8/1/17

Σκέψεις

Σκέφτομαι τι είναι αυτό που τρώει το πάθος. Ο ηθοποιός όσες φορές κι αν ανέβει στο σανίδι, θα πρέπει να έχει την ίδια δύναμη μέσα του, το ίδιο και ο ποδοσφαιριστής, ο αθλητής, ο δικηγόρος. Πως κάποιες φορές βλέπεις το βλέμμα της υπομονής χαμένο μέσα στην εργασία σου; Τι άλλο μπορεί να είναι πέρα από ατελείωτα πρέπει και -πολιτικώς ορθά πρέπει- που σε απογοητεύουν;  

25/12/16

Χριστούγεννα στους Γαλανούς

Ήταν απόγευμα, πιθανόν πέντε αν πιστέψουμε το ψεύτη κούκο στο σπίτι των Γαλανών, όταν η τυφλή μαγείρισσα βγήκε από την κουζίνα με την πηρούνα στο ένα χέρι και το καπάκι από την κατσαρόλα στο άλλο, σαν νέος Σπάρτακος φωνάζοντας σε όλους ότι η γαλοπούλα το έσκασε, καθότι φρέσκια ζωντανή και γλου όπως την έφερε ο αετομάτης μπάτλερ που δεν ακούει ούτε κανόνι, καθότι πιο φθηνή κατά τα παζάρια με το ζωέμπορα στην πόλη· όλοι βγήκαν από τα δωμάτια, με έκπληξη και με ό,τι φορούσαν, άλλος με το παλτό, άλλος με την στολή ζογκλέρ, άλλος με την στολή του ακροβάτη που μπαίνει στο κανόνι, όλοι, εκτός από τον κύριο Γαλανό που ήταν κουστουμαρισμένος με ένα παπιγιόν ξύλινο, μαύρο κουστούμι και ψηλό καπέλο, κρατώντας μια φαγκότα που έκανε εξάσκηση στο δωμάτιο μουσικής (κουραφέξαλα ένα απλό δωμάτιο ήταν). Το θέμα είναι ότι δίχως δισταγμό καθησύχασε τα πλήθη του σπιτιού με την απλή αυτή δήλωση: "Σταματήστε, είναι μαζί μου και κάνουμε πρόβα, σε κάποια γαλλικά τραγούδια. Θα ξεκινήσουμε με την Μασσαλιώτισα και ίσως ..."
Αυτά κι αυτά στο σπίτι των Γαλανών, που όμως αυτά τα Χριστούγεννα όλοι μείναν νηστικοί. Μη πω ξελιγωμένοι.

Α, βέβαια ήταν και η θαυμάσια μουσική που έπαιξαν κατά το δείπνο. Ήταν κατά κάποιο τρόπο, χορταστική.


11/9/16

Εφηβεία

Φαντάζομαι ότι τα παιδιά στην εφηβεία, αισθάνονται τον κόσμο να έρχεται καταπάνω τους. Σαν ένα δάχτυλο γιγαντιαίο που σπρώχνει προς τα μέσα την κοιλιά τους. Να αντιμετωπίσουν το σχολείο, τα μαθήματα, τους συμμαθητές τους, το σπίτι, τους γονείς. Ό,τι δηλαδή υπάρχει και έρχεται γιγαντωμένο - μέρα με την ημέρα μέχρι να έρθει η ώρα που θα μπουν στο γρανάζι μιας μηχανής που πολτοποιεί οποιαδήποτε σκέψη απελευθερώνοντας ενέσεις μικρής ελευθερίας ανταλλάξιμης με υλικές ανάσες. Φυσικά, αυτό το τελευταίο τους είναι άγνωστο για την ώρα και κάθε φορά κομπιάζω να το περιγράψω. Θα ήθελα πολύ να τους μάθω να στρίβουν την κασέτα με το μολύβι, ή να τα δω να καθαρίζουν με προσοχή τον δίσκο πριν τον βάλουν στην χάρτινη θήκη. Αλλά αυτή ήταν η δική μου εφηβεία και δεν αν δεν προσέξω θα γίνει και δικό μου λάθος αν εμπλακώ σε μια νέα ζωή που είναι ακόμη σε σχεδιασμό και ανάπτυξη. Μονάχα - εκείνο μένει - να βαστάμε τις πόρτες τους για να είναι πάντα ανοιχτές.  




3/9/16

Ταξιδεύοντας στην Κρήτη,

Ταξιδεύοντας στην Κρήτη,

Να γυρίζεις τη γης, να βλέπεις ˗να βλέπεις και να μη χορταίνεις˗ καινούρια χώματα και θάλασσες κι ανθρώπους κι ιδέες, και να τα βλέπεις όλα σα για πρώτη φορά, να τα βλέπεις όλα σα για τελευταία φορά, με μακρόσερτη ματιά, κι έπειτα να σφαλνάς τα βλέφαρα και να νιώθεις τα πλούτη να κατασταλάζουν μέσα σου ήσυχα, τρικυμιστά, όπως θέλουν, ωσότου να τα περάσει από την ψιλή κρισάρα του ο καιρός" 
Νίκος Καζαντζάκης

Ξεπερνώντας τον λυρισμό του Καζαντζάκη, εκείνο που “σταλάζει μέσα σου” στην Κρήτη δεν είναι μια θάλασσα ή μια παραλία (οι περισσότερες είχαν ξαπλώστρες και είσοδο) αλλά η άγρια ομορφιά του πυρήνα της Κρήτης. Από την μουσικότητα της γλώσσας, στον λόγο και στην τραχύτητα της κάθε συλλαβής ευθύς κρέμεσαι στο κρυφό χαμόγελο κάτω από  τις πελώριες μουστάκες που σε κερνάν ρακή και δίνουν ό,τι έχουν για να σε φιλοξενήσουν. Έπειτα, πηδάς πάλι πάνω στις λέξεις. Πάρα πολλές που δεν γνώριζα και που θα έκαναν τα πάντα για να τις θαυμάσω.  Στρόγγυλες, στραβές και κοντινές σαν να πετάγονται από θαλάμι όπλου. Πολλές φορές εκεί που τους άκουγα να μιλάν συλλογιζόμουν ότι αν ο Καζαντζάκης είχε σμιλευτεί πάνω στις ακρολιθιές αυτής της γλώσσας από πάππου προς πάππου, αν είχε συγχρωτιστεί με τους βοσκούς του Ψηλορείτη, δεν θα μπορούσε να   οδηγήσει τα γραπτά του σε άλλη φόρμα απ’ αυτή που δούλευε. Ο Ερωτόκριτος δεν θα είχε άλλους στίχους, ο Ξυλούρης δεν θα τραγουδούσε τίποτα διαφορετικό, η λίρα δεν θα είχε ξεπηδήσει μέσα από την παράδοση τους. Βαθιά φιλοσοφική η γη σε δοκιμάζει : εικόνες, χρώματα και μυρουδιές που πλέον μέσα στην αστική γραφή όλα ανακατεύονται και πνίγονται  σαν την εναλλαγή της βόλτας από το Ηράκλειο με τα χωριά των βουνών, κει που ο γραφικός αυτός πολιτισμός πολιορκείται όχι πλέον με όπλα αλλά με ζεστό χρήμα. Κάποιοι μαυροντυμένοι ακόμη προκαλούν οργισμένα τον χρόνο με το κομπολόι, το καφενείο και την αργή ματιά που ανεβαίνει από την γη και σε φτάνει στο κούτελο. 
Το καλύτερο γεύμα δεν το δοκίμασα, αλλά μου το περιέγραψαν : έπρεπε να ταξιδέψω σε ένα απόμακρο χωριό και να τραβήξω για το καφενείο. Να βρω μια γραία μέσα και να πω τα μαγικά τούτα λόγια:
-και τώρα γιαγιάκα τι θα φάμε; Πεινάω. 
Αρκούσε αυτό · θα έτρωγα, λένε, του σκασμού.  
Τους καλύτερους ανθρώπους, τους είδα από κοντά. Τον καταπληκτικό Γιάννη Φαρσάρη, με τις ατελείωτες συζητήσεις μας, κάποιους Κρητίκαρους στα Ανώγεια που με ρώτησαν αν έχω χρόνο να περιμένω να τελειώσει την γύρα στην πόκα για να με εξυπηρετήσει. Είχα, αλλά επί σειρά ετών θα απαντούσα ότι δεν είχα.  Σαν να ήξερε πόσο με βασάνιζε ο μαυροντυμένος Κρητικός με την ακινησία του, έκανε πάνω από ένα τέταρτο για να κουνηθεί. Έπειτα μου έφερε μια ρακή με τυρί και παξιμάδι, έτσι σαν βράβευση που βρήκα χρόνο. Απέκτησα τέλος πάντων, αλλά μάλλον μου χύνεται απ' τα δάκτυλα από το πρωί που επέστρεψα στον Πειραιά, αλλά και εκείνη την στιγμή ένιωθα αμήχανα με τον χρόνο που κυλούσε αργά μέσα στο χωριό. Μ’  άρεσε η ρακή που με σέρβιρε και ζήτησα να μου πουλήσει. Μ’ έφερε ένα μπουκάλι, “δικό σου κουμπάρε” μου είπε και δεν δεχόταν λεφτά με κανένα τρόπο. 
Έπειτα εκείνη η κατσίκα. Τράγος. Κρι-κρι τέλος πάντων. Με κοίταζε δίχως φόβο, περήφανα, με απορία : Τι δουλειά έχει ο κερατάς, στα 1500 υψόμετρο; Εγώ είχα φόβο όμως·  ένιωσα ότι με νίκησε. Ο Δίας, λέει, δεν είχε φόβο, τον προστάτευαν οι Κουρήτες από τον διαβολεμένο πατέρα του τον Κρόνο. Εγώ τι είχα μαζί μου, πέρα από μια κάμερα και ένα παγούρι νερό; Πως να συγκριθώ με το ζώο που μεγάλωσε δίπλα στα μιτάτα των βοσκών; Πόσο μακριά ζούμε αλήθεια από το έδαφος;  
Αρχαία, Ελληνιστική περίοδος, Ρωμαική, Χριστιανική, το ένα μνημείο χτισμένο στα θεμέλια του προηγούμενου. Ενετοί, Φράγκοι, Μυκηναίοι, Οθωμανοί, Γερμανοί, και άλλοι, όλοι κατέκτησαν, έζησαν  και συνέβαλαν  σε αυτόν τον συλλογικό πλούτο γνώσεων και παράδοσης. Έφυγαν αφήνοντας πίσω τους το στίγμα τους και εμείς οι νεώτεροι ακολουθούμε τον μίτο μέσα στους λαβύρινθους της ιστορίας, σηκώνοντας την γη προσεκτικά. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η γη, περιέθαλψε τα πάντα με προσοχή κάνοντας το χώμα βαμβάκι. Φαντάζομαι ότι όλοι θέλουμε να ζούμε σε μια πόλη που να έχει γη από χάμω. 
Φεύγοντας από το λιμάνι του Ηρακλείου, βλέποντας όλο αυτό τον κόσμο να επιβιβάζεται στο πλοίο, τα ψηλά ξενοδοχεία, τις απέραντες μονάδες και τις ατελείωτες καφετέριες αναρωτήθηκα αρκετές φορές που να είναι τώρα οι Κουρήτες.

  


8/4/16

Μπούμπα


Υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε να γελάμε. «Ο ώμος μου, σταμάτα» φώναζε κι ακόμη αν έκανα τουμπεκί, εμείς ακόμη γελούσαμε. Ήμασταν σχεδόν συνομήλικοι, εκείνη κάπως πιο ώριμη από εμένα (γύρω στα ογδόντα) και μαυροντυμένη με έναν ώμο που έπεφτε σαν τσάντα ένα πράγμα (έτσι έλεγε). Διαφωνούσαμε σε πολλά, άλλος κόσμος (νέος για μένα ίσως) αλλά τόσο οικείος και αγαπητός. Ποτέ της δεν δοκίμασε να με πείσει, να μου πει κάτι που ένιωθε ότι θα διαφωνούσα. Σαν να μην ήθελε να χαλάσει εκείνη η άτυπη συμφωνία μεταξύ μας. Θα περνάμε καλά, έτσι; Τόσο με αγάπησε και τόσο την αγάπησα σαν άνθρωπο, σαν ήρωα, και σαν προσωπικότητα. Κάποιες φορές σκέφτομαι γιατί τόσο λίγο ήμασταν μαζί, κι αν όχι απαντώ· πόσο θα ήθελες; Και πάλι δεν μπορώ να λογαριάσω. 
--
Όταν αρρώστησε δεν μπόρεσα ούτε εγώ να χαλάσω την συμφωνία. Αν την συναντούσα στα τελευταία της θα έπρεπε να την κάνω να γελάσει όπως τότε, κι αυτό με έφερνε σε αμηχανία. Εκείνη - είμαι σίγουρος- θα έκανε κέφι μαζί μου ακόμη κι αν πόναγε. Εγώ δεν ήμουν τόσο δυνατός όσο αυτή. Δείλιασα να πάω να την δω, κρατώντας το λεύκωμα της φωνής της μέσα μου.