Σελίδες

31/10/08

Ο Αστερισμός του Πάνα.



Ανοίγει η ξύλινη πόρτα και βγαίνει από μέσα το κορίτσι με ρούχα απλά καθημερινά, ο κότσος κρέμεται στο πλάι, μια αθώα ύπαρξη στον αστερισμό του Πάνα.

Γιατί ο κόσμος, σφυρίζει αδιάφορα με ρωτάει, δεν μπορώ να απαντήσω στέκομαι αδύναμος στην απάντηση.

Γιατί ο κόσμος κοιτάει τον εαυτό του με ρωτάει, το στομάχι σφίγγεται, την κοιτάω ανέκφραστος.

Γιατί όλοι κοιτάνε το συμφέρον τους, μια χαρακιά στην πλάτη με ματώνει, σφίγγω τα χείλια δεν θα ματώσω την ψυχή της.

Γιατί ! Γιατί ! Γιατί ! Γιατί ! Γιατί ! με χιλιάδες ερωτήσεις με μαστιγώνει και εγώ εκεί το τέρας της λογικής, ο ηθικός και επαναστατημένος, ανήμπορος να σηκώσω ένα δράμι από το βλέμμα μου πάνω της.

ΜΗΝ ΜΕ ΡΩΤΑΣ ΑΛΛΟ, της λέω κοφτά, δεν έχω απαντήσεις μόνο υποσχέσου ότι θα κάνεις αυτό που θα σου ζητήσω…

Τι; Με ρωτάει γλυκά κοιτάζοντας με στα μάτια, οι κόρες του ματιού μου άνοιξαν και την αγκάλιασαν.

Θα κοιμηθείς, και θα ξεχάσεις ότι ρώτησες, δεν είναι ερωτήσεις για ανθρώπους αυτές .. θα σε νανουρίσω, αυτό κάνω, αυτό κάνουμε, δεν απαντάμε ..

Γιατ… πήγε να ρωτήσει και η έκφραση μου έσπασε σαν τον καθρέπτη σε χίλια κομμάτια.

ΜΗΝ το κάνεις αυτό.. θα σου πω ψέματα, τα ίδια που ξέρω και εγώ, κάνε αυτό που σου είπα και ονειρέψου μια πεδιάδα, μια λίμνη, μια νεράιδα και όλα θα γίνουν απλά, άσπρα και αγνά, μέσα σου θα γαληνέψεις, όπως όλοι ..

Και είναι σωστό αυτό;, με ρώτησε, έκατσα στα γόνατα, πλέον παρακαλούσα..

Το σωστό είναι αυτό που θα σου μάθω, τίποτα άλλο.. δεν καταλαβαίνεις ; ακόμα και οι σκέψεις σου θα είναι οι δικές μου, των άλλων και των προηγούμενων, μόνο έτσι .. μόνο έτσι ..

Πάντως να ξέρεις σε αγαπώ.. ακόμα και αν κάποτε θα σε έχω μάθει να το αμφισβητήσεις…

28/10/08

Το υπέρτατο δώρο..




Έπιασε με το ένα του χέρι την κλωστή και την τράβηξε δυνατά, ένας κόσμος λαμπερός βγήκε μέσα από το κουτί, γεμάτος φώτα, λάμψη, θόρυβο. Σαν μια φωτεινή μπάλα παρουσιάστηκε μπροστά τα μάτια των θεατών και το περίεργο ήταν ότι ο καθένας έβλεπε κάτι το διαφορετικό από τους άλλους. Άλλος έβλεπε την ζωή του, άλλος μια ζωή που είχε ονειρευτεί και άλλος μια ζωή που ελάχιστα θυμόταν.

Οι άνθρωποι σκιρτήσανε, μια σιωπή και ένα μακρόσυρτο αααχχ.

Τα φώτα της αίθουσας χαμηλώσανε η λάμψη απο το κουτί έγινε πιο δυνατή, ο κύριος με την κόκκινη στολή και το πεταχτό μουστάκι σαν ουρά γάτας, ίδρωνε με το μαγικό που έκανε. Και άλλες φορές το είχε κάνει, αλλά αυτή την φορά του φάνηκε η καλύτερη. Συνέχισε να προσπαθεί, το μαγικό έπρεπε να κρατήσει όσο γίνεται περισσότερο…

Ένιωσε τα κόκκαλα του να πονάνε, οι σάρκες του να τον στενεύουν, τσιτώθηκε το πρόσωπο του. Έσφιξε τα δόντια απερίσπαστος, έπρεπε να συνεχιστεί αυτό το μαγικό, μέχρι όλοι να κατανοήσουν αυτό που βλέπουν. Ο ιδρώτας, έγινε αίμα, το στομάχι του ρουφήχτηκε μέσα, οι αναπνοές κοφτές άφηναν ένα μικρό επιφώνημα πόνου. Το κεφάλι στένευε σαν μια μέγγενη να το έσφιγγε. Λίγο ακόμα ..

Έπεσε στο πάτωμα σαν σακί με πατάτες.

Όταν τον γυρίσανε στο πλάι, ήταν ήδη γέρος και το δέρμα του ζαρωμένο σαν του ελέφαντα. Φυσικά αίτια γράψανε στην αναφορά οι ιατροδικαστές. Πέθανε από γηρατειά, ο μόλις εικοσιπέντε χρονών ταχυδακτυλουργός.

Και το πιο περίεργο; Σαν τελείωσε η παράσταση, από την έξοδο του θεάτρου βγαίνανε για ώρες ολόκληρες παιδιά!

Ακόμα το θυμάμαι.. ο δρόμος γέμισε παιδιά, χαμόγελα, γέλια. Παίζανε, τρέχανε από εδώ και από εκεί , χοροπηδούσαν ευτυχισμένα. Όσοι τα βλέπανε, γελούσανε και αυτοί με την σειρά τους. Και εγώ..

Ίσως να επέστρεψε για μια τελευταία παράσταση ο Θεός στην πόλη ..

Ίσως πάλι να τα ονειρεύτηκα όλα αυτά..

26/10/08

One lovely morning you will rise up singing



- O.. Τζων Μπόι, μίλησε μου για σένα ..

Μια νωχελική φωνή από το σαξόφωνο στην σκηνή, νόθευε μουσικά την καπνισμένη αίθουσα με την μελωδία του summertime. Μια παχουλή μαυρούλα με αστραφτερό φόρεμα και κουρασμένα μάτια, κράταγε σφιχτά το μικρόφωνο και ναι, είχες την αίσθηση ότι μυξόκλαιγε πάνω του, σαν να εξομολογείται μια τρομερή αμαρτία ..

one of this days..

πίσω της μια ασπρόμαυρη μπάντα αναδευόταν στον ρυθμό και σιγοτραγουδούσε..

fish are jumping ..

Η αίθουσα δεν είχε μαζέψει πολύ κόσμο σήμερα, ίσως να έφταιγε ότι ήταν καθημερινή, ίσως και ο αγώνας να είχε μαζέψει τον κόσμο σήμερα στα σπίτια του. Έκανε και ένα βρομόκαιρο που σε μάζευε στα ρούχα σου. Όχι δεν ήταν μέρα για έξω.. ζήτημα αν θα έβγαζε τα λεφτά της μπάντας, ο Τζόναθαν – ιδιοκτήτης – του μπαρ. Κάποιες φορές όμως, αυτό το σκεφτόταν λίγο. Σημασία έχει να περνάς καλά, έλεγε συχνά και με αυτήν την μουσική, μόνο καλά μπορεί να περνάει κάνεις. Στεκόταν με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο μπαρ και νοσταλγικά κοίταζε την μαυρούλα Μάντι που τραγούδαγε το αγαπημένο του τραγούδι.

Σε μια γωνία ένας ψηλός με δεμένες πλάτες και μαλλί ποτισμένο στην μπριγιαντίνη, ο Τζων Μπόι και δίπλα του μια από τις κοπέλες του μπαρ, η Τζίνα, οπλισμένη με ένα χαμόγελο αφέγγαρο, κρατούσε το τσιγάρο της μακριά από το στόμα της με ύφος. Τα ρούχα της αν και ακριβά, ήταν φανερό ότι δεν της ταιριάζανε, ίσως και να έφταιγε το έντονο βάψιμο που γυάλιζε μέσα στα χαμηλωμένα φώτα, φαινόταν φθηνή, ανένταχτη στην πολυτέλεια.

-Τζων Μπόι, πες μου κάτι για σένα.. του ξαναείπε με λαγνεία και του έπιασε τον ώμο, αφήνοντας τις ψεύτικες βλεφαρίδες της να πεταρίσουν ναζιάρικα..

..Your mom is good looking....

Βάλε μου άλλο ένα ποτό, του ξαναείπε ψιθυριστά στο αυτί. Αυτός υπάκουα έκανε νόημα, στο γκαρσόνι με το μαύρο σακάκι και σε πολύ λίγο πάνω στο τραπέζι τους, ήρθε ένα μαρτίνι με μια ελιά στο χείλος του ποτηριού και ένα ουίσκι Καναδέζικο.

.. and the living is easy ..

Μίλησε μου, σε παρακαλώ , για οτιδήποτε.. του ξαναείπε και δευτερόλεπτα μετά τραβήχτηκε από πάνω του σαν εισέπραξε για άλλη μια φορά την σιωπή του. Έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι και σχεδόν αμέσως άναψε άλλο ένα. Το άναψε με τον ασημένιο αναπτήρα της και φύσηξε τον καπνό πάνω στην μούρη του Τζόν Μπου, που για άλλη μια φορά δεν αντέδρασε.

Ωραία λοιπόν, θα σου πω εγώ κάτι να συζητήσουμε .. είπε και σταύρωσε τα χέρια της, κρατώντας το τσιγάρο με τα ακροδάχτυλα.

- Σήμερα το πρωί με πήρανε τηλέφωνο από το Λούσβιλ, ξέρεις το χωριό του πατέρα μου. Το πρωί βρήκανε νεκρή την μητέρα μου στο χωράφι ενω περιποιόταν τις τριανταφυλλιές της.

..o.. your dad is rich and yours mom good looking ..

Ο Τζων Μπόι γύρισε το κεφάλι του κατά το μέρος της. Η Τζίνα είχε βουρκώσει.
- Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα μας Τζων Μπόι; δεν πιστεύουμε! δεν πιστεύουμε σε τίποτα ! Θέλω να πω, η μητέρα μου πίστευε ότι οι τριανταφυλλιές της ήταν πιο σημαντικές από εμένα. Τις περιποιόταν καθημερινά, ενώ εμένα... Ναι !Τζων Μπόι ένα μάτσο τριανταφυλλιές είναι πιο όμορφες από εμένα! Είμαι όμορφη Τζων Μπόι;. Δεν απαντάς ε ! Δεν πειράζει την ξέρω την απάντηση. Είναι φανερό ότι εσύ και η μητέρα μου είστε το ίδιο, δεν σας ενδιαφέρω. ..., σκούπισε τα μάτια της με προσοχή να μην φύγει το μέικαπ ..

Η τραγουδίστρια είχε σταματήσει να τραγουδάει και κάνοντας ένα βήμα πίσω άφησε το σαξόφωνο να σκίσει τον αέρα. Όλοι ρίγησαν και κοίταξαν τον σαξοφωνίστα που είχε σηκωθεί όρθιος. Ακόμα και ο Τζόν Μπόι.

- Δεν νομίζω ότι μπορώ να κάτσω άλλο μαζί σου, ξέρεις έχω και άλλους πελάτες να γνωρίσω.
Του είπε σαρκαστικά και άρχισε να μαζεύει τα πράγματα της. Και πάλι ο Τζων Μπόι δεν μίλησε, παρά κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά.

Η Τζίνα σηκώθηκε από την θέση της νευρικά, ελίχθηκε ανάμεσα στα τραπέζια και πλησίασε τον Τζόναθαν τον ιδιοκτήτη. Σε παρακαλώ, μην με ξανάστειλες σε αυτόν .. του είπε στο αυτί.. Ο Τζόναθαν την κοίταξε στα μάτια απορημένος.

- Σε ποιόν εννοείς ;
- Σε αυτόν, μωρέ .., του είπε και του έδειξε ένα τραπέζι στην γωνία που ήταν άδειο και το καρό τραπεζομάντιλο καλά στρωμένο έδειχνε ότι εκείνο το βράδυ κάνεις δεν είχε κάτσει εκεί .. Δεν είναι δυνατόν! αναφώνησε και με τα μάτια της έψαξε στην αίθουσα για τον Τζων Μπόι. Μάταια..
- Στο ορκίζομαι ! του είπε, ο Τζων Μπόι ήταν εκεί και μιλάγαμε ..!
- Τζίνα, αν θες πάρε ρεπό για σήμερα, ο Τζων Μπόι έφυγε χθες το βράδυ.. καρφώθηκε με την μηχανή του πάνω σε ένα αυτοκίνητο, στην Route 666, ξέχασα να στο πω.. δεν θα ξανάρθει…..,

από το τατουάζ στο μπράτσο τον αναγνωρίσανε, ένα μικρό κατακκόκινο τριαντάφυλλο..

..hush little baby, heee don᾽t you cry ..


Everything is an illusion. so please rise up singing
even the sky is high or the cliff is smiling ..*

25/10/08

Masters of Photography

Masters of Photography: Andre Kertesz



"Everything is a subject. Every subject has a rhythm. To feel it is the raison detre.
The photograph is a fixed moment of such a raison detre, which lives on in itself."

created by zafsot

Πρισματικές σταγόνες σκέψης..



Δεν είναι τα χρώματα, δεν είναι οι γραμμές, δεν είναι η τεχνοτροπία παρά το θέμα του πίνακα είναι αυτό που ξυπνάει μέσα σου, τον αγροίκο της τέχνης και τον δημιουργό. Ακουμπάει την φαντασία σου με τα στιβαρά του μπράτσα και με ένα τίναγμα των φτερών την απογειώνει σε μια άλλη πολιτεία, εκεί που εσύ ακόμα ονειροπολείς να βρεθείς μια μέρα. Και νιώθεις μέσα σου βαθιά την ανάσα του ζωγράφου να κοντανασαίνει με ένα παρακαλετό και να σου λέει :

κάτι έχω να σου πω, κοίτα για λίγο εδώ...

Έτσι με τέτοια θαμπωμένα μάτια κοίταζα ένα πρωί, το κάδρο της κουζίνας μου. Ένα απλό συνηθισμένο κάδρο, που χρόνια τώρα με συντροφεύει στην καθημερινότητα μου. Πότε το απέκτησα; Πότε το κάρφωσα στον τοίχο, ακόμα και τώρα δεν μπορώ να ανακαλέσω αυτήν την θύμηση αλλά και ελάχιστη σημασία έχει. Ο μύθος ότι αυτό υπήρχε εκεί πριν από εμένα με ικανοποιούσε, με έκανε να νιώθω μεγαλύτερο σεβασμό σε αυτό το κατασκεύασμα του ανθρώπου, που άθελά του μετέφερε το μήνυμα του καλλιτέχνη μέσα στα χρόνια, σαν το μπουκάλι στην θάλασσα.

Θάλασσα, γαλάζια και απέραντη, σαν ασπρισμένα κοχύλια ο αφρός και ένα παράθυρο άσπρο με μπλε νησιώτικο, που οδήγαγε το βλέμμα σου μέσα στο μεγαλείο της. Και αν το παράθυρο δεν ήταν διακριτό αρκετά, τα μάτια της ψυχής μου το έβλεπαν, ορθάνοιχτο. Αυτή ήταν ή ματιά του ζωγράφου, αυτά βλέπω και εγώ σήμερα εκεί.


Ένιωσα άσχημα, δεν το απαρνιέμαι, τόσα χρόνια μέσα στην κουζίνα μου, αυτό και εγώ, δύο ξένοι. Μα σήμερα του έκανα την τιμή και έκατσα απέναντί του, με σεβασμό. Παρατήρησα όλες τις ψευδαισθήσεις του καλλιτέχνη, τα βαθουλώματα του χρώματος στα σημεία που ίσως να υπήρχε από πίσω ένας γρίφος. Δεν τον έλυσα, ούτε καν προσπάθησα. Γρίφος λυμένος, δεν είναι γρίφος και αν εγώ ποτέ έβαζα γρίφο σε κάποιον, θα στεναχωριόμουνα τρομερά αν τον έλυνε.


Άφησα λοιπόν την μαγεία- αν υπήρχε- στην θέση της, δεν προσπάθησα να μαντέψω τίποτα, παρά χάραξα με τον νου μου την αύρα του καλλιτέχνη. Τον φαντάστηκα, να ετοιμάζει την παλέτα του με μαεστρία και τα πινέλα του στην σειρά, καλά καθαρισμένα. Φαντάστηκα την θάλασσα, ένα πρωινό στην Καλδέρα ίσως (είπαμε δεν θα τον λύσω ούτε αυτόν τον γρίφο) και τον άνθρωπο με τα ψαρά μαλλιά και το φαρδύ καπέλο να περνάει τα πινέλα του πάνω στον καμβά με την σιγουριά του θεού, την δύναμη του Δία και την αποφασιστικότητα του Ποσειδώνα. Τα ρούχα του ο άνεμος τα ανέμιζε, ένα παιχνίδι παιδικό που παίζει χρόνια τώρα. Τα μαλλιά του, αναδευόντουσαν, σαν έχωνε η νεράιδα την χτένα βαθιά μέσα..

Όλες τις αισθήσεις έβαλε μέσα εκεί, την θάλασσα, γυναίκα ξιπασμένη και ερωμένη μου, τα σύννεφα, σκεπή των ονείρων και της σκέψης μου και τέλος το παράθυρο, αυτό το συνειρμικό δισάκι που πάντα κουβαλάω.



Μια σκέψη όμως με τάραξε, σε μύρια κομμάτια τον νου μου έφερε. Μήπως απλά, η καινούργια ανακάλυψη των ματιών μου, έκανε τον πίνακα σημαντικό; Μήπως ο φόβος της νέας οπτικής με τρομάζει, μήπως ο καθημερινός θαυμασμός αποφέρει κορεσμό; Μήπως τώρα που ανακάλυψα το κάλος του, τα χρώματα ξεβάψουνε, η θάλασσα στερέψει και το παραθύρι αυτό σφαλιστά με κλείσει απ’ έξω; Μήπως ο μύθος, πρέπει να μείνει μύθος ; Μήπως κέρδισα το Κέρας της Αμάλθειας και έχω πια τον πλούτο, να ξεχωρίζω το όμορφο παντού; Η αμφιβολία, η αμάθεια και ο φόβος με τύλιξε όπως το γιασεμί βίαια αγκαλιάζει τον τοίχο ..

Ρίγησα, νευρικά τα δάχτυλα χτύπησα πάνω στο τραπέζι. Πήγα στο δωμάτιο, ένα σεντόνι έφερα το σκέπασα και το κατέβασα κάτω.

Εμείς οι δυο πρέπει να χωρίσουμε,.. του είπα και το έβαλα βαθιά στην αποθήκη.


..ας παραλάβει ο καθένας, αυτό που του λείπει ..

23/10/08

Show me God


Ο Θεός είναι αέρας, νερό , ήλιος, φωτιά
είναι η αγάπη και το μίσος ,
είναι ο κάθε άνθρωπος
και η κάθε ψυχή ..
αν..
τον βλέπαμε μπροστά μας
θα είχε συσταθεί προανακριτική επιτροπή
θα ήταν το βράδυ στίς "αποδείξεις" ειδικός καλεσμένος
θα τον κατηγορούσαμε για εγκλήματα πολέμου στις τρίτες χώρες
θα ζητάγαμε εξηγήσεις για αυτά που μας συμβαίνουν
θα τον είχαμε τρελλάνει
και θα αναγκαζόταν να φύγει, τρέχοντας
αρα..
ψάξε αλλού να τον βρεις,
ίσως να κρύβεται μέσα σε μια καλημέρα
σε ένα χαμόγελο
σε μία σοκολάτα
σε μια αγκαλιά
σε μια ελιά
παντού..
ο Θεός,
είμαστε
εμείς
-
εσύ!



Break On Through



Έβαλα δύναμη, έτρεξα όσο άντεχα, μια αναπνοή σφιγμένη έφυγε από τους πνεύμονες μου, ανέβηκε στον φάρυγγα, ξεφύσησα δυνατά.

Ούρλιαξα και έπεσα πάνω στον τοίχο, που με το βάρος του σώματος μου άνοιξε στα δύο, κομμάτια τσιμέντου, σκόνης, τούβλου θρυμματισμένου εκσφενδονίστηκαν στον αέρα. Ένας θόρυβος εκκωφαντικός μοίρασε στον αέρα τρόμο και το σώμα μου πέρασε μέσα από το ανίκητο, το αδιάφθορο, το αδύνατο και νίκησε, βγάζοντας πρώτα τα χέρια, μετά το σώμα και τέλος το κεφάλι.

Τα πάντα καταλαγιάσανε, η σκόνη έπεσε στο πάτωμα, τα τσιμέντα σταμάτησαν να γυρνάνε ανεξέλεγκτα στον σύμπαν, σταθήκανε στο πάτωμα ακίνητα, ο θόρυβος κόπασε.

Τα μάτια μου ήταν θολωμένα, δεν μπορούσα να δω καλά ακόμα, μα μια ζέστη, αυτή της ανακάλυψης, του νέου, της αλλαγής με κυρίευσε και ένα χαμόγελο πότισε το πρόσωπο μου. Τα έτριψα να δω καλύτερα.
.
.

Ήμουνα σε ένα άλλο δωμάτιο, μα ήταν σαν το δικό μου, ολόιδιο. Κοίταξα το σώμα μου, ήμουνα ο ίδιος. Προσπάθησα να αγαπήσω το άλλο μέρος, την νέα μου ανακάλυψη, αλλά κοίτα να δεις τι ξέχασα να περάσω από τον τοίχο!.

Την καρδιά μου..

Ένιωσα άβολα. Το ίδιο βράδυ, ξαναγύρισα.., ξαναέχτισα τον τοίχο,.

Έχω και πόρτα, γιατί δεν το σκέφτηκα από την αρχή ;



22/10/08

Όταν οι λέξεις περιττεύουν ..



.. Η υστερία της γυναίκας, είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Καθότανε δίπλα στον δάσκαλο και τον σκουντούσε, του φώναζε και γέλαγε δυνατά. Αυτή δεν χρειάζεται κήρυγμα, ψυχίατρο χρειάζεται, λέγανε οι γύρω που είχαν μαζευτεί να ακούσουν τον δάσκαλο.

- Ηρέμησε, της έλεγε ο δάσκαλος, ηρέμησε ..

Η γυναίκα γέλασε πιο δυνατά, μάζεψε την κοιλιά της με τα χέρια και κοίταζε τον δάσκαλο στωικά.

- Επειδή εσύ κάθεσαι πιο πάνω από εμάς, είσαι καλύτερος από εμένα; τον ρώτησε ανάμεσα στα γέλια και τις φωνές.

- Εσύ και εγώ είμαστε το ίδιο, της απάντησε. Εσύ είσαι Θεός, αυτοκράτορας στον θρόνο, έχεις τον ήλιο βοηθό και το φεγγάρι ζει για να αναπνέεις, της απάντησε με ένα χαμόγελο καρδιάς.

Η γυναίκα γέλασε πιο δυνατά αυτή την φορά.

- Είναι αστεία αυτά που λες, του είπε.
- Κάνε μου μια ερώτηση που θα την ξέρω μόνο εγώ.. την ρώτησε. Αν με ρωτήσεις κάτι που μόνο εγώ ξέρω την απάντηση και εσύ όχι, τότε είμαι ανώτερος σου, αλλιώς θα πρέπει να συμφωνήσεις ότι είμαστε το ίδιο.
- Ωραία τότε, είπε η γυναίκα γελώντας, θα σε ρωτήσω αυτό : Τι είναι η αγάπη ; αν μου το απαντήσεις αυτό θα συμφωνήσω μαζί σου και θα σταματήσω να είμαι ανάγωγη.

Ο Δάσκαλος σκέφτηκε αρκετά, ώσπου στο τέλος σηκώθηκε όρθιος. Πέρασε ανάμεσα από το πλήθος, βγήκε έξω και άρχισε να περπατάει στους δρόμους της Βαγδάτης. Το πλήθος μέσα στην αίθουσα σάστισε, κάπου θέλει να μας πάει, σιγομουρμούρισαν, ας τον ακολουθήσουμε.

Βγήκαν όλοι έξω από την αίθουσα και ακολούθησαν τον δάσκαλο από πίσω. Η γυναίκα περίεργη και αυτή, ακολούθησε τους άλλους. Ο δάσκαλος, έφτασε σε μια γειτονιά όπου μένανε φτωχοί ανθρώποι, σταμάτησε έξω από ένα σπίτι που στα σκαλιά καθότανε ένα μικρό παιδί, αδυνατισμένο από την πείνα. Δεν είπε τίποτα, μα στάθηκε να το κοιτάει. Ο κόσμος που τον είχε ακολουθήσει, αισθάνθηκε άσχημα που καθόταν έτσι και κοίταζαν το παιδί να κρυώνει και να πεινάει. Με νωχελικές κινήσεις, βγάλανε λίγα λεφτά απο την τσέπη τους και τα δώσανε στο μικρό παιδάκι, που απο το στόμα το αδυνατισμένο ένα χαμόγελο ανέτειλε. Η γυναίκα, αισθάνθηκε και αυτή τον πόνο εκείνη την ώρα και έβαλε και αυτή το χέρι της στην τσέπη. ψαχούλεψε αρκετά, αλλά δεν βρήκε χρήματα στην τσέπη, είχε ξεχάσει να πάρει εκείνη την ημέρα μαζί. Χωρίς να το σκεφτεί έβγαλε το κολιέ της, από πολυτελή μαργαριτάρια και το πέρασε στο λαιμό της μικρής. Το χαμόγελο που δέχτηκε, ζέστανε την καρδιά της.

Σαν την είδε ο δάσκαλος, έβγαλε τα παπούτσια του και τα έδωσε στην μικρή, εμένα μου είναι άχρηστα, της είπε, εσύ μπορείς να τα πουλήσεις.

Με μια κίνηση, γύρισε το κεφάλι και άρχισε να περπατάει ξανά μέσα στα σοκάκια της Βαγδάτης. Περπάτησε για πολύ ώρα, μέχρι που τα πόδια του ματώσαν και το πλήθος άρχισε να παραπατάει από την κούραση.

- Φτάνει! φώναξε η γυναίκα, γιατί μας τρέχεις από εδώ και από εκεί;
- Εγώ ; την ρώτησε ο Δάσκαλος, εγώ σας τρέχω ; εσείς με ακολουθείτε.
- Εμείς σε ακολουθούμε ... γιατί πιστεύουμε ότι θα μας δείξεις την απάντηση σε αυτό που σε ρώτησα..
- Πιστεύεις ότι έχω την απάντηση ; την ρώτησε πάλι.
- Ναι, απάντησε αυτή, το πιστεύω αυτό.
- Ωραία, άρα ξέρεις το πρώτο σκέλος της αγάπης, μόλις το είπες Πιστεύω!, τώρα για πες μου τι ένιωσες, όταν βοήθησες το μικρό κορίτσι;
- Ενιωσα ζεστασιά, απάντησε και χαμήλωσε το κεφάλι.
- Άρα ένιωσες τι σημαίνει να αγαπάς, μπορούμε να γυρίσουμε τώρα.

Η γυναίκα, αισθάνθηκε πολύ άσχημα που όλος αυτός ο κόσμος έφυγε από την αίθουσα, για να γίνει μάρτυρας για ένα δικό της καπρίτσιο. Συγνώμη εγώ φταίω που είσαστε όλοι εδώ, είπε σε όλους και έκατσε κάτω στην γη με τα γόνατα. Από τα μάτια της τρέξανε δάκρυα και η καρδιά της την έσφιγγε τόσο πολύ, που ένιωθε ότι θα σπάσει..

Οι υπόλοιποι σαν την είδαν έτσι λυπημένη, την πλησίασαν και την αγκάλιασαν στοργικά. Κάνεις δεν μας ανάγκασε, της είπανε, Και εμείς πιστέψαμε ότι θα πάρουμε μια απάντηση για αυτό ήρθαμε..

Η φωνή του δασκάλου έσκισε τον αέρα στα δυο σαν μαστίγιο.

- Μαρτύρησε τι νιώθεις τώρα, Πες μου και εμένα τι είναι η αγάπη ;

και η γυναίκα απάντησε με δάκρυα στα μάτια, αγκαλιασμένη από τους άλλους :

Η αγάπη δεν έχει λόγια, δεν έχει αναπνοή, δεν έχει σκέψη, είναι το φως το αέναο, κάθε μέρα ανατέλλει και κάθε μέρα δύει, μαζί με μια υπόσχεση ότι θα ξανάρθει, πιο δυνατή, πιο καυστική ... μα πρέπει να πιστεύεις ότι θα την βρεις, αλλιώς είναι μάταιο το ταξίδι..

Ο δάσκαλος, κοίταξε τα πόδια του που πόναγαν και πορφυρές στάλες από αίμα κυλούσαν στην γη, για να το διδάξεις αυτό όμως πρέπει να ματώσεις, μουρμούρισε ..

..αφιερωμένο σε αυτούς που πιστέψαν με φαιδρότητα, ότι η αγάπη είναι μια εύκολη και αναίμακτη απάντηση ..

My name is Rodriguez


It was me and my monkey
Him with his dungarees and rollerblades
Smoking filter tips reclining in the passenger seat of my supercharged jet black Chevrolet
He had the soft top down
He liked the wind in his face
He said â'Son, you ever been to Vegas?' I said â'No' he said â'That's where we're gonna go, you need a change of place'
And when we hit the strip with all the wedding chapels and the neon signs he said
â'I left my wallet in El Segundo' and proceeded to take two grand of mine
We made tracks to the Mandalay Bay hotel
Asked the bell boy if he'd take me and my monkey as well
He looked in the passenger seat of my car and with a smile he said
â'If your monkey's got that kind of money sir, and we've got a monkey bed'

Me and monkey
With a dream and a gun
Hoping my monkey
Don't point that gun at anyone
Me and monkey
Like Butch and the Sundance Kid
Trying to understand
Why he did what he did
Why he did what he did

And at the elevator I hit the 33rd floor
He had a room up top with a panoramic view it's like nothing you've ever seen before
He went to sleep in the bidet and when he awoke
He ran his little monkey fingers through the yellow pages
Called up escort services and ordered some oki doke
Forty minutes later there came a knock at the door
In walked this big, bad-ass baboon into my bedroom with 3 monkey whores
â'Hi, my name is Sunshine. These are my girls. Lace my palm with silver baby oh yeah and they'll rock your world'
So I watched pay per view and polished my shoes and my gun
Was sticking on Kurt Cobain sing about lithium
There came and knocked at the door and in walked Sunshine
â'What's up?' - â'You better get your ass in here boy your monkey is having too much of a good time'

Me and my monkey
Drove in search of the sun
Me and my monkey
Don't point that gun at anyone
Me and my monkey
Like Billy the Kid
Trying to understand
Why he did what he did
Why he did what he did

Got tickets to see Sheena Easton
The monkey was high
Said it was a burning ambition to see her before he died
We left before encores
He couldn't sit still
Sheena was a blast baby
But my monkey was ill
When I played black jack
Kept hittin' 23
Couldn't help but notice this Mexican just staring at me
Or was it my monkey
I couldn't be sure
It's not like you've never seen a monkey in rollerblades and dungarees before
Now don't test my patience cause we're not about to run
That's a bad-ass monkey boy and he's packing a gun
â'My name is Rodriguez' he says with death in his eye
â'I've been chasing you for a long time amigos
And now your monkey is gonna die'

Me and my monkey
Drove in search of the sun
Me and my monkey
We don't wanna kill no Mexican
But we got ten itchy fingers
One thing to declare
When the monkey is high
You do not stare
You do not stare
You do not stare

Looks like we got ourselves a Mexican stand off here boy
And I ain't about to run
Put your gun down boy
How did I get mixed up with this fucking monkey anyhow



20/10/08

Το όνειρο




Ολη η συζήτηση μέχρι τώρα φαινόταν άκαρπη. Ο γέρος το είχε πάρει απόφαση. Θα κατέβαινε για δήμαρχος του χωριού του και κάθε μάταιη προσπάθεια της γυναίκας του και των δύο παιδιών του, να τον μεταπείσουν, κατέληγε σε μια τρύπα στο νερό.

Ο γέρος με την μυτερά στρογγυλή κοιλίτσα του και το περιβραχιόνιο από μαλλιά στην κεφαλή ήταν ανένδοτος.

«Αφού έχω συνεισφέρει στον τόπο μου, γιατί να μην δεχτώ; Στην τελική τιμή μου κάνουνε, δεν με βρίζουν.» έλεγε και ξαναέλεγε.
«Γιατί είσαι μεγάλος σε ηλικία, και αν μπλεχτείς με την πολιτική θα στεναχωρηθείς. Ο κόσμος γύρω σου δεν είναι τόσο αγαθός όσο νομίζεις.» είπε η γυναίκα του, φέρνοντας δάκρυα στα μάτια. Κόλπο παλαιό και ενστικτώδες που υπάρχει έμφυτο μέσα στις γυναίκες από την εποχή της πρώτης μύγας, και το χρησιμοποιούσαν όταν θέλανε να πείσουνε κάποιον και ειδικά δε τον σύζυγο..

Ο Αλέξης, το μικρότερο παιδί, μέχρι τώρα παρακολουθούσε την κουβέντα αμίλητος. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα λόγω του ότι είχε ξυπνήσει πριν από λίγο. Στις άκρες των ματιών του κατοικούσαν τσίμπλες και το πρόσωπο του ήταν ακόμα φουσκωμένο από τον πολύ ύπνο.

«Καφέ έχει..;» ρώτησε νυσταγμένα.
«Καλά δεν ακούς τι λέμε, ο καφές είναι στο μυαλό σου εσένα;» είπε η Αλίκη – κόρη του γέρου, τινάζοντας τα μακριά μαύρα μαλλιά της μπροστά.
«Καλά να πιώ μια γουλιά καφέ και θα τα πούμε μετά» είπε βαριά ο Αλέξης και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Η Αλίκη αδιαφορώντας για την απαξίωση του Αλέξη για την κουβέντα, απευθύνθηκε ξανά στο πατέρα της.

«Μπαμπά, το χωριό είναι μακριά. Θα πρέπει να οδηγάς συνέχεια πάνω κάτω. Δεν είσαι εσύ για τόσα ταξίδια.» είπε σχεδόν παρακαλετά.
«Γιατί δεν με θεωρείς ικανό οδηγό; Τι εννοείς;» είπε με παράπονο ο γέρος.
«Δεν είναι αυτό..» προσπαθώντας να μαλακώσει το επιχείρημα της, για να μην πληγώσει τον γέρο πατέρα της.

Σε μια γωνιά η γυναίκα του γέρου, σιγόκλαιγε και η Αλίκη επέβαλε την άποψη της στον γέρο με την σιωπή της.

«Όλα στραβά τα βλέπετε. Τι το κακό υπάρχει να κατέβω υποψήφιος;» είπε ο γέρος και πρόσθεσε :«Εντάξει ο Παπαλουκάς δεν με συμπαθεί, όλοι το γνωρίζουν αυτό, αλλά παρόλα αυτά επέμενε στην εκλογή μου. Είναι διαβόλου κάλτσα αυτός! Αλλά δεν είναι τιμητικό που με προτείνανε;» είπε φάσκοντας και αντιφάσκοντας.

Άλλα επιχειρήματα δεν είχαν να πούνε στον γέρο πατέρα και τον άφησαν εκεί στις σκέψεις του. Ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι πιάνοντας με τις άκρες των δακτύλων ένα μολύβι γυρνώντας το μηχανικά γύρω-γύρω. Το μυαλό του σκεφτόταν τώρα με γρήγορους ρυθμούς.

Ο γέρος ήταν παντρεμένος με την κυρά Βαγγελιώ και από αυτόν τον γάμο ο Θεός του χάρισε τον Αλέξη και την Αλίκη. Από την Αλίκη (που ήταν και η μεγαλύτερη) είχανε αποκτήσει έναν εγγονάκι τον Σταύρο ενώ από την άλλη ο Αλέξης αν και είχε αργήσει να προκόψει, είχε πλέον μπει στον κόσμο του Θεού. Μια κοπελιά με καταγωγή από την Λάρισα του είχε τιθασέψει τα λογικά και η σχέση τους προχωρούσε σοβαρά.

Μια οικογένεια αγαπημένη, και ευτυχισμένη! Τι άλλο να ζητήσει ο γέρος; Όσα ήθελε από την ζωή τα είχε λάβει. Και τώρα πριν το τέλος, του έδωσαν την ευκαιρία να αγωνιστεί και για τα ιδανικά του. Να μπει στον στίβο της πολιτικής και να διδάξει το καλό, να μιλήσει άγρια στους άδικους και να ευνοήσει τους αδικημένους. Για τον γέρο αυτό σήμαινε πολιτική. Όταν ο Παπαλουκάς του ανήγγειλε στο τηλέφωνο ότι πολλοί συγχωριανοί του τον παρακαλάνε να κατέβει στις επόμενες εκλογές, τα μάτια του δακρύσανε. Τέτοια τιμή δεν την περίμενε. Σαν να το περίμενε χρόνια, τα στήθια του φούσκωσαν και όνειρα πομπώδη κυριεύσανε τον ύπνο του.

Πρώτα από όλα θα κινούσε το θέμα του ποταμού και των παράνομων κτισμάτων στην όχθη. Έργα, σαν την εγκατάσταση φωτισμού σε κάθε γωνιά του χωριού, την συγκομιδή των σκουπιδιών σε συχνότερη βάση, την δημιουργία θέσεων παρκινγκ έξω από το κέντρο του χωριού – αν και αυτό θα έφερνε πολλές αντιδράσεις από τους εμπόρους – και πολλά άλλα ζωγράφιζε νοητά στο μυαλό του. Θα έκλεινε την ζωή του με έργα, και αυτό δεν είναι λίγο.

Και τότε θυμήθηκε τον αδελφό του. Αυτόν που από μικρός ήθελε να γίνει τραγουδιστής, και ο ίδιος τον μάλωνε και το προειδοποιούσε ότι δεν θα άντεχε το μικρόφωνο για χρόνια. Αλλά αυτός δεν το άκουσε και έβγαλε δίσκο. Πρώτα έναν και μετά από λίγο άλλον ένα. Το ήθελε πολύ ο φουκαράς, αλλά αυτό δεν έφτανε. Οι δίσκοι δεν πουλάγανε. Θυμάται καθαρά, τότε που τον συνάντησε μετά από μια ηχογράφηση σε ένα καφενείο στο κέντρο της Αθήνας.

Καθόντουσαν αυτός και ο αδελφός του μέσα από το τζάμι και κοιτάζανε τα αυτοκίνητα αδιάκοπα να περνάνε από τον δρόμο μπροστά από το μαγαζί. Δεν έλεγε κουβέντα, και το πρόσωπό του κουβάλαγε μια λύπη. Τα χαρακτηριστικά κόκκινα μάγουλα, είχανε γίνει άσπρα και τα μάτια του ήταν υγρά και βουρκωμένα. Δεν ήταν νευριασμένος, στεναχωρημένος ήταν και μάλιστα πάρα πολύ. Μάταια προσπαθούσε να τον κάνει να μιλήσει, αλλά αυτός απλά κοίταζε έξω. Στο τέλος εντελώς παγερά του είπε :

«Χρόνια τώρα μου λες ότι δεν θα αντέξω το μικρόφωνο, αλλά έκανες λάθος. Το πρόβλημα δεν είναι το μικρόφωνο, αλλά εγώ ο ίδιος. Το μικρόφωνο καταγράφει ότι πιάνει το αυτί του. Το δικό μου το αυτί όμως ακούει ότι επιθυμεί η ψυχή μου. Σήμερα άκουσα από το στόμα του παραγωγού, όσα ακούει το μικρόφωνο και ναι αδελφέ, η ψυχή μου δεν άντεξε την βοή της αλήθειας. Τελείωσα…»

Το ίδιο το απόγευμα η οικογένεια, θρήνησε ένα χαμό. Τέτοιο χαμό που ακόμα σαν λαβίδα πιέζει την καρδιά του γέρου. Αν δεν τον άφηνε μόνο του εκείνο το απόγευμα;
Σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του γέρου. Μήπως έτσι είναι και η πολιτική; Μήπως και εγώ πάω να κάνω αυτό που μου λέει η ψυχή μου και στο τέλος η ψυχή μου δεν αντέξει…
"Μήπως ; "

Φόρεσε το καπέλο του, αυτό με το κομμάτι δέρμα στο πλάι, και χωρίς να πει κουβέντα βγήκε έξω από το σπίτι. Πήρε τον κεντρικό δρόμο και κατηφόρισε προς το καφενείο που είχανε κάτσει τελευταία φορά με τον αδελφό του. Άμα ήταν τυχερός, μπορεί να είναι ακόμα εκεί και να του πει την γνώμη του.

Μακάρι να είναι εκεί ! μουρμούρισε ..

19/10/08

Tango



Ένα βιολί γλυκό συνόδευε τις σκέψεις του. Ήσυχα είναι σήμερα, σκέφτεται. Και όμως δεν είναι, ξανά-σκέφτεται. Το βιολί δυναμώνει. Είναι απλά μια μέρα μουντή που δίνει σκέψεις, τίποτα άλλο. Μια από αυτές τις ημέρες που ο ήλιος δεν τρυπάει τα σύννεφα και οι αισθήσεις αναδεύουν τις σκέψεις..

Το βιολί αφήνει ένα τεθλασμένο ήχο στα αυτιά του. Θυμάται αυτόν. Ονειρεύτηκε ότι αγάπησε τον κόσμο. Και ο κόσμος κατέρρευσε μέσα του μέσα σε μια στιγμή. Το πιάνο δίνει τον ρυθμό και παραδίδει με την σειρά του τον ήχο στο ακορντεόν. Τον φαντάζεται να προχωράει σκυφτός μέσα στα σοκάκια, απεγνωσμένος, με σηκωμένο τον γιακά και μάτια κόκκινα. Είναι τόσο μακριά για να τον βοηθήσει.

Φέρθηκε σαν παιδί, αυθόρμητα. Αφέθηκε να αγαπήσει τους πάντες και τώρα τον ρωτάω «Έχεις κάπου να πάς;» «όχι» μου λέει, δεν έχω να πάω πουθενά. Την πούλησε την αγάπη σαν να είναι εμπόρευμα. Τώρα δεν μπορεί να επιστρέψει να τους πει, ότι το εμπόρευμα ήταν σκάρτο, δεν μπορεί να ακυρώσει την πώληση. Νιώθει μόνος, όπως ο ήχος της φλογέρας στη ησυχία, όπως ο γλυκός ήχος της χορδής του βιολιού στο αέναο σύμπαν.

«Η ζωή είναι μια σκάλα» του είπε, «Άλλοτε ανεβαίνεις, άλλοτε γκρεμοτσακίζεσαι, μα πάντα πρέπει να έχεις την ματιά σου στην κορφή ποτέ στην βάση, αλίμονο σε αυτόν που την ανεβαίνει κοιτάζοντας το έδαφος…» Θα ήταν παράλογο να τον ακούσει, όχι τώρα.
«Χόρεψε» με την ζωή του είπε.. Μα πάλι πήρε την απάντηση «τα πόδια μου πονάνε..»

«Προσευχήσου…»

Ένα χειροκρότημα και το ταγκό τελείωσε, οι χορευτές σκύβουν το κεφάλι ευχαριστημένοι. Ποιός από τους δύο χάρηκε περισσότερο ; οι χορευτές ή το κοινό ;
«Ο κόσμος αλλάζει..» του είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.. «ακόμα και για μένα..» ..
Ψαχουλεύω το ραδιόφωνο, θέλω να ξανακούσω την ίδια μελωδία αλλά αυτή έφυγε όπως ο αέρας εξανεμίζει τις σκέψεις, τα αισθήματα, την αγάπη, τον έρωτα, την ψυχή την ίδια.

Το «καλημέρα» δεν έφτασε ποτέ στην άλλη άκρη του τηλεφώνου..

Πιστεύω σε έναν άνθρωπο, που δεν είναι θεός, που συνέχεια κάνει λάθη και γκρεμοτσακίζεται, υιό θεού, αλλά όχι θεό, ποιητή κακών αλλά και αρίστων πράξεων.

Αφήνω ένα φιλί να περιπλανηθεί από τα στοιχεία του αέρα και τις σκέψεις..

18/10/08

Η Λογική



Αλαζονεία | Εγωισμός, | Λογική

Κείμενο 3

Σηκώθηκε από την καρέκλα του και πλησίασε το κάδρο. Γύρισε το κεφάλι του δεξιά και μετά σιγά προς τα αριστερά. Υπήρχε όντως μια κλίση στο κάδρο. Με το αριστερό του χέρι ίσιωσε το κάδρο ώσπου το έφερε στην ευθεία των ματιών του. Έσκυψε από πίσω να εξετάσει το καρφί και μετά το σύρμα που κράταγε το κάδρο. Καμία ανωμαλία.

Γιατί ήταν στραβό δεν κατάλαβε, αλλά το θεώρησε αξιοπερίεργο. Τα κάδρα πρέπει να είναι ίσια. Όπως και όλος μας ο κόσμος. Δεν είναι δυνατόν να είναι στραβό ένα κάδρο. Και το πιο σημαντικό, αν δεν το ισιώσεις μόλις το δεις σίγουρα και κάτι άλλο σημαντικό στην ζωή σου, απλά δεν θα το δεις. Αν αυτό το ασήμαντο πράγμα είναι στραβό μπροστά στα μάτια σου, τότε μπορεί και άλλα πιο σοβαρά να είναι στραβά.

Μπήκε στην κουζίνα και αφού πήρε το κανάτι από το πλυντήριο πιάτων, το τοποθέτησε με προσοχή μέσα στην καφετιέρα. Άνοιξε το καπάκι με σιγανές κινήσεις και αφού εξέτασε ότι η υποδοχή του φίλτρου ήταν καθαρή, χωρίς ίχνος ξεχασμένου καφέ στα τοιχώματα, έπιασε από το ντουλάπι πάνω από την κουζίνα τα φίλτρα. Τα φίλτρα ήταν μάρκας όπως και η καφετιέρα εξάλλου. Άνοιξε το ψυγείο να βγάλει το βαζάκι με τον καφέ και τι είδε !

Δύο σοκολάτες ήταν πρόχειρα τοποθετημένες στο πάνω ράφι του ψυγείου. Αφού όλοι ξέρουν ότι οι σοκολάτες μπαίνουν στο ντουλαπάκι πάνω στην πόρτα. Υπάρχει ειδική θήκη για σοκολάτες κάτω από την θήκη για τα σιρόπια. Αν είναι δυνατόν να έχει κάνει τέτοια παράλειψη. Με θυμό πήρε τις σοκολάτες και τις έβαλε στην θέση τους.

Έβαλε δύο κουταλιές καφέ, και ακριβώς δύο φλιτζάνια νερό. Η καφετιέρα άρχισε να κοχλάζει και σε λίγα λεπτά ο καφές ήταν έτοιμος. Άνοιξε πάλι το πλυντήριο πιάτων και έπιασε από την μέσα θέση – εκεί που μπαίνουν οι κούπες – μια ολοστρόγγυλη με μια χριστουγεννιάτικη ζωγραφιά από έξω. Έβγαλε την κανάτα με τον καφέ και γέμισε την κούπα μέχρι το χείλος. Μια σταγόνα καφέ, που ξεγλίστρησε σαν κλέφτης από το παράθυρο, έσταξε πάνω στην φορμάικα της κουζίνας. Σταμάτησε την διαδικασία κατασκευής του καφέ και έπιασε ένα vetex κίτρινο. Τα μπλε δεν είναι τα σωστά vetex όπως επίσης και μια πετσέτα δεν είναι σωστό να την χρησιμοποιούμε σε τέτοιες περιπτώσεις. Καθάρισε τον δραπέτη καφέ από την φορμάικα και με ένα φύλο χαρτί κουζίνας στέγνωσε τα νερά του vetex.

Πλέον μπορούσε να πιεί τον καφέ του. Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και αγνάντευε την θέα του παραθύρου απέναντί του. Ποια θέα ; μια πολυκατοικία έβλεπε όπου στον πρώτο όροφο ήταν απλωμένα κάποια ρούχα και στο τοίχο του μπαλκονιού ήταν κρεμασμένη μια σφουγγαρίστρα πάνω από έναν κουβά. Το μπαλκόνι ήταν μικρό αλλά για μπαλκόνι κουζίνας μάλλον ήταν αρκετό.

Με τα μάτια του εξέτασε τις λεπτομέρειες της εικόνας που είχε μπροστά του. Τρία σχοινιά ήταν δεμένα από άκρη σε άκρη στο μπαλκόνι και πάνω σε αυτό με μανταλάκια πιασμένα κάποια ρούχα. Κοίταξε καλύτερα και στα χείλη του ζωγραφίστηκε ένα ειρωνικό χαμόγελο.
Πρώτον τα μανταλάκια δεν ήταν ιδίου χρώματος. Δεν μπορείς να βάζεις τα μπλε με τα κίτρινα ανακατεμένα!. Δεν είναι όμορφο και δεν είναι πρακτικό. Και το ποιο σημαντικό τα ρούχα δεν είχαν κανένα κανόνα απλώματος. Ήταν όλα ανακατεμένα και απλωμένα βιαστικά.

Αυτές οι νέες νοικοκυρές πλέον δεν έχουν ιδέα από τάξη και νοικοκυριό. Σκέφτηκε από μέσα του.
«Αν κυρία μου δεν τα απλώσεις με τάξη θα χάσεις χρόνο μετά να τα ταξινομήσεις! Μα καλά τίποτα δεν σκέφτονται. Κανονικά βάζεις τις κάλτσες και τα σώβρακα – που έχουνε μικρό βάρος – στην τελευταία σειρά. Αριστερά τα σώβρακα με μανταλάκια χρώματος μπλε και δεξιά τις κάλτσες με μανταλάκια χρώματος άσπρο. Στην δεύτερη σειρά βάζεις πουκάμισα και παντελόνια – καλά τεντωμένα – με μανταλάκια χρώματος μπλε κατά προτίμηση. Τέλος στην πρώτη σειρά βάζεις τα πιο βαριά δηλαδή τα σεντόνια και ότι άλλο. Εκεί χρησιμοποιείς μανταλάκια εντελώς διαφορετικού χρώματος – π.χ. κίτρινα - . Η διαφοροποίηση του χρώματος ανά κατηγορία βοηθάει πρώτιστα στην τάξη και φυσικά στην χρωματική αρμονία του μπαλκονιού. Με αυτές τις απλές οδηγίες η συλλογή των ρούχων και το σιδέρωμα μετά θα είναι παιχνιδάκι. Εφόσον θα βγούνε τα ρούχα από την απλώστρα στη σειρά, τότε και το σίδερο θα έχει μια τάξη. Πρώτα θα σιδερωθούν τα σώβρακα μετά τα πουκάμισα και τέλος τα σεντόνια.
Έχοντας άνω κάτω την απλώστρα, το πιο πιθανό είναι είτε να χάσεις χρόνο να τα ταξινομήσεις μετά – που κανείς δεν έχει την διάθεση να το κάνει – ή να αρχίσεις να σιδερώνεις ότι βρεις. Πρώτα ένα σώβρακο μετά ένα σεντόνι και κάπου στο τέλος ένα πουκάμισο. Την άλλη μέρα θα θες να ντυθείς και θα ψάχνεις για παντελόνι και δεν θα βρίσκεις απλά γιατί δεν έφτασε η σειρά του στην χαοτική στοίβα των ασιδέρωτων.

"Αχ… σας χρειάζεται ένας άντρας με μαστίγιο…»

Κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένα και κίνησε στο δωμάτιο να ντυθεί.
Άνοιξε την ντουλάπα, και προσεκτικά εξέτασε τα κουστούμια που είχε στην διάθεση του να φορέσει. Από αριστερά έως δεξιά υπήρχανε κουστούμια μπλε. Ανά πεντάδες τα κουστούμια ήταν ολόιδια. Δεν υπήρχε λογική, να αγοράσει διαφορετικά κουστούμια από την στιγμή που δοκίμασε ένα και του έκανε. Απλά αγόραζε άλλα τέσσερα ίδια. Αυτό επίσης βοηθάει και στην επιλογή του ρουχισμού καθημερινά.

Πήρε ένα από αυτά και το ακούμπησε στο καλοστρωμένο του κρεβάτι. Μπήκε στο μπάνιο και αφού ξυρίστηκε με ξυραφάκια συγκεκριμένης μάρκας, κοίταξε προσεκτικά το εαυτό του στον καθρέπτη. Δεν ήταν άσχημος, το κάθε άλλο. Χωρίς να είναι κούκλος το πρόσωπο του έδειχνε αρκετά συμπαθητικό. Τα καλά στρωμένα μαλλιά του και η μάλλον πλακουτσωτή του μύτη έδενε αρκετά με το μακρύ πηγούνι του. Έφερνε το πρόσωπο του στης μάνας του, και αυτή ήταν πολύ όμορφη γυναίκα με αρκετές επιτυχίες στα νιάτα της.

Σταμάτησε τις σκέψεις του και πήγε να ντυθεί. Ο δείκτης του ρολογιού του στον αριστερό του καρπό σερνόταν αργά προς το νούμερο 7 και οι λεπτοδείκτες σαν να έκαναν κάποιο συναγωνισμό έδειχναν ότι η ώρα πλησίαζε και ακριβώς. Έπρεπε 7.14 να είναι στο αμάξι έτσι ώστε να προλάβει να περάσει από την δουλειά της αδελφής του να αφήσει κάτι χαρτιά και ευελπιστούσε να μην καθυστερήσει πολύ και αργήσει στην δουλειά. Ήταν και η κίνηση στους δρόμους που έπρεπε για άλλη μία φορά να ανεχτεί.

**

Με τον θεό οι σχέσεις του ήταν άριστες. Τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν ο ίδιος. Μπορεί στην εκκλησία να πήγαινε μόνο σε μεγάλες εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κλπ) αλλά στο πρόσωπο του θεού είχε ένα σεβασμό.
Η βρισιά του θυρωρού στον άγνωστο συνομιλητή του στο τηλέφωνο, τον έκανε να φουντώσει.
«Παναγή. Δεν σού έχω πει να μην βρίζεις τα θεία ;»
“Άσε με ρε κάτω, μου έχουν ζαλίσει τον έρωτα με αυτές τις πιστωτικές. Θες δεν θες βρίζεις. Καλά άλλη δουλειά δεν έχουν να κάνουν οι τράπεζες, χαρίζουν δάνεια σαν τρελοί. Δεν πάνε να γα…»
«Παναγή. Ο τρόπος που φέρεσαι όχι απλώς δεν είναι κόσμιος, αλλά μόνο ένα άτομο χαμηλής κοινωνικής στάθμης θα μπορούσε εκφραστεί σαν και σένα. Και τα θεία δεν θα έπρεπε να τα βρίζεις. Ο Θεός είναι παντού και μας παρακολουθεί. .»
«Σιγά μην είναι ο Big Brother. Δεν μας αφήνεις στην ησυχία μας ..»
Έπιασε τον χαρτοφύλακα πιο σφικτά και δείχνοντας την δυσαρέσκεια του πλησίασε το ασανσέρ. Άλλοι δύο άντρες περίμεναν εκεί και από τα κουστούμια τους τα μαύρα το μόνο που μπορούσε κανείς να υποθέσει ήταν ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν μάλλον πωλητές από κάποια εταιρία. Συνομιλούσαν μεταξύ τους σχετικά δυνατά περιμένοντας το λαμπάκι στο ασανσέρ να εμφανίσει την ένδειξη ισόγειο.

Ξάφνου χτύπησε το κινητό του ενός και πλησίασε την κεντρική είσοδο για να έχει καλύτερο σήμα. Ο άλλος σαν να ήταν δορυφόρος του πρώτου, απομακρύνθηκε και αυτός από το ασανσέρ.

Ένας μεταλλικός ήχος και η φωτεινή ένδειξη στο καντράν του ασανσέρ επισήμαναν ότι ο κλωβός βρισκόταν στο ισόγειο. Οι πόρτες άνοιξαν και μια κυρία καλοντυμένη αγκαλιά με μια τσάντα κορκοδιλέ ξεπρόβαλε από μέσα. Έντονη μυρουδιά Σανέλ απλώθηκε σε ακτίνα ενός μέτρου, και με μία αεράτη κίνηση βγήκε από μέσα.

Για λίγο παρατήρησε την φιγούρα της γυναίκας να απομακρύνεται σαν το τελευταίο αυτοκράτορα του Μπερτολούτσι. Μόλις ο πολυσύχναστος δρόμος κατάπιε και την τελευταία φιγούρα της κυρίας με το άρωμα Σανέλ, ο κύριος Πολυδεύκης μπήκε στο ασανσέρ και στριμώχτηκε στην μία γωνία του κλωβού.

Οι δύο άντρες μόλις αντιληφθήκανε ότι το ασανσέρ ήταν στο ισόγειο και ένας άντρας βρισκόταν ήδη μέσα, έβαλαν μία τρεχάλα να μπουν μέσα πριν κλείσουν οι πόρτες.
Ο Κύριος Πολυδεύκης είχε πατήσει το κουμπί πάνω στο οποίο ζωγραφιζόταν ο αριθμός 5. Οι δύο άντρες πάτησαν με την σειρά τους το κουμπί με το νούμερο 6 και στάθηκαν κοντά στην είσοδο του ασανσέρ, κουβεντιάζοντας φωναχτά για κάποιον κύριο Πολύδωρα – μάλλον προϊστάμενο τους.
«Εφόσον θα κατέβετε στον έκτο δεν είναι πιο λογικό να κάτσετε πίσω, και εγώ να έρθω μπροστά;» Ρώτησε με διστακτική ευγένεια ο κύριος Πολυδεύκης.

«Έχει σημασία που θα κάτσουμε ή πιστεύετε κύριε ότι δεν θα σας αφήσουμε να βγείτε ;” είπε ο ένας από τους δύο με την ελιά στο πρόσωπο, προσπαθώντας να γελοιοποιήσει την παρατήρηση του κύριου με το μπλε κουστούμι.
«Φυσικά και θα με αφήσετε να βγω, απλά σε ορισμένα πράγματα αντιδρούμε με ενστικτώδες παρορμήσεις, κάτι που στο τέλος μας αφαιρεί πολύτιμο χρόνο από την ζωή μας. Πόσες φορές δεν έχουμε πεί ‘αχ να ‘χε η μέρα 48 ώρες:’ γιατί νομίζετε ότι συμβαίνει αυτό ; και εξηγώ ευθύς γιατί απλά χάνουμε πολύτιμο χρόνο σε απλά πράγματα, με αποτέλεσμα να μην μας μένει πολύς χρόνος για τα σημαντικά και τελικά αναγκαστικά τα κάνουμε πρόχειρα και κατά συνέπεια ατελή. Θα μου πείτε τώρα, με τρία άτομα στο ασανσέρ τι χρόνο μπορεί να χάσει κανείς ; Εάν ήταν μέσα στο ασανσέρ 10-12 άτομα τότε και μόνο τότε, λόγω συνωστισμού θα χάναμε χρόνο. Ενώ τώρα δεν χάνουμε δα και τίποτα. "

"Λάθος και πάλι κύριοι." Αν τα τρία άτομα δεν είναι εφικτό να οργανωθούν χωροταξικά μέσα σε ένα χώρο 2 τετραγωνικών, πως θα μπορέσουν δώδεκα άτομα ή ακόμα χειρότερα πως θα μπορέσουν πολλοί άνθρωποι να κάτσουν γρήγορα μέσα σε ένα στάδιο. Φαντάζεστε σε ένα στάδιο να μην υπήρχαν θέσεις και αριθμημένες πτέρυγες; Θα τελείωνε το ματς και ακόμα θα προσπαθούσαν να κάτσουν οι άνθρωποι.
Έτσι λοιπόν και εδώ είναι προτιμότερο να κάτσετε εσείς πίσω, για να βγω εγώ πρώτος..»

Οι δύο άντρες έμειναν σαστισμένοι, και κοιτάζανε τον κύριο με τον μπλε κουστούμι, μην έχοντας λόγια να αντιδράσουνε. Ενστικτωδώς κάνανε πίσω και άφησαν το κύριο Πολυδεύκη να κάτσει μπροστά. Ο ήχος ο μεταλλικός , και η ένδειξη του ορόφου, έβγαλαν έξω από το ασανσέρ τον κύριο Πολυδεύκη αφήνοντας μέσα στο κλωβό δύο σαστισμένους νέους με μαύρα σακάκια.

Εγωισμός


Αλαζονεία | Εγωισμός, | Λογική

Κείμενο 2
Σεμνή και ταπεινή, με το άσπρο ταγιέρ της και τις μπεζ με κόκκινο γόβες, περίμενε υπομονετικά τον χωροφύλακα του υπουργού, να της κάνει νόημα να περάσει μέσα. Κοίταζε κάτω από τα μεγάλα στρογγυλά μαύρα γυαλιά της, την αξιοθρήνητη γραμματέα και από μέσα της θυμήθηκε την γνωστή υπόθεση ερωτικής συνευρέσεως μεταξύ του Υπουργού Συγκοινωνιών και της γραμματέως του, που πρόσφατα αποκάλυψε ο τύπος. Την ξανακοίταξε από την κορφή μέχρι και νύχια και αποφάνθηκε. Μόνο κατόπιν απουσίας του γυναικείου φύλου στον πλανήτη, θα μπορούσε ο Υπουργός εμπορίου Κ. Μ. να πήγαινε με την δικιά του γραμματέα – κοινώς .. αδύνατον!.

Εξάλλου εκτός από την εμφάνιση της, που ήταν ιδιαίτερα απεχθής ..ήταν και το άλλο. Η γλώσσα της, ο τρόπος που μιλούσε.

«Θα περιμένεις λίγο γιατί ο Υπουργός μιλάει στο τηλέφωνο ;» της πρόσφερε με θρασύτητα η γραμματεύς αφότου έγιναν οι πρώτες συστάσεις, και επαληθεύθηκε το ραντεβού των 11.00.
Άκου «θα περιμένεις λίγο» ! Έτσι μιλάει μια ιδιαιτέρα Υπουργού; Να έλεγε «Θα περιμένετε παρακαλώ ..» έτσι μάλιστα. Η παιδεία φαίνεται από χιλιόμετρα. Άμα δεν ξέρει να ξεχωρίσει μια κυρία από μια καθαρίστρια, τότε και η θέση της (ιδιαιτέρας) μόνο χαριστικά και αποτέλεσμα φιλανθρωπίας μπορεί να είναι.

Το δωμάτιο απλό, όπως και σε όλα τα Υπουργεία, και στους τοίχους πίνακες από άσημους ζωγράφους, όπου σε μια προσπάθεια ελεύθερου χρωματισμού και αποκωδικοποίησης του DNA δημιουργήσανε αυτά τα ασυνάρτητα έργα «τέχνης». Σουρεαλισμό το λένε συνήθως, αλλά αυτοί οι καλλιτέχνες το βάφτισαν έτσι μετά την ολοκλήρωση του έργου τους. Μέχρι τότε σίγουρα θα νόμιζαν ότι ζωγράφιζαν τοπία.

Ένα βουητό διέκοψε τις σκέψεις της, και την έκανε να μεταφέρει το βλέμμα της, στο άσπρο τηλέφωνο που ήταν τοποθετημένο πάνω στο γραφείο της απεχθούς γραμματέας.
«Μπορείτε να περάσετε …» είπε η παχουλή με την άσχημη μύτη γραμματέας. Εξεπλάγη από τον πληθυντικό ευγενείας, αλλά σημασία περισσότερη δεν έδωσε. «Τυχαίο» σκέφτηκε και σηκώθηκε όλο χάρη αφήνοντας τις γόβες τις να ακούγονται πάνω στο ξύλινο πάτωμα.

Η μεσόπορτα άνοιξε και ένας μουσάτος μεσήλικας με μια μικρή καράφλα στο κέντρο, και ένα πούρο στο αριστερό χέρι χάρισε ένα χαμόγελο στην κυρία με το ταγιέρ.
«Περάστε παρακαλώ..»
«μερσί…» απάντησε η Ευρυδίκη και με γοργά γυναικεία βήματα μπήκε στο γραφείο και έκατσε σε μια πολυθρόνα - καρέκλα. Ο κ. Υπουργός την ακολούθησε φροντίζοντας πάντα να διατηρεί ένα βήμα πίσω από την κυρία με το άσπρο ταγιέρ και το θελκτικό σκίσιμο στο πίσω μέρος της φούστας.

Όταν πλέον στρογγυλοκάθισε, έριξε ο κ Υπουργός πίσω την πλάτη του καθίσματός του έτσι ώστε, πρώτον να λυγίσει η καρέκλα από το βάρος του, και δεύτερον να υπενθυμίσει στον επισκέπτη «Δικιά μου είναι άμα θέλω την σπάω». Σε άλλες περιπτώσεις που θέλουν να εκφράσουν το ίδιο συναίσθημα βάζουν και τα πόδια πάνω στο τραπέζι, αλλά επί του παρόντος αυτό θα ήταν ανάρμοστο.

«Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω κ. Παλαιολόγου Ευρυδίκη. Από το τηλέφωνο μου μιλήσατε για τον αδελφό σας.»

«Μάλιστα κ. Υπουργέ. Για τον αδελφό μου πρόκειται τον μικρό. Τι μικρό δηλαδή 20 χρονών είναι τώρα, και ξέρετε πώς είναι αυτά. Τελείωσε μηχανικός αυτοκινήτων, και τώρα πρέπει να τον βοηθήσω, προτού μπλεχτεί με τα λάδια και τα γρανάζια. Σκεπτόμουνα για εκείνο τον διαγωνισμό του Δημοσίου μου επρόκειτο να γίνει τον Σεπτέμβριο. Γνωρίζετε περί αυτού έτσι δεν είναι;»

«Φυσικά και τον γνωρίζω. Αλλά για πέστε μου αφού έχει σπουδάσει μηχανικός γιατί δεν ψάχνει για μια δουλειά στο αντικείμενο του;»
«Μα Κ. Υπουργέ. Είναι δουλειά αυτή; Αν τον αφήσουμε ελεύθερο, μάλλον αυτό θα πάει να κάνει. Του αρέσουν τα αυτοκίνητα βλέπετε, αλλά να ίσως θα ήταν καλύτερα για αυτόν να προσληφθεί στο δημόσιο. Και πιο σίγουρη και πιο αξιοπρεπής δουλειά είναι. Αυτός είναι μικρός ακόμα και τα μυαλά του αιωρούνται δεν στέκονται. Καταλαβαίνετε τώρα.» Είπε η Ευρυδίκη απλώνοντας ένα χαμόγελο από άκρη σε άκρη, κάνοντας τα άσπρα δόντια της να φανούν και το κραγιόν στα χείλη της να τεντωθεί σαν κόκκινο λάστιχο.
«Όχι δεν το καταλαβαίνω, έχω και εγώ παιδιά ξέρετε, αλλά σας υπόσχομαι ότι θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου. Στο κάτω-κάτω ο πατέρας σας είναι αρκετά σημαντικός παράγοντας για το κόμμα μας στο χωριό σας. Αλήθεια τι κάνει ο Κύριος Γεώργιος ; είναι καλά; Να του στείλετε τις ευχές μου»

«Ευχαριστώ πολύ, καλά είναι ο πατέρας μου. Ξέρετε λόγω ηλικίας δεν είναι εύκολο να ταξιδεύει και έτσι ήρθα εγώ στην θέση του». Εδώ η Ευρυδίκη χαμήλωσε το βλέμμα θέλοντας να επισημάνει αδέξια το σέβας της στο πατέρα της.
«Λοιπόν στείλτε μου το βιογραφικό του και ότι χαρτιά έχετε στην κατοχή σας, και στείλτε τα στην γραμματέα μου. Θα μεριμνήσω να την ενημερώσω» είπε ο Κ. Υπουργός σουφρώνοντας τα φρύδια και κοιτώντας επίμονα την Ευρυδίκη. Μετά από λίγη παύση πρόσθεσε.
«Εσείς με τι ασχολείστε αν επιτρέπετε;»
«Με μουσική. Διδάσκω σε ένα ωδείο αρμονία, και παράλληλα σπουδάζω στην νομική» είπε χαριτωμένα η Ευρυδίκη.
«Νομική ε!» είπε με δήθεν θαυμασμό ο Υπουργός. «Και εγώ την Νομική έχω τελειώσει..» είπε ξανά.
«Αλήθεια ;» είπε η Ευρυδίκη και πήρε μια έκφραση σαν να τέλειωσε τον κύβο του Rubik σε δευτερόλεπτα.
«Κοίτα, άμα θες μπορώ να σε βοηθήσω σε ότι θες. Το βράδυ ..» και με ένα διστακτικό άλλα ταυτόχρονα διερευνητικό βλέμμα κοίταξε με νόημα την Ευρυδίκη.

Η Ευρυδίκη, αναμφισβήτητα ήταν ωραία κοπέλα και πολύ σικ. Από τέτοιες κοπέλες μάλλον όλοι οι άνδρες θα θέλανε να είχανε κερδίσει ένα χαμόγελο, δέκα λεπτά συζήτησης και ένα ραντεβού. Και αυτή την στιγμή ο Κ. Υπουργός είχε απολαύσει τα δύο από τα τρία. Καιρός ήταν λοιπόν να ζητήσει και το τρίτο.

«Τι κάνει η γυναίκα σας και τα παιδία σας; τρία δεν έχετε ;» ρώτησε η Ευρυδίκη φρενάροντας απότομα την ιμπεριαλιστική στύση του ανδρισμού του κ. Υπουργού.
«Καλά είναι.. ναι τρία έχω…» απάντησε ο Κ. Υπουργός απρόθυμα, μαζεύοντας το βλέμμα του από πάνω της και κοιτώντας τάχα αδιάφορα κάτι χαρτιά που είχε πάνω στο γραφείο του.
«Λοιπόν να μην σας απασχολώ άλλο. Θα σας στείλω με fax τα χαρτιά του αδελφού μου, και ελπίζω να μην με ξεχάσετε….» είπε διστακτικά και κοίταξε όλο νάζι τον Κ. Υπουργό. Έπρεπε να σφραγίσει την συμφωνία αλώβητα χωρίς να παραδώσει τίποτα και ταυτόχρονα να έχει κερδίσει τις απαιτήσεις της. Αυτό που αυθόρμητα σκέφτηκε το είπε :”… για να μην σας ξεχάσω και εγώ..»

Η τελευταία ατάκα της Ευρυδίκης χτύπησε το μήλο, αφήνοντας τον Γουλιέλμο Τέλο άναυδο. Ένα χαμόγελο εσωτερικής υπερηφάνειας ζωγραφίστηκε στα χείλη του Υπουργού που πλέον σηκώθηκε όρθιος αφήνοντας την κοιλίτσα του, που θύμιζε παραφουσκωμένο κέικ, να ξεπροβάλει πάνω από το γραφείο του.

«Φυσικά, θα είναι τιμή μου να σας ξαναδώ..» είπε ο κ. Υπουργός και συνόδευσε την κυρία με το άσπρο ταγιέρ στην μεσόπορτα. Με ύφος στρατηγού που κατέκτησε τον ποταμό Κβάι φώναξε καθώς έφευγε η Ευρυδίκη.. « Χαιρετίσματα στον πατέρα σας…»

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, έπιασε το τηλέφωνο της και πληκτρολόγησε το νούμερο του αδελφού της. Μια αντρική φωνή ακούστηκε από το ηχείο και χωρίς πασαλείμματα η Ευρυδίκη του είπε.

«Δεν σου είπα ότι όταν λέω κάτι το κάνω ….»

Δέκα λεπτά μετά βρισκόταν μέσα στο άσπρο αυτοκίνητο της και κατευθυνόταν για το πανεπιστήμιο. Από το ραδιόφωνο ακουγόταν η γλυκιά φωνή της Shakira που τραγούδαγε το Hips Don’t Lye.

17/10/08

Αλαζονεία



Αλαζονεία | Εγωισμός, | Λογική

Κείμενο πρώτο

Αυτό το γραφείο ο δικηγόρος το είχε ανεβάσει με πολύ σκληρή δουλειά. Ξεκίνησε από ένα μικρό γραφείο, συνεργάστηκε με άλλους δικηγόρους και σιγά-σιγά απόκτησε πελατεία και φήμη. Όταν πλέον κατάφερε να φτάσει σε ένα επίπεδο πολυτέλειας και αναγνώρισης δημιούργησε γύρω του έναν δικό του πέπλο φιλοσοφίας γύρω από την ζωή, τις ανάγκες της και το σκοπό του ανθρώπου στη γη.

Οι δύο φίλοι – συνέταιροι, χτυπήσανε δειλά το κουδούνι. Μια μεγάλη χάλκινη πινακίδα έγραφε το όνομα του δικηγόρου και στο τέλος με μικρότερα γράμματα την λέξη «Και συνεργάτες».

Η πόρτα ήταν ξύλινη και ψηλή και πρόσδιδε ένα δέος στους δύο νέους, σαν να χώριζε τις ερωτήσεις από τις απαντήσεις, την λύση από την απόγνωση. Μόλις 25 χρονών παλικάρια ήταν, ενωμένοι από το ανώριμο της ηλικίας τους, από κάποιες προσωπικές συζητήσεις σχολικές, από μια εξεταστική που χρειαζόταν ο ένας τον άλλο. Μαζί τελειώσανε την σχολή, και μαζί αποφασίσανε να συνεταιριστούν και να αγωνιστούν για ένα κοινό όραμα. Αλλά η εμπειρία και η τύχη είναι απαραίτητη στο ελεύθερο επάγγελμα, και τώρα βρίσκονταν έξω από την πόρτα του δικηγόρου, με σκοπό να τον παρακαλέσουν να τους βοηθήσει να γλυτώσουν από τους δικηγόρους που ανελέητα τους μαστίγωναν (νοητά) στον ύπνο και στο ξύπνιο τους, ξεσκίζοντας το παιδικό τους όνειρο σαν να ήταν ένα χάρτινο ψέμα.

Η φήμη και οι καλές συστάσεις τους έφεραν σε αυτή την πόρτα, μέσα από την οποία μια συμπαθέστατη κυρία με ένα πλατύ χαμόγελο τους άνοιξε και τους καλωσόρισε.

Ώρα 11:00 ακριβώς και οι δύο νέοι περιμένανε στο σαλονάκι, κρατώντας σφικτά τις τσάντες τους. Κανένα χαμόγελο δεν έφευγε από τα σοβαρά βλέμματά τους. Ο ένας παχουλός και κοντός και ο άλλος ψιλός και αδύνατος με ρούχα απλά καθημερινά και μαλλιά περιποιημένα και προσεκτικά χτενισμένα.

Ένα τέταρτο μετά, ένας ψηλός άντρας με κοκκινωπό γένι και ατημέλητα μαλλιά και με μια χοντρή χρυσή αλυσίδα στο λαιμό, εμφανίστηκε στο σαλονάκι. Χάρισε ένα χαμόγελο επαγγελματικό και πρότεινε το χέρι στους δύο νέους προσπαθώντας να γίνει συμπαθητικός.

Η ιστορία των δύο νέων συνηθισμένη. Εμπόριο χωρίς έλεγχο, αρκετοί υπάλληλοι και πολύ γρήγορα δημιουργήθηκε μια μεγάλη οικονομική τρύπα. Το καλό στην υπόθεση – αν μπορεί κάποιος να το πει καλό – ήταν ότι όλες οι σφραγισμένες επιταγές αναφερόντουσαν στο ίδιο πρόσωπο. Οπότε και σκοπός της επίσκεψης ήταν να βρεθεί μια συμφωνία – διακανονισμός με αυτό το πρόσωπο έτσι ώστε λυθεί το πρόβλημα, έστω και σε βάθος χρόνου.

Αφού ολοκληρώσανε την αφήγηση οι δύο νέοι, όλοι μείνανε σιωπηλοί, απορροφημένοι από τις σκέψεις τους. Ο δικηγόρος μία κοίταζε τον ένα και μια τον άλλο. Στο τέλος σηκώθηκε όρθιος, σαν καθηγητής σε μαθητική αίθουσα και είπε με αυστηρό ύφος.
«Και από μένα λοιπόν θέλετε να αναλάβω τον διακανονισμό έτσι ώστε να γλυτώσετε! Έτσι δεν είναι ;»
«Μάλιστα» είπαν με μία φωνή και οι δύο.
«Και τι είναι αυτό που μπορείτε να δώσετε; Πόσα χρήματα ;» ρώτησε ο δικηγόρος.
«Ξέρετε η κατάσταση μας, δεν είναι και η καλύτερη..» ξεκίνησε να εξηγεί ο παχουλός διστακτικά και πρόσθεσε : «Υπάρχει μεγάλο οικονομικό πρόβλημα, και δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να μαζέψουμε αρκετά χρήματα…».
«Αν δεν μπορείτε να μαζέψετε χρήματα, τότε κακώς ήρθατε σε μένα. Τι μπορώ να κάνω ; Να πάω να πω λυπηθείτε τους ; Λεφτά θέλουνε φίλτατε.. Λεφτά.. Δεν έχετε αυτοκίνητα να πουλήσετε; σπίτια οτιδήποτε. Πουλήστε τα και μετά ελάτε σε μένα..» απάντησε ο δικηγόρος με ύφος.
«Ίσως αν βγάζαμε ένα προσωπικό δάνειο ο καθένας από εμάς… Πόσα λεφτά νομίζετε ότι θα χρειαστούνε;» ρώτησε ο αδύνατος.
«Συνήθως το 70% της οφειλής κάνει. Συν βέβαια τα δικά μου» είπε ο δικηγόρος ηλεκτρίζοντας με την ματιά του.
«Με το 50% μήπως γίνεται ; και τα δικά σας χρήματα πόσα θα είναι ;” ρώτησε δειλά ο παχουλός..
«Τώρα παζάρια σε μένα ήρθατε να κάνετε; Κύριε μου αν δε ξέρετε σε τι κατάσταση είστε θα σας πω αμέσως» είπε πολύ νευριασμένα ο δικηγόρος. Πλέον είχε εκνευριστεί. Είχε χάσει τον χρόνο του με δύο άχρηστους. Όχι μόνο δεν είχαν λεφτά να γλυτώσουνε αλλά νομίζουν ότι με λίγα χρήματα θα λύσουν το πρόβλημα τους.
«Αν δεν πληρώσετε, θα σας γίνει πτώχευση. Και για τα επόμενα 20 χρόνια της ζωής σας θα έχετε δικηγόρους πάνω από το κεφάλι σας που λυσσαλέα θα παρακολουθούν τα περιουσιακά σας στοιχεία, και αν βρουν το ελάχιστο θα σας το παίρνουν. Για να μην πω ότι κλονίζετε η τραπεζική σας πίστη. Πράγμα που σημαίνει ότι πλέον δεν θα μπορείτε να βγάλετε πιστωτικές κάρτες, δάνεια και γενικά δεν θα μπορείτε να κάνετε καμία συναλλαγή με τράπεζες. Έγινα κατανοητός;» αυτή την φορά την οργή του την είχε μετατρέψει σε προσωπικό κατηγορώ στον παχουλό νέο που τόλμησε να παζαρέψει το ποσοστό.

Από μέσα του είχε μισήσει τους δύο νέους. Δεν ένιωθε λύπηση, γιατί όποιος χάνει στον στίβο της ζωής απλά είναι αξιοθρήνητος. Και τώρα έχανε τον χρόνο του με δύο μπατίρια που ζήτημα ήταν αν θα μπορούσαν να πληρώσουν και την δική του αμοιβή. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να γλυτώσει από τις δύο αυτές τραγελαφικές φιγούρες.

«Τα δικά μου θα είναι το 10% της τελικής συμφωνίας. 1000 συμφωνήσουμε 100 θα πάρω εγώ.» και εδώ ο τόνος του μαλάκωσε περιμένοντας τις αντιδράσεις. Από μέσα ένα κρυφός τεράστιος κλόουν χειροκροτούσε την πρόταση που μόλις ανήγγειλε και καρτερικά περίμενε την αντίδραση του κοινού για να σκάσει στα γέλια.
«Μα δεν είναι πολλά; εμείς χρωστάμε πάνω από 100,000 ευρώ, το δέκα τις εκατό είναι τουλάχιστον 10,000 ευρώ. Δεν τα έχουμε …» είπε πάλι ο παχουλός με τρεμάμενη φωνή..

Το πρόσωπο του δικηγόρου άλλαξε τέσσερεις όψεις μέσα σε ένα λεπτό. Από ήρεμος, έγινε ανήσυχος μετά αγριεμένος και στο τέλος εξαγριωμένος. Μια λεπτή τσιριχτή φωνή που βγήκε από τα σωθικά του σχεδόν τον έπνιξε και τον έκανε να σηκωθεί όρθιος και άχρωμα να πει :
“Τότε λυπάμαι για τον χρόνο που χάσατε κύριοι. Καλημέρα σας και όταν θα έχετε αυτά που χρειάζονται, ξαναελάτε.. και επί τη ευκαιρία ο Δικηγόρος Αυγούλης που σας κυνηγάει είναι φίλος μου και θα φροντίσω να ενημερωθώ και από τον ίδιο για την υπόθεση.»

Οι δύο νέοι δεν είχαν τίποτα άλλο να πουν. Χαιρετήσανε ευγενικά και εξαφανιστήκαν πίσω από την ξύλινη πόρτα που είχαν μπει νωρίτερα. Όταν έφτασαν κάτω στον δρόμο, ο παχουλός ξέσπασε σε κλάματα γοερά. Ο αδύνατος τον έπιασε από τον ώμο και του είπε τρυφερά : «Υπομονή θα δούμε τι θα κάνουμε…»

Ο παχουλός απάντησε με λόγια κοφτά, ανακατεμένα με λυγμούς.

«Τα λεφτά θα τα βρούμε, αυτό το πιστεύω και εγώ … αυτό που δεν θα βρούμε ξανά είναι την αξιοπρέπεια μας, που μόλις την χάσαμε μέσα σε εκείνο το γραφείο. Αυτός με έβριζε και με πάταγε με την υπεροψία του και εγώ του χαμογελούσα, για να μην χαλάσω την γνωριμία, μην πετάξω την λύση, μην χάσω το σκοινί και πνιγώ … Αυτό φίλε μου καλέ, το έχασα και δεν επιστρέφεται….»

συνεχίζεται ..

16/10/08

Οργή!



Οργή ! Ο μανδύας της εσώτερης εγκράτειας, ξεδιπλώνεται, ποτίζεται με τις φωνές, διατηρείται με την αναλγησία. Οι καταστάσεις νοτίζονται, θεριεύουν, αναπτύσσονται σε δρόμους διάφορους του λογικού, το παράλογο εκφράζεται, το άπρεπο πράττεται. Τι είναι πιο βαρύ στον ουρανό από την οργή της φύσης, τι είναι πιο βαθύ στην θάλασσα από την οργή του Ποσειδώνα;

Οργή! Σαν την βλέπεις να υφαίνεται στο μάτι, σύντομα θα την ακούσεις να έρχεται σαν την βροντή μετά την αστραπή, σαν την ηχώ που ακολουθεί την έκρηξη. Μα τι είναι αυτό που διαπερνά την λογική και καλεί την οργή να αναδυθεί από τα Τάρταρα του παραδείσου ; Μια πίεση; μια λάθος στιγμή; μια παλιά εσωτερική πληγή που αναδεύεται αργά ;

Οργή ! Κάνεις δεν την κοιτά στα μάτια, είναι του σκότους, είναι πύρινη και θλιβερή συνάμα. Όταν ο ήρεμος, ο μεταξένιος άνθρωπος με τους λεπτούς τους τρόπους την νιώσει μέσα του, κάνει προσπάθειες να την τιθασεύσει, καμιά φορά εις μάτην, σαν το ηφαίστειο εξαπλώνεται. Ο άγριος, ο νευρικός την φυλάει μέσα του, την έχει έτοιμη ανά πάσα στιγμή, σαν όπλο, σαν ασπίδα..

Μα τι είναι η οργή που κατακτά το βλέμμα, τι είναι το συναίσθημα όταν επικρατεί της λογικής ; Είναι η αρχή της αδιαφορίας ; Πολλά τα ερωτήματα σε μια απάντηση, αυτή που γνωρίζω εγώ για μένα και εσύ για σένα. Μα όταν το πανωφόρι σε τυλίξει, σε αγκαλιάζει, νομίζεις στοργικά, μα έρεβος οι προθέσεις. Σαν τον διάβολο τρυπώνει και κρατεί τα ηνία της καλοσύνης με ύφος στωικό, μειδίαμα σατανικό. Και δεν σε αφήνει μέχρι να ανασάνεις μια φορά δυνατή και τελευταία. Μα θα είναι αργά σαν γνωριστείτε, είναι από τις παρέες που σε τραβούν στα Διονύσια πάθη, για λίγο όμως καθότι τα σύνορα με τον Καιάδα είναι κοντινά.

Μετά την οργή, πολλά τα μονοπάτια. Στον περήφανο, η οργή διατηρείται σαν το βάζο που κρατεί τα λουλούδια, ώσπου μια μέρα θα θεριέψει πάλι και μόνο η αγάπη μπορεί να καταλύσει την λαίλαπα. Στον ελαφρύ και κακόβουλο, ξεχνιέται και εξατμίζεται με την ριπή του ανέμου. Από τους δυο, ο επικίνδυνος είναι ο δεύτερος βέβαια, γιατί σκοπός του δεν είναι η προσωπική του εκτόνωση, αλλά το θρυψάλιασμα των διπλανών ψυχών, με τρόπο αποκρουστικό, αργό, βασανιστικό καθότι θα το επαναλάβει ξανά και ξανά...

Αλλά ποτέ δεν ξεχνώ τον νοτισμένο, αυτόν που πίνει καφέ και γελάει μαζί της, αυτόν που αναμοχλεύει τις σκέψεις για να την βρει, αυτόν που πιέζει το σπυρί να ομολογήσει. Αυτόν τον τρέμω, δεν το κρύβω, δεν έχω λόγια να πω για αυτόν, παρά αγάπη, μόνο αγάπη.. και όπου βγάλει ..

Σε παρακαλώ όμως μην φωνάζεις, κράτα το μένος μακριά μας για λίγο,.. έλα να πιούμε ένα τραγούδι παρέα, έλα να κρατηθούμε γερά από αυτό το τελευταίο ζεϊμπέκικο και μετά σου υπόσχομαι θα σε ρωτήσω πως σε λένε..

Αφιερωμένο σε αυτούς που πιστεύουνε ότι ο θυμός και η οργή κάπου οδηγάει, σε αυτούς που οδηγάνε και εξάπτονται, σε αυτούς που ζούνε και δεν ζούνε .. Και αυτός ο κόσμος χρειάζεται ένα χαμόγελο, τόσο δα μικρό, σαν τα παιδιά ..

Blog Action Day 2008 : Poverty



Αντιγράφω σχετικά με την ημέρα Action Day από το site : PestaOla.gr

"Μετά το περιβάλλον, η φτώχεια είναι το θέμα του Blog Action Day για το 2008. Σήμερα (Χθές) είναι (ήταν) η μέρα όπου περισσότερα από 11.000 sites και blogs (αυτή την στιγμή) συμμετέχουν στην προσπάθεια για συζήτηση, ενεργοποίηση και λύση για θέματα φτώχειας σε όλο τον κόσμο.

Δεν δίνω λεφτά στους ζητιάνους στον δρόμο αλλά προσφέρομαι να τους αγοράσω φαγητό από κοντινό περίπτερο, fast food κλπ μαγαζί. Ειδικά όταν πρόκειται για πιτσιρίκια που είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα δώσουν τα χρήματα στον αμέσως μεγαλύτερο και θα συνεχίσουν να ζητιανεύουν νηστικά

Χαρίζω τα παλιά, μεταχειρισμένα ρούχα που δεν φοράω. Ακόμα και ρούχα που είναι καινούρια και δεν μου κάνουν ή απλά αγόρασα σε στιγμή απελπισίας ή βλακείας τα δίνω. Συνήθως διάφοροι γνωστοί - γνωστών έχουν γνωστές οικογένειες που έχουν ανάγκη. "


Συμπληρώνω εγώ :

Είναι θλιβερό, να κοιτάμε έναν φτωχό να μας ζητάει χρήματα, αλλά ο ρεαλισμός μας κάνει σκεπτικιστικούς. Το παιδί θα τα δώσει στον πατέρα, η ζητιάνα ποτέ της δεν έκανε μια προσπάθεια να δουλέψει, ο κουτσός ήρθε από την γείτονα χώρα να ζήσει από την ελεημοσύνη μας. Έτσι είναι και για αυτό αδιαφορούμε. Αν αγοράζαμε κάθε χαρτομάντιλο που μας προσφέρουν σε κάθε φανάρι, τώρα θα είχαμε δικό μας περίπτερο!

Η θλίψη της αμφιβολίας μας, γίνεται θλίψη των άλλων. Όλα αυτά όμως συμβαίνουν γιατί προσπαθούμε (ή ακόμα χειρότερα δεν προσπαθούμε) να σώσουμε τον κόσμο μόνοι μας. Δεν υπάρχει άλλη λύση παρά μόνο η συλλογική προσπάθεια. Ας καταραστούμε την φτώχεια, ας καταραστούμε την αμφιβολία, ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας να φύγει από πάνω μας αυτός ο βραχνάς.

Ο καθένας παλεύει για τη ψυχή του - μη γελιόμαστε- και η ψυχή μας κουλουριασμένη πεινάει για ευτυχία. Ίσως αν κάνουμε τη καλή πράξη, την ομαδική βοήθεια συνήθεια να ξεσκαρτάρουμε τους σπόρους αμφιβολίας, να βρούμε την νέα τάξη, αυτή που θα μας κάνει να κοιμόμαστε πιο ελαφρά το βράδυ. (όχι δεν είναι η πιζάμα, ούτε το κοτόπουλο που έφαγες αυτό που σε βαραίνει κάθε νύχτα..)

Δεν έχω λύσεις, έχω ιδεολογία, έχω απόψεις, νευριάζω και επιλέγω να μην αδιαφορώ.

Ας θαυμάσουμε όλοι την ημέρα αυτή και ας κάνουμε τέτοιες διαδικτυακές κινήσεις συνείδηση..

nkarakasis

14/10/08

Θεωντόρ




«Είμαι ο Θεωντόρ ο τελευταίος γιος του Μάνφιτ. Γεννήθηκα ένα βράδυ του δέκατου φεγγαριού, μια νύχτα ξάστερη και σιωπηλή. Η μάνα μου με μεγάλωσε αγωνιστή και ο πατέρας μου
με προίκισε την τέχνη του πολέμου. Το κυνήγι, την επιβίωση, σμίλεψε στα ατσαλένια μου μπράτσα και με έμαθε να επιζώ κάτω από όλες τις συνθήκες, στο κρύο, στην ζέστη, στο χιόνι, και στην πείνα.
Δεκαοχτώ επί δώδεκα κύκλους του φεγγαριού μέτρησε ο μάγος Τσάου για να μου χαράξει στο στήθος με καυτό σίδερο και μαύρη μπογιά το σημάδι της ενηλικίωσης. Ήμουνα πλέον έτοιμος να πάω το μεγάλο ταξίδι. Έπρεπε να ταξιδέψω δώδεκα γεμάτα φεγγάρια μέχρι το τέλος της γης και να γυρίσω ζωντανός. Και το έκανα!
Τώρα που θα μπω στον καταυλισμό, ο πατέρας θα με χρίσει αρχηγό της φυλής και η φυλή μου θα με αγκαλιάσει ζεστά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο συναίσθημα από αυτό..»

**

Ένα άλογο κουρασμένο με τα γκέμια πεσμένα και βαρύ βηματισμό, μπήκε στον έρημο δρόμο του καταυλισμού. Ο καπνός ακόμα ήταν ζεστός πάνω από τις φωτιές και τα παιδιά τρέχανε από τη μία σκηνή στην άλλη σαν παλαβά. Μια εικόνα αλλοπρόσαλλη παρουσιάστηκε μπροστά του. Τα άλογα ήταν σφαγιασμένα και παντού πτώματα πολεμιστών, γυναίκες με σκισμένα ρούχα, φωτιά, καπνός και κλάμα γεμίζανε τα αυτιά του. Το σώμα του Θεωντόρ ήταν κατάκοπο από το μεγάλο ταξίδι, αλλά τα μάτια του σαν είδαν την καταστροφή πετάχτηκαν από τις κόγχες έκπληκτα. Σταμάτησε ένα πιτσιρίκι και το πίεσε να μάθει, που είναι οι υπόλοιποι, τι έγιναν οι γυναίκες, που είναι ο πατέρας του, ποιος έκανε αυτή την καταστροφή .. και οι απαντήσεις τον λύγισαν τον έριξαν στα γόνατα, κάτω να ουρλιάζει..

Ο αιμοσταγής βασιλιάς Φιόρ με τα στρατεύματα του, κατέστρεψαν την βλάστηση, ρίξανε φαρμάκια στους ποταμούς, γδάρανε τα ζωντανά, κλέψανε το σιτάρι. Και σαν η μάχη έγινε, από τα σκληροτράχηλα κορμιά τα ιδρωμένα, πετάχτηκαν από μέσα τους όλα τα σωθικά τους. Ο πατέρας του έφτασε σχεδόν μέχρι το κάστρο, μα είκοσι βέλη στην σειρά, το έκαναν να πέσει από το άλογο του. Το κεφάλι του έγινε λάβαρο στα χέρια του εχθρού του.. Οι γυναίκες βιάστηκαν και σφαγιάστηκαν να μην γεννήσουν ποτέ πια σπόρο…

Κοίταξε τον ουρανό, αυτό που έγινε δεν υπήρχε στις προφητείες, ο άνθρωπος σκότωσε άνθρωπο. Μια απελπισία, μια κραυγή του γέμισε τα σωθικά, γέμισε τον καταυλισμό και αγκάλιασε τα δέντρα. Οι σκίουροι κρύφτηκαν, τα πουλιά πέταξαν μακριά..

Έζωσε στο άλογο ένα κάρο που ήταν εκεί παρατημένο, το γέμισε με ότι όπλα βρήκε, σπαθιά, φαρέτρες, ακόντια και τόξα και καβάλησε να φύγει. Ανακατεμένος, με το κεφάλι σκυφτό βγήκε από τον καταυλισμό ξεκίνησε για το βουνό. Το είχε αποφασίσει, η οδύνη δεν μπορούσε να τον βρει ξαπλωμένο κάτω από τα αστέρια να κλαίει, δεν μπορούσε να τον βρει ο ήλιος θλιμμένο. Η συνέχεια είχε γραφτεί στους ουρανούς με ατσαλένια γράμματα. Θα πήγαινε να βρει την ψυχή του πατέρα του, ακόμα και ήταν αναγκασμένος να επιτεθεί μόνος του στο κάστρο. Η δίψα για εκδίκηση τον έκανε δυνατό, απάνθρωπα κενό από σκέψεις, η ζωή του υπήρχε πλέον μέχρι να πολεμήσει αυτούς που κάνανε το κακό.

Το ίδιο απόγευμα έφτασε σε ένα ξέφωτο και ο μόνος ήχος που ακουγότανε ήταν από ένα ρυάκι εκεί δίπλα που στάλαζε γάργαρα τα νερά του. Ξάπλωσε στο έδαφος και έβλεπε τον μενεξεδένιο ήλιο να μαζεύεται στον δίσκο του, ώσπου εξαφανίστηκε. Η κούραση του ταξιδιού, νίκησε τις σκέψεις του και αφέθηκε στο ύπνο με σκέπαστρο τον έναστρο ουρανό.

Σαν ο ήλιος ακούμπησε σταθερά τα πόδια του στον ουρανό βρήκε τον Θεωντόρ να ετοιμάζεται να ξεκινήσει για το τελευταίο του ταξίδι. Το άλογο κατηφόρισε αργά το βουνό σέρνοντας το ξύλινο κάρο πίσω του, αγόγγυστα. Δεν άργησε να φτάσει στους πρόποδες όταν είδε ένα γέρο τυλιγμένο σε μια πλεχτή κουβέρτα να κάθεται πάνω σε ένα μικρό βράχο. Τα μάτια του ήταν κλειστά και στο ένα χέρι κράταγε σφιχτά ένα ραβδί από ελιά.

- Τι κάνεις εδώ γέρο, τον ρώτησε ο Θεωντόρ.

Ο γέρος άνοιξε τα μάτια του, παρατήρησε τον νέο πάνω στο άλογο, κοίταξε προσεκτικά τα όπλα που κουβαλούσε στο κάρο.

- Εγώ ξέρω τι κάνω εδώ! Εσύ ξέρεις που πηγαίνεις;
- Πως δεν ξέρω! Απάντησε θαρρετά ο Θεωντόρ και πρόσθεσε : Φαίνετε ότι δεν ξέρεις τι συνέβη στον καταυλισμό μου, δεν ξέρεις για τον Βασιλιά Φιόρ..
- Ξέρω, απάντησε απαλά ο γέρος, ξέρω .. και αυτά που ξέρω είναι αρκετά για να σου πω ότι είσαι ένας ανόητος.

Ο Θεωντόρ πειράχτηκε, τινάζοντας το σώμα του απάντησε θυμωμένα.

- Τι λες γέρο! Σκοτώσανε τον πατέρα μου, βιάσανε τις αδελφές μου! Τι μεγαλύτερες αδικίες μπορεί να κάνει άνθρωπος στην γη και να μην του αξίζει η τιμωρία; Σαν τιμωρός πηγαίνω στο κάστρο!
- Τι χειρότερο σε αυτήν την γη, από έναν ανόητο που νομίζει ότι ο πόλεμος βγάζει κάπου!. απάντησε ο γέρος και έκλεισε πάλι τα μάτια του.
- Έχεις χάσει τα λογικά σου γέρο .. ένα σαρκαστικό γέλιο πλημύρισε το πρόσωπο του Θεοντώρ.
- Εγώ έχω χάσει τα λογικά μου ή εσύ που πας να πολεμήσεις χιλιάδες στρατιώτες κρατώντας πόσα; Δύο σπαθιά και ένα τόξο; ένας εναντίον ολόκληρου κάστρου; Ποιος από τους δυο μας είναι ο παράλογος ;
- Αυτή είναι η μοίρα μου!
- Αυτή είναι η ανοησία σου, η μοίρα σου είναι να γίνεις σπουδαίος όπως το κάθε τι σε αυτή την γη.
- Και δεν είναι σπουδαίο να εκδικηθώ, να νιώσει ευχαριστημένος ο πατέρας μου από εκεί που είναι ;
- Σπουδαίο είναι να δει ο πατέρας τον γιο του ολόκληρο όχι κομμάτια στις τρεις γωνιές της γης! Αλήθεια πιστεύεις ότι θα καταφέρεις κάτι μόνος σου ;
- Και τι να κάνω; Έχεις κάποια ιδέα πώς να τους νικήσω ; πως θα ξεπλύνω την ντροπή ;
- Ναι έχω, αλλά αυτό που έχω δεν θα ξεπλύνει την ντροπή σου, θα επαναφέρει την τάξη στον κόσμο, θα αποτρέψει άλλες αιματοχυσίες και ο κόσμος θα γίνει μονιασμένος και αγαπημένος. Αλλά εσύ δεν έχεις τέτοιες σκέψεις στο μυαλό σου. Προχώρα ανόητε και σαν πεθάνεις και εσύ από τα βέλη, όπως ο πατέρας σου, κανείς δεν σε θυμάται, κανείς δεν θα έχει να πει μια καλή κουβέντα για σένα, θα απορροφηθείς από το μελάνι της ιστορίας και η λήθη θα καταπιεί την ύπαρξη σου.

Ο θεοντώρ έμεινε σκεπτικός για λίγο. Και τι προτείνεις ; τον ρώτησε και τα μάτια του στένεψαν από απορία.

- Πέταξε όλα τα όπλα από το κάρο και γέμισε το με λουλούδια, μαργαρίτες, τριαντάφυλλα και ήλιους. Διάλεξε λουλούδια με ζωντανά χρώματα, μην πάρεις αγριόχορτα ή τσουκνίδες και πήγαινε εκεί. Αν κάνεις αυτό, οι θεοί θα είναι μαζί σου.
- Είσαι τρελός γέρο το ξέρεις ; ένα γέλιο δυνατό γέμισε την πλάση..
- Είμαι. Απάντησε σοβαρά ο γέρος. Αλλά και όχι πιο τρελός από εσένα που πηγαίνεις να τα βάλεις με ένα στρατό. Κανένα ξίφος, καμία ασπίδα δεν σε γλυτώνει. Μόλις εμφανιστείς στον ορίζοντα, έφυγες, έγινες καπνός και εσύ και η εκδίκηση σου. Η βία με βία δεν νικιέται, ο φόβος δεν νικιέται με το φόβο αλλά με την αγάπη, αυτό σίγουρα δεν στο έχουν διδάξει ..

Τα τελευταία λόγια του γέρου έσβησαν από τον θόρυβο του κάρου που κυλούσε πάνω στον κακοτράχαλο δρόμο. Ένα χλιμίντρισμα ακόμα και ο γέρος έμεινε πίσω στον βράχο σαν την ανάμνηση .. Δεν είχε νόημα να κάτσει να τον ακούσει, ήταν φανερό ότι για τον νου του Θεοντώρ ο γέρος είχε χάσει τα λογικά του.

Δυο μέρες μετά έφτασε έξω από το κάστρο του Βασιλιά Φιόρ. Καθόταν σε ένα σημείο, κάτω από ένα πεύκο από όπου δεν μπορούσαν να τον δούνε από τις πολεμίστρες οι στρατιώτες και όπου εκείνος μπορούσε να δει καθαρά το θηρίο που θα πολεμούσε.

Το κάστρο ήταν τεράστιο, μεγάλες πλίθινες πέτρες και μάρμαρα ασήκωτα στεριώνανε την κατασκευή του. Από ένα υπολογισμό, μέσα θα είχε πάνω από σαράντα χιλιάδες στρατιώτες, άλογα, όπλα και βαρύ οπλισμό όπως καταπέλτες και άλλα. Ένα ρίγος τον διαπέρασε βλέποντας το μέγεθος του εχθρού. Δεν πρέπει να φοβάμαι σκέφτηκε αλλά η σκέψη αυτή ήταν τόσο μικρή όσο ένας κόκκος σκόνης. Κάθισε κάτω και κοίταξε τα όπλα του. Φάνταζαν τόσο λίγα. Έφερε την μορφή του πατέρα στο νου. Αλλά ούτε και αυτό τον έκανε να ξεχάσει τον φόβο του. Μια εσώτερη αηδία τον γέμισε, αηδία για τον ανθρώπινο φόβο για τις σκέψεις εκείνης της ώρας. Σκέφτηκε τα λόγια του γέρου. Ακόμα και αν πάρ΄ ελπίδα νικούσε σε αυτήν την μάχη, αν και απίθανο, τι θα γινόταν από εκείνη την στιγμή και μετά; Τον ίδιο φόβο δεν θα μετέδιδε και εκείνος με την σειρά του παρακάτω; Ποιος θα τον πλησίαζε ; μήπως ο φόβος και ο τρόμος είναι σαν την ασθένεια; Την μεταδίδεις ή την νιώθεις από κάποιον που έχει καταβληθεί από φόβο;. Ναι είναι άσχημο αυτό το συναίσθημα και τελειωμό δεν έχει.

Γεννήθηκα πολεμιστής, φώναξε και σηκώθηκε ορθός, μα σαν το αγέρι φύσηξε πιο δυνατά, η σκέψη, το κορμί του ξεφούσκωσε. Και ανόητος, πρόσθεσε και έκατσε κάτω. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια του, τα ακούμπησε με τα χέρια του, τα έφερε στο φως. Γιατί ένας πολεμιστής να κλαίει; Άμα ήμουνα πραγματικός πολεμιστής, δεν θα έπρεπε να έχει το σώμα μου μέσα δάκρυα, μόνο δύναμη.. άρα δεν είμαι τόσο πολεμιστής όσο νομίζω. Και φοβάμαι και κλαίω, δεν διαφέρω από ένα ανόητο παιδί που πιστεύει ότι του λένε ..

Σηκώθηκε όρθιος με μια σκέψη τελευταία στον νου. Ίσως έτσι γίνω δυνατός.. και σπουδαίος.. σκέφτηκε και άρχισε να κόβει λουλούδια από γύρω του. Σαν μάζεψε αρκετά, τα έφερε κοντά στο κάρο, το άδειασε από όπλα, πέταξε το σπαθί του μακριά και γέμισε την καρότσα με λουλούδια. Μάζεψε ακόμα λίγα να γίνει σαν στρώμα παχύ, πέρασε στον λαιμό του αλόγου ένα στεφάνι από κίτρινες μαργαρίτες και στα μαλλιά του έβαλε ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν την φωτιά. Σαν τελείωσε ιδρωμένος, μια ανεξήγητη ευφορία τον κατέλαβε, ο φόβος είχε γίνει στάχτη πλέον. Χαμογέλασε.

Καβάλησε το άλογο και το πρόσταξε να ξεκινήσει. Κανείς δεν ξέρει αν τα άλογα καταλαβαίνουνε, αλλά αυτό το άλογο από εκείνη την στιγμή χλιμιντρούσε περήφανα και περπατούσε αρχοντικά, σαν να έσερνε κάτι πολύτιμο ..
**
Η θέα ενός ανθρώπου πάνω σε άλογο, σέρνοντας ένα κάρο γεμάτο λουλούδια, μόνο γέλια έφερε στους στρατιώτες από ψηλά. Στην αρχή τράβηξαν τα τόξα, μα σαν είδαν καλύτερα ένα γέλιο τους αγκάλιασε όλους. Για να πολεμήσει ήρθε τούτος ! φωνάξανε και πέσανε κάτω από τα γέλια. Να ενημερώσουμε τον Βασιλιά! Φώναξε ένας άλλος. Και έτσι έγινε.

Μέσα στον χρυσό-καλούπωτο θρόνο, ζωσμένος με πανάκριβα ρούχα και πίνοντας με τον ένα χέρι ένα ποτήρι από μια σπάνια γεύση κρασιού, ο Βασιλιάς Φιόρ άκουσε με προσοχή την αναφορά του Λοχαγού για τον περίεργο εισβολέα, όπως και τα γέλια που προκάλεσε στους στρατιώτες. Κάλεσε αμέσως σοβαρός, τον στρατηγό, τον διευθυντή επιχειρήσεων και τους συμβούλους του.
Σαν μαζευτήκαν όλοι τους είπε με ύφος σοβαρό.

- Αυτός ο άνθρωπος είναι ο Θεοντώρ γιος του Μάνφιτ που σκοτώσαμε πρόσφατα σε μάχη. Σύμφωνα με τον κώδικα τιμής της φυλής του έπρεπε να μας πολεμήσει, αλλά αυτός ήρθε εδώ σέρνοντας ένα κάρο .. λουλούδια! Τι σας λέει αυτό ;

Γέλια γεμίσανε την αίθουσα συνεδριάσεων, μα σύντομα κοπάσανε σαν είδανε το σοβαρό πρόσωπο του Βασιλιά.

- Ανόητοι! Τους φώναξε. Δεν καταλαβαίνετε τι γίνεται εδώ;
- Όχι! Ψέλλισε ο στρατάρχης, γιατί πρέπει να το πάρουμε σοβαρά το ζήτημα ;
- Αν οι Θεοί θέλανε να μας μεταφέρουν ένα μήνυμα τι θα στέλνανε : στρατό να μας πολεμήσει ή έναν λουλούδο-φορεμένο σαν και τούτον ;
- Θέλετε να πείτε ότι είναι απεσταλμένος των θεών; Ρώτησε ο Στρατηγός με απορία
- Είναι φανερό! Τι άλλο μπορεί να είναι ; παρά ένα μήνυμα από τους Θεούς. Με παραλήπτη εμάς! Τους ανίκητους. Είναι φανερό ότι οι Θεοί δεν θέλουνε να πολεμάμε άλλο. Η αποστολή μας ήταν μέχρι εδώ! Και αν οι Θεοί αυτό θέλουν, εγώ δεν θα τους πάω ανάποδα, δεν θα προκαλέσω την οργή τους!
Ένα σούσουρο γέμισε την αίθουσα. Ώσπου πετάχτηκε ο σύμβουλος ο πονηρός και πλησίασε τον Βασιλιά.
- Ω Βασιλιά, είναι σοφό αυτό που σκέφτηκες, μα τα χίλια φεγγάρια δεν πήγε το μυαλό μας εκεί, αλλά μήπως δείξουμε αδυναμία αφήνοντας αυτόν τον άοπλο να ζήσει ; μήπως εκμεταλλευτούν οι εχθροί μας, αυτήν την διορατικότητα σας ;
- Αν τον σκοτώσουμε, η οργή των Θεών θα πέσει πάνω μας! Αυτός θα γίνει μάρτυρας, θα γίνει σύμβολο και θα οδηγήσει σε επανάσταση. Αν τον αφήσουμε να ζήσει, το θέμα ξεχνιέται και ταυτόχρονα δείχνουμε ένα καλό πρόσωπο σε αυτούς μας κατηγορούνε για βαρβαρότητα. Τα πάντα είναι πολιτική, μην το ξεχνάς. Μπορεί να σκοτώσουμε χιλιάδες ένοπλους, κανείς δεν θα πει ότι είναι παράλογο, αλλά άμα σκοτώσεις έναν άοπλο που κρατάει λουλούδια, αργά ή γρήγορα η εξουσία μου θα χαθεί.. σκέψου το..
-Είσαι σοφός Βασιλιά μου και το μυαλό σου είναι το πιο φωτεινό όλων μας. Απάντησε ο σύμβουλος και λούφαξε στην γωνιά του.
-Και τι θα κάνουμε τότε; Ρώτησε ο Στρατηγός ενοχλημένος που δεν θα σκοτώσουνε τον Θεοντώρ.
-Βάλτε τον μέσα, πετάξτε όλα τα όπλα από το κάστρο έξω σαν κίνηση καλής θέλησης, και φερθείτε του σαν Θεό επί της γης! .. και φέρτε τον να του μιλήσω..

Ο Θεοντώρ, πλέον δεν ένιωθε φόβο ακόμα και αν τον σημαδεύανε χιλιάδες τόξα από μέσα από το κάστρο. Μπορούσε να δει τα πρόσωπα των στρατιωτών από τις πολεμίστρες καθαρά από εκεί που ήταν, αλλά και πάλι δεν φοβόταν τίποτα, αντιθέτως μια παράξενη ευφορία τον είχε πλημυρίσει από την κορφή μέχρι τα νύχια. Ξάφνου είδε το εξής παράδοξο:

Από κάθε γωνιά του κάστρου, ο κάθε στρατιώτης πετούσε τα όπλα του από ψηλά στο έδαφος! Άνοιξε η ξύλινη πύλη και μια συνοδεία από στρατιώτες άοπλοι τον κύκλωσαν και τον συνοδέψανε μέσα στο κάστρο. Του έδωσαν φαγητό, χωρίς να του μιλάνε και μετά τον οδηγήσανε στην αυτοκρατορική αίθουσα να δει τον Βασιλιά. Προτού βγει ο βασιλιάς από τα ιδιαίτερα του, όλοι ανεξαιρέτως αποσύρθηκαν από την αίθουσα έτσι ώστε να μείνουνε μόνοι ο Βασιλιάς και ο Θεοντώρ, όπως τους είχε προστάξει.

Ο ήλιος έπαιζε τις ακτίνες του μέσα από τα μικρά παράθυρα, χαϊδεύοντας μια τα αγάλματα που υπήρχαν στον χώρο, μία το πανάκριβο μαρμάρινο μωσαϊκό. Μια πόρτα ξύλινη με χρυσαφί ζωγραφιές άνοιξε διάπλατα και βγήκε ο Βασιλιάς από μέσα, περπατώντας με αργά βήματα.

Ο Θεοντώρ έμεινε ξέπνοος σαν τον είδε!

Ήταν ο γέρος που είχε δει στον βράχο, μόνο που αυτή την φορά ήταν ντυμένος πιο πλούσια και στο κεφάλι φορούσε ένα στέμμα διακοσμημένο με πανάκριβα ρουμπίνια και διαμάντια .. Ο γέρο Βασιλιάς Φιόρ σαν είδε την αντίδραση του σαστισμένου Θεοντώρ γέλασε δυνατά και μετα απο λίγο είπε με ύφος ωριμασμένης σοφίας :

Κάποιες φορές η μοίρα είναι ένα παιχνίδι στα χέρια του ήλιου!

Ελπίζω ότι αυτό που θα σου μείνει από την μικρή σου περιπέτεια
είναι ότι η πίστη στον εαυτό σου κάνει θαύματα.

Και σε παρακαλώ ξέχνα ότι η πίστη είναι
μια κάλπικη λίρα που σου βάζουν στην τσέπη.

Σκέψου ότι είσαι αρκετά δυνατός για να έχεις τσέπη, αυτό σκέψου!


11/10/08

Καλημέρα ..



Καλημέρα, Good Morning ,

Guten Morgen, 早晨好,

Goede Ochtend, Buona mattina,

おはよう,Bom dia, Хорошее утро,

Buenos días, Bra morgon, 좋은 아침,

Goeie môre,Mayad nga agahon,

Sabar el rir,Jo san,

Boker tov,Ohayo,Dobro jutro


Οι αξίες της ζωής είναι τόσο μικρές όσο μια λέξη,

Μια λέξη συνοδεύεται από ένα χαμόγελο,

ένα χαμόγελο παρασύρει από πίσω ένα συναίσθημα,

και ίσως ένα συναίσθημα να χτίσει ξανά τον κόσμο που διαλύσαμε.