15/6/09
Εψές αργά...
Εψές αργά, λύγισα, σου ψιθύρισα ένα λόγο, μονότονο,
από το στέρνο, που φυλαγμένο είχα καλά,
έβγαλα ετούτο το, μονόπετρο,
το δάχτυλό σου έντυσα,
με ένα χαμόγελό σου, πέταξα,
χιλιάδες περιστέρια σμίξανε,
και με χρυσή κορδέλα με τυλίξανε.
Το κορμί σου έσπασε,
με αγκάλιασε και ξέσπασε..
Εψές αργά, μου μίλησες ερωτικά
αλήθεια, με αναστάτωσες.
Μου είπες για την ωραία Σεβιδάχ,
που σαράντα την ' θέλανε,
μα εκείνη πήρε την καρδιά της, ένα βράδυ
και ταξίδεψε, στο ποταμό τον Γάγγη..
Μου είπες για τον ήρωα Καντίμ,
που είχε την τιμή,
να έχει στο στήθος χαραγμένο ένα όνομα,
και ένα τριαντάφυλλο.
Μόνο σαν του ξεριζώσαν την καρδιά,
μάθαν για την αγάπη του,
και όλα 'γίναν,
ένα βράδυ, σαν και αυτό,
με την ολόγιομη Σελήνη, μάρτυρα..
Μου άλειψες το παραμύθι σου στα χείλια,
τόλμησα να πιστέψω την αλήθεια.
όλα αυτά, μου είπες,
εψές το βράδυ,
και σε ερωτεύτηκα..
παρόλο που ήξερα,
την άλλη μέρα μάγισσα,
απλά δεν θα, υπάρχεις..
Εψές αργά...
14/6/09
Το μαχαίρι
A
λες πως πετάξαμε, τι είναι αυτό που πετάξαμε και τι κρατήσαμε;
λες πως περπατήσαμε, πόσα χιλιόμετρα μας χωρίζουν; Ακόμα και να τα μετρήσεις ανθρώπινα βήματα θα είναι, τίποτα παραπάνω.
λες λόγια και αφήνεις τον άνεμο να τα πάρει,
λες για το μελάνι που χύθηκε,
σου λέω για το αίμα που κύλησε,
δεν συμφωνούμε ακόμα και αν οι χαρακιές είναι ίδιες και στους δύο, από το ίδιο μαχαίρι.
Β
Ετούτο το μαχαίρι αυτό,
Απόψε θα το χώσω,
Στην γης κατάστηθα,
Ολόγυρα,
Ξεραΐλα, στεγνή γη, ανυδρία
Κανένα λουλούδι δεν επιθυμεί,
Να μπει κοντά του,
Κανένας σκώληξ δεν τολμά,
Κανείς δεν έχει θάρρος,
Φωτογραφία έρημη,
Με συγγενείς αγνώστους.
Γ
Απομακρύνομαι απαλά, αφήνοντας
την γη να το φυλάξει,
τους δαίμονες μου ακουμπώ,
ολόγυρα φρουρούς του,
μα μιαν ελπίδα, κουβαλώ,
κανένας να μη το βρει,
ετούτο το μαχαίρι εδώ,
που σκότωσε τον κόσμο..
12/6/09
Summer Wine
Αυτή η ξαστεριά, γδύνει τον ουρανό.
Το κεφάλι γυρίζει σε κύκλους, ποτό ανακατεμένο με τρελή διάθεση, γέλιο νευρικό, παρέες, χαμόγελα, κρυφά κοιτάγματα και ...
Τώρα μόνος με το ποτήρι, ένα κρυστάλλινο τετράγωνο ποτήρι, ιδρωμένο από τους πάγους που γυρνάνε ανώφελα μέσα στο καστανοκίτρινο υγρό. Το κοιτάω να λαμπυρίζει μέσα στο σκοτάδι και σκέψεις περίπλοκες, μικρό ταξίδι του μυαλού, μνήμες μιας επιφάνειας στην οποία δεν περπάτησα, ένα σανίδι που ακόμα και δεν έχω ακροβατήσει επάνω. Δυο μάτια σκοτεινά, βαμμένα έντονα να σε κοιτούν έντονα και να βιάζουν την κάθε μύχια σκέψη, το κάθε συναίσθημα ...
Μέσα σε ένα ποτήρι, ζάλισα την ζωή μου.
Χαμογέλασα, κοίταξα μακριά, στον ορίζοντα, τα μιάσματα του ουρανού, τον Βέγκα και την Αφροδίτη, παρανυφάκια της Σελήνης..
Την κέρδισα την ζωή μου γαμώτο, δεν μου την χάρισαν...
Το κεφάλι γυρίζει σε κύκλους, ποτό ανακατεμένο με τρελή διάθεση, γέλιο νευρικό, παρέες, χαμόγελα, κρυφά κοιτάγματα και ...
Τώρα μόνος με το ποτήρι, ένα κρυστάλλινο τετράγωνο ποτήρι, ιδρωμένο από τους πάγους που γυρνάνε ανώφελα μέσα στο καστανοκίτρινο υγρό. Το κοιτάω να λαμπυρίζει μέσα στο σκοτάδι και σκέψεις περίπλοκες, μικρό ταξίδι του μυαλού, μνήμες μιας επιφάνειας στην οποία δεν περπάτησα, ένα σανίδι που ακόμα και δεν έχω ακροβατήσει επάνω. Δυο μάτια σκοτεινά, βαμμένα έντονα να σε κοιτούν έντονα και να βιάζουν την κάθε μύχια σκέψη, το κάθε συναίσθημα ...
Μέσα σε ένα ποτήρι, ζάλισα την ζωή μου.
Χαμογέλασα, κοίταξα μακριά, στον ορίζοντα, τα μιάσματα του ουρανού, τον Βέγκα και την Αφροδίτη, παρανυφάκια της Σελήνης..
Την κέρδισα την ζωή μου γαμώτο, δεν μου την χάρισαν...
10/6/09
Μια πόλη μαγική...
Τα βλέπεις τούτα τα πουλιά, είναι λεύτερα...
Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν σε εκείνη την πόλη.
Εύποροι ψιθύριζαν αγκαλιασμένοι με καποιες πόρνες, νύχια μισοχωμένα στο κρέας και φθηνή βαφή που μύριζε απαίσια.
Όλοι παρέα τραύλιζαν έξω από το μαγαζί με σήμα ένα βαρέλι μπύρας.
Ένστολοι βάδιζαν δίχως σκοπό στα γύρω δρομάκια συζητώντας χαμηλόφωνα, προσέχοντας όμως κάθε κίνηση γυναικεία που τύχαινε να διαβεί κοντά τους. Κάθε ήχος από γόβα που τρύπαγε το πλακόστρωτο δεν πήγαινε χαμένο, καμία κίνηση δεν έμενε ανεκμετάλλευτη και με στρατιωτική ετοιμότητα πραγματοποιούσαν ευγενική υπόκλιση, παρουσίαζαν το όνομα και τον θαυμασμό τους.
Σαν πορτοφόλι που άνοιγε διάπλατα ξεδίπλωναν τον έρωτα τους σε κάθε γυναικείο χαμόγελο, μια νύχτα βλέπεις αναζητούσαν κι ας κρατούσε λίγες ώρες.
Σκύλοι αδέσποτοι, άλλοτε κοντοπόδαροι με άσχημη ουρά, άλλοτε ψηλόλιγνοι με τουρλωτή κοιλιά και δόντια που έσταζαν σάλια χάζευαν αδιάφορα την μπάντα των μουσικών του δρόμου, μια πολύχρωμη φιέστα από γυναικεία φανταχτερά ρούχα μουσελίνας, σκούρου κόκκινου και ανδρών με λερωμένο φράκο, κίβδηλο όπως η ματιά τους.
Κομφετί πολύχρωμο και ήχοι τζαζ και ρούμπας γέμιζαν τα σοκάκια, κάποιο ζευγάρι αγκαλιάστηκε, χόρεψε σφιχτά, η νύχτα τους ζάλισε, χάθηκαν μέσα στα στενά, θαρρείς τους κατάπιε το σκοτάδι.
Λίγο πιο κάτω ψεύτικοι μάγοι έβγαζαν τριαντάφυλλα από την χούφτα τους κι ευγενικά το προσέφεραν στην χαριτωμένη δεσποινίδα που τους κοίταζε με περιέργεια, ο καβαλιέρος τάχα πειραγμένος την τραβούσε να συνεχίσουν την βόλτα τους, πάντα με λόγια γλυκά, βελούδινα αλλά και τρυφερά.
Κάποιοι ζογκλέρ πιο πέρα φτύναν φωτιά μέσα από τα κιτρινισμένα δόντια τους, το κορμί τους, ένα ανδρικό σφιγμένο κορμί, ταλαίπωρο μέσα στα εφαρμοστά μπλουζάκια.
Στην άκρη του δρόμου μια ζητιάνα καμπουριαστή, μάζευε στα ρούχα την ματιά της, μάλιστα πρότεινε ένα καπέλο φαγωμένο, γκρίζο, τσαλακωμένο και κάποιες - ελάχιστες φορές - ο ήχος των κερμάτων που κουδούνιζαν καθώς έπεφταν μέσα στο καπέλο την έκαναν να ζωηρεύει το βλέμμα και να ορθώνει την ματιά αλλά και πάλι σαν τα βήματα απομακρύνονταν, με ένα κρυφό γέλιο κουλουριαζόταν μέσα στην χοντρή της ζακέτα με τα μαύρα και κόκκινα σχέδια.
Και στην μέση της πόλης ένας υπέροχος ποταμός, με φωτισμένες όχθες από πυρσούς αναμμένους και αγκαλιές που αναστέναζαν σφιχτά πάνω σε μια μικρή βαρκάδα, ένα μικρό ταξίδι έρωτα, κάτω από τον έναστρο ουρανό, μιας νύχτα μαγικής που απλωνόταν ευχάριστα σε κάθε σκέψη που είχε κερδίσει ο κάθε οίστρος.
Έτσι κυλούσε η ζωή σ' αυτή την πόλη, σαν ένα μαργαριτάρι που ποτέ δεν ήξερες αν είναι αληθινό ή ψεύτικο. Κάθε μέρα, κάποιος κέρδιζε και κάποιος έχανε, κάποιος αγαπούσε και κάποιος πέθαινε, μα κηδεία δεν είδαμε ποτέ, όσο και να ρωτήσαμε, κανένας δεν μπορούσε να πεθάνει εκεί πέρα και την εξήγηση την έδωσε ο αποτραβηγμένος καλόγερος που ζούσε μακριά από τον κόσμο, μόνο λίγα χιλιόμετρα έξω από αυτήν την πόλη.
Τα βλέπεις; είναι λεύτερα, ακόμα και να τα σκοτώσεις, την λευτεριά τους δεν μπορείς να την κερδίσεις, ούτε να την σκοτώσεις..
Εύποροι ψιθύριζαν αγκαλιασμένοι με καποιες πόρνες, νύχια μισοχωμένα στο κρέας και φθηνή βαφή που μύριζε απαίσια.
Όλοι παρέα τραύλιζαν έξω από το μαγαζί με σήμα ένα βαρέλι μπύρας.
Ένστολοι βάδιζαν δίχως σκοπό στα γύρω δρομάκια συζητώντας χαμηλόφωνα, προσέχοντας όμως κάθε κίνηση γυναικεία που τύχαινε να διαβεί κοντά τους. Κάθε ήχος από γόβα που τρύπαγε το πλακόστρωτο δεν πήγαινε χαμένο, καμία κίνηση δεν έμενε ανεκμετάλλευτη και με στρατιωτική ετοιμότητα πραγματοποιούσαν ευγενική υπόκλιση, παρουσίαζαν το όνομα και τον θαυμασμό τους.
Σαν πορτοφόλι που άνοιγε διάπλατα ξεδίπλωναν τον έρωτα τους σε κάθε γυναικείο χαμόγελο, μια νύχτα βλέπεις αναζητούσαν κι ας κρατούσε λίγες ώρες.
Σκύλοι αδέσποτοι, άλλοτε κοντοπόδαροι με άσχημη ουρά, άλλοτε ψηλόλιγνοι με τουρλωτή κοιλιά και δόντια που έσταζαν σάλια χάζευαν αδιάφορα την μπάντα των μουσικών του δρόμου, μια πολύχρωμη φιέστα από γυναικεία φανταχτερά ρούχα μουσελίνας, σκούρου κόκκινου και ανδρών με λερωμένο φράκο, κίβδηλο όπως η ματιά τους.
Κομφετί πολύχρωμο και ήχοι τζαζ και ρούμπας γέμιζαν τα σοκάκια, κάποιο ζευγάρι αγκαλιάστηκε, χόρεψε σφιχτά, η νύχτα τους ζάλισε, χάθηκαν μέσα στα στενά, θαρρείς τους κατάπιε το σκοτάδι.
Λίγο πιο κάτω ψεύτικοι μάγοι έβγαζαν τριαντάφυλλα από την χούφτα τους κι ευγενικά το προσέφεραν στην χαριτωμένη δεσποινίδα που τους κοίταζε με περιέργεια, ο καβαλιέρος τάχα πειραγμένος την τραβούσε να συνεχίσουν την βόλτα τους, πάντα με λόγια γλυκά, βελούδινα αλλά και τρυφερά.
Κάποιοι ζογκλέρ πιο πέρα φτύναν φωτιά μέσα από τα κιτρινισμένα δόντια τους, το κορμί τους, ένα ανδρικό σφιγμένο κορμί, ταλαίπωρο μέσα στα εφαρμοστά μπλουζάκια.
Στην άκρη του δρόμου μια ζητιάνα καμπουριαστή, μάζευε στα ρούχα την ματιά της, μάλιστα πρότεινε ένα καπέλο φαγωμένο, γκρίζο, τσαλακωμένο και κάποιες - ελάχιστες φορές - ο ήχος των κερμάτων που κουδούνιζαν καθώς έπεφταν μέσα στο καπέλο την έκαναν να ζωηρεύει το βλέμμα και να ορθώνει την ματιά αλλά και πάλι σαν τα βήματα απομακρύνονταν, με ένα κρυφό γέλιο κουλουριαζόταν μέσα στην χοντρή της ζακέτα με τα μαύρα και κόκκινα σχέδια.
Και στην μέση της πόλης ένας υπέροχος ποταμός, με φωτισμένες όχθες από πυρσούς αναμμένους και αγκαλιές που αναστέναζαν σφιχτά πάνω σε μια μικρή βαρκάδα, ένα μικρό ταξίδι έρωτα, κάτω από τον έναστρο ουρανό, μιας νύχτα μαγικής που απλωνόταν ευχάριστα σε κάθε σκέψη που είχε κερδίσει ο κάθε οίστρος.
Έτσι κυλούσε η ζωή σ' αυτή την πόλη, σαν ένα μαργαριτάρι που ποτέ δεν ήξερες αν είναι αληθινό ή ψεύτικο. Κάθε μέρα, κάποιος κέρδιζε και κάποιος έχανε, κάποιος αγαπούσε και κάποιος πέθαινε, μα κηδεία δεν είδαμε ποτέ, όσο και να ρωτήσαμε, κανένας δεν μπορούσε να πεθάνει εκεί πέρα και την εξήγηση την έδωσε ο αποτραβηγμένος καλόγερος που ζούσε μακριά από τον κόσμο, μόνο λίγα χιλιόμετρα έξω από αυτήν την πόλη.
Τα βλέπεις; είναι λεύτερα, ακόμα και να τα σκοτώσεις, την λευτεριά τους δεν μπορείς να την κερδίσεις, ούτε να την σκοτώσεις..
6/6/09
Κύρ-Αντώνης..
(λόγια)
Ο κυρ Αντώνης πάει καιρός
που ζούσε στην αυλή
μ' ένα κανάτι μ' ένα κρεβάτι
και με κρασί πολύ
είχε δυό μάτια γαλανά
κι αχτένιστα μαλλιά
κι ένα λουλούδι πάντα φορούσε
στα ρούχα τα παλιά
Αχ κυρ Αντώνη πως σ' αγαπάμε
και μαζί σου τ' άστρα κοιτάμε
τις φωτιές για σένα μετράμε
ως που να 'ρθεί η βροχή
και το θυμό σου πάντα ξεχνάμε
σαν πουλιά μαζί τριγυρνάμε
σαν παιδιά με σένα γελάμε
σαν κάνεις προσευχή
Ρεφραίν
Ο κυρ Αντώνης βιάζεται
να πάει να κοιμηθεί
γιατί το βράδυ στα όνειρα του
θέλει να θυμηθεί
ότι ποτέ δεν έζησε
μες στ' όνειρο του ζεί
μα η νύχτα φεύγει και λυπημένο
τον βρίσκει η χαραυγή
- Ρεφραίν -
Μα ένα βράδυ ο κυρ Αντώνης
πάει να κοιμηθεί
κι όταν ξυπνάμε τον καρτεράμε
στην πόρτα να βρεθεί
μα ο κυρ Αντώνης δεν θα βγεί
ποτέ του στην αυλή
αφού για πάντα μες στ' όνειρο του
θέλησε πια να ζεί
**
(δικός μου μονόλογος)
Καλησπέρα κυρ-Αντώνη, (δικός μου μονόλογος)
Έχω καιρό να περάσω από την μικρή σου φωλιά, εκείνο το παλιόσπιτο με τους σαρακοφαγωμένους τοίχους, όπου μικροί σοβάδες πεσμένοι μπορούν ακόμα να θυμίζουν το χρώμα του σπιτιού, ένα ξεβαμμένο ροζ. Άραγε οι καμέλιες που είχες στη είσοδο είναι ακόμα ζωντανές; Ή έχουν πάρει και αυτές τον δρόμο του θεού μαζί σου;
Αχ, κυρ-Αντώνη, θυμάσαι;
Εγώ μικρό παιδί, χαμένο παιδί ήμουν, στην δίνη της απουσίας του κόσμου και εσύ να μου λες ιστορίες για πριγκιπόπουλα και βασίλισσες. Να σου πω κάτι; Νομίζω ότι είναι η ώρα να στο πω και ας στεναχωρηθείς. Ποτέ μου δεν γνώρισα κανέναν, δεν υπάρχουν κυρ-Αντώνη τέτοιοι άνθρωποι... δεν υπάρχουν...
Θυμάσαι, τότε που ήρθα στο σπίτι σου κλαίγοντας και με κράτησες σφιχτά στην αγκαλιά σου, δεν με ρώτησες, δεν άντεξες να με ρωτήσεις γιατί έκλαιγα, μόνο με χαίδευες στην πλάτη και οι φτερούγες των χεριών σου με προστάτευαν από το δικό μου κλάμα. Ποτέ δεν σου είπα τι είχε συμβεί, ποτέ δεν θα σου πω. Ξέρω ότι δεν σε ενδιαφέρει, το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να είμαι καλά, αυτή ήταν η δύναμη των χεριών σου, αυτή ήταν η μαγεία του χαμόγελου σου..
Αχ, κυρ-Αντώνη,.. αχ..!
Αχ, κυρ-Αντώνη, θυμάσαι;
Εγώ μικρό παιδί, χαμένο παιδί ήμουν, στην δίνη της απουσίας του κόσμου και εσύ να μου λες ιστορίες για πριγκιπόπουλα και βασίλισσες. Να σου πω κάτι; Νομίζω ότι είναι η ώρα να στο πω και ας στεναχωρηθείς. Ποτέ μου δεν γνώρισα κανέναν, δεν υπάρχουν κυρ-Αντώνη τέτοιοι άνθρωποι... δεν υπάρχουν...
Θυμάσαι, τότε που ήρθα στο σπίτι σου κλαίγοντας και με κράτησες σφιχτά στην αγκαλιά σου, δεν με ρώτησες, δεν άντεξες να με ρωτήσεις γιατί έκλαιγα, μόνο με χαίδευες στην πλάτη και οι φτερούγες των χεριών σου με προστάτευαν από το δικό μου κλάμα. Ποτέ δεν σου είπα τι είχε συμβεί, ποτέ δεν θα σου πω. Ξέρω ότι δεν σε ενδιαφέρει, το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να είμαι καλά, αυτή ήταν η δύναμη των χεριών σου, αυτή ήταν η μαγεία του χαμόγελου σου..
Αχ, κυρ-Αντώνη,.. αχ..!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)