30/12/09
Passive Aggressive
Κάτσε να πω,
Μιας βολής, κέντρισμα τρέλας
Και του ανθρώπου ο νους, σαλεύει.
Θαρρείς θέλουν δρόμο οι σκέψεις;
Αλίμονο,
Σπίθες που φουντώνουν.
Στην κατήφεια της ζωής,
Ζωνόμαστε με φυσεκλίκια,
Είτε γυναίκα, είτε άντρας,
Σημασία καμιά δεν έχει,
όποιον πάρει σβάρνα,
παιδιά, μητέρες, ζωντανά ..
καμία απόχρωση δεν είναι ποτέ γαλάζια.
Ο θυμός, σύμβουλος του Βασιλιά,
Χρυσοκέντητος γιακάς,
Στο λαιμό του απελπισμένου.
Ήταν μια τέτοια μέρα που αφηγούμαι,
που έγινε ο αβρός λιοντάρι,
Ο αγαστός, Aγαρηνός
και ο Μουχαμέτης, σύμβολο.
28/12/09
19/12/09
Η ποίηση είναι ροζ

Η ποίηση δεν είναι μαύρη και άσπρη, αλλά κατά βάθος ροζ ανοιχτό.
Ο χρόνος είναι ένα καλικάτζαρος που ζει στο υπόγειο του σπιτιού μας και χαρχαλεύει τις σανίδες κάτω από τα πόδια μας, όταν εμείς αφελέστατα ανάβουμε τζάκι, ζεσταίνουμε την βραδινή μας σούπα. Εκείνος σέρνει βόλτες και μας κοιτάει από τις χαραμάδες που αφήνει το ξύλο. Ενίοτε μάλιστα, μαζεύει με τις χούφτες του τα ψίχουλα που αφήνουμε πίσω μας, τα οποία όμως δεν τρώει αλλά αντιθέτως αποθηκεύει με σκοπό να μας τα παρουσιάσει όταν εμείς απελπισμένοι κοιτάμε το άδειο μας ψυγείο, θλιβερά και με απόγνωση.
Είναι οι ώρες που δήθεν τυχαία βρίσκουμε τα ψίχουλα του παρελθόντος, χαιρόμαστε και τα αγκαλιάζουμε χαϊδεύοντας τις μικρές τριχωτές βρομίτσες (έχουν λερωθεί τα ψίχουλα στην τσέπη του καλικάτζαρου, έτσι;) . Ένα χαμόγελο σκαρφαλώνει στο πρόσωπο μας, γιατί θυμόμαστε την μέρα και την ώρα που μας έπεσαν εκείνα τα ψίχουλα, ακόμα και αν έχουν γεμίσει τρίχες και λίγδα, ξέρουμε πολύ καλά την ώρα και την στιγμή που μας έπεσαν από το πιάτο μας.
Αυτός ο συνδετικός κρίκος που υπάρχει με το παρελθόν μας, ετούτη η απόγνωση του μελλοντικού μας κάρμα, είναι που κάνει την σχέση μας ερωτική με τον καλικάτζαρο. Κάποτε ένας ζωγράφος μεγάλος, ψηλός αλαζόνας με ατίθαση ματιά προσπάθησε να αποτυπώσει όλα του τα συναισθήματα για αυτή την καλικατζάρια σχέση. Με τρόπο μαγικό, ο πίνακας βγήκε ροζ και ο ζωγράφος έμεινε βουβός απέναντί του. Δεν μπόρεσε να το εξηγήσει, αντιθέτως υπερασπίστηκε το αποτέλεσμα λέγοντας ότι, ναι, έγινε θαύμα, η σχέση με τον χρόνο είναι αμιγώς ερωτική συνεπώς, σωστά βάφτηκε ροζ.
Ροζ όπως τα μάγουλα ενός παιδιού, ροζ όπως τα χαρτομάντιλα της κυρίας που φτερνίζεται, ροζ όπως η κρέμα φράουλα.
Ω, ναι, η σχέση μας με τον χρόνο είναι ροζ. Και ο χρόνος είναι το αποτέλεσμα της ποίησης. Εμείς τον ποιήσαμε, τον κάναμε μετρίσιμο, εμείς είμαστε ο ερωτευμένος παρτενέρ του. Κάθε ποιητής που σέβεται την πένα του, τα βάζει με τον χρόνο, άλλοτε του κάνει ερωτικές καντάδες, άλλοτε σκηνές ζηλοτυπίας, άλλοτε πάλι τα βάζει μαζί του όπως θα τα βάζαμε με την γυναίκα που μας ταΐζει ή μας γέννησε. Θα ήταν εθελοτυφλία να μην αποδεχτούμε ότι υπάρχει έρωτας μαζί του.
Εξάλλου τι άλλο θα ήταν;
Big Joe Turner - Chains of Love (1965)
Όποιος δεθεί με τις αλυσίδες του έρωτα,
όποιος καταφέρει να περπατήσει αργά,
πάνω στα λεπίδια του χρόνου,
ετούτος, είναι ο Todays Millionaire !
17/12/09
Willie Nelson ft. Norah Jones - Baby It's Cold Outside
Μπορεί να είναι κρύα εκεί έξω,
μα σήμερα είναι ζεστά μέσα.
κουκουλιαστείτε με την ανάσα σας,
12/12/09
Non, Je ne Regrette Rien
Κάτω πλακόστρωτο, ένα ρημαγμένο πλακόστρωτο με μεγάλες κακοτράχαλες πέτρες που σε κάθε βήμα σε πόναγαν οι πατούσες. Πόσες φορές είχε σιχτιρίσει τον δήμαρχο ο καφετζής ο Γιώργος για αυτόν τον ρημαγμένο δρόμο ..
«Σάμπως πατάει το πόδι του εδώ; Όλη την μέρα στην γραφειάρα του είναι και καπνίζει το πούρο του σαν άλλος μπέης! Αλλά τα δημοτικά τέλη, ντάγκα-ντάγκα κάθε μήνα μας τα ρουφάει..»
Ένας καλοκάγαθος άνθρωπος με μουστάκι μια γραμμή κάτω από την μύτη, μικρές στρογγυλεμένες άκρες για ώμους και στρόγγυλα μάγουλα που σαν νευρίαζε κοκκίνιζαν σαν παντζάρι, αυτός ήταν ο Γιώργος. Πρώην μηχανικός σε πλοία εμπορικά, τώρα το καφενείο αυτό ήταν όλη η ζωή του. Βλέπεις, καλά χρήματα η θάλασσα αλλά με μια κόρη μονάκριβη να τον περιμένει στην στεριά, τα πόδια του πολλές φορές τον τράβηξαν μακριά από την μοναξιά του μπλε στοιχείου.
Κάθε πρωί έβγαζε τις ψάθινες καρέκλες έξω από το μαγαζί, άπλωνε τα τραπέζια σε παράταξη και τα σκούπιζε με προσοχή. Από το στόμα του θαλασσινές ιστορίες σπάνια άκουγες, πιο πολύ κουτσομπολιά της γειτονιάς. Της πλατείας δηλαδή, γιατί αυτό ήταν εκείνη η γειτονιά. Μια πλατεία.
Αρκεί να παράγγελνες ούζο στο καφενείο και να είχες όρεξη να ακούσεις φλυαρίες. Ο Γιώργος ο καφετζής τα έλεγε όλα, όσα γίνονταν σε αυτή την μικρή πλατεία. Αν δε είχες πληροφορίες να του δώσεις, τότε το δεύτερο ούζο στο κερνούσε μέχρι να ομολογήσεις ότι ξέρεις και δεν ξέρεις..
Απέναντι από το καφενείο ένα μικρό μπαρμπέρικο, γιομισμένο με ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους, ένα καθρέπτη και μια καρέκλα από αυτές που πηγαίνουν πέρα δώθε και πάνω κάτω. Σαν παιδιά παίξαμε πολύ με αυτή την καρέκλα, ακόμα και αν μας μάλωνε καλόκαρδα ο κυρ-Παντελής, ιδιοκτήτης και κουρέας. Σαβίλη τον φωνάζαμε από το κουρέα της Σεβίλης. Αυτόν ξέραμε μοναχά από γνωστούς κουρείς και έτσι του κολλήσαμε το παρατσούκλι. Σεβίλης, ένας παχουλός χαμογελαστός άνθρωπος μόνιμα τυλιγμένος σε μια άσπρη ποδιά. «Οι νοσοκόμοι και οι κουρείς φοράν την ποδιά ετούτη, είναι τιμή να την φοράς!» φώναζε περήφανα και το παχύ μουστάκι του, ανεβοκατέβαινε σε κάθε λέξη, αφήνοντας ένα χαμόγελο να πλατειάσει μέσα στα μικρά μάτια μας. Μα άφηνε να μπαίνουμε μέσα στο μαγαζί – όταν δεν είχε κόσμο - και πιάναμε όλα τα πράγματα του, εκτός από τα ψαλίδια του με την δικαιολογία ότι μπορεί να χτυπήσουμε. Ανεβαίναμε δύο-δύο στην καρέκλα και κάναμε την μαϊμού στον μεγάλο καθρέπτη. Δίπλα ακριβώς, σε ένα μικρό σαλονάκι με περιοδικά καθόταν ο Σεβίλης και μας κοίταζε γελώντας σιγανά. Έπιανε ένα περιοδικό και έκανε ότι διάβαζε κάτι, αλλά ήξερα ότι μας καμάρωνε, όπως καμαρώνει ο πατέρας τον γιο του. Η μοίρα εδώ σε αυτόν το άνθρωπο δεν στάθηκε ακριβώς δίκαιη. Ένα γιο έκανε και αυτόν το αγκάλιασε ο Θεός πολύ σύντομα, περίπου δυο χρόνια μετά την γέννηση του. Αποτέλεσμα; Η γυναίκα τρελάθηκε και ο Σεβίλης αφιερώθηκε στο μικρό μπαρμπέρικο σαν να ήταν αυτό όλη η ζωή του. Μα σαν πηγαίναμε εκεί, νομίζω ότι του κάναμε καλό. Βλέπεις, αφού έκλεινε το μπαρμπέρικο κανείς δεν τον έβλεπε στο σπίτι του τι κάνει, αν κλαίει ή αν γελάει. Αν τρώει ή αν κοιμάται..
Η μάνα μου έλεγε ότι το γέλιο με το κλάμα είναι αδέλφια και μάλιστα πολύ αγαπημένα. Ούτε αυτό μπορούσα να το καταλάβω, όπως πολλά που μου έλεγε η μάνα μου δεν τα καταλάβαινα λόγω ηλικίας. Σαν μεγάλωσα όμως το κατάλαβα και έτσι εξήγησα το ξαφνικό φευγιό του Σεβίλη. Τον βρήκανε χαπακωμένο με πολλές ασπιρίνες, κοιτάζοντας ένα οικογενειακό άλμπουμ. Ο γελαστός άνδρας παράτησε τα όπλα, είπε η μάνα μου πάνω από το μνήμα του την ώρα που ο παπάς έραινε το χώμα..
Καμιά φορά η μοίρα βάζει μαύρα νήματα στον αργαλειό της, άγνωστο για ποιο λόγο. Σύμφωνα με την κοσμοθεωρία της μάνας μου, δεν υπάρχει υφαντό χωρίς μαύρη κλωστή. Πάντα κάπου μπαίνει μαύρη κλωστή, είναι ο μόνος τρόπος για να φανεί το σχέδιο, να σπάσει το άσπρο χρώμα..
---
Δεν θα έλεγα ότι από αυτήν την πλατεία περνούσε πολύς κόσμος, τουλάχιστον για τα δικά μου παιδικά μάτια όσοι περνούσαν ήταν γνωστοί, άνθρωποι από τις διπλανές πολυκατοικίες, άλλοι έμεναν από πάνω μας, άλλοι σε διπλανές πόρτες. Η αλήθεια είναι ότι ελάχιστους γνωρίζαμε προσωπικά, πιο πολύ φυσιογνωμικά θα έλεγε κανείς. Ήταν και το παράπονο της μάνας μου αυτό.
«Σε αυτή την πόλη, κανείς δεν σου μιλάει! Όλοι ταϊζόμαστε από το ίδιο πηγάδι αλλά κανείς δεν κοιτάει στα μάτια τον άλλο. Σαν να ντρεπόμαστε για κάποια παλιά αμαρτία, κάνεις δεν την κουβεντιάζει, ίσως γιατί όλοι φταίμε..…»
Και είχε δίκιο, απόλυτο δίκιο όπως πάντα και αυτό ήταν κάτι που μέχρι κάποια ηλικία με ενοχλούσε πολύ. Ειδικά τις εποχές που ήθελα να καταρρίψω την υπεροχή της στην επιχειρηματολογία και να υψώσω την δική μου γνώμη, σαν λογικότερη και πιο ώριμη.
Δεν θα έλεγα ότι από αυτήν την πλατεία περνούσε πολύς κόσμος, τουλάχιστον για τα δικά μου παιδικά μάτια όσοι περνούσαν ήταν γνωστοί, άνθρωποι από τις διπλανές πολυκατοικίες, άλλοι έμεναν από πάνω μας, άλλοι σε διπλανές πόρτες. Η αλήθεια είναι ότι ελάχιστους γνωρίζαμε προσωπικά, πιο πολύ φυσιογνωμικά θα έλεγε κανείς. Ήταν και το παράπονο της μάνας μου αυτό.
«Σε αυτή την πόλη, κανείς δεν σου μιλάει! Όλοι ταϊζόμαστε από το ίδιο πηγάδι αλλά κανείς δεν κοιτάει στα μάτια τον άλλο. Σαν να ντρεπόμαστε για κάποια παλιά αμαρτία, κάνεις δεν την κουβεντιάζει, ίσως γιατί όλοι φταίμε..…»
Και είχε δίκιο, απόλυτο δίκιο όπως πάντα και αυτό ήταν κάτι που μέχρι κάποια ηλικία με ενοχλούσε πολύ. Ειδικά τις εποχές που ήθελα να καταρρίψω την υπεροχή της στην επιχειρηματολογία και να υψώσω την δική μου γνώμη, σαν λογικότερη και πιο ώριμη.
Λοιπόν, μαντέψτε, ακόμα και όταν μου έλεγε, «σαν μεγαλώσεις θα καταλάβεις γιατί έχεις άδικο...», ακόμα και τότε είχε δίκιο.
(Απόσπασμα)
(Απόσπασμα)
8/12/09
Κώστας Χατζής
Άνθρωπε που πας;
Σταμάτα άνθρωπο πατάς ..
Αγάπη μόνο σου ζητώ, μονάχα αυτό, μονάχα αυτό..!
5/12/09
David Gilmour in Royal Albert Hall - Wish You Were Here
So, so you think you can tell Heaven from Hell,
blue skies from pain.
Can you tell a green field from a cold steel rail?
A smile from a veil?
Do you think you can tell?
And did they get you to trade your heroes for ghosts?
Hot ashes for trees?
Hot air for a cool breeze?
Cold comfort for change?
And did you exchange a walk on part in the war for a lead role in a cage?
How I wish, how I wish you were here.
We're just two lost souls swimming in a fish bowl, year after year,
Running over the same old ground.
What have you found? The same old fears.
Wish you were here.
---------
Δαιμόνια ξεπηδάν από μέσα σου,
Θεός και αν είσαι, να παλεύεις
μα και άνθρωπος αν είσαι
για Θεός να περνιέσαι.
Μπορείς να ξεχωρίσεις τον πόνο από το γέλιο,
εκείνο το αυθόρμητο που σε κάνει κλαις;
Στην ίδια λέξη, δύο Θεοί, δυο άνθρωποι,
κείνος που κοιτά ,
κείνος που ζωγραφίζει.
Ένας χορός ατέρμονος,
αγκαλιά, η αγάπη με το μίσος,
η σκέψη με το ένστικτο,
η κουτή λογική με την ορμή,
Ένας Θεός και ένας διάβολος,
σε τούτο το χαρτί,
αίμα από φλέβα στάζουν
και σαν στερέψουν,
αγκαλιάζονται,
αύριο πάλι μια νέα μάχη.
We're just two lost souls swimming in a fish bowl, year after year,
Running over the same old ground.
What have you found? The same old fears.
τι βρήκες; πες μου και μένα...
2/12/09
1/12/09
29/11/09
Freedom..
Ελευθερία..
Δυο πουλιά που κελαηδούν είναι ελευθερία,
Δυο πουλιά που τα κοιτάς είναι ελευθερία,
Ψυχή, ανέκφραστη δεν είναι ελευθερία,
Γνώμη απόλυτη δεν είναι ελευθερία,
Χαρακτήρας αγενής δεν είναι ελευθερία,
Εγώ δεν είμαι ελεύθερος,
Εσύ δε είσαι ελεύθερος,
Κανείς βασικά δεν είναι ελεύθερος,
Ζούμε την ψευδαίσθηση, ότι είμαστε ελεύθεροι.
Το ότι γράφω σε αυτό το μπλόγκ δεν με κάνει ελεύθερο,
Δεν μπορώ να βρίσω κανέναν, ακόμα και να ήθελα,
Ελευθερία θα ήταν να μην θέλω να βρίσω κανένα,
Ελευθερία θα ήταν να μην χρειαζόταν να διαβάσεις αυτά που γράφω,
Να τα ήξερες.
Σκέψεις, ελεύθερες τυραννούν ένα κρανίο που τον στενεύει.
Γιατί αγαπάει, πονάει, συμπαθεί ..
Η αγάπη δεν μπορεί να είναι ελευθερία, ο πόνος δεν μπορεί να είναι ελευθερία, η συμπάθεια στοχεύει κάπου, σε περιορίζει να εκφραστείς άρα ούτε και αυτό είναι ελευθερία. Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν έχει ανθρώπινα συναισθήματα, μόνο πειθαρχεία και αυτό απο μόνο του αναιρεί την ελευθερία. Πόσο ελεύθερος είμαι να σηκωθώ να φύγω όταν κάποιος με αγαπάει, πόσο ελεύθερος είμαι να αρχίσω να τρέχω όταν το κορμί δεν αντέχει. Το ίδιο το σώμα, φυλακίζει την ψυχή, μόνιμος πολέμιος, μόνιμος εχθρός της ελευθερίας της ψυχής. Το μόνο πραγματικά ελεύθερο είναι το πνεύμα μας, η σκέψη μας μα όχι οι πράξεις μας. Στην πορεία της εξωτερίκευσης της σκέψης, παράγοντες όπως, συναισθηματικοί, λογικοί, λόγοι συμπάθειας και τάξης, μας επαναφέρουν στην καταστολή της ελεύθερης βούλησης. Νιώθουμε ελεύθεροι γιατί θέλουμε να έχουμε αυτή την αίσθηση, μα εγώ πάω λίγο παραπέρα. Συνειδητοποιώ ότι δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος όσο θα ήθελα και αυτόματα νιώθω να σπάω έναν τοίχο μέσα μου.
Τούτο το κορμί πολλές φορές δεν με χωράει, τα ντουβάρια μου πέφτουνε στενά, η αγάπη με σφίγγει αλλά λέω τούτο πλέον, είμαι άνθρωπος και επιλέγω. Να ζω ανθρώπινα μέσα στα δεσμά των συναισθημάτων μου. Και κάθε φορά που το συναίσθημα, η λογική στυλεύει την ελευθερία μου, ξέρω τον πόλεμο και τον κατανοώ. Αυτό μου δίνει ακόμα μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, την άνεση να παρακολουθώ τον πόλεμο με αδιαφορία, με απάθεια. Τούτο συμβαίνει, το ξέρω, το είδα, το περιμένω, λέω από μέσα μου και σωπαίνω.
Κανείς δε μπορεί να μου πάρει τις σκέψεις, παρόλο που είμαι δεμένος σφιχτά από μια κοινωνία που με μεγαλώνει και με τρέφει, άρα γαλουχεί και τις σκέψεις μου. Μα δεν αναπτύσσω κακές οδηγίες για αυτό, το αντίθετο, αποφασίζω να είναι συνειδητή η επιλογή μου. Αντιλαμβάνομαι μέσα μου τους ρόλους και τις επιρροές που δέχομαι, τα σταθμίζω και αυτό μου δίνει την ελευθερία, να λέω και να σκέφτομαι ότι δεν είμαι ελεύθερος. Αλλά είμαι ευτυχισμένος, γιατί νιώθω ελεύθερος μέσα στην επιλογή μου. Αν η ελευθερία δεν σκοπεύει στην ευτυχία τότε θα ήταν άχρηστη. Όπως και ο κάθε δρόμος που οδηγεί στην ευτυχία μέσα από δυσάρεστα μονοπάτια.
Επιλέγω λοιπόν, να είμαι τόσο ελεύθερος. Να πετώ μέσα στα σύννεφα, κάθε νυχτιά, σε κάθε γραμμή, σε κάθε πρόταση σε κάθε γράμμα. Αυτό είναι το δικό μου χρέος και είναι βαρύ.
Και όποιος πει ότι ζούμε ελεύθερα, έχουμε δημοκρατία και τα λοιπά, δεν θα διαφωνήσω, συγκριτικά με άλλες εποχές είμαστε σε καλύτερη κατάσταση. Αν και τότε ξέραμε ποιοι είναι οι εχθροί μας, τώρα κρύβονται πίσω από μια βόμβα, ένα εμβόλιο, μια τρομοκρατική οργάνωση, από τους πάγους που λιώνουν, θεωρίες συνωμοσίας και αισχροκέρδειας.
Νιώθουμε πράγματι τόσο ελεύθεροι;
26/11/09
Keep Walking...
Ο λεπτοδείχτης σπρώχνει τον δείκτη και όλοι μαζί σκαρφαλώνουν στο κυκλικό ρολόι με μια επιμονή, μια πεισματωμένη θέληση θα έλεγα. Μα το ποιο παράδοξο σε αυτήν την ιστορία, είναι τούτη η μικρή συνήθεια του. Σαν και σήμερα, κάθε χρόνο, ο λεπτοδείχτης κάνει μια μικρή στάση. Με κοιτάζει στα μάτια και ρωτάει το ίδιο πράγμα εδώ και 40 περίπου χρόνια.
"Ακόμα εδώ είσαι;"
"Ναι"
"Χρόνια πολλά, τότε " μου λέει και ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του. Δίχως να χάσει άλλο χρόνο ανασκουμπώνεται και συνεχίζει το ταξίδι του.
Η ίδια ερώτηση μου έρχεται στα χείλη κάθε που τον βλέπω να απομακρύνεται.
Άραγε, θα τον ξαναδώ;
"Ακόμα εδώ είσαι;"
"Ναι"
"Χρόνια πολλά, τότε " μου λέει και ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του. Δίχως να χάσει άλλο χρόνο ανασκουμπώνεται και συνεχίζει το ταξίδι του.
Η ίδια ερώτηση μου έρχεται στα χείλη κάθε που τον βλέπω να απομακρύνεται.
Άραγε, θα τον ξαναδώ;
19/11/09
Τα ήσυχα βράδια..
Και αν απόψε τα μάτια σου κλαίνε
να ξέρεις ότι κάτι μέσα σου βαθιά
ανασταίνεται,
είναι ‘κείνο το κύτταρο που ποτέ δεν θα πνίξεις,
δεν μπορείς, γιατί είσαι εσύ.
11/11/09
τα πάντα ρει ..

φώτο ΝΚ
Επιπλέουμε μέσα σε ένα σωλήνα γεμάτο νερό. Την μια στιγμή κολυμπάμε στην μία άκρη όπου κατοικεί ο φόβος, την άλλη κολυμπάμε απέναντι όπου είναι η αγάπη, ξανά πάλι πίσω στην λογική και ξανά στο συναίσθημα, ξανά στην αλήθεια και ξανά στο ψέμα. Ένα ατελείωτο ταξίδι μέσα στις αντιθέσεις που σκοπό έχει την σταθεροποίηση μας πάνω σε ένα σανίδι που λέμε ζωή. Πάντα θα γέρνουμε, γιατί κινούμαστε, πάντα θα είμαστε αλλού γιατί κολυμπάμε συνεχώς..
Αν τα πάντα ρει, γιατί εμείς να είμαστε στάσιμοι;
Αφού δεν είμαστε στάσιμοι, έχει σημασία που είμαστε; Ή που θα είμαστε; Το τέλος ενός ταξιδιού δεν μπορεί παρά να είναι η αρχή του επόμενου..
Συνεπώς σημαντικό είναι να κινούμαστε, όχι που βρισκόμαστε ή που θα βρεθούμε όπως σημαντικός πάντα θα είναι ο κολυμβητής της ζωής, ποτέ ο προορισμός αλλά το ταξίδι το ίδιο.
Ο χρόνος είναι σαν το νερό του σωλήνα, άπιαστος, ιαματικός και ατελείωτος ..
Και εμείς μια απειροελάχιστη κουκκίδα σε ένα ατέρμονο, δημιουργικό και αέναο σύμπαν με άπειρες μεταλλάξεις..
Αν τα πάντα ρει, γιατί εμείς να είμαστε στάσιμοι;
Αφού δεν είμαστε στάσιμοι, έχει σημασία που είμαστε; Ή που θα είμαστε; Το τέλος ενός ταξιδιού δεν μπορεί παρά να είναι η αρχή του επόμενου..
Συνεπώς σημαντικό είναι να κινούμαστε, όχι που βρισκόμαστε ή που θα βρεθούμε όπως σημαντικός πάντα θα είναι ο κολυμβητής της ζωής, ποτέ ο προορισμός αλλά το ταξίδι το ίδιο.
Ο χρόνος είναι σαν το νερό του σωλήνα, άπιαστος, ιαματικός και ατελείωτος ..
Και εμείς μια απειροελάχιστη κουκκίδα σε ένα ατέρμονο, δημιουργικό και αέναο σύμπαν με άπειρες μεταλλάξεις..
6/11/09
All by myself- Celine Dion
When I was young
I never needed anyone
And making love was just for fun
Those days are gone
Livin' alone
I think of all the friends I've known
When I dial the telephone
Nobody's home
All by myself
Don't wanna be
All by myself
Anymore
Hard to be sure
Sometimes I feel so insecure
And loves so distant and obscure
Remains the cure
All by myself
Don't wanna be
All by myself
Anymore
All by myself
Don't wanna live
All by myself
Anymore
When I was young
I never needed anyone
Making love was just for fun
Those days are gone
All by myself
Don't wanna be
All by myself
Anymore
All by myself
Don't wanna live
Oh
Don't wanna live
By myself, by myself
Anymore
By myself
Anymore
Oh
All by myself
Don't wanna live
I never, never, never
Needed anyone
2/11/09
Ο Νότος..
-Φεύγω για τον Νότο, μου είπε.
-Στάσου, απάντησα και δάγκωσα τα χείλια μου. Στάσου, θέλω να μου πεις κάτι ακόμα.
-Τι;
-Εκεί που πας, οι άνθρωποι πώς είναι; είναι ευτυχισμένοι;
-Δεν ξέρω. Έχει ζητιάνους που ζουν κάτω από τις γέφυρες,μοδίστρες που ράβουν σκυφτές με ελάχιστο φως, παιδάκια με μυαλό ξυράφι και σώμα γκρεμισμένο-κάθονται σε καρέκλες με ρόδες- μητέρες ανεβαίνουν τον Γολγοθά τους, πατέρες με σκοτεινά σακουλιασμένα μάτια από την στεναχώρια, γιαγιάδες που χαμογελούν να δώσουν κουράγιο.. ω ναι, είναι πολλά αυτά που υπάρχουν εκεί πέρα.. Μα δεν είναι μόνο αυτά, υπάρχουν και κήποι ολάνθιστοι, θάλασσα που το καλοκαίρι γεμίζει φωνές, βουνά που τον χειμώνα το κρύο τα αγκαλιάζει, τζάκι, παραμύθια.. ένα σωρό όμορφες εικόνες!
-Αυτό που περιγράφεις μοιάζει πολύ με τον δικό μου τόπο, δεν μου είπες κάτι καινούργιο.
-Φυσικά και δεν σου είπα, γιατί η ερώτηση σου ήταν λάθος.
-Έχεις δίκιο. την ξανακάνω. Εκεί που πας, έχει ανθρώπους όπως εδώ;
Τα φτερά του άνοιξαν, έκανε ένα κύκλο από πάνω μου και πέταξε ψηλά πάνω από τα σύννεφα. Μου φάνηκε ότι γελούσε με τις ερωτήσεις μου.
"Τελικά, εδώ είναι καλύτερα..." μουρμούρισα και άφησα το μικρό χελιδόνι να χαθεί στο απέραντο..
25/10/09
Eva Cassidy - Ain't no sunshine...
"τα σπουδαία είναι αυτά που δεν έχουν έρθει ακόμα,
σημαντικό ότι ζήσαμε, ότι ζούμε.
Σημαντικό επίσης, ότι δεν μπορούμε να ξεχάσουμε,
ασήμαντο οτιδήποτε αύριο το πρωί θα το πιει η λήθη της νύχτας.."
σημαντικό ότι ζήσαμε, ότι ζούμε.
Σημαντικό επίσης, ότι δεν μπορούμε να ξεχάσουμε,
ασήμαντο οτιδήποτε αύριο το πρωί θα το πιει η λήθη της νύχτας.."
23/10/09
ας ερχόσουν για λίγο ..
Πού να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που είμαι μόνος, μα τόσο μόνος
και που μαζί μου παίζουν κρυφτό
πότε η θλίψη και πότε ο πόνος
Πού να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που με χτυπάει τ' άγριο τ' αγέρι
να 'ρθεις και μ' ένα φιλί καυτό
να με γεμίσεις με καλοκαίρι
Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως
το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια
να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο
κι ας χανόσουν μετά
Πού να 'σαι, να 'ρθεις το βράδυ αυτό
σ' αυτούς τους δρόμους που σ' αγαπούνε
το ντουετάκι τους το γνωστό
τα βήματά μας να ξαναπούνε
Πού να 'σαι να 'ρθεις το βράδυ αυτό
που 'γινε φύλλο ξερό η ελπίδα
να 'ρθεις κοντά μου να φυλαχτώ
από του πόνου την καταιγίδα
Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως
το φριχτό μου σκοτάδι
και στα δυο σου τα χέρια
να με σφίξεις ζεστά
ας ερχόσουν για λίγο
κι ας χανόσουν μετά.
Δανάη Στρατηγοπούλου
Διασκευή Alex Kalofolias kai Thanos Amorginos
Στίχοι: Μίμης Τραϊφόρος
Μουσική: Μιχάλης Σουγιούλ
Πρώτη εκτέλεση: Δανάη, Στέλλα Γκρέκα
Άλλες ερμηνείες: Γιάννης Πάριος || Τάνια Τσανακλίδου || Μανώλης Φάμελος
19/10/09
Cake- Frank Sinatra
Μια χειμωνιά μας τυλίγει, μας πλησιάζει λέει .. εμπρός λοιπόν.
Χρόνος τραγανός που καταναλώνεται άνευ σκέψης..
Χρόνος τραγανός που καταναλώνεται άνευ σκέψης..
...με τα ωραία του και τα μοιραία του.
11/10/09
Ο Βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο Βασιλιάς.
Πράξη πρώτη.
Στο κέντρο της αίθουσας, ένα φέρετρο βαμμένο κίτρινο ανοιγμένο πάνω σε ένα τραπέζι με ξύλινα από μαόνι πόδια. Χαλί κόκκινο, σειρά καρέκλες με βελούδο στην πλάτη και σκαλιστά ποδάρια γύρω από το τραπέζι, απομακρυσμένα και ευθυγραμμισμένα.
Ένας μεγάλος πολυέλεος στο ταβάνι φώτιζε κάθε πτυχή του δωματίου, αφήνοντας ανένταχτες τις ψυχές των φίλων του Βασιλιά.
Πράξη Δεύτερη
«Ήταν δίκαιος!» μουρμούρισε η κοντέσα κρύβοντας το στόμα της με ένα μαντίλι, φανερά συγκινημένη.
«Φυσικά, αφού δεν έκανε τίποτα, πως να γίνει άδικος..» απάντησε ο κύριος με την μπριγιαντίνη και το στενό μέτωπο. Τα ρούχα ατσαλάκωτα, ένα κόκκινο λουλούδι στο πέτο.
«Μα, γιατί το λέτε αυτό κόμη;»
«Αν δεν είχε τον Αρχηγό της αυλής, θα είχε πεθάνει απο καιρό ..»
«Σιγά! Από τι;»
«Από άνοια..»
Πράξη Τρίτη.
Ο Αρχηγός, φορώντας τα σειρήτια στη δεξιά μεριά του πέτου, ίσιωνε την στολή του συνέχεια και κούρδιζε την μουστάκα του, που ήταν σαν πέταλο στην μούρη.
Σκεφτόταν δυνατά,
«Αν δεν ήμουν εγώ... τουλάχιστον κατάφερα να μοιράσω τύψεις σε όλους τους παρευρισκόμενους. Δεν πέθανε άδικα ο Βασιλιάς, τώρα όλοι ξέρουν ότι αυτοί τον σκοτώσανε, με την γκρίνια τους. ΜΟΝΟ εγώ ξέρω την αλήθεια.. μόνο εγώ.. Τουλάχιστον, όλοι φάνηκαν ότι στεναχωρήθηκαν, αυτό μάλλον είναι αρκετό ..»
Πράξη τέταρτη
Η Υπηρέτρια που τόσο την συμπαθούσε για την χωριάτικη καταγωγή της, την δήθεν καθαρεύουσα που πρόφερε σε κάθε πρόταση προσπαθώντας μάταια να παρουσιάσει μια ευγενική καταγωγή, αναδεύτηκε στην θέση της νευρικά. Μια σειρά βραχιόλια κουδούνισαν με δύναμη .. Έσκυψε το κεφάλι της διακριτικά και είπε στην μαγείρισσα..
«Ευρυδίκη, ποία η θέση μας τώρα; Μήπως τα προ-διαγραφέντα γεγονότα μας οδεύουν σε μία και μόνη λύση; Σε έναν στόχο ανώτερο;»
«ποια καλή μου; Δεν σε καταλαβαίνω;» απάντησε η μαγείρισσα με χαμόγελο. Καλοκάγαθη με ευμεγέθη περιφέρεια στήθους και όχι μόνο. Ακόμα φορούσε την ποδιά της την άσπρη και στο κεφάλι, εκείνο το δαντελωτό που την έκανε συμπαθή στον Βασιλέα..
«Την δημιουργία άλλου Βασιλείου, όπου εγώ πιστός ακόλουθος θα συνεχίσω να υπηρετώ τον νέο Βασιλιά..»
«Ποιόν νέο Βασιλιά, καλή μου;»
«Εσένα φυσικά...»
Πράξη πέμπτη και τελευταία.
Ο Αρχηγός της αυλής σηκώθηκε όρθιος με στόμφο, έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό λογύδριο που είχε ετοιμάσει για την περίσταση – Το είχε γράψει πριν από πέντε-έξι χρόνια, αλλά συνέχιζε να είναι επίκαιρο -.
«Πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να εκτελέσουμε την τελευταία επιθυμία του Βασιλέως..»
«Ποια είναι τούτη η Επιθυμία, υψηλότατε;» ρώτησε με χαμόγελο η υπηρέτρια του βασιλέως ...
«Η επιθυμία του είναι ...»
Μια βροντή έσκισε την αίθουσα στα δύο, σαν μουσελίνα που σκίζετε από άκρη σε άκρη.. Η φωνή ερχόταν μέσα από το φέρετρο..
«Κλείστε το καπάκι, να πεθάνω άχρηστοι..!! Έξι χρόνια δεν κοιμάμαι μη με φάτε ζωντανό, κάνω το ξύπνιο για να σας προσέχω.. αφήστε με να πεθάνω επιτέλους !»
Στο κέντρο της αίθουσας, ένα φέρετρο βαμμένο κίτρινο ανοιγμένο πάνω σε ένα τραπέζι με ξύλινα από μαόνι πόδια. Χαλί κόκκινο, σειρά καρέκλες με βελούδο στην πλάτη και σκαλιστά ποδάρια γύρω από το τραπέζι, απομακρυσμένα και ευθυγραμμισμένα.
Ένας μεγάλος πολυέλεος στο ταβάνι φώτιζε κάθε πτυχή του δωματίου, αφήνοντας ανένταχτες τις ψυχές των φίλων του Βασιλιά.
Πράξη Δεύτερη
«Ήταν δίκαιος!» μουρμούρισε η κοντέσα κρύβοντας το στόμα της με ένα μαντίλι, φανερά συγκινημένη.
«Φυσικά, αφού δεν έκανε τίποτα, πως να γίνει άδικος..» απάντησε ο κύριος με την μπριγιαντίνη και το στενό μέτωπο. Τα ρούχα ατσαλάκωτα, ένα κόκκινο λουλούδι στο πέτο.
«Μα, γιατί το λέτε αυτό κόμη;»
«Αν δεν είχε τον Αρχηγό της αυλής, θα είχε πεθάνει απο καιρό ..»
«Σιγά! Από τι;»
«Από άνοια..»
Πράξη Τρίτη.
Ο Αρχηγός, φορώντας τα σειρήτια στη δεξιά μεριά του πέτου, ίσιωνε την στολή του συνέχεια και κούρδιζε την μουστάκα του, που ήταν σαν πέταλο στην μούρη.
Σκεφτόταν δυνατά,
«Αν δεν ήμουν εγώ... τουλάχιστον κατάφερα να μοιράσω τύψεις σε όλους τους παρευρισκόμενους. Δεν πέθανε άδικα ο Βασιλιάς, τώρα όλοι ξέρουν ότι αυτοί τον σκοτώσανε, με την γκρίνια τους. ΜΟΝΟ εγώ ξέρω την αλήθεια.. μόνο εγώ.. Τουλάχιστον, όλοι φάνηκαν ότι στεναχωρήθηκαν, αυτό μάλλον είναι αρκετό ..»
Πράξη τέταρτη
Η Υπηρέτρια που τόσο την συμπαθούσε για την χωριάτικη καταγωγή της, την δήθεν καθαρεύουσα που πρόφερε σε κάθε πρόταση προσπαθώντας μάταια να παρουσιάσει μια ευγενική καταγωγή, αναδεύτηκε στην θέση της νευρικά. Μια σειρά βραχιόλια κουδούνισαν με δύναμη .. Έσκυψε το κεφάλι της διακριτικά και είπε στην μαγείρισσα..
«Ευρυδίκη, ποία η θέση μας τώρα; Μήπως τα προ-διαγραφέντα γεγονότα μας οδεύουν σε μία και μόνη λύση; Σε έναν στόχο ανώτερο;»
«ποια καλή μου; Δεν σε καταλαβαίνω;» απάντησε η μαγείρισσα με χαμόγελο. Καλοκάγαθη με ευμεγέθη περιφέρεια στήθους και όχι μόνο. Ακόμα φορούσε την ποδιά της την άσπρη και στο κεφάλι, εκείνο το δαντελωτό που την έκανε συμπαθή στον Βασιλέα..
«Την δημιουργία άλλου Βασιλείου, όπου εγώ πιστός ακόλουθος θα συνεχίσω να υπηρετώ τον νέο Βασιλιά..»
«Ποιόν νέο Βασιλιά, καλή μου;»
«Εσένα φυσικά...»
Πράξη πέμπτη και τελευταία.
Ο Αρχηγός της αυλής σηκώθηκε όρθιος με στόμφο, έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό λογύδριο που είχε ετοιμάσει για την περίσταση – Το είχε γράψει πριν από πέντε-έξι χρόνια, αλλά συνέχιζε να είναι επίκαιρο -.
«Πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να εκτελέσουμε την τελευταία επιθυμία του Βασιλέως..»
«Ποια είναι τούτη η Επιθυμία, υψηλότατε;» ρώτησε με χαμόγελο η υπηρέτρια του βασιλέως ...
«Η επιθυμία του είναι ...»
Μια βροντή έσκισε την αίθουσα στα δύο, σαν μουσελίνα που σκίζετε από άκρη σε άκρη.. Η φωνή ερχόταν μέσα από το φέρετρο..
«Κλείστε το καπάκι, να πεθάνω άχρηστοι..!! Έξι χρόνια δεν κοιμάμαι μη με φάτε ζωντανό, κάνω το ξύπνιο για να σας προσέχω.. αφήστε με να πεθάνω επιτέλους !»
10/10/09
Asturias - Isaac Albeniz
Χαροπαλεύει το κενό,
μάτια χαμηλά,
σαν κεράκι σε μανουάλι το στέρνο
αναβοσβήνει..
διπλωμένα γόνατα,
πλάτη γυρτή,
δυο ψίθυροι,
ένα για μένα, ένα για σένα..
Ανάβαση στο άφατο,
ή κατάβαση στο απερίγραπτο;
ένα νόμισμα, δύο όψεις
μα και πάλι,
κάποιος αγοράζει,
κάποιος πουλάει,
άραγε οι όψεις αλλάξαν το νόμισμα;
4/10/09
Το χιούμορ ως αντίδοτο ,,,
Είναι το χιούμορ πράγματι βασικό στοιχείο του ανθρώπου;
Η πρώτη αναγωγή του Αγγλικού όρου humor έρχεται από τον Ιπποκράτη «περί των χυμών του σώματος». Σύμφωνα με αυτή την θεωρία η καλή διάθεση του ανθρώπου εξαρτάται από την αρμονική μίξη των χυμών του σώματος. (Χολή, φλέγμα, μέλαινα χολή, αίμα).
Το χιούμορ είναι συνδεδεμένο με την αισθητική που ο καθένας έχει σαν προσωπικό βίωμα. Για κάποιους η αισθητική του χιούμορ είναι ένα βαθύ καπέλο που ανεξάντλητα βγάζει λαγούς με αποτέλεσμα όπου και να κοιτάξουν να βλέπουν αστεία θέματα. Για κάποιους άλλους ο μόνος τρόπος για να συναντήσει κανείς το χιούμορ είναι μια κωμωδία ή κάποια εικονογραφία/βιβλίο που προορίζεται να τους διασκεδάσει. Δεν εφεύρουν το χιούμορ μέσα από τις καταστάσεις, αλλά οι ίδιες οι καταστάσεις ορθώνονται μπροστά τους χιουμοριστικά και αυτοί το αποδέχονται. Συνήθως για αυτή την μερίδα ανθρώπων, ένας αστεϊσμός σε χρόνο ανύποπτο είναι αντιαισθητικό στοιχείο ή ακόμα και προσβλητικό.
Για παράδειγμα, αν δούνε σε μια κηδεία κάποιον να γελάει, θα το θεωρήσουν προσβολή. Αν απαντήσει κάποιος χιουμοριστικά σε ένα καθηγητή που διδάσκει, επίσης και ούτω κάθε εξής. Αυτοί δεν έχουν αίσθηση του χιούμορ; Είναι φρενοβλαβείς; Όχι φυσικά, απλώς έχουν διαφορετικά προσωπικά βιώματα από κάποιους άλλους. Το χιούμορ, λέμε είναι πηγαίο χάρισμα. Άραγε τι να σημαίνει αυτό; Γεννιόμαστε με χιούμορ; Υπάρχει τέτοιος κώδικας στο DNA μας; Αμφιβάλλω. Το πιο πιθανόν είναι να μας το παιδεύουνε κατά την παιδική ή εφηβική μας ηλικία. Αν παρ’ ελπίδα η ιατρική έχει δώσει θετική απάντηση σχετικά με το DNA, θα συμπληρώσω ότι δεν φτάνει κανείς να έχει στο αίμα του την τάση, πρέπει να το εκπαιδεύσει.
Το χιούμορ έχει αποχρώσεις; Έχει.
Υπάρχει το σαρκαστικό, το βιτριολικό, το ξερό, το μαύρο, η παρωδία, ο αυτοσαρκασμός, το σουρεαλιστικό και πολλά άλλα. Τι είναι αυτό που κρίνει την ποιότητα του χιούμορ;
Η αισθητική μας και πάλι.
Μα είναι τόσο κακό να μην μας αρέσει το χιούμορ του άλλου; Όχι φυσικά, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, διότι θα ήταν σαν να του λέμε «φταίει η οικογενειακή σου εκπαίδευση». Δεν ισχύει αυτό. Απλώς το χιούμορ χρειάζεται και άλλες παραμέτρους για να γίνει αποδεκτό από τον άλλο.
Πρώτη και βασική παράμετρος είναι η δεκτικότητα εκείνου που την λαμβάνει. Και συνήθως η δεκτικότητα εξαρτάται από την ψυχική του διάθεση. Ένας στεναχωρημένος, δύσκολα θα δεχτεί χιούμορ. Ένας που αγωνιά για κάποιο λόγο επίσης. Όταν ο εγκέφαλος είναι προσανατολισμένος στην αναμονή κάποιας συγκεκριμένης κατάστασης, αυτόματα απορρίπτει οτιδήποτε άλλο.
Δεύτερη παράμετρος είναι ο κοινωνικός μανδύας που φοράμε. Ένας πρωθυπουργός δεν γεύεται αστεϊσμούς λυκειόπαιδων. Ένας πλούσιος, όπως θα αποφύγει την παρέα των υποδεέστερων παρεών, έτσι θα αποφύγει να αστειευτεί και με τον θυρωρό. Ένας φτασμένος λογοτέχνης το ίδιο. Είναι σωστό αυτό; Είναι, γιατί κανείς από αυτούς δεν θα γινόταν αυτό που είναι αν δεν υπήρχε το στοιχείο της αλαζονείας μέσα τους. Συνήθως η σοβαροφάνεια κρύβει μέσα της ρινίσματα αλαζονείας. Η αληθινή σοβαρότητα μετριέται στις πράξεις του ατόμου, στα έργα του, όχι στις προφορικές ή γραπτές πρόχειρες σημειώσεις του. Πόσο οξύμωρο είναι αλήθεια να έχεις την δυνατότητα να αστειεύεσαι σε προσωπικό επίπεδο με κάποιον και παρουσία κόσμου να παρουσιάζεις την εικόνα που σου επιβάλλει ο κοινωνικός σου μανδύας.
Σαν τρίτη παράμετρο θα έβαζα, την γνωστή ρήση «Το χιούμορ θέλει τον χρόνο του». Μα αυτό δεν ισχύει καθότι η αληθινή ρήση θα έπρεπε να είναι «Το χιούμορ θέλει τον ΔΙΚΟ ΜΟΥ χρόνο» και όχι γενικά τον χρόνο του. Με λίγα λόγια, θέλει και την κατάλληλη διάθεση/στιγμή του ανθρώπου που δέχεται το χιούμορ.
Δεν θα ήθελα να προχωρήσω σε πιο βαθιά ανάλυση της ποιότητας/χρόνου/αισθητικής του χιούμορ γιατί ενστερνίζομαι απόλυτα την έκφραση του Πιραντέλο που ανέφερε στο έργο του «Η αισθητική του χιούμορ»..
Το χιούμορ έχει αμέτρητες εκφάνσεις και ακόμα περισσότερα διακριτικά χαρακτηριστικά. Η προσπάθεια διατύπωσης ενός ορισμού ενέχει τον κίνδυνο, από τη μία, της εκ του σύνεγγυς μελέτης ενός ή δύο ενοτήτων και, από την άλλη, της αποκήρυξης πολλαπλάσιων δυσνόητων πλευρών του.
Είναι δυσνόητο να το παρακολουθήσουμε ή να αναλύσουμε κάθε πτυχή του χιούμορ, απλώς θα σταθώ στην λέξη Αισθητική, μια λέξη που θα την συναντήσουμε πολλές φορές κοντά στην λέξη ηθική.
Το χιούμορ που προσβάλει είναι μη αισθητικό απλώς; ή μήπως και ανήθικο συνάμα;
Και τι ορίζει την ηθική μας;
Αυτός που προσβάλει ορίζει την ηθική του προσβαλλόμενου ή ο προσβαλλόμενος υποστηρίζει την ηθική του με την ασπίδα της προσωπικότητας του; Πόσο ανιαρό να πεις ότι μου επιτέθηκε με αναίσχυντο χιούμορ; Μήπως θα ήταν προτιμότερο και πιο ειλικρινές να πούμε ότι δε είχαμε την δύναμη/το σθένος να αντιδράσουμε στην ηθική προσβολή που μας επιβάλει ο εκάστοτε;
Γιατί η καυστική σάτιρα είναι ευρέως αποδεκτή; Επειδή δεν αναφέρεται στο πρόσωπο μας;
Μήπως αντί να διαπομπεύουμε αυτούς που αστειεύονται, να έπρεπε να παραδεχτούμε μερικά πράγματα για τον εαυτό μας; Το χιούμορ έχει την δύναμη να αποδιαρθρώνει την αντιφατικότητα της υποκειμενικής θεώρησης της προσωπικότητας μας και εφόσον είναι γενικά αποδεκτό ότι είναι ένας συναισθηματικός προσδιορισμός, να δώσει έναυσμα γέννας του παραλόγου μέσα την μίζερη λογική μας.
Επιπλέον στην λογοτεχνία θεωρείται ο πιο δύσκολος κλάδος γραφής. Και δεν έγκειται το γεγονός σε κάποια δυσκολονόητη τεχνική γραψίματος, αλλά στην επιτυχία του συγγραφέα να αποτυπώσει το συναίσθημα της πληρότητας που εμπεριέχει, χρησιμοποιώντας λέξεις και συμβολισμούς για να το επιτύχει. Όσο καλό μπορεί να είναι ένα θλιβερό κείμενο, τόσο καλό μπορεί να είναι και ένα χιουμοριστικό ή σαρκαστικό. Γιατί άραγε το μελαγχολικό κείμενο, μας είναι πιο προσφιλές;
(μερικές σκέψεις)
Η πρώτη αναγωγή του Αγγλικού όρου humor έρχεται από τον Ιπποκράτη «περί των χυμών του σώματος». Σύμφωνα με αυτή την θεωρία η καλή διάθεση του ανθρώπου εξαρτάται από την αρμονική μίξη των χυμών του σώματος. (Χολή, φλέγμα, μέλαινα χολή, αίμα).
Το χιούμορ είναι συνδεδεμένο με την αισθητική που ο καθένας έχει σαν προσωπικό βίωμα. Για κάποιους η αισθητική του χιούμορ είναι ένα βαθύ καπέλο που ανεξάντλητα βγάζει λαγούς με αποτέλεσμα όπου και να κοιτάξουν να βλέπουν αστεία θέματα. Για κάποιους άλλους ο μόνος τρόπος για να συναντήσει κανείς το χιούμορ είναι μια κωμωδία ή κάποια εικονογραφία/βιβλίο που προορίζεται να τους διασκεδάσει. Δεν εφεύρουν το χιούμορ μέσα από τις καταστάσεις, αλλά οι ίδιες οι καταστάσεις ορθώνονται μπροστά τους χιουμοριστικά και αυτοί το αποδέχονται. Συνήθως για αυτή την μερίδα ανθρώπων, ένας αστεϊσμός σε χρόνο ανύποπτο είναι αντιαισθητικό στοιχείο ή ακόμα και προσβλητικό.
Για παράδειγμα, αν δούνε σε μια κηδεία κάποιον να γελάει, θα το θεωρήσουν προσβολή. Αν απαντήσει κάποιος χιουμοριστικά σε ένα καθηγητή που διδάσκει, επίσης και ούτω κάθε εξής. Αυτοί δεν έχουν αίσθηση του χιούμορ; Είναι φρενοβλαβείς; Όχι φυσικά, απλώς έχουν διαφορετικά προσωπικά βιώματα από κάποιους άλλους. Το χιούμορ, λέμε είναι πηγαίο χάρισμα. Άραγε τι να σημαίνει αυτό; Γεννιόμαστε με χιούμορ; Υπάρχει τέτοιος κώδικας στο DNA μας; Αμφιβάλλω. Το πιο πιθανόν είναι να μας το παιδεύουνε κατά την παιδική ή εφηβική μας ηλικία. Αν παρ’ ελπίδα η ιατρική έχει δώσει θετική απάντηση σχετικά με το DNA, θα συμπληρώσω ότι δεν φτάνει κανείς να έχει στο αίμα του την τάση, πρέπει να το εκπαιδεύσει.
Το χιούμορ έχει αποχρώσεις; Έχει.
Υπάρχει το σαρκαστικό, το βιτριολικό, το ξερό, το μαύρο, η παρωδία, ο αυτοσαρκασμός, το σουρεαλιστικό και πολλά άλλα. Τι είναι αυτό που κρίνει την ποιότητα του χιούμορ;
Η αισθητική μας και πάλι.
Μα είναι τόσο κακό να μην μας αρέσει το χιούμορ του άλλου; Όχι φυσικά, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, διότι θα ήταν σαν να του λέμε «φταίει η οικογενειακή σου εκπαίδευση». Δεν ισχύει αυτό. Απλώς το χιούμορ χρειάζεται και άλλες παραμέτρους για να γίνει αποδεκτό από τον άλλο.
Πρώτη και βασική παράμετρος είναι η δεκτικότητα εκείνου που την λαμβάνει. Και συνήθως η δεκτικότητα εξαρτάται από την ψυχική του διάθεση. Ένας στεναχωρημένος, δύσκολα θα δεχτεί χιούμορ. Ένας που αγωνιά για κάποιο λόγο επίσης. Όταν ο εγκέφαλος είναι προσανατολισμένος στην αναμονή κάποιας συγκεκριμένης κατάστασης, αυτόματα απορρίπτει οτιδήποτε άλλο.
Δεύτερη παράμετρος είναι ο κοινωνικός μανδύας που φοράμε. Ένας πρωθυπουργός δεν γεύεται αστεϊσμούς λυκειόπαιδων. Ένας πλούσιος, όπως θα αποφύγει την παρέα των υποδεέστερων παρεών, έτσι θα αποφύγει να αστειευτεί και με τον θυρωρό. Ένας φτασμένος λογοτέχνης το ίδιο. Είναι σωστό αυτό; Είναι, γιατί κανείς από αυτούς δεν θα γινόταν αυτό που είναι αν δεν υπήρχε το στοιχείο της αλαζονείας μέσα τους. Συνήθως η σοβαροφάνεια κρύβει μέσα της ρινίσματα αλαζονείας. Η αληθινή σοβαρότητα μετριέται στις πράξεις του ατόμου, στα έργα του, όχι στις προφορικές ή γραπτές πρόχειρες σημειώσεις του. Πόσο οξύμωρο είναι αλήθεια να έχεις την δυνατότητα να αστειεύεσαι σε προσωπικό επίπεδο με κάποιον και παρουσία κόσμου να παρουσιάζεις την εικόνα που σου επιβάλλει ο κοινωνικός σου μανδύας.
Σαν τρίτη παράμετρο θα έβαζα, την γνωστή ρήση «Το χιούμορ θέλει τον χρόνο του». Μα αυτό δεν ισχύει καθότι η αληθινή ρήση θα έπρεπε να είναι «Το χιούμορ θέλει τον ΔΙΚΟ ΜΟΥ χρόνο» και όχι γενικά τον χρόνο του. Με λίγα λόγια, θέλει και την κατάλληλη διάθεση/στιγμή του ανθρώπου που δέχεται το χιούμορ.
Δεν θα ήθελα να προχωρήσω σε πιο βαθιά ανάλυση της ποιότητας/χρόνου/αισθητικής του χιούμορ γιατί ενστερνίζομαι απόλυτα την έκφραση του Πιραντέλο που ανέφερε στο έργο του «Η αισθητική του χιούμορ»..
Το χιούμορ έχει αμέτρητες εκφάνσεις και ακόμα περισσότερα διακριτικά χαρακτηριστικά. Η προσπάθεια διατύπωσης ενός ορισμού ενέχει τον κίνδυνο, από τη μία, της εκ του σύνεγγυς μελέτης ενός ή δύο ενοτήτων και, από την άλλη, της αποκήρυξης πολλαπλάσιων δυσνόητων πλευρών του.
Είναι δυσνόητο να το παρακολουθήσουμε ή να αναλύσουμε κάθε πτυχή του χιούμορ, απλώς θα σταθώ στην λέξη Αισθητική, μια λέξη που θα την συναντήσουμε πολλές φορές κοντά στην λέξη ηθική.
Το χιούμορ που προσβάλει είναι μη αισθητικό απλώς; ή μήπως και ανήθικο συνάμα;
Και τι ορίζει την ηθική μας;
Αυτός που προσβάλει ορίζει την ηθική του προσβαλλόμενου ή ο προσβαλλόμενος υποστηρίζει την ηθική του με την ασπίδα της προσωπικότητας του; Πόσο ανιαρό να πεις ότι μου επιτέθηκε με αναίσχυντο χιούμορ; Μήπως θα ήταν προτιμότερο και πιο ειλικρινές να πούμε ότι δε είχαμε την δύναμη/το σθένος να αντιδράσουμε στην ηθική προσβολή που μας επιβάλει ο εκάστοτε;
Γιατί η καυστική σάτιρα είναι ευρέως αποδεκτή; Επειδή δεν αναφέρεται στο πρόσωπο μας;
Μήπως αντί να διαπομπεύουμε αυτούς που αστειεύονται, να έπρεπε να παραδεχτούμε μερικά πράγματα για τον εαυτό μας; Το χιούμορ έχει την δύναμη να αποδιαρθρώνει την αντιφατικότητα της υποκειμενικής θεώρησης της προσωπικότητας μας και εφόσον είναι γενικά αποδεκτό ότι είναι ένας συναισθηματικός προσδιορισμός, να δώσει έναυσμα γέννας του παραλόγου μέσα την μίζερη λογική μας.
Επιπλέον στην λογοτεχνία θεωρείται ο πιο δύσκολος κλάδος γραφής. Και δεν έγκειται το γεγονός σε κάποια δυσκολονόητη τεχνική γραψίματος, αλλά στην επιτυχία του συγγραφέα να αποτυπώσει το συναίσθημα της πληρότητας που εμπεριέχει, χρησιμοποιώντας λέξεις και συμβολισμούς για να το επιτύχει. Όσο καλό μπορεί να είναι ένα θλιβερό κείμενο, τόσο καλό μπορεί να είναι και ένα χιουμοριστικό ή σαρκαστικό. Γιατί άραγε το μελαγχολικό κείμενο, μας είναι πιο προσφιλές;
(μερικές σκέψεις)
1/10/09
Ένας τρελός μονόλογος..
Ένα λουλούδι σκαρφαλώνει στον τοίχο με δύναμη, απλώνει τις ρίζες στο έδαφος με πείσμα και οργή.
Μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε....
Υπάρχει ένας πόνος παιδικός που δεν τολμούμε να ομολογήσουμε. Σαν το γιασεμί μας τυλίγει, μας σφίγγει. Ότι ζούμε το βλέπουμε με άλλο βλέμμα, δεν είναι παιδικό. Είναι ώριμο μιαν άλλη οπτική της ίδιας της ζωής. Δεν είμαστε χαμηλά να κοιτούμε ψηλά, να ζητάμε την στήριξη. Κοιτάμε πλέον χαμηλά, στηρίζουμε, ενισχύουμε τα θεμέλια των γύρω μας. Θέλει θάρρος. Αν λέγεται έτσι αυτό που κάνουμε, δεν νομίζω.
Ανακλαστικές θεωρίες δύναμης, μη προσβάσιμες στην σκέψη. Απλά συμβαίνουν. Σταματάμε να κοιτάμε ψηλά και κοιτάμε αυτούς που εξαρτιούνται από εμάς. Και η ζωή, φοράει το μαύρο κολλητό της φόρεμα, οπλίζει το ροζιασμένο χέρι της με ένα μαστίγιο. Μια βαράει στο έδαφος και μια στην πλάτη, στο πρόσωπο. Και εμείς δεν κουνιόμαστε από την θέση μας. Ενίοτε κλαίμε, όσο μπορούμε κλαίμε. Κάποτε βουβά, άλλοτε φωναχτά. Δεν έχει διαφορά , κανείς δεν μας ακούει. Σε κανέναν δεν στρέφουμε το στενάχωρο βλέμμα μας. Το κρατάμε γερά στην παλάμη μας, για εμάς, για τον εαυτό μας..
Το λουλούδι αρπάζει τον τοίχο με δύναμη, στηρίζει το βάρος στις ρίζες, κοιτάει κατάματα τον ήλιο, με οργή ...
Ο κόσμος γύρω μας κάνει ένα τρελό πανηγύρι παραλογισμού. Οι πάντες ντύνονται με ρούχα φανταχτερά, άλλος τρέχει στο πάλκο και ουρλιάζει με δύναμη. Άλλος ξερνάει, δίπλα μας άλλος σκύβει το κεφάλι, άλλος γελάει δυνατά. Και όλοι μαζί, χορεύουν ανάμεσα μας, μας χτυπάνε με το βλέμμα τους, με τα νύχια τους ξεσκίζουν τις σάρκες μας.
Δεν μας μένει παρά να τους αντιμετωπίσουμε με χαμόγελο, εκείνο το αφοπλιστικό ηλίθιο χαμόγελο που φωτίζει στο κούτελο την πινακίδα από νέον : "Είμαι και εγώ ηλίθιος σαν και εσάς.."
Το λουλούδι αδράζει τον ήλιο, τα σύννεφα παλεύουν, αλλά η ζωή έχει εφαρμόσει τους κανόνες της.
Μένει να γύρουμε το κεφάλι μας προς το λουλούδι, να το ζηλέψουμε.. να σφίξουμε όποια δόντια μας έχουν μείνει, να βγάλουμε την σιαγόνα μας από τον σβέρκο μας, να πλύνουμε το αίμα από την ψυχή μας και να ανασάνουμε βαριά αναμασώντας την ίδια καραμέλα.
Και αυτό πέρασε... (αλλά τι πήρε μαζί του;;)
Μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε....
Υπάρχει ένας πόνος παιδικός που δεν τολμούμε να ομολογήσουμε. Σαν το γιασεμί μας τυλίγει, μας σφίγγει. Ότι ζούμε το βλέπουμε με άλλο βλέμμα, δεν είναι παιδικό. Είναι ώριμο μιαν άλλη οπτική της ίδιας της ζωής. Δεν είμαστε χαμηλά να κοιτούμε ψηλά, να ζητάμε την στήριξη. Κοιτάμε πλέον χαμηλά, στηρίζουμε, ενισχύουμε τα θεμέλια των γύρω μας. Θέλει θάρρος. Αν λέγεται έτσι αυτό που κάνουμε, δεν νομίζω.
Ανακλαστικές θεωρίες δύναμης, μη προσβάσιμες στην σκέψη. Απλά συμβαίνουν. Σταματάμε να κοιτάμε ψηλά και κοιτάμε αυτούς που εξαρτιούνται από εμάς. Και η ζωή, φοράει το μαύρο κολλητό της φόρεμα, οπλίζει το ροζιασμένο χέρι της με ένα μαστίγιο. Μια βαράει στο έδαφος και μια στην πλάτη, στο πρόσωπο. Και εμείς δεν κουνιόμαστε από την θέση μας. Ενίοτε κλαίμε, όσο μπορούμε κλαίμε. Κάποτε βουβά, άλλοτε φωναχτά. Δεν έχει διαφορά , κανείς δεν μας ακούει. Σε κανέναν δεν στρέφουμε το στενάχωρο βλέμμα μας. Το κρατάμε γερά στην παλάμη μας, για εμάς, για τον εαυτό μας..
Το λουλούδι αρπάζει τον τοίχο με δύναμη, στηρίζει το βάρος στις ρίζες, κοιτάει κατάματα τον ήλιο, με οργή ...
Ο κόσμος γύρω μας κάνει ένα τρελό πανηγύρι παραλογισμού. Οι πάντες ντύνονται με ρούχα φανταχτερά, άλλος τρέχει στο πάλκο και ουρλιάζει με δύναμη. Άλλος ξερνάει, δίπλα μας άλλος σκύβει το κεφάλι, άλλος γελάει δυνατά. Και όλοι μαζί, χορεύουν ανάμεσα μας, μας χτυπάνε με το βλέμμα τους, με τα νύχια τους ξεσκίζουν τις σάρκες μας.
Δεν μας μένει παρά να τους αντιμετωπίσουμε με χαμόγελο, εκείνο το αφοπλιστικό ηλίθιο χαμόγελο που φωτίζει στο κούτελο την πινακίδα από νέον : "Είμαι και εγώ ηλίθιος σαν και εσάς.."
Το λουλούδι αδράζει τον ήλιο, τα σύννεφα παλεύουν, αλλά η ζωή έχει εφαρμόσει τους κανόνες της.
Μένει να γύρουμε το κεφάλι μας προς το λουλούδι, να το ζηλέψουμε.. να σφίξουμε όποια δόντια μας έχουν μείνει, να βγάλουμε την σιαγόνα μας από τον σβέρκο μας, να πλύνουμε το αίμα από την ψυχή μας και να ανασάνουμε βαριά αναμασώντας την ίδια καραμέλα.
Και αυτό πέρασε... (αλλά τι πήρε μαζί του;;)
27/9/09
Το Χειρουργείο..
Είχε πάρει στα χέρια του σφιχτά το χαρτί. Χέρια τρεμάμενα, πρόσωπο ωχρό, πανιασμένο, ελαφρά φοβισμένος. Πλησίασε τον γκισέ με τις πληροφορίες.
"παρακαλώ, έλαβα - από φανερού λάθους - αυτήν την ειδοποίηση, με ποιόν θα μπορούσα..."
Ο υπάλληλος μέσα από τον γκισέ, φανερά βιαστικός και απότομος, τράβηξε το χαρτί με δύναμη από τα χέρια του κοντού, σχεδόν σκυμμένου ανθρωπάριου.
"Θα πάτε στο τέλος του διαδρόμου αριστερά και μετά δεξιά, εκεί θα ρωτήσετε!"
"Μάλιστα ευχαριστώ.. πρόκειται για λάθους.. για λάθους.."
"Επόμενος, παρακαλώ" απάντησε με δύναμη ο υπάλληλος και μάζεψε το τσουλούφι του από την μούρη.
Ο κυριούλης προχώρησε σκυφτά στον πρώτο διάδρομο, ένα μικρό φωταγωγημένο διάδρομο με καρέκλες στα πλάγια του τοίχου. Διάβαζε τις πινακίδες σε κάθε πόρτα που περνούσε. "Ράδιο", "Ακτίνες", "Παθολόγος", "Καθαρίστριες".... Στο τέλος του διαδρόμου έστριψε αριστερά και προχώρησε ίσια μέχρι που βρήκε μια πόρτα που έγραφε με μεγάλα γράμματα "Σπρώξτε ..".
Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και βρέθηκε σε ένα μικρό σαλονάκι με διάφορους ανθρώπους που σχεδόν αμίλητοι κοίταζαν μια μεγάλη κόκκινη πόρτα - σαν χειρουργείου. Πάνω της είχε μια μεγάλη μπάρα που την άνοιγε διάπλατα και με μεγάλα γράμματα έγραφε "Ησυχία".
Κάθισε δίπλα σε ένα καραφλό, με κοιλιά που ίδρωνε συνέχεια.
"Συγνώμη, εγώ έχω έρθει από λάθους... εδώ είναι το τμήμα με το χειρουργείο;"
"χα!" γέλασε ο χοντρούλης και έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη. Σκούπισε το φαλακρό δέρμα της κεφαλής και έσκυψε δίπλα του.
"Όλοι από λάθους ήμαστε εδώ! Ποιος θα πίστευε ότι θα μας έβρισκε τέτοια συμφορά..!"
"Αυτό σας εξηγώ, εμένα δεν μου ήρθε συμφορά, ειδοποίηση μου ήρθε ότι έχω κάποια μεγάλη συμφορά και πρέπει να περάσω χειρουργείο!"
"Εμ.; εμάς τι μας ήρθε; Μόνοι μας το σκεφτήκαμε και ήρθαμε εδώ;"
"Ναι αλλά εγώ δεν πονάω, δεν νιώθω τίποτα επιλήψιμο για να μπώ χειρουργείο. Αντιθέτως νιώθω γερός σαν βόδι..!"
"Και εγώ! Και όλοι μας. Δεν έχει σημασία τι νιώθεις αλλά τι λένε ετούτοι με τα άσπρα. Αυτοί ξέρουν, εμείς κάνουμε ότι μας πούν!"
"Μα είναι παράλογο!"
"Θες να πεθάνεις;"
"Οχι!"
"Τότε περίμενε την σειρά σου όπως εγώ.."
Η πόρτα άνοιξε, μπήκανε μέσα δύο γρήγορα προτού κλείσει πάλι με θόρυβο..
Ο κυριούλης το μετάνιωσε. Σηκώθηκε να φύγει, ώσπου παρατήρησε όλους τον κοιτούν με περιέργεια..
"Τι με κοιτάτε; Δεν είμαι άρρωστος! Απορώ γιατί ήρθα μέχρι εδώ..."
"Και που το ξέρεις;" φώναξε ένας.
"Και τι θα καταλάβεις άμα φύγεις; μπορεί να είσαι βαριά άρρωστος και να πεθάνεις μόλις βγεις από εδώ.."
"Λέτε;" είπε διστακτικά ο κυριούλης και έκατσε πάλι στην καρέκλα του.
Η πόρτα άνοιγε κατά διαστήματα και έμπαιναν μέσα σιγά-σιγά όλοι. Κανείς δεν έβγαινε. Μόνο έμπαιναν. Κάποια στιγμή είχε μείνει μόνος του.
Μπήκε με αργές κινήσεις, διστακτικές....
"Το χαρτί που μου στείλατε" είπε σιγανά σχεδόν από μέσα του, σε ένα κύριο με μια πράσινη ρόμπα και μαντήλι στο πρόσωπο. Το πρόσωπο του κρυβόταν καλά, το σώμα όμως έδειχνε έναν ψηλό δυνατό άντρα..
"Ωραία, βγάλε τα ρούχα σου και περίμενε.."
Έβγαλε τα ρούχα του και περίμενε, ώσπου ήρθε ένας άλλος με πράσινη ρόμπα και με νόημα του έδειξε μιαν άλλη αίθουσα..
"Τι έχεις;" τον ρώτησε.
"Δεν ξέρω.." σχεδόν έκλαιγε..
"Ωραία! κατάλαβα..."
"Να, δείτε το χαρτί που ..."
Μπήκε το δωμάτιο κάποιος ντυμένος στα άσπρα και πριν προλάβει να μιλήσει του έχωσε μια βελόνα στο μπράτσο .. τα πάντα σκοτείνιασαν...
**
Προσοχή στο ταχυδρομείο, και στο καταραμένο γράμμα...24/9/09
Somewhere Over the Rainbow II ,,
Κάπου ψηλά στον ουρανό, κάποια ελπίδα μια μέρα φάνηκε και ευθύς όλοι οι άνθρωποι μιλήσανε για θαύμα. Εκείνο τους κοίταξε, χαμογέλασε και είπε :
"Χρειάστηκε να σηκώσετε τα κεφάλια σας, έτσι;"
**
(Wizard of OZ)
Somewhere, over the rainbow, way up high.
There's a land that I heard of Once in a lullaby.
Somewhere, over the rainbow, skies are blue.
And the dreams that you dare to dream
Really do come true.
Someday I'll wish upon a star and wake up where the clouds are far Behind me.
Where troubles melt like lemon drops, Away above the chimney tops.
That's where you'll find me.
Somewhere, over the rainbow, bluebirds fly. Birds fly over the rainbow,
Why then - oh, why can't I?
If happy little bluebirds fly beyond the rainbow,
Why, oh, why can't I?
**
(Wizard of OZ)
Somewhere, over the rainbow, way up high.
There's a land that I heard of Once in a lullaby.
Somewhere, over the rainbow, skies are blue.
And the dreams that you dare to dream
Really do come true.
Someday I'll wish upon a star and wake up where the clouds are far Behind me.
Where troubles melt like lemon drops, Away above the chimney tops.
That's where you'll find me.
Somewhere, over the rainbow, bluebirds fly. Birds fly over the rainbow,
Why then - oh, why can't I?
If happy little bluebirds fly beyond the rainbow,
Why, oh, why can't I?
θα με ανοίξω και θα σε βρω...
20/9/09
Janine.Jansen - Saint-Saens.
Και η ζωή κυλάει συμπαρασύροντας ελπίδες, θαύματα, υποσχέσεις, όνειρα..
Μια απαλή μελωδία καβαλικεύει τις σκέψεις, άραγε πόσες τέτοιες κάνουμε; Η αναμονή της ορχήστρας να δυναμώσει είναι οι στιγμές που ασυναίσθητα ανεβαίνουμε τα βουνά της θλίψης, της κορύφωσης..!
Και ένας χορός γεμάτος βιολιά, γυναίκες να χορεύουνε πάνω σε ένα καπρίτσιο, μπύρες να χύνονται, χοντροί αγκαλιασμένοι με πλαδαρά μάγουλα και χαμόγελα μας περιμένουν να μας πάρουν αγκαλιά πάνω στη κορυφή..
Απαλό κλάμα βιολιού πάλι και η ζωή μας για άλλη μια φορά μπαίνει σε ευθεία, οι σάρκες ξεκουράζονται. Ταλαντώνονται οι χορδές ξεκινάμε πάλι, τρέχουμε δεν σταματάμε. Για μια ιδέα, μια ιδεολογία για μια αγάπη..
Kαι τέλος το χειροκρότημα, ένα αυθόρμητο γέλιο σκαρφαλώνει στο πρόσωπο...
Πόσα έχουμε να θυμόμαστε από μια ζωή που ακόμα δεν τελείωσε..
Απολαύστε ένα κύμα ζωής να ξεκουρδίζεται απαλά μέσα από ένα βιολί...
Μια απαλή μελωδία καβαλικεύει τις σκέψεις, άραγε πόσες τέτοιες κάνουμε; Η αναμονή της ορχήστρας να δυναμώσει είναι οι στιγμές που ασυναίσθητα ανεβαίνουμε τα βουνά της θλίψης, της κορύφωσης..!
Και ένας χορός γεμάτος βιολιά, γυναίκες να χορεύουνε πάνω σε ένα καπρίτσιο, μπύρες να χύνονται, χοντροί αγκαλιασμένοι με πλαδαρά μάγουλα και χαμόγελα μας περιμένουν να μας πάρουν αγκαλιά πάνω στη κορυφή..
Απαλό κλάμα βιολιού πάλι και η ζωή μας για άλλη μια φορά μπαίνει σε ευθεία, οι σάρκες ξεκουράζονται. Ταλαντώνονται οι χορδές ξεκινάμε πάλι, τρέχουμε δεν σταματάμε. Για μια ιδέα, μια ιδεολογία για μια αγάπη..
Kαι τέλος το χειροκρότημα, ένα αυθόρμητο γέλιο σκαρφαλώνει στο πρόσωπο...
Πόσα έχουμε να θυμόμαστε από μια ζωή που ακόμα δεν τελείωσε..
Απολαύστε ένα κύμα ζωής να ξεκουρδίζεται απαλά μέσα από ένα βιολί...
18/9/09
BARCLAY JAMES HARVEST - MOCKING BIRD
Rain, sea, surf, sand, clouds and sky
Hush now baby, don't you cry
There's a mocking bird
Singing songs in the trees
There's a mocking bird
Singing songs
Just for you and me
Rain, sea, surf, sand, clouds and sky
Time will see your tears run dry
There's a mocking bird
Singing songs in the trees
There's a mocking bird
Singing songs
Just for you and me
Rain, sea, surf, sand, clouds and sun
Bless the tears of love now gone
There's a mocking bird
Singing songs in the trees
There's a mocking bird
Singing songs
Singing just for me...
Hush now baby, don't you cry
There's a mocking bird
Singing songs in the trees
There's a mocking bird
Singing songs
Just for you and me
Rain, sea, surf, sand, clouds and sky
Time will see your tears run dry
There's a mocking bird
Singing songs in the trees
There's a mocking bird
Singing songs
Just for you and me
Rain, sea, surf, sand, clouds and sun
Bless the tears of love now gone
There's a mocking bird
Singing songs in the trees
There's a mocking bird
Singing songs
Singing just for me...
17/9/09
15/9/09
τικ-τακ..
Θόρυβος, μουσική και ένα μόνιμο τικ-τάκ από το λεπτοδείκτη του ρολογιού που χτυπάει με μίσος τον χρόνο. Και εγώ γράφω, γράφω για τις μέρες τον χρόνο, τους μήνες μια ακολουθία υπολογισμών που ανεβαίνουν σαν σκαλιά στον νου μου. Και οι άνθρωποι σαν πρόσφυγες, με κλειστά τα μάτια μπαίνουν σε λαβύρινθους, ανεβαίνουν γέφυρες κατεβαίνουν παράλληλα με την όχθη ποταμών, κάποτε χαμογελούν μα ποτέ δεν επιστρέφουν.
Που πάνε;
Που πάνε;
Johnny Cash "Hurt"
I hurt myself today
To see if I still feel
I focus on the pain
The only thing that's real
The needle tears a hole
The old familiar sting
Try to kill it all away
But I remember everything
What have I become
My sweetest friend
Everyone I know
goes away
In the end
And you could have it all
My empire of dirt
I will let you down
I will make you hurt
I wear this crown of thorns
Upon my liar's chair
Full of broken thoughts
I cannot repair
Beneath the stains of time
The feelings disappear
You are someone else
I am still right here
What have I become
My sweetest friend
Everyone I know
goes away
In the end
And you could have it all
My empire of dirt
I will let you down
I will make you hurt
If I could start again
A million miles away
I would keep myself
I would find a way
I hurt myself today
To see if I still feel
I focus on the pain
The only thing that's real
The needle tears a hole
The old familiar sting
Try to kill it all away
But I remember everything
What have I become
My sweetest friend
Everyone I know
goes away
In the end
And you could have it all
My empire of dirt
I will let you down
I will make you hurt
I wear this crown of thorns
Upon my liar's chair
Full of broken thoughts
I cannot repair
Beneath the stains of time
The feelings disappear
You are someone else
I am still right here
What have I become
My sweetest friend
Everyone I know
goes away
In the end
And you could have it all
My empire of dirt
I will let you down
I will make you hurt
If I could start again
A million miles away
I would keep myself
I would find a way
13/9/09
Δεν υπάρχει άλλη σκέψη παρά να γενείς από σπουργίτη, αετός..
Ένας ματωμένος χορός, μια κόκκινη φούστα που ανεμίζει στο στριφογύρισμα, απαλό κρασί, χείλια που ενώνονται, η ζωή μαζεύει τα κομμάτια της ανίκανη να σταματήσει ετούτη την μέθη.
Βλέπεις υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι η ζωή επιλέγει τα επόμενα βήματα μας, μα αυτό είναι ψεύδος. Σαν καλοκουρδιζμένη μηχανή, μοιράζει πιθανότητες και σερβίρει καταστάσεις. Και μας μετράει, μας παρακολουθεί, κοιτάει να δει με ύφος στρατηγού πάνω στον λόφο, πως αντιδράμε σε κάθε θέλημα της.
Και έτσι αυτό το παιχνίδι παίζεται, με ένα σαλεμένο στρατηγό πάνω στον λόφο που κρατάει στα χέρια του μια τράπουλα. Τραβάει χαρτί κακό και ξεκληρίζει χωριά, τραβάει καλό χαρτί και δίνει χαμόγελα.
Εμείς μικροί και ανήμποροι, χοροπηδάμε σε κάθε λακκούβα ελπίζοντας ..
Βλέπεις υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι η ζωή επιλέγει τα επόμενα βήματα μας, μα αυτό είναι ψεύδος. Σαν καλοκουρδιζμένη μηχανή, μοιράζει πιθανότητες και σερβίρει καταστάσεις. Και μας μετράει, μας παρακολουθεί, κοιτάει να δει με ύφος στρατηγού πάνω στον λόφο, πως αντιδράμε σε κάθε θέλημα της.
Και έτσι αυτό το παιχνίδι παίζεται, με ένα σαλεμένο στρατηγό πάνω στον λόφο που κρατάει στα χέρια του μια τράπουλα. Τραβάει χαρτί κακό και ξεκληρίζει χωριά, τραβάει καλό χαρτί και δίνει χαμόγελα.
Εμείς μικροί και ανήμποροι, χοροπηδάμε σε κάθε λακκούβα ελπίζοντας ..
11/9/09
A Little Fall of Rain..
Σχολεία αρχίζουν, το φθινόπωρο χαμογελά κουμπωμένο και οι πρώτες στάλες μας γεμίζουν μελαγχολία από μια παράδοξη ζεστασιά που απορρέει από μέσα μας. Στα χωριά η ψάθινη σκούπα που μαζεύει τα ξερά φύλλα, η μυρουδιά του νωπού χώματος ανακατεμένο με την μυρουδιά των δακρυσμένων μαργαριτών και του έντονου χρώματος της πικροδάφνης, μας αναδεύει τον νου. Ευχάριστες ασπρόμαυρες σκέψεις..
Χαμογελώ, θυμάμαι το καλοκαιρινό περίπατο που έκανα δίπλα στην θάλασσα, το ανέβασμα με το αυτοκίνητο στο βουνό, την απέχθεια που ένιωσα σαν μπήκα στην πόλη, σαν συνάντησα το πρώτο φανάρι.. δείγμα πολιτισμού, ρεαλισμός μέσα στο όνειρο..
Μα δεν βαριέσαι, η ζωή συνεχίζεται..
Έρχονται οι μπόρες σκέφτεσαι μα δεν έρχονται μόνες τους, κουβαλάνε τις προσπάθειες που έκανες καιρό τώρα σε διάφορους τομείς και η προσμονή αυτή σε κάνει ανυπόμονο, ανώριμο να αντέξεις τα τικ-τακ του χρόνου, όπως ένα παιδί ..
Όλα θα πάνε καλά, τα λόγια μας θα τυλίξουν το μέλλον
μέσα σε μια τρυφερή κουβέρτα
ζεστασιάς
και αγάπης..
μέσα σε μια τρυφερή κουβέρτα
ζεστασιάς
και αγάπης..
Οι επόμενες μέρες για μένα, προβλέπονται συνταρακτικές...
ελπίζω και σφίγγω τα δόντια μου!
5/9/09
Faraway
Τα βραχοπούλια τον ωκεανό κοιτούν και νοσταλγούν,
Ερειπωμένα μάτια μέσα σε κατάλευκα κορμιά.
Και η θάλασσα από κάτω, πλατσουρίζει σαν παιδί,
Ο άνεμος σβουρίζει τα πούπουλα, ανακατεύει θύμησες με ελπίδες.
Και σαν κοιτούν κατάρτι να ορθώνεται στο βάθος,
κρώζουν με βραχνή φωνή,
μια νέα πατρίδα ανατέλλει..
4/9/09
Epilogue
και λέω τούτο :
Αρνούμαι το βιβλίο τούτο εδώ να κλείσω,
Και εσείς θεοί μην χαλκεύετε τα γέλια σας,
Με την δική μου αδυναμία.
Τον επίλογο αυτό που μου σερβίρετε,
εγώ δεν θα τον διαβάσω,
Θα τον αμφισβητήσω και θα τον χλευάσω.
Και αν εσείς φτεροπόδαροι, κεραυνοκράτορες, δίκαιοι και άδικοι,
παντοκράτορες και παντογνώστες,
Με άνεμο ύπουλο γυρίσετε τις σελίδες,
Με πλάνη φέρετε το πρόσωπο μου στα τελευταία λόγια,
Να γνωρίζετε ότι εγώ θα κάνω ότι δεν σας άκουσα,
Δεν υπήρξατε, δεν σας γνωρίζω...
Ακόμα και αν βαθιά μέσα μου ξέρω ότι,
Το βιβλίο της ζωής, εσείς το γράψατε
και το σκαρίφημα του επίλογου, πάλι εσείς το σχεδιάσατε,
μα και όλη την δερματόδετη ράχη με τα γαμψά σας νύχια συράψατε, κολλήσατε και σφραγίσατε,
Μελάνι το αίμα σας, ιστορία το δάκρυ και το γέλιο μας!
Ω, ναι μάλλον πρέπει να σταματώ να σας πολεμώ, το βλέπω τώρα.
Ζητήστε μου στα γόνατα να συρθώ,
να παρακαλέσω, να ζητήσω..
τι;
Μιαν ευκαιρία να μου δώσετε, έναν επίλογο άλλο να διαβάσω,
ποιον;
Αυτό που θα με βόλευε να διαβάσω...
Γιατί γελάτε;
Γιατί γελάτε;
Και αυτό ανόητο, έτσι δεν είναι;
Και αυτό ανόητο..
Ευδοκία
Απόψε τούτος ο χορός,
ας γίνει πεπρωμένο,
τούτα τα βήματα, να δεις,
ιχνηλατούν λεβέντες.
και η μεταλλική ματιά,
χτίζει συνειδήσεις.
ένα κρασί και ένας χορός,
μεγάλο σχέδιο ζωής,
Σε τούτες τις δουλεμένες πλάτες θεέ μου,
ο κόσμος στηρίζεται απ' άκρη σ 'άκρη .
Αθανασία...
Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά
Σ' αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές
Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς
Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ' του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές
Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη
Άλλες ερμηνείες: Μαργαρίτα Ζορμπαλά || Βασίλης Λέκκας || Μαρινέλλα & Γιώργος Νταλάρας ( Ντουέτο )
2/9/09
31/8/09
Ω ποιητές !
30/8/09
Με την πρώτη μυρουδιά του Σεπτέμβρη επέστρεψα. Φέτος είχα τεράστια ανάγκη να "αδειάσω" μέσα μου. Κάποιες στιγμές τα κατάφερα, κάποιες πάλι όχι.
Δεν πρέπει να παραπονιέμαι, φέτος πήγα αρκετές διακοπές. Αλλά δεν έχω ακόμα την δύναμη να γράψω, θα έλεγε κανείς ότι ένα από τα πράγματα που σταθήκανε σαν μπουκιά στον λαιμό μου. Απλά δεν κατεβαίνει ή ακόμα καλύτερα κατεβαίνει δύσκολα..
Σαν να γύρισα μέσα στις φασαρίες, μέσα στον θόρυβο.
Πόσο θα ήθελα να μείνω εκεί..
Σας εύχομαι να μείνετε μόνιμα σε μια παραλία ή σε ένα βουνό. Όπως προτιμάτε, μα πάνω από όλα η επιστροφή σας να είναι γεμάτη χαρά.
Δεν πρέπει να παραπονιέμαι, φέτος πήγα αρκετές διακοπές. Αλλά δεν έχω ακόμα την δύναμη να γράψω, θα έλεγε κανείς ότι ένα από τα πράγματα που σταθήκανε σαν μπουκιά στον λαιμό μου. Απλά δεν κατεβαίνει ή ακόμα καλύτερα κατεβαίνει δύσκολα..
Σαν να γύρισα μέσα στις φασαρίες, μέσα στον θόρυβο.
Πόσο θα ήθελα να μείνω εκεί..
Σας εύχομαι να μείνετε μόνιμα σε μια παραλία ή σε ένα βουνό. Όπως προτιμάτε, μα πάνω από όλα η επιστροφή σας να είναι γεμάτη χαρά.
26/7/09
22/7/09
Μικρές (Παρ)ανομίες..
Ήταν απόγευμα, ο ήλιος φανερά κουρασμένος μάζευε με αργές κινήσεις τις ακτίνες του πάνω από τα έπιπλα, κάποια παιδιά στον δρόμο τσακωνόντουσαν με τους γονείς τους για λίγο παιχνίδι παραπάνω.. ένα τυπικό απόγευμα, μια κλασσική σκηνή που θα έκλεινε την ταχύτητα της ημέρας με κάτι ανάλαφρο και ήρεμο.
Ο καναπές, δεν είναι πλέον μαλακός όσο τότε που τον αγόρασα αλλά δεν βαριέσαι, την δουλειά του την κάνει, δεν μπορούνε να είναι όλα καινούργια εσαεί..
Χωρίς να πολύ-σκεφτώ, τα πόδια μου απλώθηκαν στην νότια πλευρά του καναπέ και το δεξί μου χέρι γλίστρησε πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού χαϊδεύοντας το σκληρό πλαστικό του χειριστηρίου της τηλεόρασης. Έφερα στον νου μου τις τελευταίες κινήσεις του σώματος μου, σαν να ήταν άλλος αυτός που εκτελούσε και άλλος αυτός που σκεφτόταν.
Και τι να δω στην τηλεόραση; Να αποχαυνωθώ σε φθηνές εκπομπές; Σε εικονικούς τσακωμούς; Να δω την χαρά της νοικοκυράς που έχει να πλύνει ακόμα 2 γήπεδα παρκέ; Και σε κάθε περίπτωση, γιατί ο εγκέφαλος μου συνδυάζει την ξεκούραση με την τηλεόραση; Ποιος είναι αυτός που το πέρασε μέσα στο υποσυνείδητό μου;
Όχι. Κανονικά, ένα βιβλίο έπρεπε να ανοίξω. Ένα καλό βιβλίο με μεγάλα γράμματα. Βλέπεις δεν βλέπω πλέον τόσο καθαρά όπως παλιά οπότε ένα δυνατό φως θα ήταν χρήσιμο. Ίσως και ο καναπές να μην είναι ότι καλύτερο για τέτοια δουλειά. Μπορεί να αποκοιμηθώ, όπως τις προάλλες που πετάχτηκα πάνω έντρομος βλέποντας τον ήλιο να με κοιτάει κατάματα.. Ακόμα θυμάμαι τα θολά από τον ύπνο μάτια μου να ψάχνουν το ρολόι στον χώρο του σαλονιού, ευτυχώς για μένα ήταν μόνο 7.00 το πρωί.
Μόνο! Βλέπεις, για να πει κανείς ότι κοιμήθηκε πρέπει η ώρα να είναι τουλάχιστον 9 το πρωί. Άντε και σε κάποιες περιπτώσεις 10.. μην πω 11.30 και με πάρετε στο ψιλό!
Δεν βαριέσαι! Άμα κοιμάσαι αργά, ξυπνάς και αργά. Νόμος! Όπως και συνήθεια μου έχει γίνει να κοιμάμαι αργά, καθότι είναι μόνες ώρες που μπορώ να ασχοληθώ με τον υπολογιστή μου ανενόχλητος. Κάτι που θα κάνω και τώρα, θα πάρω το βιβλίο και θα κάτσω στον υπολογιστή μου μπροστά να διαβάσω. Έτσι δεν θα με πάρει ο ύπνος και θα κοιτάω και τα εμαιλ μου συχνά πυκνά. Μπορεί και το FaceBook. Μπορεί και άλλες ιστοσελίδες...
Κάπου ανάμεσα στο Facebook και στο ανεμολόγιο είδα με την άκρη του ματιού μου, το χέρι μου να κινείται αυθόρμητα, εντελώς ανεξέλεγκτα. Λες και κάποια εξωγήινη δύναμη το είχε μαγνητίσει και το έσερνε σε ακολουθία κινήσεων με μεγάλη προσοχή. Η πίπα κρατήθηκε στα χέρια μου, καθαρίστηκε, μπήκε το φίλτρο, ο καπνός και ... πάφ..
Μια άκρη του μυαλού μου προσπαθούσε να χωνέψει, να εξηγήσει την αυτοματοποίηση της κίνησης των χεριών μου. Κάτι εντελώς μαγικό συμβαίνει όταν θέλουμε να πάρουμε μια ανάσα από την ζωή. Όταν λες,θέλω να αφήσω τα πάντα πίσω μου και να ασχοληθώ με τον εαυτό μου, οι συνήθειες που σε βλάπτουν είναι περισσότερες από αυτές που σε βοηθάνε... Αυτήν την διαπίστωση έκανα και μάλιστα δεν θα έλεγα ότι ήταν απλώς διαπίστωση αλλά και παράπονο. Που σκατά είναι η αυτοσυντήρηση του ζώου ανθρώπου;
Όταν ο κάστορας νιώσει ότι η λίμνη είναι ακατάλληλη, τρέχει γρήγορα να φύγει. Όταν ο σκύλος μυρίσει χαλασμένη τροφή, φεύγει τρέχοντας μακριά. Ο άνθρωπος είναι τόσο ζώο που δεν μπορεί να δει ότι η τηλεόραση και το τσιγάρο είναι βλαβερά για αυτόν; Ίσως όχι τα μόνα, αλλά έχουν και αυτά το μερίδιο τους στην «Ακατάλληλη για μακροζωία» ζωή μας..
Ζωή μας ... ας γελάσω..!
Δεν τα βλέπουμε ως βλαβερά, διότι μας ναρκώνουν. Αυτή είναι η μόνη ορθολογική απάντηση που μπόρεσα να δώσω, σαν ανακάλεσα στην μνήμη την αυθόρμητη κίνηση του χεριού μου και σπινθήρισα μια σειρά από σκέψεις γύρω από αυτό. Το ότι αυτές οι συνήθειες, δρουν ναρκωτικά πάνω μας το επιβεβαίωσα την ώρα που έκανα ετούτες τις σκέψεις και παράλληλα ρουφούσα με απόλαυση τον Δανέζικο καπνό από την ξύλινη σκαλιστή μου πίπα.. Κάθε ρουφηξιά και μια ακόμα γεύση από παράδεισο, οσμή από ξύλο και σκέψη κοφτερή ..
«Έτσι είναι φίλοι μου», αναφώνησα ζωηρά εκείνη την ώρα,
«ζούμε για να κυνηγάμε αυτούς που μας κυνηγάνε και δεν ανεχόμαστε πιέσεις από τρίτους, από αφεντικά, γυναίκες,παιδιά, πολιτικούς και άλλα, αλλά από την άλλη έχουμε παραδοθεί, στις μικρές άνομες ναρκωτικές μας απολαύσεις. Το παιδεραστή που έβλαψε τον μικρό στην απέναντι πολυκατοικία θα τον λιθοβολήσουμε, το ναρκομανή μέσα στο σπίτι μας, θα τον καλωσορίσουμε και ίσως ανταλλάξουμε και αστεϊσμούς. Έτσι για να περνάει καλύτερα η ώρα μαζί του!»
Ποιος ξέρει, ίσως αφού τελειώσω την πίπα μου, να γράψω και ένα κείμενο για την απαράδεχτη κίνηση των πολιτικών που προσπαθούν να μου κόψουν το τσιγάρο με δικτατορικές μεθόδους..
λίγη υπομονή, θα το γράψω και αυτό σε λίγο..
17/7/09
Το Ημερολόγιο
φώτο Ν.Κ.
Νωρίς πρωί εξύπνησα,
μέσα στο μπάνιο μπήκα,
μα αν και το κορμί μου καθαρό,
είχα ψυχή βουτηγμένη, μελανή,
βαριά σαν πέτρα
στην λίμνη καθισμένη.
Και εκείνες οι ρυτίδες μου;
τις μάγεψε το κλάμα,
Πρέπει απόψε κ’ όλας
να βρω τρόπο να τις εξαφανίσω.
Το πρωινό μου ήταν λιτό,
φρούτα χυμός από πορτοκάλι,
βλέπεις, αν θα ‘πρεπε στην ζυγαριά
επάνω, να ανεβώ
τα ίδια τα γραμμάρια
πάλι σαν χθες, τα ίδια πρέπει να ‘ταν.
Ο Γιακουμής βλέπεις νοιάζεται,
με θέλει όπως με ξέρει,
νέα όμορφη και καλοπληρωμένη.
Αχ! Αυτός ο χρόνος σκέψεις δεν κοιτά,
χατίρια δεν ακούει..
Απ’ έξω ο ουρανός είναι μουντός,
με άσπρη σκόνη τα σύννεφα τριμμένα,
άραγε σήμερα τι διάφορο θα μου συμβεί,
τι να μου φέρνει η νύχτα;
Δεν στάθηκα άλλο, να χαζολογώ
ντύθηκα, ρούχα φόρεσα απλά,
κορμί να μην μαγεύει.
Πήρα την τσάντα την μπορντό,
αυτή με τα άστρα απέξω.
και την πόρτα έκλεισα,
στο άδειο σπιτικό μου,
άδειο από έπιπλα,
άδειο και από ανθρώπους.
Στο γυμναστήριο έφτασα
και ο διάδρομος με ρούφηξε,
τις σκέψεις μου τραβούσε.
Εικόνες από το χθες, πρόσωπα ιδρωμένα,
και λεκιασμένα χρώματα
μες στην ψυχή μου σκάλωσαν
την νιότη μου τραβούσαν.
Άραγε σήμερα ο Θεός,
ποιόν λίγδα ποιόν σατράπη,
ποιος την τύχη μου τη στραβή απόψε θα υφάνει ;
Μετά το γυμναστήριο,
βόλτα στο σουπερμάρκετ.
Χρόνος υπήρχε ακόμη εδώ,
οι τράπεζες μην κλείσουν.
Λόγια απλά καθημερινά,
αντάλλασσα,
την βρώμα του κορμιού μου,
κανείς τους δεν την πρόσεχε,
κανένας δεν την ξέρει.
Έτσι λοιπόν με χαιρετάν
κάθε πρωί στο μαγαζί
που τρόφιμα ψωνίζω.
Και ‘γω μες τους ανθρώπους
χάνομαι το πλήθος να με κρύψει.
Ώρα 12:00 ακριβώς όπως και κάθε μέρα,
ο άνθρωπος πίσω από το γκισέ,
τα χρήματα μετράει.
Και με το βλέμμα πονηρό απόδειξη εκδίδει.
- «Στο όνομα Θεοτοκάτου Μαίρη είπαμε, να μη το ξαναλέμε»
Χαμόγελο εισέπραξα, τα χρήματα επήρε,
- «Το όνομα του καταθέτη ξεχάσατε, εδώ το όνομα γράψτε..»
- «Ανώνυμα ,και πάλι όπως χθές.
Δεν θέλω να μάθει το όνομα κανείς, ούτε και συ ο ίδιος!.»
Ώρα 14.00 ακριβώς, τρέχω λαχανιασμένη
εκεί δίπλα στο στενό κάτω από τις πινακίδες.
Εκεί όπου εγώ δεν φαίνομαι,
τα πάντα όμως κοιτάω.
Παιδιά πολλά έξω από το σχολείο σα σχόλασε,
μεμιάς θαρρείς όλα τα δέντρα ανθήσαν!
Ακόμα και η μουριά καρπό φανέρωσε,
Το χαλί της φύσης φάνηκε,
να ξεπετιέται από τις ρωγμές,
σαν να ‘ταν δίχτυ το τσιμέντο.
Χαμόγελα παντού, γονείς,
τα καμάρια ασθμαίνοντας χαρούμενα,
κοιτούν, τα περιμένουν.
Νάτο και το βλαστάρι μου,
στον ώμο την τσάντα έχει!
Θαρρώ πολλά θα έμαθε
και στο σχολείο πρώτη μαθήτρια θα ‘ναι.
Ακούς; Έχει το αστέρι του ουρανού,
πάνω από την κεφαλή της,
και με νεραιδόσκονη μικρή την είχανε ποτίσει..
Μα τι λέω η ονειροπαρμένη; Κοίτα την!
Σωστή κοπέλα έγινε ,
μακάρι να γνωριζόμασταν,
αλλά και πάλι,
τι θα μπορούσα ποτέ εγώ να την διδάξω;
Κοίτα την! Τρέχει μπρος,
και τα μαλλιά ανεμίζουν
σαν χαίτη αλογίσια!
Την χάρη της Αρτέμιδος,
την ομορφιά της Αφροδίτης...
Θα θελα να ‘χα μια στιγμή,
αχ πόσο πολύ την ντρέπομαι!
Ούτε μπορώ να φανταστώ,
να με κοιτάει στα μάτια!
Φαινόταν πάντως μια χαρά,
τα μάγουλα της ροδουλά,
και από τα χείλι τα πλατιά,
θαρρώ μόνο λόγος καλός μπορούσε να ανθίσει!
Άραγε που να τρέχει;
Α ναι! Έτρεξε και κρύφτηκε στην αγκαλιά, του θείου ,
εκείνου που την πρόσεχε και όρκο ιερό είχε δώσει.
«Η μάνα σου σε άφησε και τώρα δεν σε θέλει.
Εγώ είμαι ο πατέρας σου, εσύ είσαι η ζωή μου.»
Λόγια μεγάλα, βροντερά στο σύμπαν είχε αστράψει.
Και έτσι μάνα η κόρη δεν εγνώριζε και τίποτα δεν ξέρει.
Και όλα τούτα τα λεφτά,
που καθημερινά μπαίνανε μες’ στους λογαριασμούς τους,
θαρρούν, θαύμα εγέννηκε.. χα!
Αλίμονο και στους δύο σας..
Μαζεύτηκα στην άκρη μου,
χώρο στον χρόνο έδωσα,
και σπίτι μου γυρνούσα.
Μόνη, όπως κάθε φορά,
τα λόγια μου θλιμμένα χόρευαν,
μέσα απο τα ζαρωμένα μάτια μου..
Βλέπεις, δεκαετία ολόκληρη, η ίδια ιστορία!
Κάποια στιγμή, διάβολε! Δεν μπορεί!
θα νιώσει και αυτή να με γνωρίσει,
θα ψάξει, θα με βρει και ...
τότε θα κρινόμουν πραγματικά,
να δεις, κατάρα μεγάλη θα έπινα,
τόσα χρονάκια πάνε, κανείς δεν έχει πια τέτοια καρδιά,
κανείς δεν τα ‘σχωράει ..
Ναι! Μα την αλήθεια, πρέπει να τα πω !
Την ίδια δεν την στήριξα,
ως μάνα και ως γονέας,
μα, από την άλλη το παράδοξο ! χα!
Τρέλα μου με αγκάλιασες και τούτη την βραδιά μου!
νιώθω ότι,... νιώθω ότι πολλά εκείνης της χρωστάω.
Μα, το πιο σημαντικό την ίδια την ζωή μου!
Την ευτελή μου ύπαρξη σε κείνη την οφείλω..
την σάρκα μου, το σώμα μου, το χιλιοφιλιμένο,
για κείνο το ροδόσταμα, για κείνα τα ματάκια,
μείνανε χρόνια ζωντανά, πείσμα στο πείσμα με έσωσε..!
Αλλιώτικα και εγώ το ποταμό των ζωντανών,
απέναντι ευθύς θα είχα περάσει!
Πρέπει να το πω,
Σε ‘φχαριστώ μικρούλα μου, για σένα ακόμα πνέω,
και ας είναι τα ολίσθια να πάνε παρά πέρα.
Να ζήσω την στιγμή, τα μάτια σα θα κλείσω,
αλήθειες ρεαλιστικές να σου τις δώσω πίσω.
Την σιωπή των χρόνων μου,
να σου την κάνω ποίημα,
τα ζόρια και τα εύκολα,
στεφάνι, στην κάμαρη σου,
να το κρεμάσεις εμπρός σου!
Μα φτάνει πια!
Έρχεται βράδυ πρέπει να κοιμηθώ λιγάκι.
Από το απόγευμα νωρίς δουλειά με λίγα ρούχα θα αρχινίσω,
κορμιά θα συναντήσω.
Κάποιες ψυχές θα λυτρωθούν και κάποιες θα με φάνε.
Χρήμα ακριβό, χρήμα φθηνό αρκεί να το αφήνανε στο κομοδίνο δίπλα,
και μένα δε με σκοτίζει πια, το έχω συνηθίσει..
Φτάνει να μην της λείψει τίποτα, εκτός από την αγκαλιά μου..
(σε κάποια άλλη γωνιά της πόλης..)
«Μάνα εγώ δεν γνώρισα, ίσως να μην με θέλει. Αλλά εγώ την αγαπώ, και αυτή ας μη με ξέρει. Θεέ μου δώσε δύναμη στην μάνα μου να αντέξει, να μην με βλέπει να μη με αγαπά και όταν μια μέρα έρθει, εδώ εγώ θα την φιλέψω. Και αυτό της το αδίκημα, Θεέ μου μην το καταλογίζεις, όπως Εσύ έτσι και ‘γω όλο τον κόσμο συγχωρώ, και ο κόσμος με αγαπάει. »
Με αυτά τα λόγια τα μικρά το ημερολόγιο κλείνει, και ο Θεός απάντησε μέσα απ’ τα όνειρα της.
-----------------------
(Διορθωμένο, γράφτηκε πρώτη φορά στις αρχές του 2008)
14/7/09
No Volvere..
Άφησε το τσιγάρο να τον πνίγει, δεν σταματούσε καθόλου να εισπνέει το καπνό σαν να περιείχε μέσα του όλες τις απαντήσεις. Το δωμάτιο μοίραζε σκιές μέσα στο δωμάτιο, τα έπιπλα έδειχναν νεκρά, σταματημένα, όπως ο χρόνος στο κεφάλι του νέου. Ένα μυαλό κολλημένο σε μία και μόνη σκέψη, μια ιδέα που είχε κάτσει σαν πεταλίδα στα βράχια. Τίποτα δεν προχώραγε, ακόμα και όταν γελούσε ήξερες ότι δεν προχωρούσε ο χρόνος για αυτόν τον άνδρα, το σώμα πήγαινε στην δουλειά, τα ρούχα άλλαζαν κάθε μέρα πάνω του, αλλά ο χρόνος εκεί. Ακίνητος μέσα στην μεγάλη αποθήκη της σκέψης.
Αν τον έβαζες να ζωγραφίσει την ζωή του, θα έκανε ένα σπίτι. Ένα παράθυρο. Και ένα κλουβί.
Σήμερα είχε αποφασίσει ότι θα ζωγράφιζε και ένα πουλί. Ένα μεγάλο αποδημητικό πουλί, από αυτά που φεύγουνε σαν δυσκολέψει ο καιρός και επιστρέφουν όταν φτιάχνει πάλι.
Αν τον έβαζες να ζωγραφίσει την ζωή του, θα έκανε ένα σπίτι. Ένα παράθυρο. Και ένα κλουβί.
Σήμερα είχε αποφασίσει ότι θα ζωγράφιζε και ένα πουλί. Ένα μεγάλο αποδημητικό πουλί, από αυτά που φεύγουνε σαν δυσκολέψει ο καιρός και επιστρέφουν όταν φτιάχνει πάλι.
Χρειάστηκε ώρα να του εξηγήσω ότι δεν αρκεί να ζωγραφίσει κανείς ένα πουλί.
Πρέπει να ονειρευτεί την μέρα που θα το αφήσει ελεύθερο.
Πρέπει να ζωγραφίσει ένα πουλί που πετάει για τον νότο, μόνο τότε ο χρόνος θα δρασκελίσει την στιγμή, μόνο τότε..
13/7/09
Ο κόσμος
Ο κόσμος, μια γυάλινη διακοσμητική μπάλα με ένα κόσμημα τέχνης ή ένα κτίριο μέσα του, πασπαλισμένο με άσπρα χαρτάκια που δείχνουν σαν χιόνι. Σαν το κουνάς με το ένα χέρι το τοπίο χιονίζει, τα χαρτάκια κουνιούνται τυχαία στα όρια της μπάλας. Με το άλλο χέρι αφήνεις την αφή σου να διαβάσει τα χαραχτά γράμματα στην πρόσοψη.
«Οκλαχόμα».. ή "Παρίσι"
Νιώθεις ότι πρέπει να πάρεις μια απόφαση σημαντική.
Είσαι μέσα ή έξω από την γυάλινη μπάλα;
Βιώνοντας μέσα στην μπάλα, βλέπεις το χιόνι να έρχεται πάνω σου και θαυμάζεις τον δημιουργό, που σου προσέφερε ένα τόσο ωραίο τοπίο. Ζώντας όμως έξω από τη μπάλα αντιλαμβάνεσαι τον ρόλο σου, ένα υπεύθυνο στόχο, να κουνάς την μπάλα για να έχει χιόνι ο μέσα κόσμος.
Αντιλαμβάνεσαι όμως και κάποια άλλα πράγματα, χωρίς όμως να το θέλεις, ειδικά σαν ζεις έξω από την μπάλα.
Ο κόσμος σου είναι ατελείωτος; Ο κόσμος έξω από την μπάλα είναι ατελείωτος; Γιατί αν υπάρχει όριο, ζεις και εσύ μέσα σε μια μπάλα. Και κάποιος σε κουνάει για να πέφτει το χιόνι.
Πόσο υπεύθυνη θέση, αλήθεια.
Ίσως να σε συμφέρει να είναι ο κόσμος σου άπειρος, τουλάχιστον εσύ δεν ευθύνεσαι ούτε στο ελάχιστο για όσα συμβαίνουν.
Στρουθοκαμηλισμός θα πεις έτσι;
Τουλάχιστον είναι καλύτερα έτσι παρά να νιώθεις αμηχανία που γνώρισες την βαρύτητα και έτσι ξέρεις που θα πέσει η πέτρα που εσύ έριξες.
Θα είσαι πάντα υπεύθυνος, για το χιόνι, για την βαρύτητα, για το μέλλον και το παρόν. Θα μεγαλώνεις για να φτιάχνεις μπάλες διακοσμητικές. Μέχρι να βαρεθείς ή να βρεθεί κάποιο μηχάνημα να σε αντικαταστήσει.
Όχι, καλύτερα να μην υπάρχουν όρια. Έτσι θα χωράς παντού.
12/7/09
Η τελευταία διάλεξη
Εκδόσεις Πατάκη
Συγγραφέας Ράντυ Πάους
Καθηγητής Πανεπιστημίου Carnegie Mellon
Πρόκειται για ένα μικρό βιβλίο, με όμορφο καφέ εξώφυλλο και μια κόκκινη κορδέλα γύρω του που γράφει "Παγκόσμιο Best seller". Γράφω τους πρωταρχικούς λόγους που αγοράστηκε από εμένα. Την κορδέλα την επόμενη μέρα την πέταξα..
Στην Αμερική λοιπόν, (δεν ξέρω αν συμβαίνει και εδώ, αμφιβάλλω πάντως), οι πανεπιστημιακοί παροτρύνουν κάποιον σημαντικό άνθρωπο να μιλήσει μπροστά σε κόσμο, σαν να ήταν η τελευταία τους διάλεξη. Η θεματολογία φυσικά αφορά ένα μικρό απολογισμό της ζωής τους, τι κερδίσανε τόσα χρόνια ζωντανοί και τα λοιπά.
Σε αυτό το Βιβλίο ο Ράντυ Πάους έχει καρκίνο στο συκώτι και του έχουν δώσει οι γιατροί λίγους μήνες ζωής.
Αντιγράφω από την πρώτη σελίδα (εισαγωγή).
"Αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα μηχανικής.
Ενώ, σε γενικές γραμμές, είμαι σε τρομερά καλή φυσική κατάσταση, έχω δέκα όγκους στο συκώτι μου και μου απομένουν μόνο λίγοι μήνες ζωής.
Είμαι πατέρας τριών μικρών παιδιών και παντρεμένος με την γυναίκα των ονείρων μου. Ενώ θα μπορούσα πολύ εύκολα να νιώσω οίκτο για τόν ευατό μου, αυτό δεν θα βοηθούσε ούτε την οικογένεια μου, ούτε εμένα.
Οπότε πώς θα πρέπει να περάσω τον πολύ περιορισμένο χρόνο μου;
Και μετά το πρώτο κεφάλαιο ξεκινάει με την φράση
"Ένα λαβωμένο λιοντάρι θέλει ακόμα να βρυχάται.."
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή μαζεύτηκα, θα μου ήταν δύσκολο να διαβάσω μίζερες/θλιβερές σκέψεις πάνω σε ένα επικείμενο θάνατο. Να διαβάσω αγανακτησμένες προτάσεις/ στενάχωρούς ορισμούς τις ζωής.
Η έκπληξη ήταν ακριβώς εκεί. Δεν διάβασα τίποτα τέτοιο. Με πολύ συγκρατημένη λογική, ο Ραντυ Πάους προσπάθησε να γράψει σε ένα κομμάτι χαρτί όσες σκέψεις θα ήθελε να διαβάσουν τα παιδιά του στα επόμενα χρόνια. Έδειχνε για ποιο λόγο, θα πρέπει τα παιδιά του να είναι περήφανα για τον πατέρα τους. Έγραψε τον τρόπο που ερωτεύτηκε την γυναίκα του, την αφοσίωση του στην οικογένεια, την αφοσίωση του στο επάγγελμά του.
Με λίγα λόγια, μια μικρή περίληψη που επινόησα είναι τα παρακάτω λόγια.
Θα μπορούσα να γράφω για τον θάνατό μου, αλλά προτίμησα να σας γράψω για την ζωή μου. Έτσι όταν πεθάνω, εγώ σαν σάρκα θα φύγω αλλά οι ιδέες μου και η θέληση μου θα μείνουν στην γη εσαεί..
Συνοψίζω, λέγοντας ότι είναι ένα ενδιαφέρον θετικό βιβλίο και το οποίο προτείνω να το διαβάσετε. Σε κάποια σημεία γίνεται βαρετό ελαφρά, ειδικά αν δεν ανήκετε στον κλάδο πληροφορικής, αλλά για μένα (που ανήκω) ήταν ενδιαφέρον να διαβάζω για τους φαντασιομηχανικούς. (Disney animation).
Παγκόσμιο Best Seller δεν θα το έλεγα, αλλά ένα σαφώς ενδιαφέρον βιβλίο.
Στην Αμερική λοιπόν, (δεν ξέρω αν συμβαίνει και εδώ, αμφιβάλλω πάντως), οι πανεπιστημιακοί παροτρύνουν κάποιον σημαντικό άνθρωπο να μιλήσει μπροστά σε κόσμο, σαν να ήταν η τελευταία τους διάλεξη. Η θεματολογία φυσικά αφορά ένα μικρό απολογισμό της ζωής τους, τι κερδίσανε τόσα χρόνια ζωντανοί και τα λοιπά.
Σε αυτό το Βιβλίο ο Ράντυ Πάους έχει καρκίνο στο συκώτι και του έχουν δώσει οι γιατροί λίγους μήνες ζωής.
Αντιγράφω από την πρώτη σελίδα (εισαγωγή).
"Αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα μηχανικής.
Ενώ, σε γενικές γραμμές, είμαι σε τρομερά καλή φυσική κατάσταση, έχω δέκα όγκους στο συκώτι μου και μου απομένουν μόνο λίγοι μήνες ζωής.
Είμαι πατέρας τριών μικρών παιδιών και παντρεμένος με την γυναίκα των ονείρων μου. Ενώ θα μπορούσα πολύ εύκολα να νιώσω οίκτο για τόν ευατό μου, αυτό δεν θα βοηθούσε ούτε την οικογένεια μου, ούτε εμένα.
Οπότε πώς θα πρέπει να περάσω τον πολύ περιορισμένο χρόνο μου;
Και μετά το πρώτο κεφάλαιο ξεκινάει με την φράση
"Ένα λαβωμένο λιοντάρι θέλει ακόμα να βρυχάται.."
Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή μαζεύτηκα, θα μου ήταν δύσκολο να διαβάσω μίζερες/θλιβερές σκέψεις πάνω σε ένα επικείμενο θάνατο. Να διαβάσω αγανακτησμένες προτάσεις/ στενάχωρούς ορισμούς τις ζωής.
Η έκπληξη ήταν ακριβώς εκεί. Δεν διάβασα τίποτα τέτοιο. Με πολύ συγκρατημένη λογική, ο Ραντυ Πάους προσπάθησε να γράψει σε ένα κομμάτι χαρτί όσες σκέψεις θα ήθελε να διαβάσουν τα παιδιά του στα επόμενα χρόνια. Έδειχνε για ποιο λόγο, θα πρέπει τα παιδιά του να είναι περήφανα για τον πατέρα τους. Έγραψε τον τρόπο που ερωτεύτηκε την γυναίκα του, την αφοσίωση του στην οικογένεια, την αφοσίωση του στο επάγγελμά του.
Με λίγα λόγια, μια μικρή περίληψη που επινόησα είναι τα παρακάτω λόγια.
Θα μπορούσα να γράφω για τον θάνατό μου, αλλά προτίμησα να σας γράψω για την ζωή μου. Έτσι όταν πεθάνω, εγώ σαν σάρκα θα φύγω αλλά οι ιδέες μου και η θέληση μου θα μείνουν στην γη εσαεί..
Συνοψίζω, λέγοντας ότι είναι ένα ενδιαφέρον θετικό βιβλίο και το οποίο προτείνω να το διαβάσετε. Σε κάποια σημεία γίνεται βαρετό ελαφρά, ειδικά αν δεν ανήκετε στον κλάδο πληροφορικής, αλλά για μένα (που ανήκω) ήταν ενδιαφέρον να διαβάζω για τους φαντασιομηχανικούς. (Disney animation).
Παγκόσμιο Best Seller δεν θα το έλεγα, αλλά ένα σαφώς ενδιαφέρον βιβλίο.
"Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα χαρτιά που μας μοιράζουν, μόνο το πώς θα παίξουμε την παρτίδα"
(Ράντυ Πάους)
(Ράντυ Πάους)
10/7/09
Placebo Where is my mind?
Σαράντα πιστολιές
Και καμία δεν με βρήκε,
ήμουν τυχερός λέγαν τα δελτία,
θαύμα μου χρέωσαν οι παπάδες,
μια γριά ήθελε να πάρει
λίγο από το πουκάμισο μου.
Είναι για γέλια και οι σαράντα..
όλοι το σώμα σημάδεψαν,
κανείς το χαμόγελο,
Αυτό που αρνιόταν
να δει το μέλλον να έρχεται.
9/7/09
Το γράμμα
Ήταν μια ήσυχη νύχτα στο σπίτι των Γαλανών. Το φεγγάρι κρατούσε καλά την σκιά του ψηλού κτίσματος, ο κήπος μοίραζε σκιές στο καφετί, φρεσκοποτισμένο χώμα. Μικρά χρώματα της αυγής και ο ήχος από μελωδίες νυχτερινών πουλιών, έντυναν τούτο το παραμυθένιο σπίτι στους πρόποδες του λόφου. Ένας τζίτζικας βίαζε την σιωπή, τα κλαριά του μεγάλου πεύκου τον μηνούσαν να σωπάσει, μα εκείνος μέσα από τα σπλάχνα του ξαναφυσούσε με μεγαλύτερη δύναμη.
Για δες, αδιαφορία και αντάρτικο από ένα τόσο δα μικρό κορμί..!
Ένα λυχνάρι στο πάνω μέρος, στην σοφίτα σιγόκαιγε, μια κόρη με αναφιλητά διάβαζε τα τελευταία λόγια. Οι σελίδες μελάνιαζαν στις άκρες, εκεί όπου τα μικρά της χέρια έσφιγγαν σαν να ήταν μασούρι από κλωστές που έπρεπε να κόψει. Τα γράμματα, μεγάλα στρόγγυλα και καλλιγραφημένα, χορεύανε ένα αργό χορό, πάνω στην ψυχή της κόρης με τις μακριές κοτσίδες και το φαρδύ φόρεμα με τα σχέδια.
Μα ύπνος δεν κολλούσε σε εκείνο το δωμάτιο, δεν χωρούσε παρέα με τα κλάματα, να δεις θα πήγαινε στα άλλα δωμάτια που υπήρχε τάξη, ηρεμία. Όλους τους κοίμισε τελικά, εκτός απο την κόρη. Αυτήν την άφησε να την βρει ο ήλιος άυπνη, να χώνει τις λεπίδες του μέσα στα τσιμπλιασμένα μάτια της. Έτσι με τούτο το μικρό βασανιστήριο, σε ταλαιπωρεί ο ήλιος, μόνο και μόνο για να σε κάνει να μετανιώνεις που έχασες τον ύπνο σου. Για αυτόν, ένας γηραιός πλανήτης πυρωμένος, τα χρόνια του τα διδάχτηκε και σκέψεις δεν είναι εύκολο να αλλάξει.
Αν σκύψει ποτέ να σε συμβουλέψει τούτο θα ακούσεις "Το βράδυ ύπνος, την μέρα ήλιος και παιχνίδι".
Μα δεν βαριέσαι, το κάθε σπίτι έχει μια κόρη, το κάθε σπίτι έχει ένα κήπο. Κάθε όνειρο πληγώνεται, όλο κάποιο γράμμα θα έρθει και θα διώξει τον ύπνο. Όλο κάτι συμβαίνει, άλλοτε καλό, άλλοτε κακό.
Μόνο ο ήλιος θα σε βασανίζει τα πρωινά με την ίδια θέρμη, αυτό να το έχεις σίγουρο.
Βλέπεις εκεί που είναι δεν φτάνει να διαβάσει το γράμμα, ίσως και να μην θέλει να διαβάσει.
Ποιος ξέρει;
7/7/09
Οι κόρες
Μια κόρη με χτυπάει στο στέρνο,
με όλη την δύναμη των μικρών και αδύναμων,
χεριών της,
κάνοντας γροθιά την θέληση.
Με χτυπά και ουρλιάζει «μην ξεχνάς!»,
και εγώ κάθε βήμα και μια προσπάθεια,
να μην τολμήσω να λησμονήσω
ούτε για μια καταραμένη στιγμή,
το όνομα και την μορφή της,
τις γλυκιές υποσχέσεις μιας άλλης ζωής.
«Την λένε Ελπίδα!»
αναμασάω στα κουρασμένα δόντια μου,
«Την λένε Ελπίδα» ξεφωνίζω τον αέρα από μέσα μου.
«Την λένε Ελπίδα!»
Και από πίσω η άλλη κόρη, η μοίρα,
τυλιγμένη με πολύχρωμα φανταχτερά υφάσματα,
με καλυμμένα τα μάτια και τα αυτιά,
ζωγραφίζει,
το τσιμέντο με την κέρινη μπογιά και την μαύρη σκόνη,
σχήματα, ανθρώπους, σπίτια,
ουρανό και γη,
χώμα και αστέρια.
Το χέρι της, σέρνεται στο πυρωμένο έδαφος,
σαν χορός μελωδικός,
άλλοτε κοφτός, άλλοτε αργός,
μα πάντα σε κίνηση..
Γλιστρώ την ματιά μου κλεφτά,
μα δεν μπορώ να στρίψω το αυχένα, να διακρίνω,
μάταιο,
τα έργα της σφαλιστά από την περιέργεια μου,
σαν ένα δώρο που δεν ξέρεις σε ποιον ανήκει.
Μόνο μπροστά μπορώ να κοιτώ,
να αγναντεύω θα ‘λεγα,
τον δρόμο εκείνο,
όπου τέσσερα άλογα μυώδη, καφετιά,
επιδεικτικά,
βαράνε τις οπλές τους, με δύναμη, με θόρυβο,
μέσα σε ένα λιβάδι γαλανό, με πράσινα βότσαλα,
κάθε τους βήμα κροταλίζει,
τρίζει η γης.
Να δεις, δείχνουν τα δόντια,
μα δεν δαγκώνουν.
Ίσως και να γελάνε..
Βαστώ την μία κόρη από το χέρι,
σφιχτά,
και περπατάω πλάι τους,
στην όχθη των ματιών τους.
Η άλλη θα έρθει, σαν είναι έτοιμη,
κανένα από τα χέρια μου δεν ξέρει πότε,
αλλά θα έρθει,
πάντα έρχεται.
5/7/09
Το φεγγάρι
άραγε τι θα ήταν ο ουρανός αν κανένα μάτι δεν τον κοίταζε;
Υπάρχουν αυτοί που κοιτάν το δάχτυλο και αυτοί που κοιτάν τον φεγγάρι. Και εγώ κοιτάω το δάχτυλο μόνιμα, αυτή είναι η κατηγορία μου ..
Λοιπόν δεν μπορεί, το κάθε βρώμικο δάχτυλο να μου δείχνει το οποιαδήποτε φεγγάρι. Πρέπει πρώτα να αποδείξει τον εαυτό του και μετά ..
Εξάλλου, μου φαίνεται δύσκολο να πιστέψω ότι η γη είναι τόσο βρώμικη που η μόνη λύση βρίσκεται στο φεγγάρι. Επιμένω να ψάχνω στην γη και το δάχτυλο αυτό με ξενίζει. Με κάνει να αντιδρώ όταν μου δείχνει το φεγγάρι..
Λοιπόν δεν μπορεί, το κάθε βρώμικο δάχτυλο να μου δείχνει το οποιαδήποτε φεγγάρι. Πρέπει πρώτα να αποδείξει τον εαυτό του και μετά ..
Εξάλλου, μου φαίνεται δύσκολο να πιστέψω ότι η γη είναι τόσο βρώμικη που η μόνη λύση βρίσκεται στο φεγγάρι. Επιμένω να ψάχνω στην γη και το δάχτυλο αυτό με ξενίζει. Με κάνει να αντιδρώ όταν μου δείχνει το φεγγάρι..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)