλύτερη συνέχεια μου..»
Σώπασα για λίγο, πνιγμένος στον κόσμο της λογικής και των συναισθημάτων..

«Και γιατί ονόμασες τον Ιούδα; Γιατί τον έκανες να αισθανθεί ότι θα σε προδώσει; Όλος ο κόσμος ξέρει ποιος είσαι και που βρίσκεσαι. Γιατί αυτός πρέπει να σε φιλήσει στο μάγουλο; Δεν κρύβεσαι, νομίζω ότι αυτό ήταν περιττό..» τα μάτια μου στένεψαν και τον κοίταξα στα μάτια..

«Ναι. Εκ’ πρώτης φαίνεται περιττό. Αλλά σκέψου, αν ήδη γνωρίζω τον επερχόμενο θάνατο μου, πιθανόν να ξέρω και τον τρόπο που θα φύγω. Πίστεψε με, τον Ιούδα τον αγαπώ, όπως ξέρω ότι αγαπάει και εμένα. Τι είναι αυτό που σε κάνει να φαντάζεσαι ότι από την αγάπη του, δεν θα συνεισφέρει να εκτελεστεί στα σίγουρα ο τρόπος θανάτου μου; Ότι όλα θα γίνουν, όπως πρέπει να γίνουν;»

Από μακριά αχνά, χάραζε το τοπίο με μια σειρά από πλίθινες πέτρες και δεξιά,ζερβά το ανίκητο σεντόνι της φύσης έντυνε τα μάτια μας με εικόνες υπέροχες, με κάλος απερίγραπτο. Σαν φτάσαμε κοντά στα τείχη της Ιερουσαλήμ από μέσα ακουγόντουσαν ιαχές από ανθρώπους που μας περίμεναν, ένα παιδί βγήκε στον δρόμο μας και έπεσε στα πόδια Του. Με την παλάμη του έστρωσε τα μαλλιά και το πρόσταξε να γυρίσει στην οικογένεια του, εκεί που ανήκει.

«Βρες μου ένα γαϊδουράκι, πρέπει να μπω ταπεινά μέσα σε εκείνο τον τόπο..» ακούστηκε να λέει επιτακτικά..

«Υπάρχει λόγος και για αυτό Δάσκαλε..» τον ρώτησα έκπληκτος..
«Τους βλέπεις τούτους; Όλο χαρά γεμάτοι είναι, που έρχεται ο Μάγος, ο Προφήτης.. Περιμένουν Βασιλιά και πρέπει να δούν υπηκόο, περιμένουν λυτρωτή, πρέπει να με δούν στα πόδια όχι στο στέμμα. Θα ντυθώ σαν και αυτούς για να με προσέξουν..»
Στάθηκα για λίγο σαστισμένος.. ώσπου άκουσα την τελευταία Του κουβέντα ...

«.. και όλοι αυτοί που θα φωνάξουν σήμερα ωσαννά, σε μερικές μέρες θα κράζουν σταύρωσον αυτόν.. Αυτό τι σου λέει για το ανθρώπινο είδος;...»

**

[ Η ευχή, Καλό Πάσχα ποτέ δεν μου έκατσε καλά.. ίσως γιατί η βαθύτερη έννοια της είναι "Να περάσετε καλά αυτές τις άγιες ημέρες. Είθε η σιέστα αυτή του χρόνου, να σας σκεπάσει υπό την σκεπή του κρασιού, του γέλιου και των οικογενειακών στιγμών.
Με Υγεία και Ευτυχία ..
Ν.ΚΑΡΑΚΑΣΗΣ]

12/4/09

Ένα τηλέφωνο..



Καλησπέρα, πήρα για να σε ακούσω...

«Έχω μέρες τώρα που ήθελα να σε πάρω, μα δεν έβρισκα το θάρρος να το κάνω. Βλέπεις είμαι και εγώ μόνος στο σπίτι και λίγη κουβεντούλα θα μου έκανε καλό. πως είναι τα πράγματα; Ακόμα τα ίδια ε; Το ξέρω και εμένα τίποτα το συνταρακτικό. Δουλεύω καθημερινά σαν τρελός.. Τρελό δεν λένε αυτόν που έχει χάσει τα μυαλά του ε; Τότε δεν είμαι τρελός γιατί τα μυαλά μου τα έβγαλα μόνος μου. Δεν τα έχασα. Τα χάρισα σε κάποιους για να τα τρελάνουν.

Και μετά την δουλειά, τα ίδια και τα ίδια. Αν δεν κάτσω στο κομπιούτερ να ‘δω’ λίγο κόσμο θα τρελαθώ. Καμιά φορά πίνω, στο έχω πει; Χα! Πότε να στο πώ;

Ναι, κάποιες φορές βάζω στην κούπα την μεγάλη, αυτή με τη χοντρή κυρία με το ψεύτικο χαμόγελο, με την λεζάντα mum’s coffee.. βάζω που λες, πάγο, το γεμίζω μέχρι την μέση με ουίσκι και μετά μέχρι πάνω με κόκα κόλα. Προσθέτω ακόμα λίγους πάγους και κάθομαι στο κομπιούτερ και διαβάζω φορουμς, τσατ... μέχρι να νυστάξω...

Τι; Όχι δεν έχω κάπου να πάω. Θέλω μωρέ, αλλά ξέρεις πως είναι αυτά.. βαριέμαι, κανείς δεν μου ταιριάζει από τους γνωστούς μου.. όχι φίλους δεν έχω. Δηλαδή είχα έναν και πήγε στην Αγγλία. Οι υπόλοιποι είναι γνωστοί και άγνωστοι. Δεν έχω κάτι να πω μαζί τους.. με εσένα νομίζω ότι ταιριάζω όμως..

Έχω και δίσκους παλαιούς, αν θέλεις κάποια φορά μπορούμε να κάτσουμε να τους ακούσουμε.. όχι δεν μπορώ να σου δανείσω τίποτα. Οι δίσκοι είναι σαν τις γυναίκες, αν σου έχουν πει τα μυστικά τους, πρέπει να τις κρατήσεις κοντά σου να μην τις χάσεις. Εγώ δεν χάσει τίποτα. Από δίσκους εννοώ όχι από γυναίκες, γυναίκες δεν είχα ποτέ μου ιδιαίτερες... είχα δηλαδή μια, αλλά τώρα που το σκέφτομαι, δεν την είχα ποτέ. ...

Φταίει η μύτη μου, αυτή την μύτη ποτέ κανείς δεν την συνήθισε, είναι λίγο μεγάλη βλέπεις..

δεν είναι; Η ευγένεια σου με σκλαβώνει, αλλά θέλω να είσαι ειλικρινής μαζί μου. Η μύτη είναι μεγάλη, σαν μελιτζάνα.. τουλάχιστον έτσι μου την έλεγε η μικρή αδελφή μου. Μελιτζάνα.. αποκρουστική δεν θα την έλεγα, αλλά είναι ένας καλός λόγος για να μην με πλησιάσει γυναίκα.

Ξέρεις λένε, ότι η μοναξιά είναι προνόμιο, δίνει φτερά σε άλλα πράγματα πιο εσώτερα. Δεν το βλέπω έτσι.. τουλάχιστον όχι τώρα που έχω πιει λίγο παραπάνω στην κούπα που σου είναι πριν. Όχι δεν το βλέπω καθόλου έτσι..

Αλλά τώρα δεν είμαι μόνος, έτσι; Μπορώ να σου μιλήσω και να σε ακούσω.. ελπίζω να θέλεις και εσύ δηλαδή...

ξέρω είναι αργά.

Θέλεις να ξαπλώσεις, το καταλαβαίνω..

Αν σε πάρω αύριο, θα είσαι εκεί;

Φυσικά και θέλω να σου μιλήσω..

Όχι φυσικά, δεν είμαι μόνος.. εξάλλου το επέλεξα να ζω την ζωή που ζω. Όχι δεν με πειράζει που θες να κοιμηθείς.. αλλά πες μου φταίει η μύτη μου;

Ωραία! Σε πιστεύω, δεν φταίει η μύτη μου.. αλλά λες ψέμματα, τουλάχιστο λίγο πρέπει να φταίει η μύτη μου.. τότε αυτά που λέω; Δεν έχω χιούμορ; Και σε ποιον να κάνω χιούμορ.. έχεις δίκιο. Έχω μεγάλη μύτη και δεν ξέρω ανέκδοτα να σε κάνω να διασκεδάσεις.

Αν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου ρωτάς; Μπορώ, δεν έχω πιει τόσο .. εντάξει στο υπόσχομαι, θα πάω και εγώ να ξαπλώσω.. χάρηκα που μιλήσαμε ..

Θα σε πάρω αύριο εντάξει;

Καληνύχτα ...

Το ακουστικό έπεσε από το βάρος του στο πάτωμα, το παράθυρο μεμιάς άνοιξε διάπλατο και ένας σβουριχτός αέρας φύσηξε με δύναμη το δωμάτιο. Ένα σπουργιτάκι, έκατσε στο παράθυρο δίβουλο. Κοίταξε με το μικρό κεφαλάκι του το δωμάτιο, είδε το νέο άνδρα πάνω στο γραφείο του, γειρτό και με τα χέρια να κλείνει μέσα το πρόσωπο του. Φτερούγισε με θόρυβο και έκατσε ακριβώς απέναντί του, με τεντωμένο το προγούλι, σαν προσοχή. Κούνησε την μικρή μουσούδα του νευρικά και ένας μικρός ήχος κελάηδησε στα αυτιά του νέου με την πράσινη μπλούζα και την περίεργη μύτη.
Ακούστηκε σα νότες από βιολί, σαν κελάρυσμα νερού από καθάρια πηγή, σαν αγγελικό σάλπισμα που αναστάσιμα καλεί την αύρα της σάρκας να υπερπηδήσει το κάθε κύτταρο..

Ο νέος, δειλά μάζεψε τα χέρια του από το πρόσωπο, περιεργάστηκε το μικρό πουλάκι και ένα αμήχανο χαμόγελο όπλισε το κερένιο του πρόσωπο.

Ώστε ήρθες από εδώ;

Στο πάτωμα, αφημένο το ακουστικό του τηλεφώνου και απο μέσα μια γυναικεία τυπική φωνή να λέει «Στο επόμενο τόνο η ώρα θα είναι ...»....

6/4/09

η ορκωμοσία...

H μουσική από την γιορτή, τρύπωσε μέσα από την κλειδαρότρυπα, πήρε μια βαθιά ανάσα και απλώθηκε στο φωτεινό δωμάτιο. Είδε τον άνθρωπο μπροστά απο το καθρέπτη να φτιάχνει την γραβάτα του, όρμηξε και μπήκε στα αυτιά του.. σίγουρα θα χαρεί σκέφτηκε και τρύπωσε βαθιά μέσα του.

Αυτός όμως σοβαρός, άκουγε με τα αυτιά την μουσική, με τα μάτια κοίταζε στον καθρέπτη το είδωλό του, ένα νέο άντρα περιποιημένο με καθάριο πρόσωπο, προσεκτικά χτενισμένα μαλλιά και ένα παγωμένο χαμόγελο. Ο νούς του όμως δεν ήταν εκεί, ήταν καρφωμένος πάνω στο γραπτό που είχε αφήσει πρόχειρα πάνω στο μικρό γραφείο του, εκείνο με τα σκόρπια πολύχρωμα μολύβια, τις στοίβες με τα ιατρικά βιβλία ανακατωμένα με τον Καβάφη και τον Ρίτσο..

Ένας ακόμα στίχος λείπει από το ποίημα του, σκεφτόταν και ασυναίσθητα έλυσε την ήδη δεμένη γραβάτα του και την ξαναέδεσε από την αρχή...

Μια φωνή σαν λόγχη έσκισε το δωμάτιο.
«μην αργείς σε μισή ώρα θα ξεκινήσει η ορκωμοσία σου ...»

Επιτέλους η ορκωμοσία, σκέφτηκε από μέσα του. Εγώ ένας γιατρός, ένας άπειρος και επικίνδυνος γιατρός! Το μόνο που έμαθε στην σχολή είναι ότι ο άνθρωπος ζει κατά τύχη. Τόσες ασθένειες, τόσα φάρμακα, τόσες παρενέργειες.. και εμείς οι ασπροντυμένοι να τρέχουμε από πίσω και να ερμηνεύουμε τα σημάδια.. βήχεις; Πόσο καιρό σε ενοχλεί το στομάχι σου .. ; αδιάφορο .. σκέφτηκε, «όλα αυτά μου είναι αδιάφορα..» ξανάφερε το βλέμμα στο γραφείο, εκεί που είχε αφήσει το γραπτό του. Το βλέμμα του είχε μέσα τύψεις, σαν να ζήταγε συγνώμη από το ποίημα που το παράτησε στην μέση.. ένιωθε σαν ένας ερωτευμένος που φεύγει από την αγαπημένη του, μόλις αντιλήφθηκε τον έρωτα της.. ένας δειλός που παρατάει την μεγάλη αγάπη.. για να βγάλει χρήματα, για να ικανοποιήσει το μεγάλο εγώ του, αυτό το βαρέλι με τα απορρίμματα του ασυνείδητου εαυτού μας. Τέτοιο είναι το εγώ και ποτέ δεν γεμίζει το στομάχι του βαρελιού, κάθε φορά που ικανοποιείς το ένα εγώ, έρχεται ένα δεύτερο και σε κάνει να θες και άλλο, και άλλο .. μέχρι που ο εγωισμός σου πνίγει τον κάθε αδένα, την κάθε ανάσα.. και εκεί εσύ το μόνο που μένει να κάνεις είναι να προφέρεις ένα ακόμα «εγώ..».

Άνοιξε η πόρτα απότομα και μπήκε μέσα η μητέρα , τα μάτια του κρύφτηκαν απο ντροπή. Αυτή μπορούσε να τα διαβάσει όλα απο απόσταση. Τον τύλιγε και τον ξετύλιγε με ένα μόνο βλέμμα της.
«Ακόμα να ντυθείς;» τον ρώτησε..
«Ακόμα..» απάντησε κυνικά..
«Απο αύριο θα είσαι ελεύθερος, να κάνεις ότι θέλεις. Αν σε κάνει να νιώσεις καλύτερα, βάλε το γραπτό σου στην τσέπη. Ετσι δεν θα νιώσεις ότι το απατάς..» του απάντησε και προτού κλείσει την πόρτα του είπε και τούτο..
«μόνο μην σε δει ο πατέρας σου.. καταλαβαίνεις...»

Η πόρτα έκλεισε αθόρυβα, ένα χαμόγελο πλάτιασε την ψυχή του νέου ..
«Σε αυτόν το κόσμο όλα χωράνε» σιγομουρμούρισε και ένας άνεμος τον βοήθησε να ντυθεί γρήγορα..




4/4/09

Η Άνοιξη..

Ανέβηκε στον βράχο, εκείνο τον κοφτερό, κουτσαίνοντας και ασθμαίνοντας. Πιάστηκε από τα κλαδιά της ρίγανης που ξεμύτιζαν από την άγρια γη, ακούμπησε το κορμί του σε μια ελιά να πάρει μιαν ανάσα. Ογδόντα χρόνια αυτήν την ανάβαση την έκανε κάθε τέτοια εποχή, δεν θα μπορούσε σήμερα να κάνει κάτι διαφορετικό. Μακριά άκουγε την γυναίκα, τα παιδιά να τον φωνάζουν. Κώφευσε επίτηδες, «άστους να σκάνε..» είπε στον πεισματωμένο εαυτό του.

Έσυρε βαριά τα πόδια, κλώτσαγε τις μικρές πέτρες, ένιωθε την ζέστα του πρωινού ήλιου να του καίει τα χέρια, μα αυτός με σφιγμένα τα χείλι ανέβαινε πιο ψηλά, σαν να ήταν Γολγοθάς και το πονεμένο κορμί του ένας σταυρός που έπρεπε να σούρει για μιαν τελευταία φορά.

«Δύο ακόμα βήματα και τέλος» σκέφτηκε από μέσα και το κορμί του τσίτωσε, πόνοι τον ζώσαν στις κλειδώσεις, στον αυχένα, μια πνιχτή ανάσα τον έκανε να λυγίσει στα γόνατα. Κοίταξε τον ήλιο κατάματα, βλαστήμησε, έβγαλε λίγο σάλιο απο τα τρεμάμενα χείλη, σταγόνες ιδρώτα σκαρφάλωσαν στο μέτωπο. Με το ανάποδο της παλάμης, σκούπισε το πρόσωπο, έβαλε το χέρι στην καρδιά που χτύπαγε σαν τούμπανο. Ρυθμικά και επικίνδυνα..

Έβαλε και άλλη δύναμη στα πόδια, πήρε μιαν ανάσα πείσματος και σχεδόν τραβώντας το κορμί στάθηκε στην κορφή του βράχου. Έκατσε καταγής, παραμερίζοντας κάποια κοφτερά πετραδάκια. Βαθιά ανάσα, κλειστά τα μάτια. Έβγαλε ένα μαντήλι με δυσκολία από την δεξιά τσέπη, το τίναξε, μάζεψε το πρόσωπο του. Ο ιδρώτας είχε κολλήσει τα ρούχα στο ζαρωμένο κορμί.

Άνοιξε τα μάτια και ρούφηξε την πεδιάδα χάμου. Κάθε σταγόνα φυσικής ομορφιάς την στάλαξε στον νου του και μια ευδαιμονία τύλιξε κάθε κύτταρο του γέρικου κορμιού του.

Σαν η γη τον είδε εκεί πάνω, σαν άρχοντα περήφανο για τον λαό του, πρόσταξε τα φυτά, τα δέντρα να παρουσιάσουν ότι καλύτερο είχαν. Παπαρούνες, χρυσάνθεμα, άγρια χόρτα, τεντώθηκαν, τίναξαν την πρωινή δροσοσταλιά με δύναμη, σαν μοντέλα που γυρνάνε στον φακό. Οι ελιές κούνησαν τα κλαδιά τους σε ένα χορό με τον αγέρα που σιγοτραγουδούσε μέσα από το θρόισμα των φύλων.

«Σαν θες να αλλάξεις ένα λαό, άλλαξε την μουσική τους..» σιγομουρμούρισε ο γέρος και άκουσε την μελωδία του ανέμου..

«Σαν θες να ομορφύνεις τον κόσμο, πότισε τον με άρωμα..» ξαναείπε και οσφρήστηκε το πιο ακριβό άρωμα που έφτιαξαν οι στήμονες του κάθε λουλουδιού, το χημείο της φύσης.

«Σας θες να τον κατανοήσεις, άκουσε τον..» και έστησε αυτί να ακούσει τις μέλισσες να τσιμπάνε με μανία την γύρη στα πόδια τους, να μεταφέρουν την ζωή από μέρος σε μέρος με βοή..

Ο ήλιος αγκάλιασε το σοφό γέροντα με θέρμη, η καρδιά του χαροχτύπησε δυνατά ετούτη την ώρα...
**

«Σαν πας στην κορφή του βράχου..» μου είπε ένας κάτοικος του χωριού μετά απο χρόνια «θα δεις ένα σταυρό εκεί πάνω.. εκεί θάφτηκε ένα σοφός γέροντας, ένας σπάνιος άνθρωπος, που τον βρήκαμε με το χαμόγελο στα χείλι, και η χούφτα του η σφαλιστή φύλαγε πεισματωμένα μια μπουκιά χώμα, αγνή γη....»

Η άνοιξη ήρθε.. για όλους και για όλα..





20/3/09

Απλώς μια τέλεια ημέρα...



Απλώς μια τέλεια ημέρα.

Ανοίγεις το παράθυρο και αφήνεις τον ήλιο να χυμήξει στο δωμάτιο. Πηγαίνεις στο μπάνιο και βλέπεις ένα άνθρωπο που χθες ήταν κατάκοπος, κουρασμένος. Χαμογελάς. Το πρόσωπο τώρα είναι πιο ξεκούραστο, τα μάτια πιο χαρούμενα. Σιγοτραγουδάς ένα σκοπό που ακούγεται σαν μικρό σφύριγμα χαράς, μια ανάσα ρυθμική ξετρυπώνει μέσα από τα πνευμόνια σου.

It’s such a perfect day,

Ακούς τον γαλλικό να χαρχαλεύει στην κίτρινη καφετιέρα και ανοίγεις το ψυγείο να βγάλεις το ψωμί και το βούτυρο. Γεμίζεις την αγαπημένη σου κούπα με το μαυριδερό υγρό και γεύεσαι το καυτό του βάλσαμο στα χείλια.

You just keep me hanging on,

Μηχανικά καταπίνεις το μαλακό ψωμί, η ματιά τραβάει στο παράθυρο. Η πόλη ξυπνάει νυσταγμένη. Κοιτάς το δωμάτιο του μικρού, ακόμα σκοτάδι έχει μέσα. Μια αγαλλίαση σε κρατάει από την καρδιά και σου τραβάει τις φλέβες με δύναμη.

Πατέρα, αντηχεί ακόμα η φωνή του στο μυαλό σου σαν κατέβαινε από το αεροπλάνο Πατέρα..

Θυμάσαι το τρέξιμο που έκανες, η καρδιά σου πονούσε, σαράντα χρόνια κάπνισμα σε έπνιγαν σε κάθε βήμα μα τα πόδια πήγαιναν, έτρεχαν ανεξέλεγκτα με σημαία το χαμόγελο, με άγκιστρο τα ανοιγμένα σου χέρια..

You made me forget myself.

Άστον να κοιμηθεί, μέχρι το πρωί ξαπλωμένος εκεί στον καναπέ με βουρκωμένα μάτια και η γλώσσα του αιχμάλωτη των μαύρων σκέψεων και των πληγωμένων αναμνήσεων, ξερνούσε σάλιο και πίκρα για κάθε φίλο που έχασε σε αυτόν το ηλίθιο πόλεμο. Μέχρι το πρωί, ο λαιμός ξεροκατάπινε τα δάκρυα. Του έπιανες το χέρι και άκουγες τα πάντα με ευλάβεια. Πονούσε, γύρισε σαν πληγωμένο ελάφι..

I'm glad I spent it with you.

Είσαι χαρούμενος ε;

It’s such a perfect day,

Και εγώ. Πιάσε τώρα την κιθάρα..

Last night i picked my 22 yr old son corporal ian c carpenter ,up at the ft lauderdale airport at 130am,he finished his 4 years in the marines ,and is now safe at home,i spent the day with him ,now i can breath again. it was a, perfect day