Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οσα παίρνει ο άνεμος... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οσα παίρνει ο άνεμος... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19/2/12

Πόλεμος

Κηρύσσω πόλεμο στην λευκή σελίδα. Θα κατέβω με τους ιππότες μου να γεμίσω λέξεις τον κάμπο της και θα χτίσω σπίτια ανάμεσα μέχρι να γίνουν πατρίδα.

30/1/11

Πειραιάς-Βόννη..

Πειραιάς, Βόννη νύχτα και το βαγόνι κουνιόταν σαν καλαθούνα μωρού. Κάθισε δίπλα μου, μαλακά σαν χάδι. Χαμογέλασε και έβγαλε ένα τσιγάρο από την ασημένια ταμπακιέρα. Σκέφτεσαι, μου λέει, από το πρόσωπο σου το βλέπω. Σκέφτομαι ναι, ανταπάντησα και παρατήρησα τα ροδοκόκκινα μάγουλα και τις όμορφες σκιές που χάριζε η αχνή λάμπα από πάνω μας.. Έχεις διαβάσει για τον.. ξεκίνησε να λέει, όχι, την κόβω. Δεν έχω διαβάσει. Απλώς σκέφτομαι. Τι θα ήθελες να πεις τώρα δα, πες το χωρίς να σκεφτείς. Αυθόρμητα. Μου χαμογέλασε.
Σαββάτο βράδυ, απόκληρος σκέψεων αλλά τόσο γεμάτος όσο ένα σεντούκι με φωνές, ευτυχισμένος για αυτά που είναι δίπλα μου σαν βελανιδιά την άνοιξη. Ναι αλλά τι θα ήθελες να κάνεις τώρα, με ρωτά πάλι. Να ουρλιάξω.. ή να γελάσω ή να κλάψω, δυνατά! . και εσύ... Που πήγες; Ίσως να μην πρέπει να ταξιδεύεις μόνος. Δεν είσαι μόνος, είσαι γεμάτος, ακούστηκε η φωνή χωρίς μορφή. Ναι, αλλά αυτή είναι η φύση μου. Να έχω τα πάντα και να ελίσσομαι σε μοναχικούς δρόμους. Να αμφιβάλλω και να καταστρέφω νοητά, για να δημιουργήσω έπειτα. Ναι, να δημιουργήσω. Όπως έκανα με εσένα..

19/1/11

Μια πόλη Μαγική..



Ελίσσεσαι μέσα από τις σκέψεις σου, ανασαίνεις τον δικό σου καπνό. Αναστενάζεις. Τι σκέψεις και αυτές κάθε νυχτιά;
Λες, έτσι τα ζήσαν άλλοι, έτσι θα τα ζήσω και εγώ. Σάμπως τι είμαι; κάτι διαφορετικό; τι είναι αυτό που θα με κάνει να περάσω στην ιστορία σαν αξιοσημείωτο; Και καταλήγεις να στέλνεις μηνύματα κρυφά στο μέλλον σου, μη τυχόν και δεν το προλάβεις. Είναι σωστό; Δεν είναι, αλλά δεν μπορείς να μην το σκέφτεσαι.
Λένε, ότι όλοι πάνω κάτω, φαντάζονται την ζωή τους στα επόμενα, πέντε-δέκα άντε είκοσι χρόνια από τώρα. Και εσύ, αντί να ονειροπολείς τα γερασμένα σου χέρια, να στέλνεις ραβασάκια στο μέλλον σου.
Και εκείνο να σου απαντάει, κοιτάζοντας σε στα μάτια. Σε αγαπώ, κάνε ότι μπορείς να είσαι εκεί όταν φτάσω και εγώ στο ύψος των ονείρων μου. Θέλω να σε αγαπώ και να μην μου λείπεις.
Θα είμαι. Θα είμαι εκεί. Αλλά δεν θα πάψω να σου μηνύω από τώρα για εκείνη την ημέρα. Είναι αναπόφευκτο να μην το κάνω. Συμπάθα 'με, και έτσι θα πορευτούμε από εδώ και πέρα.
Με την δική σου συμπάθεια.

Άστο καλό, νυχτιάτικα.
Αυτή η Μαγική πόλη, θαρρείς με μελαγχόλησε και απόψε...

17/1/11

Τρομπετίστες...



Της όμορφης χώρας,
οι τρομπετίστες,
κάλεσαν.
Και εκείνοι,
στην πρόσκληση 'μείναν σκεφτικοί.

ήταν βλέπεις, ψηλά στην πρόσκληση με μεγάλα γράμματα,
η φράση "ντυθείτε χαμόγελο¨,

Άνοιξαν τις ντουλάπες,
τα μπαούλα, τις αποθήκες,
δεξιά, αριστέρα, μάσκες,
πρόβα στον καθρέπτη,
Τελικά, κοίτα πως σου πάει....

Στην αυλή, ο ένας, στον άλλο έσκυβε με ευγένεια.
Στον θάλαμο, δώσαν το παλτό, μα 'κείνο το χαμόγελο,
το κράτησαν στο πέτο..

Οι τρομπετίστες μείναν αμίλητοι,
δακρυσμένοι, παρατηρούσαν,
την στιγμή, να γίνεται μέρα,
την ημέρα, σκέψη,
και την σκέψη, αιώνιο χαμόγελο.

Κοίταζαν την μορφή ενός ανθρώπινου παζλ,
να σύρεται μηχανικά δίπλα απ' τα φλιτζανάκια του καφέ,
οι κύβοι να μπαίνουν στις εσοχές,
και κάποιες κουβέντες να ανακλώνται,
μέσα στα σκεύη, με μεγαλύτερη μαεστρία
από τις ίδιες τις τρομπέτες..

εναλλάσσοντας την λέξη "καλημέρα.."
με την λέξη "ευχαριστώ.."

26/9/10

Η ροδιά..

Κάθε χρόνο, έδινε μια με το ραβδάκι της η άνοιξη και φούντωνε εκείνο το κλαδί. Μα κάθε χειμώνα, πάει, έλεγες για πέταμα είναι, έτσι που το έβλεπες ξερό σαν λίμνη στεγνωμένη, σαν σάρκα άψυχη που κείτεται στην άσφαλτο. Τελειωμένη υπόθεση, μουρμούραγες αν και βαθιά μέσα σου πίστευες ότι κάτι θα αλλάξει. Όπως έγινε και πέρυσι, όπως έγινε και πρόπερσι, έτσι και φέτος κάτι θα αλλάξει.
Διακοσμητική ροδιά, με ψηλά περήφανα κλαδάκια, που οι κορφές του ανέβαιναν στον ουρανό, αψηφούσαν το μάκρος της ρίζας τους και έδιναν μια να ανέβουν. Προς τα που; Κανείς δεν ξέρει.
Είτε γυμνή, σαν σκελετωμένη άπνοια, είτε φουντωμένη με εκείνο το πυκνό πράσινο σαν δέρμα νιότης, κάθε άνοιξη το βλέμμα μου γέμιζε με εκείνο το πείσμα της να ανθίσει.. Μια χρονιά μάλιστα δοκίμασα να κόψω τα κλωνάρια, να την δυσκολέψω δηλαδή, να την κάνω να νιώσει την απόγνωση μέσα στο χώμα της, καινούργια φύλλα να διστάσει να βγάλει..

Πόσο λάθος τα σκέφτηκα όλα..
Αυτή μεγάλωσε ξανά, σαν πείσμα λες στις αποφάσεις μου. Βλέπεις η μοίρα, ο κύκλος είναι αέναος, μόνο κρατώντας από τις ρίζες της λίγη πίστη στην θαυματουργική τυχαιότητα ενός πάνσοφου σύμπαντος, αυτή ξανά μεγάλωνε. Και τα έκανε όλα θαρρείς επιδεικτικά, έτσι για να την κοιτώ κάθε πρωί από το τζάμι μου και να θαυμάζω, αυτά που δεν μπορώ να καταλάβω.


22/9/10

Συγγραφέας..





Στον Πάνο,

Και αν ακόμη θες να ντυθείς με το φαιλόνιο του συγγραφέα,
Ξεκίνα, αποτινάζοντας από πάνω σου την λέξη,
Δοκίμασε την καθαρότητα, μέχρι να νιώσεις το ρίγος της ανάγκης.

Τότε ξεκίνα απλώνοντας στους ώμους σου τις λευκές διαυγείς σου σκέψεις
δέσου μπροστά, δυνατά, στο ύψος της ζώνης,
άφησε όμως φανερό το στέρνο σου, να φανούν όλες οι αδυναμίες σου,
άσε τα μάτια σου ελεύθερα να φτερουγίσουν στο σκοτάδι,
τα αυτιά σου διάπλατα να ακούν την απαντοχή της σιωπής,
και σαν έρθει η ώρα που θα παραδοθείς στην ζεστασιά της διαδικασίας,
τότε δοκίμασε να εφαρμόσεις την μίτρα του τίτλου σου στην στενή σου κεφαλή,
κι αν δεις να σε στενεύει, ξεκίνα πάλι αποτινάζοντας την λέξη!

Σαν όμως έρθει η ώρα που θα νομίζεις ότι καλώς τα έχεις καταφέρει,
τότε να ξέρεις,
ότι θα είσαι ίσος με τους λίγους,
πλούσιος στους φτωχούς κι ερειπωμένος.

Να, σαν τα αστέρια στον ουρανό..

16/7/10

Και εκείνο το κορίτσι...

Μέσα στα λυπημένα σου μάτια,
Χαμογέλασα σαν ήλιος καλοκαιρινός.
Μέσα στα ζεστά σου χέρια κούρνιασα,
μιαν αμφιβολία και έτσι γίναμε Θεοί.

Ήτανε νύχτα θυμάμαι.
Η ίδια ιστορία,
Ένα αγόρι να περιμένει ένα κορίτσι.
Και εκείνο το κορίτσι να μην έρχεται..


Τα τσιγάρα, μετρονόμος της σκοτεινιάς,
και ένα φεγγαρόφωτο να λούζει το καλό του το κουστούμι

Και εκείνο το κορίτσι να μην έρχεται..

Έσιαξε τα μαλλιά του,
Μέχρι που έγιναν κόμποι.

Και εκείνο το κορίτσι να μην έρχεται..

Μέτρησε όλα τα λόγια που της είπε στο τηλέφωνο,
λέξη προς λέξη, κόμπιασμα για κόμπιασμα.
Ακόμα και το σαρδάμ του σ’ αγαπώ που είπε το θυμάται

Και εκείνο το κορίτσι να μην έρχεται..

Κοίταξε τα παπούτσια του, καινούργια, ακριβά.
Χρεώθηκε στον φουκαρά τον γέρο να τα πάρει..

Και εκείνο το κορίτσι να μην έρχεται..

Υπάρχουνε πληγές, σκέφτηκε που δεν κλείνουν έτσι απλά,
Ουλές που μένουν, ματώνουν από μέσα προς τα έξω.

Και εκείνο το κορίτσι να μην έρχεται..

Έκλαψε λιγοστά, όσο-όσο χρειαζόταν για να μην ουρλιάξει στο σκοτάδι,
ώσπου πήγε το φεγγάρι σε άλλες χώρες, σπρώχνοντας θαρρείς
ο ήλιος λίγο από την ζωή του.

Και εκείνο το κορίτσι να μην έρχεται..

Εκείνο το παγκάκι τον ξεκούρασε, αν και σκληρό το ξύλο.
Τα μάτια του βαριά σαν πέτρα τον σήκωσαν να πάει στο καλό του.


Θα πεις, τι ιστορία είναι αυτή;
Ένα αγόρι που περιμένει και ένα κορίτσι που δεν έρχεται..
Συνηθισμένη θα σου πω,
Μια από τις πολλές που χρόνια με παιδεύουν.
Ίσως.. ίσως αυτό να με έκανε να την θυμηθώ,
Η νύχτα μου τα ψιθύρισε όλα, δε φταίω.
Εκείνη η ψιλή κραυγή που άκουσα μέσα στο πυκνό σκοτάδι.

«Και εκείνο το κορίτσι να μην έρχεται..»

Να δεις που η νύχτα κράτησε μέσα της το βουβό του κλάμα.
Πώς να αντιπαλέψεις ετούτη την κραυγή της σκοτεινιάς,
Με τι χέρια της ψυχής να το παλέψεις;

2/7/10

Χαμόγελο..



Της όμορφης ώρας,
τα χαρούμενα παιδιά,
χαμογελούσαν!
Τόσο δυνατά που για μια στιγμή
τα λυπημένα παιδιά 
δεν είχαν δικό τους χαμόγελο 
να ανταποδώσουν... 

30/6/10

Ανδριάνα Μπάμπαλη - So In Love




Γυρίζοντας τις λέξεις ανάποδα,
κρατώντας όμως μόνο την σκιά τους,
είδα, την εντροπία του εαυτού μου.
να ζωγραφίζεται με χάλκινες μορφές.

Ανάγλυφη η σιωπή μου,
φανταχτερά χρώματα η οργή μου,
μέσα σε ένα πλαίσιο μουντό,
Πράσινο με κόκκινο, όπως η καρδιά μου..

Είναι και εκείνες οι στιγμές,
που με έπιασα να ζωγραφίζω,
γραμμές άναρχες,
σκέψεις ανάκατες.

Πόση αλήθεια, υπάρχει μέσα στην αλήθεια μου;

21/6/10

Φουρτούνα..


Ήμασταν ώρα έτσι καθισμένοι, σχεδόν σιωπηλοί. Ο Έρμαν σηκώθηκε όρθιος έδεσε πισθάγκωνα τα χέρια και μουρμούρισε περπατώντας απαλά «Ο άνθρωπος έχει την βαθιά επιθυμία να λησμονεί, το ίδιο και εσύ..».
«Και ίσως εκεί ακριβώς – στην λησμονιά - να βρίσκεται η αρχή της αβύσσου…» συμπλήρωσε ο Νίκος με βλέμμα σκεπτικό, το σώμα του έδειχνε μαζεμένο.
Η Mary Shelley, χαμογέλασε με εκείνο το ευγενικό της κούνημα του λαιμού, « Τα βλέπετε πολύ μελαγχολικά, δεν νομίζετε; Από δική σας και μόνο εμπειρία μπορείτε να αποδείξετε ότι οποιαδήποτε κατόρθωμα μοιάζει εφήμερο αλλά όλοι ξέρουμε ότι δεν είναι!»
Ένιωσα κενός ανάμεσα τους, τι θα μπορούσα να πω σε μια τέτοια συζήτηση που θα έδενε τις σκέψεις τους; Έπρεπε να απολογηθώ για την ερώτηση που έκανα, μα δεν είχα λόγια, περίμενα κάθε λέξη τους σαν μελλοθάνατος που περιμένει τις τελευταίες σφαίρες να τον συναντήσουν. Φορούσα την μαύρη κουκούλα της τυφλότητας μου.
Πετάχτηκε ο Μάνος «Είναι πολύπλοκο σαν σκέψη αλλά έχει δίκιο η Mary, νομίζουμε ότι κάθε μας στιγμή μπορεί να είναι επιτυχημένη ή αποτυχημένη αλλά δεν βλέπουμε το προφανές. Κάθε στιγμή ανήκει στην αγκαλιά της ιστορίας, αλλάζει το ρου κάθε απόφαση, κάθε λέξη, κάθε ανάσα. Συνεπώς τι σημασία έχει η αποτυχία ή η επιτυχία; Το σωστό ή το λάθος; Απλά αλλάζει το ρεύμα του ποταμού και ναι, αγαπητοί συνάδελφοι, μόνο έτσι έχει την δυνατότητα να γνωρίσει νέα χώματα, νέα δροσιά ο ποταμός.. »

«Δηλαδή δεν ήταν λάθος η απόφαση μου;» ρώτησα με μεγάλη αφέλεια, τα μάτια μου στένεψαν προσπαθώντας να ψυχολογήσω γρήγορα τους συνομιλητές μου.
Σηκωθήκαν όρθιοι όλοι, σαν να χτύπησε το κουδούνι και έπρεπε να φύγουν. Πετάχτηκα να τους σταματήσω αλλά στάθηκε αδύνατο. Πριν κλείσει η πόρτα ο Αλμπέρ με έπιασε από τον ώμο γελώντας, η αλήθεια είναι ότι όλη την ώρα με κοίταζε στωικά, όσο εγώ αγωνιούσα να ακούσω την γνώμη τους. «Κοίτα, το πιο όμορφο ελάττωμα του ανθρώπου είναι ότι σκέφτεται συνέχεια το μέλλον. Έτσι συντηρούνται τα όνειρα, οι στόχοι, ο σκοπός και πολλά άλλα. Πρέπει να ξέρεις όμως ότι η σχέση σου με το μέλλον δεν είναι αμφίδρομη, αυτό (το μέλλον) καθόλου δεν σε σκέφτεται! Αντιθέτως κάνει αγώνα δρόμου για να σε συναντήσει… Για αυτό χαλάρωσε..»
Δίπλα του ακριβώς ο Ερμαν με κοίταξε με νόημα. «Πολλές φορές ο φόβος της αποτυχίας μας κάνει λύκους της στέππας, δεν το θες εσύ αυτό, έτσι;»


27/5/10

Ευτυχία Είναι Αυτό...



Είναι εκείνος ο παφλασμός που σου κόβει τις σκέψεις. Σε κάνει να μουδιάζεις. Χαζεύεις το θηρίο και σκέφτεσαι αν θα αποφασίσει να σου χιμήξει ή θα σε αφήσει. Τέτοιες οι στιγμές που με ταράζουν σαν ακούω την θάλασσα της ζωής μου να χτυπάει τα πλακάκια στην είσοδο.
Είναι όλα μαζί, όλες οι σκέψεις μου έχουν μπει σε ένα χωνί και χύνονται στην κρεατομηχανή. Αποτέλεσμα, μέθοδος, αίτιο και αιτιατό.. όλα ένας κιμάς..

Το να γράφω είναι μια διαδικασία ερωτική, ζω τον έρωτα, την μέθη της εφηβικής ηδονής. Του ανοιξιάτικου οργασμού. Με την λέξη Τέλος, ανθίζει μέσα μου η γαλήνη, η ολοκλήρωση. Ο υλισμός του περιβάλλοντα χώρου μου γίνεται σκηνικό μας μεγαλόπρεπης αυλής, όπου παρελαύνουν άνθρωποι, σκέψεις και θηρία. Με μένα ανάμεσα, στο κέντρο αν θες, με τον κονδυλοφόρο να σημειώνω πρόσωπα και γεγονότα.
Η εργασία από την άλλη, είναι οι φίλοι, τούτοι που με ταρακουνάν καθημερινά και μου λένε, Πάψε, Πάψε, μεγάλωσε πιά!
Και εγώ Κοτσαμπάσης στον Καστρόπυργο, αναδεύομαι ανάμεσα τους : Ρωμιούς για Τούρκους;
Και μετά με ρωτάς αν μπορώ να ζήσω μόνιμα στην αυλή του σκηνικού μου..
Τα πιο πιθανό είναι ότι πρέπει να σβήσει ο απόηχος, για να μείνει ο ήχος, να φύγει η άμμος και να μείνει στα χέρια μου το κοχύλι, αυτό που με τόση μαεστρία μάζεψα.

17/5/10

Monika - Babe (unofficial), η καλότης ..





Να, είναι κάτι τέτοιες στιγμές που δε με χωρά ο κόσμος.
Είναι κάτι σαν αυτό που λεν,  μονάχος στο παλάτι μου
και ας είναι και παράγκα..

Είναι εκείνες οι στιγμές που σχίζομαι,
για το μοναχικό ταξίδι,
εκείνο που ξεκίνησα μαζί με μια παρέα φίλων..
Καθένας ένα δρόμο διάλεξε,
απο ένα μετερίζι,
το πόλεμο τάχα να κάνουνε,
την ζωή τους να αδράξουν,
αλλά ακόμα και τώρα σαν τους δεις,
χάσκουν τα λιπώδη στόματα
φωνασκούν τα ξέπνοα πνευμόνια τους
για την "κοινή ιδέα", εκείνη την επίχρυση άγραφη πλάκα,
εκείνη που ο καθένας σφαλιστά βαθιά μέσα στην ψυχή του έχει,
εκείνη που σκοπό άλλο δεν υπηρετεί, εκτός την ίδια τους την σάρκα.
και δεν κοιτούν,
'κείνη την αλήθεια κατάματα,
λείπουν μέσα απο τα κορμία τους,
απουσιάζουν, δεν τους προφταίνω..

Λυπάμαι, που το λέω,
αλλά να, δεν βλέπω καμία διαφορά μεταξύ εκείνου που σε κυνηγά να σου
φωτίσει την λαμπάδα, και κείνου που σε δέρνει γιατί ξέχασες τα σπίρτα,
λυπάμαι δεν έχω την δύναμη να δω την διαφορά..

3/5/10

Monika - Over the hill




Μέσα απο ένα παράθυρο, φαντάζομαι την άνοιξη, μέσα απο την ψυχή αγναντεύω την θαλλασα, εκείνη την ατσαλένια δύναμη που κινεί.... ω τι μπορεί να κινήσει. 

Ανεβαίνω το λόφο, πιάνομαι, αφουγκράζομαι, προχωρώ. Δεν σταματώ, κρατιέμαι απο τα σχίνα, σταμάτω κατά στιγμές να σκουπίσω τον ιδρώτα, μα προχωρώ, άλλοτε σιγά, άλλοτε πιο γοργά. Κάτω μου πέτρες, βράχος και ζωή. Χώμα, εγω προχωρώ δεν κοιτάω άλλο. Κλείνω τα ματια και προχωρώ. Δεν ξέρω τι θα βρώ, δεν ξέρω τι με περιμένει. Λάθος; λάθος. Αγωνία να δω το λάθος. Αγωνία να δω στο λόφο πάνω τι κατοικεί; να είναι άνθρωποι ή ζώα; Να είναι δέντρα για πουρνάρια, να είναι σκίουροι ή τσιμεντένιες κολώνες; προχωρώ.. 
Καθότι πίσω πάντα κάτι θα είναι που θα με κάνει να προχωρώ. Αυτή είναι η αλήθεια, πίσω πάντα θα υπάρχει κάτι που θα σε κάνει να προχωρείς.. 

Στο λόφο, εκεί που η ζωή φαίνεται πιο μικρή. Μια κουτσουλιά, μια φευγαλαία σκέψη. Εκεί πηγαίνω .. 
Ανέκαθεν σε τούτη τη ζωή, θα αναρωτιέμαι, ζω για να προσφέρω ή προσφέρομαι για να ζω..


29/4/10

Η μοναξιά του αλκοόλ..



Κανείς δεν θα μάθει πραγματικά τι είδαν τα μάτια του μέσα στο κιτρινωπό ουίσκι. Κάθε χάλικινη σταγόνα έκανε χαρακιές κατά μήκος του στέρνου. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, τι έκανε μόνος στο μπαρ. Άλλοι λένε ότι έπινε, άλλοι ότι έκλαιγε. Ο σερβιτόρος θα ορκιζόταν ότι τον είδε να γράφει με ένα μολύβι στιχάκια πάνω σε μια κάρτα που βρήκε πεταμένη πάνω στον ξύλινο πάγκο. Εικασίες. Κανείς δεν ήταν εκεί να δει πραγματικά. Όλοι κάνανε υποθέσεις, μάλιστα ο κοντόχοντρος με το μούσι στην γωνία είπε αργότερα ότι τον είδε να μιλάει μόνος του. Τι να έλεγε; Και σε ποιόν να μιλούσε; Το θεωρήσαμε όλοι άτοπο, καθόλου λογικό. Μάλιστα το ίδιο βράδυ που το συζητούσαμε, είχαμε μεγάλη διαφωνία ακόμα και στο τι φορούσε. Μαύρο παλτό ή σακάκι με ρίγες; Μαύρα παπούτσια ή καφέ; Φορούσε πουκάμισο ή πουλόβερ; Η κυρία με την φίλη της που είχε πάει από νωρίς στο μαγαζί είπε ότι τον είδε να καπνίζει τσιγάρα το ένα μετά το άλλο. Ο σερβιτόρος το απέρριψε. Δεν υπήρχε τασάκι γύρω του. Τι θα μπορούσε να είχε κάνει τις στάχτες; Μάλλον διάβαζε, ίσως ένα βιβλίο για αυτό ήταν σκυφτός. Όχι, όχι, εφημερίδα θα ήταν είπε η άλλη φίλη της κοπέλας που είχε καλύτερη οπτική από εκεί που καθότανε. Δεν έβγαινε αποτέλεσμα, όλοι ξέραμε ότι εκείνη την ημέρα οι εφημερίδες είχαν απεργία. Ίσως και η μοναδική Πέμπτη σε όλο τον χρόνο που οι εφημερίδες δεν βγήκαν στα περίπτερα.
Η μια κουβέντα έφερε την άλλη, ώσπου η διαφωνία μας κορυφώθηκε σε μια απλή διαπίστωση που άρχισε να χαράζει μέσα από όλα αυτά τα αντιφατικά λόγια και επιχειρήματα. Μήπως ποτέ του δεν είχε έρθει στο μαγαζί;
Κανείς δεν ξέρει, γιατί κανείς δεν κάθισε δίπλα του, είπα εγώ στο τέλος. Κανείς δεν τόλμησε να του μιλήσει ανοιχτά. Μείναμε με τις υποθέσεις, τις εικασίες και ακόμα μια τύψη στο ενεργητικό μας.Της τύψης που δημιουργείται από την μοναξιά του αλκοόλ.
Κανείς τελικά, δεν πρέπει να πίνει μόνος.

23/4/10

Χαράζω..




Χαράζω, λέξεις στα βλέφαρα,
οι φλέβες ποτίζονται από αγωνία,
παρέα, ο φόβος ντύνεται άγχος,
και το άγχος, ελπίδα.

Μια εσώτερη έκρηξη ανθίζει,
Πασχίζω να δω.
Μα τα χαραγμένα βλέφαρα,
δεν αντέχουν,
είναι βλέπεις αυτές οι σκέψεις
που ανέκαθεν μου βάραιναν το βλέμμα.

11/4/10

εκείνο τον πίνακα τον θυμάσαι;


Και εκεί που εσύ βλέπεις ένα κοριτσόπουλο να κάνει νάζια στο φακό, εγώ βλέπω μια μέλλουσα μητέρα με το τσιγάρο στο χέρι, ‘κει που βλέπεις δυο ματάκια όλο απορίες εγώ βλέπω δυο ρυτιδιασμένα, πρόχειρα βαμμένα μάτια, που στο βάθος του μυαλού τους προσπαθούν να θυμηθούν αν βάλανε αλάτι στο φαί. Προσπάθησες πολύ, στο καταλογίζω, αλλά βλέπεις ότι δεν υπάρχει εύκολος τρόπος.

Μα αν υπάρχει κάτι που μας ενώνει είναι η οπτική σαν γεγονός, οι σκέψεις είναι απλώς δικές σου και πίστεψε με, δεν θέλω να τις ακούσω γιατί προέχει να ακούσω τις δικές μου σκέψεις πρώτα. Σε αυτό δεν φταίς εσύ, βλέπεις, μιλάνε δυνατά οι σκέψεις μου και κάποιες φορές δεν σε ακούω καθαρά..

Και εκείνο τον πίνακα, μαζί τον πήραμε, άραγε ποιες σκέψεις μας κοινώνησαν σε αυτήν την απόφαση; Ποτέ δεν θα μάθω, ούτε θα μάθεις. Υπάρχει βλέπεις ακόμα μια  παράμετρος ανάμεσα μας, η συμπάθεια. Δέχομαι και δέχεσαι να είμαστε διαφορετικοί και αυτό αυτόματα μας κάνει ομάδα, ίδιους όμως ποτέ.

Όπως λέει και η μητέρα μου δύο ίδια είναι άχρηστα και εσύ δεν είσαι άχρηστος..

Όχι για μένα.

Σήκω, πάμε τώρα. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να δούμε εδώ, εξάλλου η οπτική μένει η ίδια, οι σκέψεις αλλάζουν και μα τον θεό δεν είναι ανάγκη να στεκόμαστε μέσα στο κρύο. Στο βάθος του μυαλού μας θα μείνει η εικόνα σε αυτό που μαζί είδαμε και η ταραχή της σκέψης μας θα υπάρχει επίσης για μέρες ακόμα μέσα μας, ακόμα και αν έχουμε φύγει..

Σήκω, πάμε, ο καθένας στον ευατό του..


Another Cup of coffee..





Κάτσε να σου πω μια ιστορία, για ανθρώπους που δώσανε την ψυχή τους στον διάβολο για μια αγκαλιά με τον Θεό. Για ψυχές που κλάψανε στην ποδιά των ληστών, έκλαψαν τόσο που τα δάκρυα στεγνώσαν. Δεν είχαν να δώσουν κάτι να ανταλλάξουν, παρά μόνο εκείνη την μαυρισμένη καρδιά που τους βάραινε τα στήθη. Και την έδωσαν, για ένα χαμόγελο.

Μα δεν άκουσες το χειρότερο, υπήρξαν περιπτώσεις που το πήραν το χαμόγελο που γύρευαν, πήραν την γεύση στον ουρανίσκο τους..

Μα κάνεις ότι δεν ξέρεις ότι η γεύση δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια μνήμη ευχάριστη ή δυσάρεστη. Λες ότι κάποτε δοκίμασες και θέλεις πάλι να ζήσεις τα ίδια, μα δεν γίνεται πια, δεν γίνεται.. μπαίνει ανάμεσα σε εσένα και στο άπιαστο όνειρο το τοίχος της ηλικίας, των πραγμάτων, των ανθρώπων, εκείνο το αδιαπέραστο συρματόπλεγμα που ονομάζεις λογική και εμπειρία. Και αναρωτιέμαι ώρες, ώρες, τι είναι αυτό ή ποιος το έστησε εκεί εμπρός σου..

Και ξάφνου ανακαλύπτεις τον χρόνο που έχασες, και επιστρέφεις στην πόρτα που βγήκες σαν ήσουν μικρός. Αλλά ο δρόμος είναι διαφορετικός, πλέον καμία γοητεία δεν υπάρχει, κανένα μυστήριο δεν περιβάλλει τον δρόμο. Γιατί ξέρεις. Ξέρεις πολύ καλά..

Τι καλά που θα ήταν να μπορείς επιλεκτικά, να μην ξέρεις. Τι καλά που θα ήταν....

20/3/10

Όρος Σινά..




Ζούμε την αγωνία του Σινά,
ακόμη λες, να ανέβει ο Μωυσής,
κενό ακόμη, το μονοπάτι,
που υποσχέθηκε να ανέβει,
σαν πατέρες την αργοπορημένη κόρη αναμένουμε,
κάτω από λιγοστό φως, και το βιβλίο στα γόνατα.
Απέξω, αδίστακτη η νυχτιά τριγυρνά στις φλέβες μας.

Σαν παγωνιά που σκαρφαλώνει στα κλαριά,
μας αγκαλιάζουν αλλοτινοί εχθροί,
τωρινοί φίλοι..

Σκιαγραφώ,

Η ευθύνη, επιταγή.
Μόλις την χρεώσουμε κάπου,
πιστεύουμε, ματαίως, σε μια ρόδινη ζωή.
Ακούραστοί ψεύτες του εαυτού μας..

Λέω, Είμεθα το Όρος,
και λύτρωση ζητούμε από το πλήθος.
Λάθος η εντύπωση ότι οι εντολές γράφτηκαν στο Όρος,
Οι πλάκες, μας στάλθηκαν, και χρέος μας,
η ερμηνεία τους.

Παρεξήγηση. Μία από τις πολλές…

15/3/10

Ludovico Einaudi Nuvole Bianche





Το να ξυπνάς ένα πρωί και να ξέρεις ότι 250 άνθρωποι θα σε πάρουν τηλέφωνο γκρινιάζοντας επειδή κάτι πήγε «στραβά..». Αυτή είναι μια αίσθηση, που την κερδίζεις δύσκολα. Μα τούτο ακόμα πιο δύσκολο, να ξέρεις ότι στο τέλος της ημέρας όλα θα έχουν τελειώσει, είτε καλώς είτε κακώς, να γνωρίζεις καθαρά μέσα σου ότι κάθε γεγονός έχει ένα τέλος, κάθε πρόταση μια τελεία  κάθε δρόμος κάπου τελειώνει. Αυτή η εσώτερη αναπνοή σε κάνει να μη σταματάς στην πόρτα με τα κλειδιά στο χέρι, αμήχανος και με τάση να κρυφτείς. 
Μα δεν πρέπει να ξεχάσω ακόμα τούτο :  Πιο μέσα, πιο βαθύ να έχεις την ψυχραιμία να τα αντιμετωπίσεις όλα με λογικούς ειρμούς, να μετριάσεις το κακό και να βρεις το μη χείρον βέλτιστον, αυτή η ψυχραιμία στην καταστροφή, αυτό είναι ο άνθρωπος.. ο επαγγελματίας όπως συχνά ονομάζεται. 

Ένα μικρό βήμα εμπρός που πιθανόν να κοστίσει, ένα βήμα πίσω από το τέλος. Μα δεν νοιάζεσαι, γιατί τώρα ζεις και όχι μόνο ζεις, αλλά γράφεις και για αυτό.. 

Ίσως τελικά αυτό να είναι τύχη..