8/4/16

Μπούμπα


Υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε να γελάμε. «Ο ώμος μου, σταμάτα» φώναζε κι ακόμη αν έκανα τουμπεκί, εμείς ακόμη γελούσαμε. Ήμασταν σχεδόν συνομήλικοι, εκείνη κάπως πιο ώριμη από εμένα (γύρω στα ογδόντα) και μαυροντυμένη με έναν ώμο που έπεφτε σαν τσάντα ένα πράγμα (έτσι έλεγε). Διαφωνούσαμε σε πολλά, άλλος κόσμος (νέος για μένα ίσως) αλλά τόσο οικείος και αγαπητός. Ποτέ της δεν δοκίμασε να με πείσει, να μου πει κάτι που ένιωθε ότι θα διαφωνούσα. Σαν να μην ήθελε να χαλάσει εκείνη η άτυπη συμφωνία μεταξύ μας. Θα περνάμε καλά, έτσι; Τόσο με αγάπησε και τόσο την αγάπησα σαν άνθρωπο, σαν ήρωα, και σαν προσωπικότητα. Κάποιες φορές σκέφτομαι γιατί τόσο λίγο ήμασταν μαζί, κι αν όχι απαντώ· πόσο θα ήθελες; Και πάλι δεν μπορώ να λογαριάσω. 
--
Όταν αρρώστησε δεν μπόρεσα ούτε εγώ να χαλάσω την συμφωνία. Αν την συναντούσα στα τελευταία της θα έπρεπε να την κάνω να γελάσει όπως τότε, κι αυτό με έφερνε σε αμηχανία. Εκείνη - είμαι σίγουρος- θα έκανε κέφι μαζί μου ακόμη κι αν πόναγε. Εγώ δεν ήμουν τόσο δυνατός όσο αυτή. Δείλιασα να πάω να την δω, κρατώντας το λεύκωμα της φωνής της μέσα μου.

19/10/15

Συμμαθητές


Αναπάντεχη επικούρεια συνάντηση μεταξύ συμμαθητών με αλκοόλ και καλή διάθεση. Κάτι σαν τον κήπο με τις τρελές που στο απρόσμενο πεταγόταν μια χορεύτρια τίγρης και σου έλεγε από ένα πολύ καλό ανέκδοτο οπότε ξεκαρδιζόσουν, αλλά και καλλιτέχνες γνωστοί που είχες παρεξηγηθεί στο παρελθόν μαζί τους μα τώρα πλέον τίποτα απ' αυτά δεν έχει σημασία, αλλά και μπόλικο χαβιάρι με σαμπάνια πάνω στα κορμιά κάποιων αναμνήσεων. Ένα απόγευμα που δεν περίμενα ν' έρθει, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα είχαμε ραντεβού αναμεταξύ μας μα με τις ασχολίες μας, ξεχαστήκαμε και μας πήρε κάποια χρόνια να βρεθούμε. Δεν πειράζει, ήταν σχεδόν σαν εκδρομή στα Κύθηρα μπακούρια με μια τσάντα με τα μπανιερά , αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν στο απέναντι τραπέζι τα παιδιά όλων μας να περιμένουν παραδειγματικά να συμπεριφερθούν σαν τους μεγάλους. 
Αγάπη ολούθε μάλλον, ακόμη και στους εχθρούς μας.…

21/9/15

Φθέγγομαι τρόμο

Φθέγγομαι τρόμο

Δεν θέλησα να σας βάλω εικόνα. Μονάχα λέξεις γυμνές ξεδιάντροπες που κρατούν όμως όπλο, όπως οι άνθρωποι - τα ζώα δηλαδή - σε εμφύλιο.

Δεν θα σας δείξω κανέναν να πνίγεται στην θάλασσα για να σας τρομάξω. Όχι δεν είναι αυτό που ζητώ από εσάς.
Σας ζητώ μονάχα να φανταστείτε μια ζωή μέσα σε τέσσερις τοίχους ανοιχτού χρώματος· κυανού και πράσινου.
Ζωή να τρέχει στα δωμάτια και μυρουδιές τις περισσότερες ώρες. Βαλθείτε λοιπόν να πλάσετε ιστορίες στα σανίδια:  Εκείνος την αγαπά ή την συνήθισε, τα παιδιά τρέχουν και εκείνη γκρινιάζει για την σκόνη. Το σχολείο· άραγε διάβασε για αύριο; Ήρθε Σαββάτο και ο πατέρας, εργατικός πιστός στα ιδανικά αγοράζει ψάρι και μπρόκολο ή λίγο κρέας για την άλλη μέρα, την Κυριακή. Μεγάλο τραπέζι · γέλια, σπουδές χαμόγελα, περηφάνια, ελπίδα, πολλές αγκαλιές και λουλούδια στους κήπους.
Τώρα βάλτε στο κέντρο του σπιτιού μια βόμβα.

Και αρχίστε να τρέχετε..

22/8/15

Παραφράζοντας


Η ζωή δείχνει άγριο τοπίο αν κάτσεις παράθυρο κοιτώντας αυτά που συμβαίνουν γύρω μας· γεμίζει όμως με μικρές ιστορίες αν κοιτάξεις την δική σου προς τα πίσω. 
Μικρές στενάχωρες, χαρούμενες, με χρώμα ή χωρίς, με θόρυβο ή βουβές. Αδιάφορο.
Πιο μέσα αυτές οι ιστορίες έχουν ανθρώπους, κουβέντες, χειρονομίες και τέλος εκείνο το χαμόγελο που δημιουργεί την κάθε ιστορία. 
Αν έγραφα ημερολόγιο θα ξεκινούσα λοιπόν την ιστορία μου από εκείνο το χαμόγελο που έδεσε τα πάντα σε αυτήν την ζωή που βρίσκομαι.
Αργότερα, όταν θα μεταφερθώ  στην μη ζωή τότε θα δούμε. Ίσως θα πρέπει φεύγοντας να αφήσω εκείνο το αρχικό χαμόγελο σε κάποιους άλλους. Να μου το φυλάνε, για όταν γυρίσω. Αργότερα. Πολύ αργότερα. Για την ώρα δουλειά μου είναι να δένω τα χαμόγελα μεταξύ τους και να ετοιμάζω ιστορίες.

Να εδώ μια μικρή ιστορία ενός από αυτά τα χαμόγελα :







29/7/15

Κλείνουν οι κύκλοι.



Κλείσαν οι τράπεζες και όλοι κρύφτηκαν πίσω από μια εικόνα αυστηρή σαν να ήταν αυτό που θα τους προστάτευε σε αυτήν την κακιά ώρα. Ο ένας έλεγε ότι έφταιγε το κράτος, ο άλλος ο ουρανός και κάποιος άλλος η γη. Δεν καταλάβαινα.
Κάποιος έπρεπε να φταίει, έτσι είπαν και το ‘ρίξαν κορώνα γράμματα · κλήρωσε ο ψηλός με τα γυαλιά. Έσκυψε το κεφάλι δείχνοντας ότι δεν ήθελε ιδιαίτερα, ράθυμα, βαριεστημένα έκατσε στο κέντρο και όλοι άρχισαν να τον κοροϊδεύουν και να τον βρίζουν με λόγια που δύσκολα μπορώ να μεταφέρω. Κάποιος τον έσπρωξε και κάποιος του πέταξε μια πέτρα, δεν μπόρεσα να δω περισσότερα εκείνη την στιγμή, υπήρχε πανικός. Πάντως δεν άλλαξε και πολύ η κατάσταση αρκετές ώρες αργότερα, ώσπου ο ένας από αυτούς, εκείνος με την μακρουλή φαβορίτα έκατσε κάτω εντελώς κατάκοπος από την προσπάθεια και άρχισε να κλαίει με θόρυβο κρύβοντας τα μάτια του να μην τον δουν οι άλλοι, Τουλάχιστον αμέσως δεν τον είδαν, αλλά σύντομα ο ένας μετά τον άλλο άρχισαν να κλαίνε πάνω από το νεκρό κορμί του ψηλού με τα γυαλιά. Φυσικά κάποιοι γέλασαν αλλά δεν θέλω να σας περιγράψω τα αισθήματα μου για αυτούς. Δεν ήταν αθώος, είπε ένας άλλος που τον συμπάθησα. Ούτε εσύ, του είπα.