19/12/17

Η τελευταία νύχτα του κύριου Έρμιτ


1. Οι μικρές φακίδες στην άκρη της μύτης, ενίοτε την ενοχλούσαν, ενίοτε πίστευε ότι η γη κι όλα τα φεγγάρια που ήξερε γυρνούσαν μαγεμένα γύρω τους. Ήταν μόλις δεκάξι και είχε ήδη μια φυσιολογική ζωή. Δύο φίλες που μπορούσε να τους τραβήξει το μαλλί και κάπου τετρακόσιους φίλους στο Facebook που ποτέ της δεν θα γνωρίσει.

Ο κύριος Έρμιτ, ήταν ένας από τους πολλούς άνεργους και εργένης. Στην εργασία του τον σχόλασαν γιατί δεν άντεχαν τις αργές κινήσεις των χεριών του. Πίστευαν όλοι οι συνάδελφοι, ότι όταν ξυριζόταν ήθελε περίπου έξι ώρες συνεχής επιμονής μέχρι να ξυρίσει όλο το πρόσωπο. Τα μεγάλα παραλληλόγραμμα κοκάλινα γυαλιά του, κάθε φορά που θάμπωναν απαιτούσαν περίπου όλο το διάλειμμα του για να τα καθαρίσει και να τα ξαναβάλει στην θέση τους. Ήταν πολλές οι φορές που έμενε νηστικός. Σε ένα άδειο σπίτι και με ένα επίδομα ανεργίας, η μόνη του εργασία ήταν το Facebook και οι εφτακόσιοι περίπου φίλοι, που για ένα περίεργο τρόπο τους είχε συμπαθήσει όλους. Βλέπεις, η ταχύτητα απάντησης σε μια ερώτηση ή σε ένα status δεν απαιτούσε από τον χρήστη κάτι παραπάνω από μισή ημέρα. Και αυτό τον βόλευε.

Στην αρχή είχε γραφτεί με το όνομα “enstick” όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι. Έβλεπες, “fouriozos”, “Tomachok”, “Girl from papanema” και άλλα. Αργότερα όμως οι περισσότεροι άλλαξαν τα συνθηματικά τους σε πραγματικά ονόματα. Αποκτούσε σιγά-σιγά ο ιστότοπος μια ακόμη ρεαλιστικότερη διάσταση κι αυτό τελικά άρεσε στον κόσμο. Δεν είχε ανάγκη να κρύβεται κανείς πλέον. «Σήμερα έφαγα ψάρι» έλεγε ο ένας, «Είχα ένα καβγά με το Φρέντ» έγραφε η άλλη και ο κύριος Έρμιτ έτρεχε [σχήμα λόγου] να απαντήσει και να βοηθήσει όπου μπορούσε. 

«Τι διάβαζε ο κοιμισμένος οδηγός την ώρα που με τράκαρε; Το αμάξι έγινε μια άμορφη μάζα, αλλά εγώ επέζησα με ένα κολάρο και χιλιάδες εξετάσεις. Ζαλίζομαι» έγραφε η δεσποινίς Σκούρτ. «Περαστικά», «Κουράγιο...»
«Σήμερα η μητέρα μου με έπρηξε πραγματικά» έγραψε η νεαρή με τις φακίδες με το όνομα Μαρκέλλα. «Γιατί;» την ρώτησε ο κύριος Έρμιτ και εκείνη του απάντησε για να λάβει την επόμενη ερώτηση και τα λοιπά. Είχε φτάσει πρωί, πριν το καταλάβει. 
Μια απλή ιστοσελίδα ανακοινώσεων, ανέλαβε να κάνει το παρών του κάθε ανθρώπου σε ένα προσωπικό τοίχο, κάθε επικοινωνία μαζί με την έκπληξη της,  μεταφέρθηκε σε ένα απλό πάτημα κουμπιού και σε μια αποδοχή μιας οποιαδήποτε τυχάρπαστης συνθήκης. 
«Ναι, τον γνωρίζω». Κι ας μην τον γνώριζες. Εκείνο το καλημέρα, είστε πολύ όμορφη, θα ήθελα πολύ να μου χαρίσετε δύο λεπτά να γνωριστούμε• εκείνο το χαμόγελο σε μια γνωριμία που μαρτυρά χαρακτήρες •εκείνο το ενστικτώδες συναίσθημα χημείας μεταξύ δύο ανθρώπων, είχε μετατραπεί σε παρατήρηση των φωτογραφιών στο προφίλ, αυτές δηλαδή που  ο καθένας χαζεύει προτού πατήσει το κουμπί «αίτηση φιλίας».

Κι αυτό ήταν μια νέα μαγεία : Το αναπάντεχο ουρλιαχτό όλων των κοινωνιολόγων.
Η ιστοσελίδα του facebook, μοίραζε, έκοβε, έδινε και δεν έπαιρνε τίποτα για αντάλλαγμα, εκτός από κάποιες διακριτικές διαφημίσεις στην δεξιά μεριά της σελίδας. Ανεπαίσθητες. Αόρατες ή μάλλον όχι και τόσο. 
«Θέλεις να σου δείξω το σπίτι μου;» ρώτησε η Μαρκέλλα τον κύριο Έρμιτ. Φυσικά απάντησε εκείνος  και εντός δεκάλεπτου μπορούσε να δει την κουζίνα, την μαμά της, τον σκύλο της, την γάτα, το δωμάτιο και το μπαλκόνι με τον ανθισμένο ιβίσκο.

«Κάτσε να δεις και εμένα» είπε ο κύριος Έρμιτ και στις επόμενες ημέρες είχε ανεβάσει βίντεο από το σπίτι του, ένα συμπαθητικό δυάρι με τις βασικές ανέσεις.
«Θα ήθελα να βρεθούμε μια μέρα..» είπε η Μαρκέλλα. «Δες τι αγόρασα σήμερα!»

«Ακόμα να μπουν τα λεφτά από το επίδομα» έγραψε ο κύριος Έρμιτ.
«Και τι να τα κάνεις;»
«Πιστεύεις στην αγάπη;»
«δεν ξέρω. Φοβάμαι»
«Ναι, αλλά όταν αγαπάει ο ένας τον άλλο δεν φοβάται»
«Ψέματα! Τότε φοβάται περισσότερο»
«Μπήκαν τα λεφτά, πάω να αγοράσω μια καλύτερη φωτογραφική μηχανή»

Η Μαρκέλλα, σταμάτησε να πηγαίνει στο σχολείο δίχως όμως να γνωρίζει κάτι η μητέρα της. Την έβλεπες στην στάση όπου το ασύρματο δίκτυο της καφετέριας πίσω της, έδινε πρόσβαση στο ίντερνετ.

«Δεν μ’ αρέσει το σχολείο!»
«Ούτε εμένα μου άρεσε»
«Ναι, αλλά πρέπει να πηγαίνουμε λέει η μαμά μου»
«Η μαμά σου έχει δίκιο, αλλά πραγματικά το σχολείο είναι απαίσιο»

Οι ρυθμοί του κύριου Έρμιτ είχαν γίνει απίστευτοι. Η κάθε απάντηση πλέον, η κάθε φωτογραφία δεν αργούσε πλέον να ανέβει. Η Μαρκέλλα τον είχε συμπαθήσει.

«Θα ανεβάσω το κρεβάτι μου το βράδυ» έγραφε από την στάση.
«Θα έρθω» απάντησε εκείνος με κάποιο μακρύτερο στοχασμό και εκείνη άλλαξε συζήτηση όπως πάντα.
«Ανεβάζω μια φωτογραφία από ένα παππούλη που προσπαθεί να περάσει τον δρόμο»
«κρίμα. Ανεβάζω και εγώ μια φωτογραφία από την γειτόνισσα. Την δέρνει ο άνδρας της κάθε μέρα. »
«Κοίτα! ένα ζευγάρι μποτάκια!»
«Απίθανα!»

Του κύριου Έρμιτ του είχε γίνει εμμονή. Ντρεπόταν να ζητήσει στην Μαρκέλλα να βγούνε, συνέχιζε όμως ταυτόχρονα να επιθυμεί να την γνωρίσει. Θα ήταν μαγικό να μπορούσα να μπω μέσα στην ιστοσελίδα και να την γνωρίσω, είπε ένα βράδυ στο κρεβάτι του.Έγραψε ένα γράμμα στο facebook,  όπου  τους ζήτησε να κατασκευάσουν την δυνατότητα να μπαίνεις στο σπίτι του άλλου. Τους εξήγησε τα πάντα για την Μαρκέλλα. Οι προγραμματιστές  απάντησαν , γιατί δεν της ζητάς να βγείτε έξω; 
 «Μιλάω σοβαρά».

Το ίδιο βράδυ μια ανησυχία τον έκανε να πεταχτεί από το κρεβάτι του. Πίστεψε στην αρχή ότι ήθελε να πιει νερό, αλλά σύντομα βρήκε τον εαυτό του εμπρός στην σελίδα του facebook. Περιηγήθηκε στις φωτογραφίες της Μαρκέλλας και έκπληκτος παρατήρησε ένα καινούργιο κουμπί. «Είσοδος». Το πάτησε.

 ************

2. Οι γονείς της Μαρκέλλας ήταν πολλοί ανήσυχοι. Πως είναι δυνατό να λείπει τόσες μέρες, φώναζαν στον αστυνομικό, πως; «Υπάρχει μια σειρά από εξαφανισμένους ανθρώπους» απάντησε σοβαρά ο ψηλός ντετέκτιβ και έκλεισε το μπλοκάκι του. «Υπάρχει λίστα σχετική στο ιντερνετ, σε λίγο θα αναρτηθεί και η δική σας κόρη μαζί τους. Λυπάμαι. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο..» 

Οι φακίδες της Μαρκέλλας ήταν τελικά πολύ όμορφες. Σχολείο δεν ξαναπήγε, αν και βρήκε σύντομα στην νέα της ζωή και την δασκάλα της μέσα. Όπως και πολλούς συμμαθητές της. Ο κύριος Έρμιτ δεν ανησύχησε ξανά αν θα του έμπαινε το επίδομα της ανεργίας. Τι να το κάνει; δεν πεινούσε, δεν είχε κανένα στρες. Ούτε καν εκείνη η αργή κίνηση των χεριών του δεν ενοχλούσε πλέον κανέναν. Να τα κουνήσει και να κάνει τι;  Μπορούσε να θυμηθεί την προηγούμενη ζωή του και συχνά αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που έκανε τους ανθρώπους να ξυπνάνε κάθε πρωί. Τι ήταν αυτό που τους έσπρωχνε στην στάση του λεωφορείου με κομμένα μάτια και βιαστικό μακιγιάζ. Τι δουλειά έχει σε έναν άνθρωπο να ζει την οργή του αφεντικού, την θυσία του χρήματος και την επιθυμία της αναγνώρισης. Η αγάπη πάλι τι είναι; Γιατί κάποιος να πρέπει να αγωνιστεί για να κερδίσει κάτι; Για να στεναχωρηθεί έπειτα,; να μετανιώσει μήπως ή για να αρχίσει να φιλοσοφεί για να ξεπεράσει την μελαγχολία του; Γιατί να ζει ο άνθρωπος; Για ποιόν λόγο γράφει ιστορίες που ποτέ του δεν θα ζήσει; γιατί τρέχει στα βιβλιοπωλεία να διαβάσει για ταξίδια και χώρες μακρινές που ποτέ του δεν θα πάει; Γιατί να έχει κανείς οποιαδήποτε ελπίδα για κάτι που δεν ποτέ δεν θα καταφέρει; Γιατί να μεγαλώνει και τα πράγματα γύρω του να γίνονται κάθε μέρα χειρότερα; Γιατί να κοιτάει στην τηλεόραση ανθρώπους καλύτερους από αυτόν και πιο πλούσιους; Γιατί να ζηλεύει; Γιατί να επιθυμεί αφού ποτέ  δεν θα έρθει η μέρα που θα είναι ικανοποιημένος; Τι αναζητούμε; μήπως έναν υγιή γεροντικός περίπατος κάποια στιγμή; Τρίχες !. Δεν έχει νόημα αυτό το βάσανο όταν από πριν γνωρίζεις ότι το μόνο που θα συμβεί  είναι να έρθει ο θάνατος. Που πάντα έρχεται, όσο έξυπνος, όσο χαρούμενος ή δυστυχής είσαι. Ποιο το νόημα αυτής της ζωής;

-*********

3. Ο Ντετέκτιβ κοίταζε την φωτογραφία της Μαρκέλλας στο facebook αγκαλιά με ένα άνδρα γύρω στα σαρανταπέντε με κοκάλινα γυαλιά. Ένα κλικ πιο πέρα μια φωτογραφία με την Μαρκέλλα και τον άγνωστο άντρα σε ένα βουνό, στα Ιμαλάια και έπειτα σε μια αμμουδερή παραλία μαζί με τον Κουστώ να συζητούν γελώντας. Πιο κάτω στο πύργο του Άιφελ με τον Ντίσνευ και ακόμη πιο πέρα στο Γραντ Κάνυον με φόντο τον καταρράχτη · Τους είδε σε γιοτ, σε βάρκα στην Βενετία, σε καμήλα να διασχίζουν την έρημο, σε ένα μακρινό ποτάμι να τους τραβάει το ρεύμα, να τρώνε μπανάνες μαζί με τον Όρσον Γουέλς και να πίνουν βότκες με τον Φιντέλ Κάστρο, να καπνίζουν με Τατάρους νύχτα γύρω από την φωτιά και να στήνουν οδομαχίες στα στενά του Παρισίου. Είχαν περάσει κάπου δύο χρόνια από τότε που εξαφανίστηκε η κοπέλα και από όσο μπορούσε να καταλάβει, είχε εξαφανιστεί μαζί του ή είχε μπει μέσα στο facebook. Ζούσε (αν μπορεί να το πει κανείς αυτό ζωή) μέσα στην εικονική πραγματικότητα του κοινωνικού ιστού. Σαν αράχνη που περπατάει αργά και παντού, που κρέμεται όπου μπορεί να απλώσει το νήμα της. Σε κάθε φωτογραφία που υπάρχει στους servers του facebook μετακινείται κατά επιθυμία και δίχως πολύ σκέψη.

Γέλασε.  Πολύ φαντασμένο σενάριο!
Παρατήρησε την ημερομηνία της τελευταίας φωτογραφίας που ήταν πολύ πρόσφατη και δίπλα το κουμπί «Είσοδος». Αν και όλα αυτά του φάνηκαν παράξενα, η λογική δεν υπερίσχυσε της κρυφής ελπίδας της ανακάλυψης. Όπως και οι σκέψεις, εκείνες οι τελευταίες εικόνες που κερδίζει κανείς προτού στρέψει το δάχτυλο του τέλους στο άμυαλο κεφάλι του. Το παρόν είναι μια μπάλα που ταλανίζεται πάνω από το κεφάλι μας ή μια κρυστάλλινη μπάλα που ανατρέπει ολοσχερώς όλες τις ψεύτικες νιφάδες ενός μαγικού χριστουγεννιάτικου τοπίου;
Η ανέλπιδη έκφραση του σημερινού ανθρώπου μπορεί να χωρέσει σε ένα μόνο κουμπί; η φαντασία ενός σύγχρονου τεχνοκράτη έχει δικαίωμα να εισάγει την πραγματικότητα σε έναν ανεμοστρόβιλο μιας δικής του ζωής ή μη ζωής αν θέλεις με την αιτιολογία της αναδιάρθρωσης της σηψαιμικής πραγματικότητας;

Και αυτόν τον ρεαλισμό που ζούμε ποιος τον έκανε upload;


κλικ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: