Σελίδες

18/10/08

Εγωισμός


Αλαζονεία | Εγωισμός, | Λογική

Κείμενο 2
Σεμνή και ταπεινή, με το άσπρο ταγιέρ της και τις μπεζ με κόκκινο γόβες, περίμενε υπομονετικά τον χωροφύλακα του υπουργού, να της κάνει νόημα να περάσει μέσα. Κοίταζε κάτω από τα μεγάλα στρογγυλά μαύρα γυαλιά της, την αξιοθρήνητη γραμματέα και από μέσα της θυμήθηκε την γνωστή υπόθεση ερωτικής συνευρέσεως μεταξύ του Υπουργού Συγκοινωνιών και της γραμματέως του, που πρόσφατα αποκάλυψε ο τύπος. Την ξανακοίταξε από την κορφή μέχρι και νύχια και αποφάνθηκε. Μόνο κατόπιν απουσίας του γυναικείου φύλου στον πλανήτη, θα μπορούσε ο Υπουργός εμπορίου Κ. Μ. να πήγαινε με την δικιά του γραμματέα – κοινώς .. αδύνατον!.

Εξάλλου εκτός από την εμφάνιση της, που ήταν ιδιαίτερα απεχθής ..ήταν και το άλλο. Η γλώσσα της, ο τρόπος που μιλούσε.

«Θα περιμένεις λίγο γιατί ο Υπουργός μιλάει στο τηλέφωνο ;» της πρόσφερε με θρασύτητα η γραμματεύς αφότου έγιναν οι πρώτες συστάσεις, και επαληθεύθηκε το ραντεβού των 11.00.
Άκου «θα περιμένεις λίγο» ! Έτσι μιλάει μια ιδιαιτέρα Υπουργού; Να έλεγε «Θα περιμένετε παρακαλώ ..» έτσι μάλιστα. Η παιδεία φαίνεται από χιλιόμετρα. Άμα δεν ξέρει να ξεχωρίσει μια κυρία από μια καθαρίστρια, τότε και η θέση της (ιδιαιτέρας) μόνο χαριστικά και αποτέλεσμα φιλανθρωπίας μπορεί να είναι.

Το δωμάτιο απλό, όπως και σε όλα τα Υπουργεία, και στους τοίχους πίνακες από άσημους ζωγράφους, όπου σε μια προσπάθεια ελεύθερου χρωματισμού και αποκωδικοποίησης του DNA δημιουργήσανε αυτά τα ασυνάρτητα έργα «τέχνης». Σουρεαλισμό το λένε συνήθως, αλλά αυτοί οι καλλιτέχνες το βάφτισαν έτσι μετά την ολοκλήρωση του έργου τους. Μέχρι τότε σίγουρα θα νόμιζαν ότι ζωγράφιζαν τοπία.

Ένα βουητό διέκοψε τις σκέψεις της, και την έκανε να μεταφέρει το βλέμμα της, στο άσπρο τηλέφωνο που ήταν τοποθετημένο πάνω στο γραφείο της απεχθούς γραμματέας.
«Μπορείτε να περάσετε …» είπε η παχουλή με την άσχημη μύτη γραμματέας. Εξεπλάγη από τον πληθυντικό ευγενείας, αλλά σημασία περισσότερη δεν έδωσε. «Τυχαίο» σκέφτηκε και σηκώθηκε όλο χάρη αφήνοντας τις γόβες τις να ακούγονται πάνω στο ξύλινο πάτωμα.

Η μεσόπορτα άνοιξε και ένας μουσάτος μεσήλικας με μια μικρή καράφλα στο κέντρο, και ένα πούρο στο αριστερό χέρι χάρισε ένα χαμόγελο στην κυρία με το ταγιέρ.
«Περάστε παρακαλώ..»
«μερσί…» απάντησε η Ευρυδίκη και με γοργά γυναικεία βήματα μπήκε στο γραφείο και έκατσε σε μια πολυθρόνα - καρέκλα. Ο κ. Υπουργός την ακολούθησε φροντίζοντας πάντα να διατηρεί ένα βήμα πίσω από την κυρία με το άσπρο ταγιέρ και το θελκτικό σκίσιμο στο πίσω μέρος της φούστας.

Όταν πλέον στρογγυλοκάθισε, έριξε ο κ Υπουργός πίσω την πλάτη του καθίσματός του έτσι ώστε, πρώτον να λυγίσει η καρέκλα από το βάρος του, και δεύτερον να υπενθυμίσει στον επισκέπτη «Δικιά μου είναι άμα θέλω την σπάω». Σε άλλες περιπτώσεις που θέλουν να εκφράσουν το ίδιο συναίσθημα βάζουν και τα πόδια πάνω στο τραπέζι, αλλά επί του παρόντος αυτό θα ήταν ανάρμοστο.

«Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω κ. Παλαιολόγου Ευρυδίκη. Από το τηλέφωνο μου μιλήσατε για τον αδελφό σας.»

«Μάλιστα κ. Υπουργέ. Για τον αδελφό μου πρόκειται τον μικρό. Τι μικρό δηλαδή 20 χρονών είναι τώρα, και ξέρετε πώς είναι αυτά. Τελείωσε μηχανικός αυτοκινήτων, και τώρα πρέπει να τον βοηθήσω, προτού μπλεχτεί με τα λάδια και τα γρανάζια. Σκεπτόμουνα για εκείνο τον διαγωνισμό του Δημοσίου μου επρόκειτο να γίνει τον Σεπτέμβριο. Γνωρίζετε περί αυτού έτσι δεν είναι;»

«Φυσικά και τον γνωρίζω. Αλλά για πέστε μου αφού έχει σπουδάσει μηχανικός γιατί δεν ψάχνει για μια δουλειά στο αντικείμενο του;»
«Μα Κ. Υπουργέ. Είναι δουλειά αυτή; Αν τον αφήσουμε ελεύθερο, μάλλον αυτό θα πάει να κάνει. Του αρέσουν τα αυτοκίνητα βλέπετε, αλλά να ίσως θα ήταν καλύτερα για αυτόν να προσληφθεί στο δημόσιο. Και πιο σίγουρη και πιο αξιοπρεπής δουλειά είναι. Αυτός είναι μικρός ακόμα και τα μυαλά του αιωρούνται δεν στέκονται. Καταλαβαίνετε τώρα.» Είπε η Ευρυδίκη απλώνοντας ένα χαμόγελο από άκρη σε άκρη, κάνοντας τα άσπρα δόντια της να φανούν και το κραγιόν στα χείλη της να τεντωθεί σαν κόκκινο λάστιχο.
«Όχι δεν το καταλαβαίνω, έχω και εγώ παιδιά ξέρετε, αλλά σας υπόσχομαι ότι θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου. Στο κάτω-κάτω ο πατέρας σας είναι αρκετά σημαντικός παράγοντας για το κόμμα μας στο χωριό σας. Αλήθεια τι κάνει ο Κύριος Γεώργιος ; είναι καλά; Να του στείλετε τις ευχές μου»

«Ευχαριστώ πολύ, καλά είναι ο πατέρας μου. Ξέρετε λόγω ηλικίας δεν είναι εύκολο να ταξιδεύει και έτσι ήρθα εγώ στην θέση του». Εδώ η Ευρυδίκη χαμήλωσε το βλέμμα θέλοντας να επισημάνει αδέξια το σέβας της στο πατέρα της.
«Λοιπόν στείλτε μου το βιογραφικό του και ότι χαρτιά έχετε στην κατοχή σας, και στείλτε τα στην γραμματέα μου. Θα μεριμνήσω να την ενημερώσω» είπε ο Κ. Υπουργός σουφρώνοντας τα φρύδια και κοιτώντας επίμονα την Ευρυδίκη. Μετά από λίγη παύση πρόσθεσε.
«Εσείς με τι ασχολείστε αν επιτρέπετε;»
«Με μουσική. Διδάσκω σε ένα ωδείο αρμονία, και παράλληλα σπουδάζω στην νομική» είπε χαριτωμένα η Ευρυδίκη.
«Νομική ε!» είπε με δήθεν θαυμασμό ο Υπουργός. «Και εγώ την Νομική έχω τελειώσει..» είπε ξανά.
«Αλήθεια ;» είπε η Ευρυδίκη και πήρε μια έκφραση σαν να τέλειωσε τον κύβο του Rubik σε δευτερόλεπτα.
«Κοίτα, άμα θες μπορώ να σε βοηθήσω σε ότι θες. Το βράδυ ..» και με ένα διστακτικό άλλα ταυτόχρονα διερευνητικό βλέμμα κοίταξε με νόημα την Ευρυδίκη.

Η Ευρυδίκη, αναμφισβήτητα ήταν ωραία κοπέλα και πολύ σικ. Από τέτοιες κοπέλες μάλλον όλοι οι άνδρες θα θέλανε να είχανε κερδίσει ένα χαμόγελο, δέκα λεπτά συζήτησης και ένα ραντεβού. Και αυτή την στιγμή ο Κ. Υπουργός είχε απολαύσει τα δύο από τα τρία. Καιρός ήταν λοιπόν να ζητήσει και το τρίτο.

«Τι κάνει η γυναίκα σας και τα παιδία σας; τρία δεν έχετε ;» ρώτησε η Ευρυδίκη φρενάροντας απότομα την ιμπεριαλιστική στύση του ανδρισμού του κ. Υπουργού.
«Καλά είναι.. ναι τρία έχω…» απάντησε ο Κ. Υπουργός απρόθυμα, μαζεύοντας το βλέμμα του από πάνω της και κοιτώντας τάχα αδιάφορα κάτι χαρτιά που είχε πάνω στο γραφείο του.
«Λοιπόν να μην σας απασχολώ άλλο. Θα σας στείλω με fax τα χαρτιά του αδελφού μου, και ελπίζω να μην με ξεχάσετε….» είπε διστακτικά και κοίταξε όλο νάζι τον Κ. Υπουργό. Έπρεπε να σφραγίσει την συμφωνία αλώβητα χωρίς να παραδώσει τίποτα και ταυτόχρονα να έχει κερδίσει τις απαιτήσεις της. Αυτό που αυθόρμητα σκέφτηκε το είπε :”… για να μην σας ξεχάσω και εγώ..»

Η τελευταία ατάκα της Ευρυδίκης χτύπησε το μήλο, αφήνοντας τον Γουλιέλμο Τέλο άναυδο. Ένα χαμόγελο εσωτερικής υπερηφάνειας ζωγραφίστηκε στα χείλη του Υπουργού που πλέον σηκώθηκε όρθιος αφήνοντας την κοιλίτσα του, που θύμιζε παραφουσκωμένο κέικ, να ξεπροβάλει πάνω από το γραφείο του.

«Φυσικά, θα είναι τιμή μου να σας ξαναδώ..» είπε ο κ. Υπουργός και συνόδευσε την κυρία με το άσπρο ταγιέρ στην μεσόπορτα. Με ύφος στρατηγού που κατέκτησε τον ποταμό Κβάι φώναξε καθώς έφευγε η Ευρυδίκη.. « Χαιρετίσματα στον πατέρα σας…»

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, έπιασε το τηλέφωνο της και πληκτρολόγησε το νούμερο του αδελφού της. Μια αντρική φωνή ακούστηκε από το ηχείο και χωρίς πασαλείμματα η Ευρυδίκη του είπε.

«Δεν σου είπα ότι όταν λέω κάτι το κάνω ….»

Δέκα λεπτά μετά βρισκόταν μέσα στο άσπρο αυτοκίνητο της και κατευθυνόταν για το πανεπιστήμιο. Από το ραδιόφωνο ακουγόταν η γλυκιά φωνή της Shakira που τραγούδαγε το Hips Don’t Lye.

17/10/08

Αλαζονεία



Αλαζονεία | Εγωισμός, | Λογική

Κείμενο πρώτο

Αυτό το γραφείο ο δικηγόρος το είχε ανεβάσει με πολύ σκληρή δουλειά. Ξεκίνησε από ένα μικρό γραφείο, συνεργάστηκε με άλλους δικηγόρους και σιγά-σιγά απόκτησε πελατεία και φήμη. Όταν πλέον κατάφερε να φτάσει σε ένα επίπεδο πολυτέλειας και αναγνώρισης δημιούργησε γύρω του έναν δικό του πέπλο φιλοσοφίας γύρω από την ζωή, τις ανάγκες της και το σκοπό του ανθρώπου στη γη.

Οι δύο φίλοι – συνέταιροι, χτυπήσανε δειλά το κουδούνι. Μια μεγάλη χάλκινη πινακίδα έγραφε το όνομα του δικηγόρου και στο τέλος με μικρότερα γράμματα την λέξη «Και συνεργάτες».

Η πόρτα ήταν ξύλινη και ψηλή και πρόσδιδε ένα δέος στους δύο νέους, σαν να χώριζε τις ερωτήσεις από τις απαντήσεις, την λύση από την απόγνωση. Μόλις 25 χρονών παλικάρια ήταν, ενωμένοι από το ανώριμο της ηλικίας τους, από κάποιες προσωπικές συζητήσεις σχολικές, από μια εξεταστική που χρειαζόταν ο ένας τον άλλο. Μαζί τελειώσανε την σχολή, και μαζί αποφασίσανε να συνεταιριστούν και να αγωνιστούν για ένα κοινό όραμα. Αλλά η εμπειρία και η τύχη είναι απαραίτητη στο ελεύθερο επάγγελμα, και τώρα βρίσκονταν έξω από την πόρτα του δικηγόρου, με σκοπό να τον παρακαλέσουν να τους βοηθήσει να γλυτώσουν από τους δικηγόρους που ανελέητα τους μαστίγωναν (νοητά) στον ύπνο και στο ξύπνιο τους, ξεσκίζοντας το παιδικό τους όνειρο σαν να ήταν ένα χάρτινο ψέμα.

Η φήμη και οι καλές συστάσεις τους έφεραν σε αυτή την πόρτα, μέσα από την οποία μια συμπαθέστατη κυρία με ένα πλατύ χαμόγελο τους άνοιξε και τους καλωσόρισε.

Ώρα 11:00 ακριβώς και οι δύο νέοι περιμένανε στο σαλονάκι, κρατώντας σφικτά τις τσάντες τους. Κανένα χαμόγελο δεν έφευγε από τα σοβαρά βλέμματά τους. Ο ένας παχουλός και κοντός και ο άλλος ψιλός και αδύνατος με ρούχα απλά καθημερινά και μαλλιά περιποιημένα και προσεκτικά χτενισμένα.

Ένα τέταρτο μετά, ένας ψηλός άντρας με κοκκινωπό γένι και ατημέλητα μαλλιά και με μια χοντρή χρυσή αλυσίδα στο λαιμό, εμφανίστηκε στο σαλονάκι. Χάρισε ένα χαμόγελο επαγγελματικό και πρότεινε το χέρι στους δύο νέους προσπαθώντας να γίνει συμπαθητικός.

Η ιστορία των δύο νέων συνηθισμένη. Εμπόριο χωρίς έλεγχο, αρκετοί υπάλληλοι και πολύ γρήγορα δημιουργήθηκε μια μεγάλη οικονομική τρύπα. Το καλό στην υπόθεση – αν μπορεί κάποιος να το πει καλό – ήταν ότι όλες οι σφραγισμένες επιταγές αναφερόντουσαν στο ίδιο πρόσωπο. Οπότε και σκοπός της επίσκεψης ήταν να βρεθεί μια συμφωνία – διακανονισμός με αυτό το πρόσωπο έτσι ώστε λυθεί το πρόβλημα, έστω και σε βάθος χρόνου.

Αφού ολοκληρώσανε την αφήγηση οι δύο νέοι, όλοι μείνανε σιωπηλοί, απορροφημένοι από τις σκέψεις τους. Ο δικηγόρος μία κοίταζε τον ένα και μια τον άλλο. Στο τέλος σηκώθηκε όρθιος, σαν καθηγητής σε μαθητική αίθουσα και είπε με αυστηρό ύφος.
«Και από μένα λοιπόν θέλετε να αναλάβω τον διακανονισμό έτσι ώστε να γλυτώσετε! Έτσι δεν είναι ;»
«Μάλιστα» είπαν με μία φωνή και οι δύο.
«Και τι είναι αυτό που μπορείτε να δώσετε; Πόσα χρήματα ;» ρώτησε ο δικηγόρος.
«Ξέρετε η κατάσταση μας, δεν είναι και η καλύτερη..» ξεκίνησε να εξηγεί ο παχουλός διστακτικά και πρόσθεσε : «Υπάρχει μεγάλο οικονομικό πρόβλημα, και δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να μαζέψουμε αρκετά χρήματα…».
«Αν δεν μπορείτε να μαζέψετε χρήματα, τότε κακώς ήρθατε σε μένα. Τι μπορώ να κάνω ; Να πάω να πω λυπηθείτε τους ; Λεφτά θέλουνε φίλτατε.. Λεφτά.. Δεν έχετε αυτοκίνητα να πουλήσετε; σπίτια οτιδήποτε. Πουλήστε τα και μετά ελάτε σε μένα..» απάντησε ο δικηγόρος με ύφος.
«Ίσως αν βγάζαμε ένα προσωπικό δάνειο ο καθένας από εμάς… Πόσα λεφτά νομίζετε ότι θα χρειαστούνε;» ρώτησε ο αδύνατος.
«Συνήθως το 70% της οφειλής κάνει. Συν βέβαια τα δικά μου» είπε ο δικηγόρος ηλεκτρίζοντας με την ματιά του.
«Με το 50% μήπως γίνεται ; και τα δικά σας χρήματα πόσα θα είναι ;” ρώτησε δειλά ο παχουλός..
«Τώρα παζάρια σε μένα ήρθατε να κάνετε; Κύριε μου αν δε ξέρετε σε τι κατάσταση είστε θα σας πω αμέσως» είπε πολύ νευριασμένα ο δικηγόρος. Πλέον είχε εκνευριστεί. Είχε χάσει τον χρόνο του με δύο άχρηστους. Όχι μόνο δεν είχαν λεφτά να γλυτώσουνε αλλά νομίζουν ότι με λίγα χρήματα θα λύσουν το πρόβλημα τους.
«Αν δεν πληρώσετε, θα σας γίνει πτώχευση. Και για τα επόμενα 20 χρόνια της ζωής σας θα έχετε δικηγόρους πάνω από το κεφάλι σας που λυσσαλέα θα παρακολουθούν τα περιουσιακά σας στοιχεία, και αν βρουν το ελάχιστο θα σας το παίρνουν. Για να μην πω ότι κλονίζετε η τραπεζική σας πίστη. Πράγμα που σημαίνει ότι πλέον δεν θα μπορείτε να βγάλετε πιστωτικές κάρτες, δάνεια και γενικά δεν θα μπορείτε να κάνετε καμία συναλλαγή με τράπεζες. Έγινα κατανοητός;» αυτή την φορά την οργή του την είχε μετατρέψει σε προσωπικό κατηγορώ στον παχουλό νέο που τόλμησε να παζαρέψει το ποσοστό.

Από μέσα του είχε μισήσει τους δύο νέους. Δεν ένιωθε λύπηση, γιατί όποιος χάνει στον στίβο της ζωής απλά είναι αξιοθρήνητος. Και τώρα έχανε τον χρόνο του με δύο μπατίρια που ζήτημα ήταν αν θα μπορούσαν να πληρώσουν και την δική του αμοιβή. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να γλυτώσει από τις δύο αυτές τραγελαφικές φιγούρες.

«Τα δικά μου θα είναι το 10% της τελικής συμφωνίας. 1000 συμφωνήσουμε 100 θα πάρω εγώ.» και εδώ ο τόνος του μαλάκωσε περιμένοντας τις αντιδράσεις. Από μέσα ένα κρυφός τεράστιος κλόουν χειροκροτούσε την πρόταση που μόλις ανήγγειλε και καρτερικά περίμενε την αντίδραση του κοινού για να σκάσει στα γέλια.
«Μα δεν είναι πολλά; εμείς χρωστάμε πάνω από 100,000 ευρώ, το δέκα τις εκατό είναι τουλάχιστον 10,000 ευρώ. Δεν τα έχουμε …» είπε πάλι ο παχουλός με τρεμάμενη φωνή..

Το πρόσωπο του δικηγόρου άλλαξε τέσσερεις όψεις μέσα σε ένα λεπτό. Από ήρεμος, έγινε ανήσυχος μετά αγριεμένος και στο τέλος εξαγριωμένος. Μια λεπτή τσιριχτή φωνή που βγήκε από τα σωθικά του σχεδόν τον έπνιξε και τον έκανε να σηκωθεί όρθιος και άχρωμα να πει :
“Τότε λυπάμαι για τον χρόνο που χάσατε κύριοι. Καλημέρα σας και όταν θα έχετε αυτά που χρειάζονται, ξαναελάτε.. και επί τη ευκαιρία ο Δικηγόρος Αυγούλης που σας κυνηγάει είναι φίλος μου και θα φροντίσω να ενημερωθώ και από τον ίδιο για την υπόθεση.»

Οι δύο νέοι δεν είχαν τίποτα άλλο να πουν. Χαιρετήσανε ευγενικά και εξαφανιστήκαν πίσω από την ξύλινη πόρτα που είχαν μπει νωρίτερα. Όταν έφτασαν κάτω στον δρόμο, ο παχουλός ξέσπασε σε κλάματα γοερά. Ο αδύνατος τον έπιασε από τον ώμο και του είπε τρυφερά : «Υπομονή θα δούμε τι θα κάνουμε…»

Ο παχουλός απάντησε με λόγια κοφτά, ανακατεμένα με λυγμούς.

«Τα λεφτά θα τα βρούμε, αυτό το πιστεύω και εγώ … αυτό που δεν θα βρούμε ξανά είναι την αξιοπρέπεια μας, που μόλις την χάσαμε μέσα σε εκείνο το γραφείο. Αυτός με έβριζε και με πάταγε με την υπεροψία του και εγώ του χαμογελούσα, για να μην χαλάσω την γνωριμία, μην πετάξω την λύση, μην χάσω το σκοινί και πνιγώ … Αυτό φίλε μου καλέ, το έχασα και δεν επιστρέφεται….»

συνεχίζεται ..

16/10/08

Οργή!



Οργή ! Ο μανδύας της εσώτερης εγκράτειας, ξεδιπλώνεται, ποτίζεται με τις φωνές, διατηρείται με την αναλγησία. Οι καταστάσεις νοτίζονται, θεριεύουν, αναπτύσσονται σε δρόμους διάφορους του λογικού, το παράλογο εκφράζεται, το άπρεπο πράττεται. Τι είναι πιο βαρύ στον ουρανό από την οργή της φύσης, τι είναι πιο βαθύ στην θάλασσα από την οργή του Ποσειδώνα;

Οργή! Σαν την βλέπεις να υφαίνεται στο μάτι, σύντομα θα την ακούσεις να έρχεται σαν την βροντή μετά την αστραπή, σαν την ηχώ που ακολουθεί την έκρηξη. Μα τι είναι αυτό που διαπερνά την λογική και καλεί την οργή να αναδυθεί από τα Τάρταρα του παραδείσου ; Μια πίεση; μια λάθος στιγμή; μια παλιά εσωτερική πληγή που αναδεύεται αργά ;

Οργή ! Κάνεις δεν την κοιτά στα μάτια, είναι του σκότους, είναι πύρινη και θλιβερή συνάμα. Όταν ο ήρεμος, ο μεταξένιος άνθρωπος με τους λεπτούς τους τρόπους την νιώσει μέσα του, κάνει προσπάθειες να την τιθασεύσει, καμιά φορά εις μάτην, σαν το ηφαίστειο εξαπλώνεται. Ο άγριος, ο νευρικός την φυλάει μέσα του, την έχει έτοιμη ανά πάσα στιγμή, σαν όπλο, σαν ασπίδα..

Μα τι είναι η οργή που κατακτά το βλέμμα, τι είναι το συναίσθημα όταν επικρατεί της λογικής ; Είναι η αρχή της αδιαφορίας ; Πολλά τα ερωτήματα σε μια απάντηση, αυτή που γνωρίζω εγώ για μένα και εσύ για σένα. Μα όταν το πανωφόρι σε τυλίξει, σε αγκαλιάζει, νομίζεις στοργικά, μα έρεβος οι προθέσεις. Σαν τον διάβολο τρυπώνει και κρατεί τα ηνία της καλοσύνης με ύφος στωικό, μειδίαμα σατανικό. Και δεν σε αφήνει μέχρι να ανασάνεις μια φορά δυνατή και τελευταία. Μα θα είναι αργά σαν γνωριστείτε, είναι από τις παρέες που σε τραβούν στα Διονύσια πάθη, για λίγο όμως καθότι τα σύνορα με τον Καιάδα είναι κοντινά.

Μετά την οργή, πολλά τα μονοπάτια. Στον περήφανο, η οργή διατηρείται σαν το βάζο που κρατεί τα λουλούδια, ώσπου μια μέρα θα θεριέψει πάλι και μόνο η αγάπη μπορεί να καταλύσει την λαίλαπα. Στον ελαφρύ και κακόβουλο, ξεχνιέται και εξατμίζεται με την ριπή του ανέμου. Από τους δυο, ο επικίνδυνος είναι ο δεύτερος βέβαια, γιατί σκοπός του δεν είναι η προσωπική του εκτόνωση, αλλά το θρυψάλιασμα των διπλανών ψυχών, με τρόπο αποκρουστικό, αργό, βασανιστικό καθότι θα το επαναλάβει ξανά και ξανά...

Αλλά ποτέ δεν ξεχνώ τον νοτισμένο, αυτόν που πίνει καφέ και γελάει μαζί της, αυτόν που αναμοχλεύει τις σκέψεις για να την βρει, αυτόν που πιέζει το σπυρί να ομολογήσει. Αυτόν τον τρέμω, δεν το κρύβω, δεν έχω λόγια να πω για αυτόν, παρά αγάπη, μόνο αγάπη.. και όπου βγάλει ..

Σε παρακαλώ όμως μην φωνάζεις, κράτα το μένος μακριά μας για λίγο,.. έλα να πιούμε ένα τραγούδι παρέα, έλα να κρατηθούμε γερά από αυτό το τελευταίο ζεϊμπέκικο και μετά σου υπόσχομαι θα σε ρωτήσω πως σε λένε..

Αφιερωμένο σε αυτούς που πιστεύουνε ότι ο θυμός και η οργή κάπου οδηγάει, σε αυτούς που οδηγάνε και εξάπτονται, σε αυτούς που ζούνε και δεν ζούνε .. Και αυτός ο κόσμος χρειάζεται ένα χαμόγελο, τόσο δα μικρό, σαν τα παιδιά ..

Blog Action Day 2008 : Poverty



Αντιγράφω σχετικά με την ημέρα Action Day από το site : PestaOla.gr

"Μετά το περιβάλλον, η φτώχεια είναι το θέμα του Blog Action Day για το 2008. Σήμερα (Χθές) είναι (ήταν) η μέρα όπου περισσότερα από 11.000 sites και blogs (αυτή την στιγμή) συμμετέχουν στην προσπάθεια για συζήτηση, ενεργοποίηση και λύση για θέματα φτώχειας σε όλο τον κόσμο.

Δεν δίνω λεφτά στους ζητιάνους στον δρόμο αλλά προσφέρομαι να τους αγοράσω φαγητό από κοντινό περίπτερο, fast food κλπ μαγαζί. Ειδικά όταν πρόκειται για πιτσιρίκια που είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα δώσουν τα χρήματα στον αμέσως μεγαλύτερο και θα συνεχίσουν να ζητιανεύουν νηστικά

Χαρίζω τα παλιά, μεταχειρισμένα ρούχα που δεν φοράω. Ακόμα και ρούχα που είναι καινούρια και δεν μου κάνουν ή απλά αγόρασα σε στιγμή απελπισίας ή βλακείας τα δίνω. Συνήθως διάφοροι γνωστοί - γνωστών έχουν γνωστές οικογένειες που έχουν ανάγκη. "


Συμπληρώνω εγώ :

Είναι θλιβερό, να κοιτάμε έναν φτωχό να μας ζητάει χρήματα, αλλά ο ρεαλισμός μας κάνει σκεπτικιστικούς. Το παιδί θα τα δώσει στον πατέρα, η ζητιάνα ποτέ της δεν έκανε μια προσπάθεια να δουλέψει, ο κουτσός ήρθε από την γείτονα χώρα να ζήσει από την ελεημοσύνη μας. Έτσι είναι και για αυτό αδιαφορούμε. Αν αγοράζαμε κάθε χαρτομάντιλο που μας προσφέρουν σε κάθε φανάρι, τώρα θα είχαμε δικό μας περίπτερο!

Η θλίψη της αμφιβολίας μας, γίνεται θλίψη των άλλων. Όλα αυτά όμως συμβαίνουν γιατί προσπαθούμε (ή ακόμα χειρότερα δεν προσπαθούμε) να σώσουμε τον κόσμο μόνοι μας. Δεν υπάρχει άλλη λύση παρά μόνο η συλλογική προσπάθεια. Ας καταραστούμε την φτώχεια, ας καταραστούμε την αμφιβολία, ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας να φύγει από πάνω μας αυτός ο βραχνάς.

Ο καθένας παλεύει για τη ψυχή του - μη γελιόμαστε- και η ψυχή μας κουλουριασμένη πεινάει για ευτυχία. Ίσως αν κάνουμε τη καλή πράξη, την ομαδική βοήθεια συνήθεια να ξεσκαρτάρουμε τους σπόρους αμφιβολίας, να βρούμε την νέα τάξη, αυτή που θα μας κάνει να κοιμόμαστε πιο ελαφρά το βράδυ. (όχι δεν είναι η πιζάμα, ούτε το κοτόπουλο που έφαγες αυτό που σε βαραίνει κάθε νύχτα..)

Δεν έχω λύσεις, έχω ιδεολογία, έχω απόψεις, νευριάζω και επιλέγω να μην αδιαφορώ.

Ας θαυμάσουμε όλοι την ημέρα αυτή και ας κάνουμε τέτοιες διαδικτυακές κινήσεις συνείδηση..

nkarakasis

14/10/08

Θεωντόρ




«Είμαι ο Θεωντόρ ο τελευταίος γιος του Μάνφιτ. Γεννήθηκα ένα βράδυ του δέκατου φεγγαριού, μια νύχτα ξάστερη και σιωπηλή. Η μάνα μου με μεγάλωσε αγωνιστή και ο πατέρας μου
με προίκισε την τέχνη του πολέμου. Το κυνήγι, την επιβίωση, σμίλεψε στα ατσαλένια μου μπράτσα και με έμαθε να επιζώ κάτω από όλες τις συνθήκες, στο κρύο, στην ζέστη, στο χιόνι, και στην πείνα.
Δεκαοχτώ επί δώδεκα κύκλους του φεγγαριού μέτρησε ο μάγος Τσάου για να μου χαράξει στο στήθος με καυτό σίδερο και μαύρη μπογιά το σημάδι της ενηλικίωσης. Ήμουνα πλέον έτοιμος να πάω το μεγάλο ταξίδι. Έπρεπε να ταξιδέψω δώδεκα γεμάτα φεγγάρια μέχρι το τέλος της γης και να γυρίσω ζωντανός. Και το έκανα!
Τώρα που θα μπω στον καταυλισμό, ο πατέρας θα με χρίσει αρχηγό της φυλής και η φυλή μου θα με αγκαλιάσει ζεστά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο συναίσθημα από αυτό..»

**

Ένα άλογο κουρασμένο με τα γκέμια πεσμένα και βαρύ βηματισμό, μπήκε στον έρημο δρόμο του καταυλισμού. Ο καπνός ακόμα ήταν ζεστός πάνω από τις φωτιές και τα παιδιά τρέχανε από τη μία σκηνή στην άλλη σαν παλαβά. Μια εικόνα αλλοπρόσαλλη παρουσιάστηκε μπροστά του. Τα άλογα ήταν σφαγιασμένα και παντού πτώματα πολεμιστών, γυναίκες με σκισμένα ρούχα, φωτιά, καπνός και κλάμα γεμίζανε τα αυτιά του. Το σώμα του Θεωντόρ ήταν κατάκοπο από το μεγάλο ταξίδι, αλλά τα μάτια του σαν είδαν την καταστροφή πετάχτηκαν από τις κόγχες έκπληκτα. Σταμάτησε ένα πιτσιρίκι και το πίεσε να μάθει, που είναι οι υπόλοιποι, τι έγιναν οι γυναίκες, που είναι ο πατέρας του, ποιος έκανε αυτή την καταστροφή .. και οι απαντήσεις τον λύγισαν τον έριξαν στα γόνατα, κάτω να ουρλιάζει..

Ο αιμοσταγής βασιλιάς Φιόρ με τα στρατεύματα του, κατέστρεψαν την βλάστηση, ρίξανε φαρμάκια στους ποταμούς, γδάρανε τα ζωντανά, κλέψανε το σιτάρι. Και σαν η μάχη έγινε, από τα σκληροτράχηλα κορμιά τα ιδρωμένα, πετάχτηκαν από μέσα τους όλα τα σωθικά τους. Ο πατέρας του έφτασε σχεδόν μέχρι το κάστρο, μα είκοσι βέλη στην σειρά, το έκαναν να πέσει από το άλογο του. Το κεφάλι του έγινε λάβαρο στα χέρια του εχθρού του.. Οι γυναίκες βιάστηκαν και σφαγιάστηκαν να μην γεννήσουν ποτέ πια σπόρο…

Κοίταξε τον ουρανό, αυτό που έγινε δεν υπήρχε στις προφητείες, ο άνθρωπος σκότωσε άνθρωπο. Μια απελπισία, μια κραυγή του γέμισε τα σωθικά, γέμισε τον καταυλισμό και αγκάλιασε τα δέντρα. Οι σκίουροι κρύφτηκαν, τα πουλιά πέταξαν μακριά..

Έζωσε στο άλογο ένα κάρο που ήταν εκεί παρατημένο, το γέμισε με ότι όπλα βρήκε, σπαθιά, φαρέτρες, ακόντια και τόξα και καβάλησε να φύγει. Ανακατεμένος, με το κεφάλι σκυφτό βγήκε από τον καταυλισμό ξεκίνησε για το βουνό. Το είχε αποφασίσει, η οδύνη δεν μπορούσε να τον βρει ξαπλωμένο κάτω από τα αστέρια να κλαίει, δεν μπορούσε να τον βρει ο ήλιος θλιμμένο. Η συνέχεια είχε γραφτεί στους ουρανούς με ατσαλένια γράμματα. Θα πήγαινε να βρει την ψυχή του πατέρα του, ακόμα και ήταν αναγκασμένος να επιτεθεί μόνος του στο κάστρο. Η δίψα για εκδίκηση τον έκανε δυνατό, απάνθρωπα κενό από σκέψεις, η ζωή του υπήρχε πλέον μέχρι να πολεμήσει αυτούς που κάνανε το κακό.

Το ίδιο απόγευμα έφτασε σε ένα ξέφωτο και ο μόνος ήχος που ακουγότανε ήταν από ένα ρυάκι εκεί δίπλα που στάλαζε γάργαρα τα νερά του. Ξάπλωσε στο έδαφος και έβλεπε τον μενεξεδένιο ήλιο να μαζεύεται στον δίσκο του, ώσπου εξαφανίστηκε. Η κούραση του ταξιδιού, νίκησε τις σκέψεις του και αφέθηκε στο ύπνο με σκέπαστρο τον έναστρο ουρανό.

Σαν ο ήλιος ακούμπησε σταθερά τα πόδια του στον ουρανό βρήκε τον Θεωντόρ να ετοιμάζεται να ξεκινήσει για το τελευταίο του ταξίδι. Το άλογο κατηφόρισε αργά το βουνό σέρνοντας το ξύλινο κάρο πίσω του, αγόγγυστα. Δεν άργησε να φτάσει στους πρόποδες όταν είδε ένα γέρο τυλιγμένο σε μια πλεχτή κουβέρτα να κάθεται πάνω σε ένα μικρό βράχο. Τα μάτια του ήταν κλειστά και στο ένα χέρι κράταγε σφιχτά ένα ραβδί από ελιά.

- Τι κάνεις εδώ γέρο, τον ρώτησε ο Θεωντόρ.

Ο γέρος άνοιξε τα μάτια του, παρατήρησε τον νέο πάνω στο άλογο, κοίταξε προσεκτικά τα όπλα που κουβαλούσε στο κάρο.

- Εγώ ξέρω τι κάνω εδώ! Εσύ ξέρεις που πηγαίνεις;
- Πως δεν ξέρω! Απάντησε θαρρετά ο Θεωντόρ και πρόσθεσε : Φαίνετε ότι δεν ξέρεις τι συνέβη στον καταυλισμό μου, δεν ξέρεις για τον Βασιλιά Φιόρ..
- Ξέρω, απάντησε απαλά ο γέρος, ξέρω .. και αυτά που ξέρω είναι αρκετά για να σου πω ότι είσαι ένας ανόητος.

Ο Θεωντόρ πειράχτηκε, τινάζοντας το σώμα του απάντησε θυμωμένα.

- Τι λες γέρο! Σκοτώσανε τον πατέρα μου, βιάσανε τις αδελφές μου! Τι μεγαλύτερες αδικίες μπορεί να κάνει άνθρωπος στην γη και να μην του αξίζει η τιμωρία; Σαν τιμωρός πηγαίνω στο κάστρο!
- Τι χειρότερο σε αυτήν την γη, από έναν ανόητο που νομίζει ότι ο πόλεμος βγάζει κάπου!. απάντησε ο γέρος και έκλεισε πάλι τα μάτια του.
- Έχεις χάσει τα λογικά σου γέρο .. ένα σαρκαστικό γέλιο πλημύρισε το πρόσωπο του Θεοντώρ.
- Εγώ έχω χάσει τα λογικά μου ή εσύ που πας να πολεμήσεις χιλιάδες στρατιώτες κρατώντας πόσα; Δύο σπαθιά και ένα τόξο; ένας εναντίον ολόκληρου κάστρου; Ποιος από τους δυο μας είναι ο παράλογος ;
- Αυτή είναι η μοίρα μου!
- Αυτή είναι η ανοησία σου, η μοίρα σου είναι να γίνεις σπουδαίος όπως το κάθε τι σε αυτή την γη.
- Και δεν είναι σπουδαίο να εκδικηθώ, να νιώσει ευχαριστημένος ο πατέρας μου από εκεί που είναι ;
- Σπουδαίο είναι να δει ο πατέρας τον γιο του ολόκληρο όχι κομμάτια στις τρεις γωνιές της γης! Αλήθεια πιστεύεις ότι θα καταφέρεις κάτι μόνος σου ;
- Και τι να κάνω; Έχεις κάποια ιδέα πώς να τους νικήσω ; πως θα ξεπλύνω την ντροπή ;
- Ναι έχω, αλλά αυτό που έχω δεν θα ξεπλύνει την ντροπή σου, θα επαναφέρει την τάξη στον κόσμο, θα αποτρέψει άλλες αιματοχυσίες και ο κόσμος θα γίνει μονιασμένος και αγαπημένος. Αλλά εσύ δεν έχεις τέτοιες σκέψεις στο μυαλό σου. Προχώρα ανόητε και σαν πεθάνεις και εσύ από τα βέλη, όπως ο πατέρας σου, κανείς δεν σε θυμάται, κανείς δεν θα έχει να πει μια καλή κουβέντα για σένα, θα απορροφηθείς από το μελάνι της ιστορίας και η λήθη θα καταπιεί την ύπαρξη σου.

Ο θεοντώρ έμεινε σκεπτικός για λίγο. Και τι προτείνεις ; τον ρώτησε και τα μάτια του στένεψαν από απορία.

- Πέταξε όλα τα όπλα από το κάρο και γέμισε το με λουλούδια, μαργαρίτες, τριαντάφυλλα και ήλιους. Διάλεξε λουλούδια με ζωντανά χρώματα, μην πάρεις αγριόχορτα ή τσουκνίδες και πήγαινε εκεί. Αν κάνεις αυτό, οι θεοί θα είναι μαζί σου.
- Είσαι τρελός γέρο το ξέρεις ; ένα γέλιο δυνατό γέμισε την πλάση..
- Είμαι. Απάντησε σοβαρά ο γέρος. Αλλά και όχι πιο τρελός από εσένα που πηγαίνεις να τα βάλεις με ένα στρατό. Κανένα ξίφος, καμία ασπίδα δεν σε γλυτώνει. Μόλις εμφανιστείς στον ορίζοντα, έφυγες, έγινες καπνός και εσύ και η εκδίκηση σου. Η βία με βία δεν νικιέται, ο φόβος δεν νικιέται με το φόβο αλλά με την αγάπη, αυτό σίγουρα δεν στο έχουν διδάξει ..

Τα τελευταία λόγια του γέρου έσβησαν από τον θόρυβο του κάρου που κυλούσε πάνω στον κακοτράχαλο δρόμο. Ένα χλιμίντρισμα ακόμα και ο γέρος έμεινε πίσω στον βράχο σαν την ανάμνηση .. Δεν είχε νόημα να κάτσει να τον ακούσει, ήταν φανερό ότι για τον νου του Θεοντώρ ο γέρος είχε χάσει τα λογικά του.

Δυο μέρες μετά έφτασε έξω από το κάστρο του Βασιλιά Φιόρ. Καθόταν σε ένα σημείο, κάτω από ένα πεύκο από όπου δεν μπορούσαν να τον δούνε από τις πολεμίστρες οι στρατιώτες και όπου εκείνος μπορούσε να δει καθαρά το θηρίο που θα πολεμούσε.

Το κάστρο ήταν τεράστιο, μεγάλες πλίθινες πέτρες και μάρμαρα ασήκωτα στεριώνανε την κατασκευή του. Από ένα υπολογισμό, μέσα θα είχε πάνω από σαράντα χιλιάδες στρατιώτες, άλογα, όπλα και βαρύ οπλισμό όπως καταπέλτες και άλλα. Ένα ρίγος τον διαπέρασε βλέποντας το μέγεθος του εχθρού. Δεν πρέπει να φοβάμαι σκέφτηκε αλλά η σκέψη αυτή ήταν τόσο μικρή όσο ένας κόκκος σκόνης. Κάθισε κάτω και κοίταξε τα όπλα του. Φάνταζαν τόσο λίγα. Έφερε την μορφή του πατέρα στο νου. Αλλά ούτε και αυτό τον έκανε να ξεχάσει τον φόβο του. Μια εσώτερη αηδία τον γέμισε, αηδία για τον ανθρώπινο φόβο για τις σκέψεις εκείνης της ώρας. Σκέφτηκε τα λόγια του γέρου. Ακόμα και αν πάρ΄ ελπίδα νικούσε σε αυτήν την μάχη, αν και απίθανο, τι θα γινόταν από εκείνη την στιγμή και μετά; Τον ίδιο φόβο δεν θα μετέδιδε και εκείνος με την σειρά του παρακάτω; Ποιος θα τον πλησίαζε ; μήπως ο φόβος και ο τρόμος είναι σαν την ασθένεια; Την μεταδίδεις ή την νιώθεις από κάποιον που έχει καταβληθεί από φόβο;. Ναι είναι άσχημο αυτό το συναίσθημα και τελειωμό δεν έχει.

Γεννήθηκα πολεμιστής, φώναξε και σηκώθηκε ορθός, μα σαν το αγέρι φύσηξε πιο δυνατά, η σκέψη, το κορμί του ξεφούσκωσε. Και ανόητος, πρόσθεσε και έκατσε κάτω. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια του, τα ακούμπησε με τα χέρια του, τα έφερε στο φως. Γιατί ένας πολεμιστής να κλαίει; Άμα ήμουνα πραγματικός πολεμιστής, δεν θα έπρεπε να έχει το σώμα μου μέσα δάκρυα, μόνο δύναμη.. άρα δεν είμαι τόσο πολεμιστής όσο νομίζω. Και φοβάμαι και κλαίω, δεν διαφέρω από ένα ανόητο παιδί που πιστεύει ότι του λένε ..

Σηκώθηκε όρθιος με μια σκέψη τελευταία στον νου. Ίσως έτσι γίνω δυνατός.. και σπουδαίος.. σκέφτηκε και άρχισε να κόβει λουλούδια από γύρω του. Σαν μάζεψε αρκετά, τα έφερε κοντά στο κάρο, το άδειασε από όπλα, πέταξε το σπαθί του μακριά και γέμισε την καρότσα με λουλούδια. Μάζεψε ακόμα λίγα να γίνει σαν στρώμα παχύ, πέρασε στον λαιμό του αλόγου ένα στεφάνι από κίτρινες μαργαρίτες και στα μαλλιά του έβαλε ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν την φωτιά. Σαν τελείωσε ιδρωμένος, μια ανεξήγητη ευφορία τον κατέλαβε, ο φόβος είχε γίνει στάχτη πλέον. Χαμογέλασε.

Καβάλησε το άλογο και το πρόσταξε να ξεκινήσει. Κανείς δεν ξέρει αν τα άλογα καταλαβαίνουνε, αλλά αυτό το άλογο από εκείνη την στιγμή χλιμιντρούσε περήφανα και περπατούσε αρχοντικά, σαν να έσερνε κάτι πολύτιμο ..
**
Η θέα ενός ανθρώπου πάνω σε άλογο, σέρνοντας ένα κάρο γεμάτο λουλούδια, μόνο γέλια έφερε στους στρατιώτες από ψηλά. Στην αρχή τράβηξαν τα τόξα, μα σαν είδαν καλύτερα ένα γέλιο τους αγκάλιασε όλους. Για να πολεμήσει ήρθε τούτος ! φωνάξανε και πέσανε κάτω από τα γέλια. Να ενημερώσουμε τον Βασιλιά! Φώναξε ένας άλλος. Και έτσι έγινε.

Μέσα στον χρυσό-καλούπωτο θρόνο, ζωσμένος με πανάκριβα ρούχα και πίνοντας με τον ένα χέρι ένα ποτήρι από μια σπάνια γεύση κρασιού, ο Βασιλιάς Φιόρ άκουσε με προσοχή την αναφορά του Λοχαγού για τον περίεργο εισβολέα, όπως και τα γέλια που προκάλεσε στους στρατιώτες. Κάλεσε αμέσως σοβαρός, τον στρατηγό, τον διευθυντή επιχειρήσεων και τους συμβούλους του.
Σαν μαζευτήκαν όλοι τους είπε με ύφος σοβαρό.

- Αυτός ο άνθρωπος είναι ο Θεοντώρ γιος του Μάνφιτ που σκοτώσαμε πρόσφατα σε μάχη. Σύμφωνα με τον κώδικα τιμής της φυλής του έπρεπε να μας πολεμήσει, αλλά αυτός ήρθε εδώ σέρνοντας ένα κάρο .. λουλούδια! Τι σας λέει αυτό ;

Γέλια γεμίσανε την αίθουσα συνεδριάσεων, μα σύντομα κοπάσανε σαν είδανε το σοβαρό πρόσωπο του Βασιλιά.

- Ανόητοι! Τους φώναξε. Δεν καταλαβαίνετε τι γίνεται εδώ;
- Όχι! Ψέλλισε ο στρατάρχης, γιατί πρέπει να το πάρουμε σοβαρά το ζήτημα ;
- Αν οι Θεοί θέλανε να μας μεταφέρουν ένα μήνυμα τι θα στέλνανε : στρατό να μας πολεμήσει ή έναν λουλούδο-φορεμένο σαν και τούτον ;
- Θέλετε να πείτε ότι είναι απεσταλμένος των θεών; Ρώτησε ο Στρατηγός με απορία
- Είναι φανερό! Τι άλλο μπορεί να είναι ; παρά ένα μήνυμα από τους Θεούς. Με παραλήπτη εμάς! Τους ανίκητους. Είναι φανερό ότι οι Θεοί δεν θέλουνε να πολεμάμε άλλο. Η αποστολή μας ήταν μέχρι εδώ! Και αν οι Θεοί αυτό θέλουν, εγώ δεν θα τους πάω ανάποδα, δεν θα προκαλέσω την οργή τους!
Ένα σούσουρο γέμισε την αίθουσα. Ώσπου πετάχτηκε ο σύμβουλος ο πονηρός και πλησίασε τον Βασιλιά.
- Ω Βασιλιά, είναι σοφό αυτό που σκέφτηκες, μα τα χίλια φεγγάρια δεν πήγε το μυαλό μας εκεί, αλλά μήπως δείξουμε αδυναμία αφήνοντας αυτόν τον άοπλο να ζήσει ; μήπως εκμεταλλευτούν οι εχθροί μας, αυτήν την διορατικότητα σας ;
- Αν τον σκοτώσουμε, η οργή των Θεών θα πέσει πάνω μας! Αυτός θα γίνει μάρτυρας, θα γίνει σύμβολο και θα οδηγήσει σε επανάσταση. Αν τον αφήσουμε να ζήσει, το θέμα ξεχνιέται και ταυτόχρονα δείχνουμε ένα καλό πρόσωπο σε αυτούς μας κατηγορούνε για βαρβαρότητα. Τα πάντα είναι πολιτική, μην το ξεχνάς. Μπορεί να σκοτώσουμε χιλιάδες ένοπλους, κανείς δεν θα πει ότι είναι παράλογο, αλλά άμα σκοτώσεις έναν άοπλο που κρατάει λουλούδια, αργά ή γρήγορα η εξουσία μου θα χαθεί.. σκέψου το..
-Είσαι σοφός Βασιλιά μου και το μυαλό σου είναι το πιο φωτεινό όλων μας. Απάντησε ο σύμβουλος και λούφαξε στην γωνιά του.
-Και τι θα κάνουμε τότε; Ρώτησε ο Στρατηγός ενοχλημένος που δεν θα σκοτώσουνε τον Θεοντώρ.
-Βάλτε τον μέσα, πετάξτε όλα τα όπλα από το κάστρο έξω σαν κίνηση καλής θέλησης, και φερθείτε του σαν Θεό επί της γης! .. και φέρτε τον να του μιλήσω..

Ο Θεοντώρ, πλέον δεν ένιωθε φόβο ακόμα και αν τον σημαδεύανε χιλιάδες τόξα από μέσα από το κάστρο. Μπορούσε να δει τα πρόσωπα των στρατιωτών από τις πολεμίστρες καθαρά από εκεί που ήταν, αλλά και πάλι δεν φοβόταν τίποτα, αντιθέτως μια παράξενη ευφορία τον είχε πλημυρίσει από την κορφή μέχρι τα νύχια. Ξάφνου είδε το εξής παράδοξο:

Από κάθε γωνιά του κάστρου, ο κάθε στρατιώτης πετούσε τα όπλα του από ψηλά στο έδαφος! Άνοιξε η ξύλινη πύλη και μια συνοδεία από στρατιώτες άοπλοι τον κύκλωσαν και τον συνοδέψανε μέσα στο κάστρο. Του έδωσαν φαγητό, χωρίς να του μιλάνε και μετά τον οδηγήσανε στην αυτοκρατορική αίθουσα να δει τον Βασιλιά. Προτού βγει ο βασιλιάς από τα ιδιαίτερα του, όλοι ανεξαιρέτως αποσύρθηκαν από την αίθουσα έτσι ώστε να μείνουνε μόνοι ο Βασιλιάς και ο Θεοντώρ, όπως τους είχε προστάξει.

Ο ήλιος έπαιζε τις ακτίνες του μέσα από τα μικρά παράθυρα, χαϊδεύοντας μια τα αγάλματα που υπήρχαν στον χώρο, μία το πανάκριβο μαρμάρινο μωσαϊκό. Μια πόρτα ξύλινη με χρυσαφί ζωγραφιές άνοιξε διάπλατα και βγήκε ο Βασιλιάς από μέσα, περπατώντας με αργά βήματα.

Ο Θεοντώρ έμεινε ξέπνοος σαν τον είδε!

Ήταν ο γέρος που είχε δει στον βράχο, μόνο που αυτή την φορά ήταν ντυμένος πιο πλούσια και στο κεφάλι φορούσε ένα στέμμα διακοσμημένο με πανάκριβα ρουμπίνια και διαμάντια .. Ο γέρο Βασιλιάς Φιόρ σαν είδε την αντίδραση του σαστισμένου Θεοντώρ γέλασε δυνατά και μετα απο λίγο είπε με ύφος ωριμασμένης σοφίας :

Κάποιες φορές η μοίρα είναι ένα παιχνίδι στα χέρια του ήλιου!

Ελπίζω ότι αυτό που θα σου μείνει από την μικρή σου περιπέτεια
είναι ότι η πίστη στον εαυτό σου κάνει θαύματα.

Και σε παρακαλώ ξέχνα ότι η πίστη είναι
μια κάλπικη λίρα που σου βάζουν στην τσέπη.

Σκέψου ότι είσαι αρκετά δυνατός για να έχεις τσέπη, αυτό σκέψου!