9/3/17

Απόψε θα αργήσω


“Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα.”

Αντόνιο Γκράμσι

Πρόσφατα ζήσαμε την αδιαφορία.
Πιο γενικά των γονιών κι έπειτα των καθηγητών και τέλος των παιδιών. Από την αδιαφορία ζουν οι παρίες. Από την αδιαφορία ζει η ανάλαφρη και βαρετή καθημερινότητα. Σκοτώνεται η συλλογικότητα, η κατανόηση, ο ανθρωπισμός. Δολοφονεί κανείς με επιτυχία την ύλη της δημιουργίας. Εκείνο το κομμάτι του σύμπαντος που ανατινάζεται από το πάθος της ενασχόλησης με τα κοινά. Και έπειτα αυτήν την άχρηστη ύλη, το περίττωμα της ενέργειας το μεταβιβάζεις σε αυτούς που σε διαβάζουν σαν ανοιχτό βιβλίο για να μάθουν πως να κινούνται και να περπατούν. Μόνο που η αδιαφορία σου γίνεται παράσιτο και πριν σε κατασπαράξει ολοκληρωτικά απομυζεί ό,τι αγάπησες.
Ό,τι κι αν οργανώνεις είναι καταδικασμένο να αποτύχει, ό,τι κι αν αναζητάς να φτιάξεις δεν θα λάμψει ποτέ, Ό,τι κι αν διδάξεις δεν θα διδαχθεί και ότι σε διδάξουν δεν θα έχεις το κέφι να το αγαπήσεις.
Πρόσφατα ζήσαμε την αδιαφορία.  
Οι προθέσεις μας πάντα άγιες, αλλά η αδιαφορία ήταν εκεί, βλοσυρή και αποφασισμένη. Κάπως περίσσεψαν τα σχέδια κι οι σκέψεις. Η αδιαφορία δεν αφήνει το φως να μπει στον χώρο. 

Οι λίγοι έκαναν την διαφορά, και τους ευχαριστούμε, αλλά για να νικηθεί η αδιαφορία, χρειαζόμαστε τους πάντες.





24/2/17

Ένα βράδυ

Μέναμε σε εκείνο το ξενοδοχείο στο λιμάνι. Εκείνη αινιγματική. Η σχέση μας ήταν υπο δοκιμή αρκετές μέρες τώρα  αλλά ευτυχώς ο καθαρός αέρας τα άλλαξε όλα πολύ σύντομα. Οι συζητήσεις μας είχαν εξαντληθεί τους τελευταίους μήνες και το μόνο που είχαμε ανάγκη ήταν η σιωπή. Το βράδυ ντύθηκε εμπρός μου σαν να ήμασταν χρόνια παντρεμένοι, φόρεσε αστέρια στους ώμους κι έναν κομήτη στα πόδια της. Με κράτησε από το χέρι και με οδήγησε σε ένα ακριβό εστιατόριο. Θυμάμαι ακόμη το γκαρσόνι και το υπαινιχτικό γελάκι του όταν μας σέρβιρε. Αργότερα το ίδιο βράδυ αφού περπατήσαμε στο λιμάνι της Ύδρας, καταλήξαμε σε ένα στενάκι που μύριζε η βοκαβίλια δυνατότερα από όλες τις μυρωδιές της γης. Τα ρούχα της γλίστρησαν από το σώμα της· τα μάζεψα με προσοχή και πήγαμε στο δωμάτιο μας.
Την επόμενη μέρα περιμένοντας το καράβι της γραμμής, της είπα ότι την αγαπώ σαν θεό μου. Τα μάτια της γυάλισαν κι εμένα έσπασαν.


8/1/17

Σκέψεις

Σκέφτομαι τι είναι αυτό που τρώει το πάθος. Ο ηθοποιός όσες φορές κι αν ανέβει στο σανίδι, θα πρέπει να έχει την ίδια δύναμη μέσα του, το ίδιο και ο ποδοσφαιριστής, ο αθλητής, ο δικηγόρος. Πως κάποιες φορές βλέπεις το βλέμμα της υπομονής χαμένο μέσα στην εργασία σου; Τι άλλο μπορεί να είναι πέρα από ατελείωτα πρέπει και -πολιτικώς ορθά πρέπει- που σε απογοητεύουν;  

25/12/16

Χριστούγεννα στους Γαλανούς

Ήταν απόγευμα, πιθανόν πέντε αν πιστέψουμε το ψεύτη κούκο στο σπίτι των Γαλανών, όταν η τυφλή μαγείρισσα βγήκε από την κουζίνα με την πηρούνα στο ένα χέρι και το καπάκι από την κατσαρόλα στο άλλο, σαν νέος Σπάρτακος φωνάζοντας σε όλους ότι η γαλοπούλα το έσκασε, καθότι φρέσκια ζωντανή και γλου όπως την έφερε ο αετομάτης μπάτλερ που δεν ακούει ούτε κανόνι, καθότι πιο φθηνή κατά τα παζάρια με το ζωέμπορα στην πόλη· όλοι βγήκαν από τα δωμάτια, με έκπληξη και με ό,τι φορούσαν, άλλος με το παλτό, άλλος με την στολή ζογκλέρ, άλλος με την στολή του ακροβάτη που μπαίνει στο κανόνι, όλοι, εκτός από τον κύριο Γαλανό που ήταν κουστουμαρισμένος με ένα παπιγιόν ξύλινο, μαύρο κουστούμι και ψηλό καπέλο, κρατώντας μια φαγκότα που έκανε εξάσκηση στο δωμάτιο μουσικής (κουραφέξαλα ένα απλό δωμάτιο ήταν). Το θέμα είναι ότι δίχως δισταγμό καθησύχασε τα πλήθη του σπιτιού με την απλή αυτή δήλωση: "Σταματήστε, είναι μαζί μου και κάνουμε πρόβα, σε κάποια γαλλικά τραγούδια. Θα ξεκινήσουμε με την Μασσαλιώτισα και ίσως ..."
Αυτά κι αυτά στο σπίτι των Γαλανών, που όμως αυτά τα Χριστούγεννα όλοι μείναν νηστικοί. Μη πω ξελιγωμένοι.

Α, βέβαια ήταν και η θαυμάσια μουσική που έπαιξαν κατά το δείπνο. Ήταν κατά κάποιο τρόπο, χορταστική.


11/9/16

Εφηβεία

Φαντάζομαι ότι τα παιδιά στην εφηβεία, αισθάνονται τον κόσμο να έρχεται καταπάνω τους. Σαν ένα δάχτυλο γιγαντιαίο που σπρώχνει προς τα μέσα την κοιλιά τους. Να αντιμετωπίσουν το σχολείο, τα μαθήματα, τους συμμαθητές τους, το σπίτι, τους γονείς. Ό,τι δηλαδή υπάρχει και έρχεται γιγαντωμένο - μέρα με την ημέρα μέχρι να έρθει η ώρα που θα μπουν στο γρανάζι μιας μηχανής που πολτοποιεί οποιαδήποτε σκέψη απελευθερώνοντας ενέσεις μικρής ελευθερίας ανταλλάξιμης με υλικές ανάσες. Φυσικά, αυτό το τελευταίο τους είναι άγνωστο για την ώρα και κάθε φορά κομπιάζω να το περιγράψω. Θα ήθελα πολύ να τους μάθω να στρίβουν την κασέτα με το μολύβι, ή να τα δω να καθαρίζουν με προσοχή τον δίσκο πριν τον βάλουν στην χάρτινη θήκη. Αλλά αυτή ήταν η δική μου εφηβεία και δεν αν δεν προσέξω θα γίνει και δικό μου λάθος αν εμπλακώ σε μια νέα ζωή που είναι ακόμη σε σχεδιασμό και ανάπτυξη. Μονάχα - εκείνο μένει - να βαστάμε τις πόρτες τους για να είναι πάντα ανοιχτές.